Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις
Αρ. 564/2023 iJustice κ.α
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
22 Οκτωβρίου, 2026
[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]
Αναφορικά με τα Άρθρα 128 και 146 του Συντάγματος
Αρ. 564/2023 iJustice
Σύνθια Αλωνεύτη
Αιτήτρια
-και-
Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
Καθ' ων η Αίτηση
---
Αρ. 566/2023 iJustice
Μιχάλης Αντρέου
Αιτητής
-και-
Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
Καθ' ων η Αίτηση
.........
Κυριάκος Κυριακίδης για Αλεξάνδρα Λυκούργου, Δικηγόρος για Αιτητές
Έλενα Τόλλα για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. Δικηγόροι για Καθ' ων η αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Με επιστολές ημερομηνίας 12.08.2021, οι Καθ’ ων η αίτηση πρόσφεραν σε έκαστο εκ των Αιτητών διορισμό στη μόνιμη θέση Λειτουργού ΕΚΚ από τις 27.09.2021, τον οποίο οι Αιτητές αποδέχθηκαν σύντομα μετά.
Με κοινή επιστολή τους ημερομηνίας 17.01.2022, οι Αιτητές ζήτησαν μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«Αναφερόμαστε στην επιστολή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ('η ΕΚΚ') ημερομηνίας 12.08.2021, σύμφωνα με την οποία η ΕΚΚ αποφάσισε όπως μας προσφέρει διορισμό με δοκιμασία στη μόνιμη θέση Λειτουργού ΕΚΚ (Κλίμακα Α8-10-11).
Δεδομένου ότι με προηγούμενη επιστολή της η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ('η ΕΚΚ') ημερομηνίας 25.11.2019, έχει αναγνωρίσει ότι η σύμβαση μας ήταν ξεκάθαρα σύμβαση εργοδότησης και ως εκ τούτου από τις 03.10.2019 είχαμε θεωρηθεί μισθωτοί στην ΕΚΚ ως λειτουργοί αορίστου χρόνου, παρακαλώ όπως μας επιβεβαιώσετε τα πιο κάτω:
-ότι, βάσει και των σχετικών αρχών και νομολογίας επί του θέματος, για σκοπούς αρχαιότητας και προαγωγών θα προσμετρήσουν οι 36 μήνες που προηγούνται της σχετικής απόφασης της ΕΚΚ αναφορικά με το καθεστώς εργοδότησης αορίστου χρόνου και συγκεκριμένα τις 03.10.2019, καθώς επίσης και της περιόδου που έπεται της πιο πάνω ημερομηνίας μέχρι και τις 12.08.2021.
-ότι η εργοδότηση μας ως μόνιμου λειτουργού, δεν τελεί υπό δοκιμασία 2 χρόνων δεδομένου ότι εργοδοτούμαστε από την ΕΚΚ από τις 03.10.2019».
Δι’ επιστολών του Αντιπροέδρου των Καθ΄ων η αίτηση ημερομηνίας 03.02.2022, η ως άνω επιστολή των Αιτητών απαντήθηκε ως ακολούθως:
«Η Επιμέτρηση της αρχαιότητας διέπεται από τον Κανονισμό 15 της ΚΔΠ 315/2002, βάσει του οποίου η αρχαιότητα συνδέεται με την κατοχή μόνιμης θέσης. Ως εκ τούτου, η αρχαιότητα λογίζεται για σκοπούς προαγωγής από την ημερομηνία διορισμού σας στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (ΕΚΚ) στη μόνιμη θέση Λειτουργού, δηλαδή από τις 27/9/2021».
Με επιστολή των τότε δικηγόρων τους ημερομηνίας 18.04.2022 οι Αιτητές επανήλθαν αναφέροντας ότι βάσει νομικής συμβουλής που κατέχουν, το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 03.02.2022 δε μπορεί να γίνει αποδεκτό όσον αφορά το θέμα της αρχαιότητας τους καθότι δε
μπορεί να στηριχθεί ούτε στην σχετική νομοθεσία/κανονισμούς ούτε στην νομολογία και ειδικότερα στον Κανονισμό15 της ΚΔΠ 315/2002 που αναφέρει ρητώς ότι η αρχαιότητα κρίνεται από την ημερομηνία «διορισμού, προαγωγής ή απόσπασης ...», στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου ημερομηνίας 28.06.1999, σε νομολογία του ΔΕΕ για την εν λόγω Οδηγία και στο Άρθρο 28 του Συντάγματος, καλώντας τους Καθ΄ων η αίτηση σε «επανεξέταση της απόφασης και/ή θέσης σας και αποδοχή του αιτήματος των πελατών μας για προσμέτρηση στην αρχαιότητα τους του χρόνου από την ημερομηνία που για 1η φορά κατείχαν την υφιστάμενη τους θέση ανεξαρτήτως του εάν αυτή ήταν υπό το καθεστώς συμβασιούχου ή/και συμβασιούχου αορίστου χρόνου».
Δι’ επιστολής του Προέδρου των Καθ΄ων η αίτηση ημερομηνίας 29.07.2022, η ως άνω επιστολή ημερομηνίας 18.04.2022 απαντήθηκε ως ακολούθως:
«Τα όσα αναφέρετε δεν διαφοροποιούν το περιεχόμενο της επιστολής μας ημερ. 03.02.2022. Ισχύουν τα όσα αναφέρθηκαν σχετικά με την εφαρμογή του Κανονισμού 15 της ΚΔΠ 3/5/2002».
Με επιστολή των νέων δικηγόρων τους ημερ. 04.10.2022, αφού αναφέρθηκαν σε στοιχεία του ιστορικού και καθηκόντων των Αιτητών, καθώς και στην ερμηνεία τους ως προς τον Κανονισμό 15 της ΚΔΠ 315/2002, το Άρθρο 28 του Συντάγματος και άλλες αρχές (χρηστής διοίκησης κτλ), την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου ημερομηνίας 28.06.1999 και νομολογία του ΔΕΕ για την εν λόγω Οδηγία, κατέληξαν ως ακολούθως:
«Επί τη βάσει όλων των ανωτέρω, δια της παρούσας αιτούμεθα όπως το Συμβούλιο της ΕΚΚ πράξει αμέσως τα νόμιμα και τα δέοντα όσον αφορά στην αναγνώριση της αρχαιότητας της κυρίας Αλωνεύτη και του κυρίου Ανδρέου. Η ΕΚΚ οφείλει να αναγνωρίσει υπέρ της κυρίας Αλωνεύτη αρχαιότητα στη θέση του Λειτουργού ΕΚΚ από τις 09.11.2015 και στον κύριο Ανδρέου αντίστοιχη αρχαιότητα από τις 11.5.2016».
Δι’ επιστολής του Προέδρου των Καθ΄ων η αίτηση ημερομηνίας 14.02.2023, η ως άνω επιστολή των Αιτητών απαντήθηκε ως ακολούθως:
«Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα και σε συνέχεια των επιστολών σας ημερ 4 Οκτωβρίου 2022 και 16 Ιανουάριου 2023, οι οποίες αποστάληκαν κατ' εντολή και εκ μέρους της κας Σύνθιας Αλωνεύτη και του κου Μιχάλη Ανδρέου, επιθυμώ να σας αναφέρω, ως και στην επιστολή της ΕΚΚ ημερομηνίας 3 Φεβρουάριου 2022, ότι, η επιμέτρηση της αρχαιότητας διέπεται από τον Κανονισμό 15 της Κ.Δ.Π. 315/2002, βάσει του οποίου η αρχαιότητα συνδέεται με την κατοχή μόνιμης θέσης».
Με τις κρινόμενες συνεκδικαζόμενες προσφυγές οι Αιτητές ζητούν ακύρωση της ως άνω πράξης, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερ. 14.02.2023.
Με την ένστασή των ευπαίδευτων συνηγόρων των Καθ’ ων η αίτηση εγείρονται προδικαστικές ενστάσεις ότι η προσβαλλόμενη (σε έκαστη προσφυγή) δεν είναι εκτελεστή πράξη καθώς και ότι οι προσφυγές είναι εκπρόθεσμες. Ως προς την πρώτη υποβάλλεται εν προκειμένω ότι επίδικη είναι πράξη πληροφοριακού χαρακτήρα που πληροφορεί για τις πρόνοιες της νομοθεσίας και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 03.02.2022 κατόπιν υποβολής ουσιαστικά του ιδίου αιτήματος εκ μέρους των Αιτητών, ενώ ως προς την δεύτερη, τίθεται ότι οι Αιτητές είχαν πλήρη γνώση της θέσης των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την αρχαιότητα από την επιστολή ημερ. 03.02.2022 από την οποία εκκινούσε η προθεσμία προσβολής όμως δεν την προσέβαλαν έκτοτε αλλά υπέβαλαν το ίδιο αίτημα και η απάντηση που έλαβαν δεν προσέθεσε οτιδήποτε περαιτέρω όσων ήδη γνώριζαν οι Αιτητές από την επιστολή ημερ. 03.02.2022.
Οι Αιτητές, διά των αγορεύσεων του ευπαίδευτου συνηγόρου τους απαντούν με παραπομπή σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Συνεκδ. Υποθέσεις Αρ. 2169/2006 κ.α Άδωνης Στυλιανού ν. Δημοκρατίας κ.α, ημερ. 12.03.2010 και Πρ. Αρ. 6352/2013 Σωτήρης Χατζηγεωργίου ν. Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (Ε.Ε.Υ.) ημερ. 08.03.2016 διαφωνώντας με την προδικαστική ένσταση και θεωρώντας ότι η προσβαλλόμενη ήταν καθοριστική των δικαιωμάτων τους και άρα εκτελεστή ενώ ως προς τη δεύτερη προδικαστική ένσταση υποβάλλουν ότι οι προσφυγές είναι σαφώς εμπρόθεσμες.
Κατά τις διευκρινίσεις ημερ. 06.10.2026 η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ΄ων η αίτηση πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι έχει υπάρξει διαδικασία προαγωγής στους Καθ΄ων η αίτηση για την οποία εκκρεμεί προσφυγή των Αιτητών ενώ, σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, υπέβαλε ότι κατά την άποψη της πλευράς τους, ο τρόπος για να αμφισβητηθεί το ζήτημα της αρχαιότητας ήταν μέσω των διαδικασιών προαγωγής, συνεπώς ούτε η πρώτη πράξη 03.02.2022 ήταν εκτελεστή. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών, από τη δική του πλευρά στην προφορική του τοποθέτηση καλύφθηκε από τις γραπτές αγορεύσεις των Αιτητών.
Έχοντας εξετάσει τις εκατέρωθεν αγορεύσεις και προφορικές τοποθετήσεις, καταλήγω στα εξής:
Ξεκινώ απορρίπτοντας τη δεύτερη προδικαστική ένσταση. Δε θεωρώ ότι οι προσφυγές είναι εκπρόθεσμες, διότι σίγουρα καταχωρήθηκαν εντός της προθεσμίας των 75 ημερών από την ημερομηνία των προσβαλλομένων. Το εάν βέβαια το περιεχόμενο των προσβαλλομένων επαναλαμβάνει το περιεχόμενο μιας προηγούμενης επιστολής των Καθ΄ων η αίτηση άπτεται της εκτελεστότητας και όχι του εμπροθέσμου των προσφυγών. Έρχομαι άρα στην πρώτη προδικαστική ένσταση.
Ως προς το ζήτημα της εκτελεστότητας, έχω ήδη αναφερθεί στις προηγηθείσες επιστολές μεταξύ των μερών. Δεν εντοπίζω οποιαδήποτε ουσιώδη διαφοροποίηση του αιτήματος των Αιτητών είτε αυτό εκφράστηκε με την επιστολή τους Ιανουαρίου 2022, είτε με την επιστολή των πρώτων δικηγόρων τους Απριλίου 2022 είτε με αυτή του Οκτωβρίου 2022. Το αίτημα ήταν ουσιαστικά το ίδιο απλώς διατυπωθέν με διαφορετικό ή πιο εκτενές λεκτικό και νομική επιχειρηματολογία και με τούτο οι Αιτητές ζητούσαν την αναγνώριση, ως υπέρ τους αρχαιότητα, του χρόνου προϋπηρεσίας τους ανεξαρτήτως του καθεστώτος εργοδότησής τους (υπενθυμίζεται ότι τότε ήταν συμβασιούχοι). Στις υποβολές των δικηγόρων τους προστέθηκε νομική επιχειρηματολογία, στην οποία αναφέρθηκα αδρά πιο πάνω. Η απάντηση που έλαβαν, τόσο στην επιστολή ημερ. 29.07.2022 όσο και στην εδώ επίδικη ήταν ουσιαστικά η ίδια. Παρέπεμψαν ευθέως στην επιστολή ημερομηνίας 03.02.2022 σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού 15 της ΚΔΠ 315/2002 αναφέροντας ότι δεν διαφοροποιείται η θέση που εκφράστηκε στην επιστολή αυτή, ότι δηλαδή η επιμέτρηση της αρχαιότητας διέπεται από τον Κανονισμό 15 της Κ.Δ.Π. 315/2002, βάσει του οποίου η αρχαιότητα συνδέεται με την κατοχή μόνιμης θέσης.
Υπό αυτά τα δεδομένα και, χωρίς τελικά να απαιτείται καν να διαγνωστεί το κατά πόσο η πρώτη πράξη ημερομηνίας 03.02.2022 ήταν εκτελεστή (κάτι άλλωστε που δε φαίνεται να υποστηρίζεται από οποιοδήποτε από τα μέρη), σίγουρα η διά των εδώ, για έκαστο Αιτητή, προσβαλλόμενη πράξη, δεν είναι εκτελεστή αλλά απλώς παραπέμπει στην προηγούμενη τοποθέτηση της Διοίκησης και ουδέν προσθέτει επί του θέματος. Δε φέρει γνωρίσματα δεσμευτικής ρύθμισης του ζητήματος ούτε εκτελεστότητας, ούτε άλλωστε απέρριψε αφ’ εαυτής το αίτημα των Αιτητών (βλ. απόφαση του Διοικ. Εφετείου στην ΕΔΔ Αρ. 21/2022 Κ.Κ διά μέσω των γονέων και φυσικών κηδεμόνων του Σ.Κ και Χ.Α ν. Δημοκρατίας ημερ. 27.02.2026, στην οποία μια πράξη κρίθηκε ως μη εκτελεστή εφόσον «δεν απορρίπτει αφ' εαυτής το αίτημα του Εφεσείοντα»).
Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Γεναγρίτης ν. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 1029, με παραπομπή και σε προηγούμενη νομολογία και θεωρία επί του θέματος έγινε ανάλυση της έννοιας της εκτελεστής διοικητικής πράξης (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) και εκεί αναφέρθηκε:
«Σύμφωνα με το "Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο" του Α. Ι. Τάχου, 4η έκδοση, 1993, σελ. 356, εκτελεστή διοικητική πράξη είναι εκείνη που συνεπάγεται ευθέως και αμέσως με την εκτέλεση της έννομες συνέπειες για τους διοικούμενους δηλαδή συνιστά, μεταβάλλει ή καταργεί δικαιώματα ή (και) υποχρεώσεις.
(…)
Στα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, 1929-59, σελ. 236-237 αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εις προσβολήν δι' αιτήσεως ακυρώσεως δεν υπόκειται οιαδήποτε πράξις απορρέουσα εκ διοικητικού οργάνου, δρώντος ως τοιούτου, αλλά μόνον αι εκτελεσταί πράξεις, τουτέστιν εκείναι δι' ων δηλούται βούλησις διοικητικού οργάνου, αποσκοπούσα εις την παραγωγήν εννόμου αποτελέσματος έναντι των διοικουμένων και συνεπαγομένη την άμεσον εκτέλεσιν αυτής δια της διοικητικής οδού. Το κύριον στοιχείον της εννοίας της εκτελεστής πράξεως είναι η άμεσος παραγωγή εννόμου αποτελέσματος, συνισταμένου εις την δημιουργίαν, τροποποίησιν ή κατάλυσιν νομικής καταστάσεως, ήτοι δικαιωμάτων και υποχρεώσεων διοικητικού χαρακτήρος παρά τοις διοικουμένοις."
(Βλ. και Θ. Δ. Τσάτσου "Η Αίτησις Ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας", εκ. τρίτη, σελ. 120-121: "Κατά την νομολογίαν του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν είναι πράξις εκτελεστή η περιέχουσα ειδοποίησιν ή απλήν ανακοίνωσιν των απόψεων της διοικήσεως".)»
Στην κρινόμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη δεν προκύπτουν ευθέως και αμέσως έννομες συνέπειες για τους Αιτητές, ούτε συνιστά, μεταβάλλει ή καταργεί δικαιώματα ή και υποχρεώσεις τους. Συνεπώς δε φέρει χαρακτηριστικά εκτελεστότητας.
Να σημειώσω στο σημείο αυτό ότι δε βρίσκω σχετικότητα με τα εδώ επίδικα, των αποφάσεων, στις οποίες με παρέπεμψε η πλευρά των Αιτητών. Στην απόφαση Άδωνης Στυλιανού κ.α, η πληροφόρηση εκ μέρους τη διοίκησης κρίθηκε ότι περιλάμβανε μεν ένα σκέλος «πληροφοριακού χαρακτήρα» όμως το άλλο σκέλος πληροφορούσε για απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου που απέρριπτε το αίτημα των αιτητών κατόπιν γνωμάτευσης του Γενικού Εισαγγελέα. Η εν λόγω απόφαση ήταν άγνωστη προηγουμένως, η οποία κοινοποιήθηκε το πρώτον με τις εκεί προσβαλλόμενες. Δεν ακολούθησε η υποβολή οποιουδήποτε νεότερου αιτήματος ούτε η διοίκηση παρέπεμψε στην προηγούμενη τοποθέτησή της επί του ζητήματος.
Στην απόφαση Σωτήρης Χατζηγεωργίου το ΑΔ απέρριψε την προδικαστική ένσταση επειδή, της νέας επιστολής του Αιτητή, είχε προηγηθεί η υπέρ του ακυρωτική απόφαση που ως νέο στοιχείο αναγόμενο στον ουσιώδη χρόνο, έπρεπε να κινητοποιήσει νέα έρευνα εκ μέρους της διοίκησης. Ούτε αυτή είναι εν προκειμένω η περίπτωση.
Δεδομένων των πιο πάνω, θεωρώ ότι οι προσφυγές είναι απαράδεκτες και απορρίπτονται. Λόγω της άμεσης συνεκδίκασης που οδήγησε στην κατάθεση κοινών αγορεύσεων κρίνω εύλογο όπως περιορίσω τα έξοδα στα 1.100 ευρώ (πλέον ΦΠΑ εάν υπάρχει) εναντίον έκαστου εκ των Αιτητών.
Φ. Καμένος, ΔΔΔ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο