ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση αρ. 22/2022)
30 Οκτωβρίου 2026
[ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ΜΑΡΙΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
Αιτήτριας,
και
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ,
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
Καθ' ων η αίτηση
––––––––––––––––––––––––––––––––
Σ. Νικολάου (κα), για Στυλιανός Κ. Αυγουστή, δικηγόρος για την αιτήτρια.
Ι. Κοτζιάπασιη (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Αντικείμενο της παρούσας Προσφυγής συνιστά η νομιμότητα της απόφασης της Υπουργού Εργασίας Προνοίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερομηνίας 13.10.2021, η οποία κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια με σχετική επιστολή ίδιας ημερομηνίας και δια της οποίας απορρίφθηκε η ένσταση που υπέβαλε η αιτήτρια κατά της απόφασης για απόρριψη της αίτησης της για ένταξη στο Σχέδιο Προστασίας της Κύριας Κατοικίας, «Σχέδιο Εστία».
Σημειώνεται εξαρχής ότι και ενώ η Προσφυγή καταχωρίσθηκε από την ίδια την αιτήτρια προσωπικά την 5.1.2022 στη συνέχεια ήτοι στις 9.3.2022 ο χειρισμός της υπόθεσης ανατέθηκε σε δικηγόρο.
Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση έχουν ως ακολούθως:
Η αιτήτρια, στις 29.9.2020, υπέβαλε αίτηση για ένταξη στο Σχέδιο Εστία. Η υποβληθείσα αυτή αίτηση απερρίφθη καθότι ως αυτολεξεί αναγράφετο στη σχετική επιστολή του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου ημερομηνίας 13.10.2020 που της κοινοποιήθηκε: «Έχει διαπιστωθεί ότι δεν προσκομίσατε όλα τα απαραίτητα παραστατικά τα οποία απαιτούνται για την αξιολόγηση της αίτησής σας, παρά το ότι σας έχουν ζητηθεί από το Τραπεζικό Ίδρυμα στο οποίο την υποβάλατε. Συγκεκριμένα δεν έχουν προσκομισθεί τα στοιχεία του συνδανειολήπτη αποβιώσαντος συζύγου σας».
Κατά της απορριπτικής αυτής απόφασης, η αιτήτρια υπέβαλε ένσταση στις 29.10.2020, στα πλαίσια της οποίας ανέφερε ότι ο αποβιώσαντας σύζυγος της δεν είχε περιουσιακά στοιχεία στο όνομα του και ότι από το τραπεζικό ίδρυμα δεν της είχε ζητηθεί οτιδήποτε άλλο.
Η ένσταση εξετάστηκε από την Επιτροπή Εξέτασης Ενστάσεων, η οποία υπέβαλε προς την Υπουργό Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων απορριπτική εισήγηση. Όπως αναφέρεται στο σχετικό Έντυπο Αξιολόγησης της ένστασης:
«Η αίτηση εμπίπτει κάτω από την απόφαση της Ειδικής Επιτροπής Α/Α 21-01-20/01. Η Ειδική Επιτροπή αναλύει διάφορα σενάρια σε περίπτωση ή όχι έκδοσης διαχείρισης της περιουσίας του αποθανών.
Τονίζει ξεκάθαρα ότι απαραίτητα ο διαχειριστής θα πρέπει να υπογράψει το Έντυπο Εξουσιοδότησης αντί του αποβιώσαντα για να εξακριβωθεί η περιουσία του.
Σε αυτή την περίπτωση δεν προσκομίστηκε ΕΝΤΥΠΟ Β συμπληρωμένο από τον/την διαχειριστή/τρια ή νόμιμο/ους κληρονόμο/ους.
Ως εκ τούτου γίνεται εισήγηση για ΑΠΟΡΡΙΨΗ της ένστασης καθώς η αξιολόγηση του αποβιώσαντα συνδανειολήπτη είναι αδύνατη. ΕΛΛΕΙΠΗ ΠΑΡΑΣΤΑΤΙΚΑ.»
Η πιο πάνω απορριπτική εισήγηση έγινε δεκτή από την Υπουργό Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων η οποία με απόφαση της ημερομηνίας 13.10.2021, απέρριψε την ένσταση της αιτήτριας.
Η πιο πάνω απορριπτική απόφαση, η νομιμότητα της οποίας αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 13.10.2021.
Με τη γραπτή της αγόρευση και προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, η πλευρά της αιτήτριας εγείρει ως αναφέρει 10 λόγους ακύρωσης τους οποίους εντάσσει σε τέσσερις ενότητες. Ειδικότερα διατείνεται ότι η επίδικη απόφαση είναι προϊόν ελλιπούς αιτιολογίας και μη δέουσας έρευνας αφού στην επιστολή που κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια ημερομηνίας 13.10.2021 το μόνο που καταγράφεται είναι ότι δεν προσκομίστηκαν τα απαραίτητα παραστατικά χωρίς όμως αυτά να προσδιορίζονται. Περαιτέρω εγείρεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά προϊόν παραβίασης της ισχύουσας Νομοθεσίας, των Κανονισμών και των προνοιών του Σχεδίου καθότι, κατά την εισήγηση, η αιτήτρια πληρούσε όλα τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια που προβλέπονται σ’ αυτό και ο αποβιώσας σύζυγος της δεν εντάσσεται στην έννοια του συζύγου του Παραρτήματος Α. Υποβάλλεται, πρόσθετα ότι οι καθ΄ων η αίτηση υπό πλάνη δεν έλαβαν υπόψη ότι ο αποθανών σύζυγος της αιτήτριας δεν είχε οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο καθώς και ότι «οι καθ΄ων η αίτηση νόμιζαν ότι, η Αιτήτρια παρέλειψε να προσκομίσει τα εν λόγω παραστατικά αναφορικά με τον αποβιώσαντα σύζυγο της, ενώ αυτά δεν της είχαν ζητηθεί πότε από το Τραπεζικό Ίδρυμα στο οποίο η Αιτήτρια υπέβαλε την Αίτηση». Τελικώς προβάλλεται η θέση ότι οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν κατά παράβαση της αρχής της καλής πίστης, της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη.
Η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση υποστηρίζοντας τη νομιμότητα της επίδικης απόφασης υπέβαλε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη, δεόντως αιτιολογημένη καθώς και ότι λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και χωρίς να έχει εμφιλοχωρήσει ουδεμία πλάνη κατά τη λήψη της. Επισημάνθηκε δε δια μέσω της γραπτής αγόρευσης των καθ΄ων η αίτηση ότι οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλονται από την πλευρά της αιτήτριας δεν εξειδικεύονται ρητά και αιτιολογημένα επί της Προσφυγής, ως επιτάσσεται από τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 και ως εκ τούτου αυτοί δεν μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο.
Έχω εξετάσει με προσοχή τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου σε συνάρτηση πάντοτε με το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης.
Αυτό που ασφαλώς προέχει να λεχθεί είναι ότι εξέταση της Προσφυγής πράγματι δεικνύει ότι οι θέσεις του συνηγόρου της αιτήτριας, ως αυτές εμπεριέχονται στη γραπτή του αγόρευση, ουδόλως περιλαμβάνονται στα νομικά σημεία της Προσφυγής όπου ουδείς λόγος ακυρώσεως έχει δικογραφηθεί. Τούτο βέβαια, χωρίς να παραγνωρίζεται πως η Προσφυγή καταχωρίστηκε, αρχικώς, προσωπικά από την ίδια την αιτήτρια. Ωστόσο δυο μήνες μετά από την καταχώρηση της Προσφυγής ήτοι στις 9.3.2022 και σε χρόνο πριν από την καταχώρηση της ένστασης των καθ΄ων η αίτηση, τη νομική, πλέον, εκπροσώπηση της αιτήτριας ανέλαβε δικηγόρος ο οποίος είχε κάθε δυνατότητα και ευχέρεια να προβεί στις δέουσες δικονομικά ενέργειες ώστε να περιληφθούν στα νομικά σημεία της Προσφυγής οι λόγοι ακύρωσης που επρόκειτο να αναπτύξει στη συνέχεια, ως θέσεις πλέον της αιτήτριας, στη γραπτή του αγόρευση. Αυτό μάλιστα δεν ήτο μόνο αναμενόμενο αλλά και επιβεβλημένο ώστε να υπάρξει συμμόρφωση με την απαίτηση του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962.
Στην απόφαση Δήμος Λευκωσίας και Κοινοπραξίας Cybarco Ltd- A. Aristotelous Constructions Ltd (Ε.Δ.Δ Αρ.19/2017, ημερομηνίας 31.10.2023) το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο υπόμνησε εκ νέου ότι η αιτιολόγηση των νομικών σημείων της Προσφυγής είναι απαραίτητη για την εξέταση από μέρους του Δικαστηρίου των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης και επομένως οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια επηρεάζει αναπόφευκτα την ορθότητα της νομικής βάσης με αποτέλεσμα να είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης. Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα:
«... Ο Κανονισμός 7 του Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, επιβάλλει όπως κάθε ένας από τους διαδίκους με τις έγγραφες προτάσεις του εκθέτει “τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών ταύτα πλήρως”.
Σχετικό επίσης είναι και το άρθρο 4(2) (β) του πιο πάνω Κανονισμού, το οποίο αναφέρεται στον τρόπο δικογράφησης του περιεχομένου της αίτησης και ως αναφέρεται αυτή δέον, «να περιλαμβάνει έκθεσιν της υποθέσεως του αιτητού διαλαμβάνουσαν - (i) κατά συνοπτικόν τρόπον όλα τα ουσιώδη γεγονότα, επί των οποίων βασίζεται η τοιαύτη αίτησις».
Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, Α.Ε 95/12, ημερ. 6.7.2018, ECLI:CY:AD:2018:C344: «Δικαιολογείται να λεχθεί ότι ο Κανονισμός 7 είναι η αντίστοιχη στο διοικητικό δίκαιο πρόνοια της δικογράφησης στην αστική δίκη με σαφή τρόπο των ισχυρισμών του διαδίκου, καθορίζοντας έτσι τη σιδηροδρομική γραμμή επί της οποίας θα συζητηθεί η υπόθεση. Πρέπει, αντίθετα, να αναφέρεται με ακρίβεια και πληρότητα σε τί συνίσταται η συγκεκριμένη παραβίαση που προτείνεται στο νομικό σημείο. Η ακρίβεια βοηθά στην καθαρότητα του δικαστικού λόγου και στην τελεσφόρηση της υπόθεσης κατά τον ορθό και ταχύτερο τρόπο». Όπως δε έχει υποδειχθεί στην Χονδρουλίδου ν. ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. κ.ά., Α.Ε. 208/12, ημερ. 8.11.2018, ECLI:CY:AD:2018:C488, η δικογράφηση των ουσιωδών γεγονότων και των νομικών σημείων της αίτησης είναι απαραίτητη για να γνωρίζει η αντίθετη πλευρά καθώς επίσης και το Δικαστήριο την υπόθεση του αιτητή.
Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται η προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από μέρους του Διοικητικού Δικαστηρίου των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης (Βλ. Haghilo ν. Δημοκρατίας κ.ά., Α.Ε. 156/12, ημερ. 27.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:C91, και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες) και οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια επηρεάζει αναπόφευκτα την ορθότητα της νομικής βάσης με αποτέλεσμα να είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης (Βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598).
Σχετικά επίσης είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου ν. Zaim (2016) 3 Α.Α.Δ. 248, με αναφορά στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Ζαχαρία ν. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 293, ότι:
«Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, νομικά σημεία που δεν εξειδικεύονται με την απαραίτητη σαφήνεια στο δικόγραφο της προσφυγής, παραμένουν αναιτιολόγητα και ανεπίδεκτα δικαστικής εκτίμησης (βλ. Παυλίδης ν. ΑΗΚ, Υποθ. Αρ. 227/07, ημερ. 20.3.2008). Τυχόν χαλάρωση του συγκεκριμένου κανόνα, όπως αναφέρθηκε από τον Νικήτα, Δ., στην υπόθεση Ανθούση ν. Δημοκρατίας (1995) 4(Γ) Α.Α.Δ. 1709, θα παρείχε ευχέρεια για συζήτηση σχεδόν κάθε θέματος “με αποτέλεσμα τον εξοβελισμό των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου τους στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης”.
[ ... ]
Στην προκείμενη περίπτωση, δεν ήταν αρκετό να τεθεί στα νομικά σημεία της αίτησης ακύρωσης, με γενικότητα, η παραβίαση των πιο πάνω αρχών, χωρίς καμία εξειδίκευση. Η εφεσίβλητη παρέλειψε να καθορίσει με ακρίβεια και πληρότητα, όπως απαιτεί ο Κανονισμός 7, σε τί συνίσταντο οι συγκεκριμένες παραβιάσεις που προβάλλονται στη νομική βάση. Συνεπώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο λαθεμένα προχώρησε στην εξέταση των συγκεκριμένων λόγων, αφού όπως έχει ήδη επισημανθεί δεν υφίστατο η στοιχειώδης δικογράφηση στην αίτηση ακύρωσης και κατ’ επέκταση η εφεσίβλητη παρέλειψε, ως όφειλε, να στοιχειοθετήσει το έννομο συμφέρον της ώστε, να νομιμοποιείται να εγείρει τα συγκεκριμένα ζητήματα.»»
Αφ΄ης στιγμής την υπόθεση δεν χειρίζεται πλέον προσωπικά η ίδια η αιτήτρια, η πλήρης απουσία δικογράφησης που εντοπίζεται υπό το σημείο –(ε)-στα νομικά σημεία της αίτησης ακυρώσεως, αν και θα ήταν αποδεκτή για έναν αιτητή που καταχωρεί αυτοπροσώπως την προσφυγή του, δεν θα μπορούσε να λεχθεί το ίδιο και στην περίπτωση, ως η παρούσα, που το χειρισμό της υπόθεσης ανέλαβε δικηγόρος αφού αυτό που, πλέον, ευλόγως αναμενόταν ήταν να είχαν γίνει οι απαιτούμενες ενέργειες για να υπάρξει ως νομολογιακά επιβάλλεται η δέουσα δικογράφηση στην αίτηση ακυρώσεως (Μαρίζα Καϊλή, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του ανίκανου προσώπου Άλκη Κυριάκου κ.α v Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ αρ. 193/20, ημερομηνίας 4/6/25) (Μιχαήλ κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ.112/17, 19/3/19).
Με δεδομένο ότι στην αίτηση ακυρώσεως ουδείς λόγος ακυρώσεως έχει δικογραφηθεί, το γεγονός αυτό και υπό τις περιστάσεις που επεξηγήθηκαν, απολήγει καταλυτικό για τους προβληθέντες λόγους ακύρωσης και συνεπώς και για την τύχη της Προσφυγής αφού δεν επιτρέπει τη δικαστική τους εξέταση.
Σχετικές επί του θέματος, με όμοια κατάληξη, είναι και η υπόθεση Κ.Ν ν. Γενικός Διευθυντής Υπουργείου Εργασίας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Υπόθεση Αρ. 1609/2021 ημερ. 23.1.2025) όπου πανομοιότυπο ζήτημα απασχόλησε τον τότε Πρόεδρο του Διοικητικού Δικαστηρίου Φ. Κωμοδρόμο ενώ το ίδιο ζήτημα εξετάστηκε και από την Πρόεδρο του Διοικητικού Δικαστηρίου Ε. Γαβριήλ στην υπόθεση Μ.Κ ν. Δημοκρατίας (Υπόθεση Αρ. 1355/2021 ημερ. 15.4.2025).
Εν πάση περιπτώσει ακόμη και εάν προχωρούσα να εξετάσω το μοναδικό παράπονο που διατυπώνεται από την αιτήτρια στην παράγραφο που παρέθεσε ως γεγονότα στην Προσφυγή που καταχώρησε ήτοι ότι στην επιστολή ημερομηνίας 13.10.2021 που της κοινοποιήθηκε από τους καθ΄ων η αίτηση δεν αναφέρονται συγκεκριμένα ποια παραστατικά δεν προσκόμισε, αυτό και πάλι θα ήταν υποκείμενο σε απόρριψη.
Τούτο διότι οι καθ΄ων η αίτηση δια της επιστολής τους ημερομηνίας 13.10.2020 ανέφεραν ρητώς στην αιτήτρια ότι δεν προσκόμισε όλα τα απαραίτητα παραστατικά, τα οποία απαιτούντο για την αξιολόγηση της αίτησης της, παρά το ότι αυτά είχαν ζητηθεί από το Τραπεζικό Ίδρυμα στο οποίο υπεβλήθη η αίτηση και συγκεκριμένα ότι δεν υπέβαλε τα στοιχεία του συνδανειολήπτη αποβιώσαντα συζύγου της.
Η αιτήτρια με την ένσταση της δεν αμφισβήτησε ότι ο αποβιώσαντας σύζυγος της είναι συνδανειολήπτης κάτι άλλωστε που επιβεβαιώνεται ευθέως και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και δη από το ερυθρό 18 το οποίο αποτελεί τραπεζική κατάσταση με τα στοιχεία του δανείου. Το μόνο δε που η αιτήτρια ανέφερε ήταν ότι ο σύζυγος της δεν είχε περιουσιακά στοιχεία στο όνομα του και ότι από το τραπεζικό ίδρυμα δεν της είχε ζητηθεί οτιδήποτε άλλο, χωρίς να προσκομίσει τα στοιχεία για το συνδανειολήπτη αποβιώσαντα σύζυγο της.
Κατά την αξιολόγηση της ένστασης της η Επιτροπή Εξέτασης Ενστάσεων, την εισήγηση της οποίας υιοθέτησε η Υπουργός, με αναφορά και στην απόφαση της Ειδικής Επιτροπής Α/Α 21-01-20/01 που πραγματεύεται περιπτώσεις αποβιώσαντα οφειλέτη ή και συνιδιοκτήτη κύριας κατοικίας και στην οποία, ως σημειώθηκε, τονίζεται ότι είναι απαραίτητη η υπογραφή του Εντύπου Εξουσιοδότησης από το διαχειριστή αντί του αποβιώσαντα για να μπορεί να εξακριβωθεί η περιουσία του, διαπίστωσε ότι η αιτήτρια δεν προσκομίστηκε το ΕΝΤΥΠΟ Β συμπληρωμένο από το διαχειριστή ή τους νόμιμους κληρονόμους του. Τούτο δε, ως λέχθηκε, καθιστούσε αδύνατη την αξιολόγηση του αποβιώσαντα συνδανειολήπτη.
Το πλαίσιο του Σχεδίου επεξηγείται στην απόφαση του Δικαστή Φ. Κωμοδρόμου (ως ήταν τότε Π.Δ.Δ). Μ.Π. ν. Δημοκρατία (Υπόθεση Αρ. 1025/2021, 27.8.202) από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα:
«[…] το «Σχέδιο ΕΣΤΙΑ» είναι σχέδιο παροχής κυβερνητικής χορηγίας προς συγκεκριμένη κατηγορία δανειοληπτών, το οποίο εγκρίθηκε με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου Αρ. 87.759 και ημερομηνία 26.6.2019 και στηρίζεται στις διατάξεις του περί του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών Νόμου (Ν.109(Ι)/2014). Ειδικότερα, το Σχέδιο εμπίπτει στην έννοια της «άλλης κοινωνικής παροχής» ως αυτή ορίζεται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου 109(Ι)/2014), σύμφωνα με το οποίο-
««άλλες κοινωνικές παροχές» σημαίνει οτιδήποτε άλλο παρέχεται με βάση άλλη νομοθεσία ή /και Απόφαση Υπουργικού Συμβουλίου ή /και Σχέδιο ή /και Έργο ή από οποιαδήποτε άλλη πηγή, εξαιρουμένων των νομοθεσιών ή/και Σχεδίων για άτομα με αναπηρίες τα οποία τυγχάνουν διαχείρισης από το Τμήμα Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες·».
Το Σχέδιο Εστία αφορά μη εξυπηρετούμενα δάνεια/πιστωτικές διευκολύνσεις, που πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια ως αυτά καθορίζονται στον όρο 2.1.1. του Σχεδίου, καθώς και δανειολήπτες/ιδιοκτήτες κύριας κατοικίας, οι οποίοι πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια επιλεξιμότητας (εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια), ως αυτά καθορίζονται στον όρο 2.1.2 του Σχεδίου και νοουμένου ότι πληρούνται συγκεκριμένοι όροι αυτού.
Στις 5.7.2019, δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, το περί του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών Νόμου (Υποβολή Αίτησης Άλλης Κοινωνικής Παροχής «Σχέδιο ΕΣΤΙΑ») Διάταγμα του 2019 (Κ.Δ.Π. 226/2019), το οποίο εκδόθηκε από την Υπουργό, δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 36 του Νόμου 109(Ι)/2014 και με το οποίο καθορίστηκαν τα έντυπα που θα χρησιμοποιούνται για την υποβολή αίτησης για ένταξη στο Σχέδιο ΕΣΤΙΑ, καθώς επίσης ο τρόπος, ο τόπος και ο χρόνος υποβολής της αίτησης. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 της Κ.Δ.Π. 226/2019-
«3.(1) Τηρουμένων των διατάξεων της Νομοθεσίας και του Σχεδίου, κάθε αίτηση για ένταξη στο Σχέδιο υποβάλλεται στο έντυπο που ορίζεται στον Πίνακα.
(2) Κάθε αίτηση που υποβάλλεται συνοδεύεται απαραίτητα από το Έντυπο Εξουσιοδότησης, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ανωτέρου εντύπου και η αίτηση θεωρείται έγκυρη μόνον εφόσον το Έντυπο Εξουσιοδότησης, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ανωτέρου εντύπου και η αίτηση θεωρείται έγκυρη μόνον εφόσον το Έντυπο Εξουσιοδότησης είναι πλήρως και ορθά συμπληρωμένο και νοουμένου ότι δεν έχει ανακληθεί εν μέρει η εν όλω.».
Σύμφωνα δε με την παράγραφο 4 της Κ.Δ.Π.226/2019-
«4. (1) Κάθε αίτηση υποβάλλεται από τον δικαιούχο όπως ορίζεται στην παράγραφο 3 του παρόντος Διατάγματος και απαραίτητα είναι πλήρως συμπληρωμένη και συνοδεύεται από όλα τα απαραίτητα παραστατικά που ορίζονται σ' αυτή.
(2) Κάθε αίτηση που υποβάλλεται θεωρείται ως υποβληθείσα για τους σκοπούς του Σχεδίου μόνο εφόσον συμπληρωθεί πλήρως και συνοδεύεται από όλα τα απαραίτητα παραστατικά που καθορίζονται στον Πίνακα του παρόντος Διατάγματος».»
Ως προς το παράπονο της αιτήτριας ότι δεν της υποδείχθηκαν ποια παραστατικά δεν έχει προσκομίσει, παρατηρώ ότι τα στοιχεία που όφειλε η αιτήτρια να υποβάλει προσδιορίζονται επακριβώς επί του ίδιου του εντύπου της αιτήσεως. Ειδικότερα στον Πίνακα, ο οποίος συνοδεύει την αίτηση και στον οποίο απαριθμούνται τα απαραίτητα παραστατικά που πρέπει να υποβληθούν με την αίτηση περιλαμβάνεται υπό το σημείο 1 η εξής καταγραφή: «Το Έντυπο Β ξεχωριστά για κάθε Εξεταζόμενο Άτομο που πρέπει να πληροί τα κριτήρια και προϋποθέσεις ένταξης στο Σχέδιο, δηλαδή τον κάθε (συν)ιδιοκτήτη που αναφέρεται στο Μέρος Γ3 του παρόντος Εντύπου και τον κάθε (συν)δανειολήπτη που θα αναφέρεται στο Μέρος Δ.2.». Η ίδια μάλιστα απαίτηση, ως παρατηρώ, αναφέρεται και στην πρώτη σελίδα του εντύπου με τίτλο «ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΝΤΑΞΗ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ». Είναι δε αναντίλεκτο ότι η αιτήτρια δεν υπέβαλε το Έντυπο Β, δεόντως συμπληρωμένο από το διαχειριστή της περιουσίας του ή από τους νόμιμους κληρονόμους του ένεκα και του θανάτου του συζύγου της. Με δεδομένη τη μη υποβολή των αναγκαίων στοιχείων, η απλή δήλωση της αιτήτριας στην υποβληθείσα ένσταση της ότι ο συνδανειολήπτης σύζυγος της δεν είχε επ΄ ονόματι του οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, δεν ήταν υπό τις περιστάσεις επαρκής για να μπορεί να διενεργηθεί η απαιτούμενη αξιολόγηση του.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα η αναφορά στην επιστολή των καθ΄ων η αίτηση ημερομηνίας 13.10.2021 ότι δεν προσκομίστηκαν με την ένσταση της αιτήτριας τα απαραίτητα παραστατικά που απαιτούνταν για την εξέταση της αίτησης της, δεν θα μπορούσε να καταστήσει πάσχουσα την επίδικη απόφαση δεδομένου ότι ήταν σαφής η θέση των καθ΄ων η αίτηση περί απαίτησης υποβολής των στοιχείων του συνδανειολήπτη αποβιώσαντα συζύγου της, τα οποία η αιτήτρια πράγματι παρέλειψε να υποβάλει ακόμη και με την ένσταση της.
Άλλωστε εάν η αιτήτρια είχε οποιεσδήποτε αμφιβολίες ως προς τα στοιχεία που όφειλε να υποβάλει, όφειλε να ζητήσει τυχόν διευκρινήσεις αφού το βάρος απόδειξης της πλήρωσης των προϋποθέσεων του Σχεδίου βρισκόταν πράγματι επί των ώμων της, το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν απέσεισε (Aglika Nikolai Kojuharova και Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ 72/16, ημερομηνίας 26/3/23).
Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1200 έξοδα εναντίον της αιτήτριας και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.
Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο