ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 654/2020
16 Οκτωβρίου, 2026
[ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Αιτητής
και
ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ
Καθ' ης η Αίτηση
__________________
Θεογνωσία Κουσπή, Δικηγόρος για τον Αιτητή.
Άννα Χρίστου, για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε, Δικηγόροι της Καθ’ ης η Αίτηση.
___________________
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή ζητά:
«Δήλωση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η διοικητική πράξη και/ή απόφαση της Καθ’ ης η Αίτηση με την οποία προήχθη στη θέση Ανώτερου Τεχνικού - Τεχνικού Μηχανικού (Ηλεκτρολογίας) Κλ.Α9 από 1.8.2020 αντί του Αιτητή, το Ενδιαφερόμενο Μέρος Αντωνάκης Ιωάννου Επιχειρηματική Μονάδα Παραγωγής και Προμήθειας, Διεύθυνση Παραγωγής είναι εξ'υπαρχής άκυρη και/ή στερείται οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.»
Ως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα που περιλαμβάνονται στους διοικητικούς φακέλους οι οποίοι έχουν υποβληθεί στο Δικαστήριο, τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση έχουν ως ακολούθως.
Η Καθ’ ης η Αίτηση κυκλοφόρησε στο προσωπικό της στις 24.05.2019 τη Γνωστοποίηση Κενών Θέσεων αρ. 4/2019, η οποία αφορούσε μια θέση Ανώτερου Τεχνικού - Τεχνικού Μηχανικού (Ηλεκτρολογία), Κλίμακα Α9, Επιχειρηματική Μονάδα Παραγωγή και Προμήθειας στη Διεύθυνση Παραγωγής. Για την επίδικη θέση υπέβαλαν αίτηση, μεταξύ άλλων, ο Αιτητής και το Ενδιαφερόμενο Μέρος.
Το θέμα τέθηκε αρχικά ενώπιον της Μεικτής Συμβουλευτικής Επιτροπής Επιλογής για Προαγωγές του Γραφειακού και Τεχνικού Προσωπικού, στη συνεδρία της ημερομηνίας 22.11.2019. Κατά την εν λόγω συνεδρία, τα Μέλη της Επιτροπής Επιλογής, αφού εξέτασαν δεόντως όλα τα ενώπιον τους στοιχεία, επέλεξαν ομόφωνα τρείς επικρατέστερους υποψήφιους για προαγωγή στην επίδικη θέση, ανάμεσα στους οποίους ήταν το ενδιαφερόμενο μέρος Αντωνάκης Ιωάννου, όχι όμως ο Αιτητής.
Στη συνεχεία, η εισήγηση της Επιτροπής Επιλογής, υποβλήθηκε στη Συμβουλευτική Υπεπιτροπή της Καθ’ ης η Αίτηση για Θέματα Προσωπικού, στην συνεδρία της ημερομηνίας 9.6.2020, η οποία επιλήφθηκε του θέματος και εξέτασε την πλήρωση της θέσης. Κατά την εν λόγω συνεδρία, τα Μέλη της Συμβουλευτικής Υπεπιτροπής αποφάσισαν ομόφωνα να συστήσουν στην Καθ’ ης η Αίτηση την προαγωγή του ενδιαφερόμενου μέρους στην επίδικη θέση.
Στη συνεδρία της Καθ’ ης η Αίτηση ημερομηνίας 7.7.2020, αποφάσισε την προαγωγή στην επίδικη θέση Επιχειρηματική Μονάδα Παραγωγής και Προμήθειας, Διεύθυνση Παραγωγής από 1.8.2020, του Ενδιαφερόμενου Μέρους Αντωνάκη Ιωάννου.
Ακολούθως, με επιστολή του Διευθυντή Ανθρωπίνου Δυναμικού ημερομηνίας 22.7.2020, η Καθ’ ης η Αίτηση προσέφερε την προαγωγή στην επίδικη θέση προς το Ενδιαφερόμενο Μέρος Αντωνάκη Ιωάννου με το εξής λεκτικό (παραθέτω ενδεικτικά μέρος της επιστολής προσφοράς):
«Αγαπητέ κύριε Ιωάννου,
Πλήρωση Κενών Θέσεων
Γνωστοποίηση Κενών Θέσεων Αρ. 4/2019 (θέση αρ.1)
Πληροφορείστε ότι η Αρχή στη συνεδρία της ημερομηνίας 7/7/2020 αποφάσισε να σας προσφέρει προαγωγή από τη θέση (…………………………………….), από 1/8/2020.
Αφού αποδεχθείτε την προαγωγή σας, ο ετήσιος βασικός μισθός σας θα είναι (…). Αφού συμπληρώσετε 8 μήνες ικανοποιητική υπηρεσία στη νέα σας θέση θα τοποθετηθείτε από την 1/4/2021 στο σημείο (…) της κλίμακας, η δε μελλοντική ημερομηνία της ετήσιας προσαύξησης σας θα είναι (…). Στο σημείο αυτό θα προστίθεται το ισχύον τιμαριθμικό επίδομα.
Τα καθήκοντα και οι ευθύνες της θέσης σας περιγράφονται στο επισυνημμένο Σχέδιο Υπηρεσίας του Ανώτερου Τεχνικού - Τεχνικού Μηχανικού (Ηλεκτρολογία).
(……………………………) »
Η επιστολή της Καθ’ ης η Αίτηση καταλήγει με τη αναφορά «Αποδέχομαι/ Δεν αποδέχομαι την προαγωγή», όπου το Ενδιαφερόμενο Μέρος στις 27.7.2020, ως αναγράφεται χειρογράφως, διαγράφει τη δήλωση «Δεν αποδέχομαι» και θέτει την υπογραφή του επί της επιστολής προσφοράς η οποία έχει τεθεί ενώπιον του.
Η καταχώρηση της παρούσας προσφυγής από τον Αιτητή κατά της επιλογής του Ενδιαφερόμενου Μέρους αντί του ιδίου, έγινε στις 23.7.2020. Προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ο Αιτητής, ως προωθεί με τις αγορεύσεις της δικηγόρου του, υποβάλλει προς το Δικαστήριο, ότι η προαγωγή του Ενδιαφερόμενου Μέρους, θα πρέπει να ακυρωθεί για τους ακόλουθους λόγους:
«1. Ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη και/ή απόφαση αντίκειται στις διοικητικές και νομολογιακές αρχές καθότι ο Διευθυντής στη σύσταση του υπέρ του Ενδιαφερόμενου Μέρους επιχειρεί να διαφοροποιήσει την υπηρεσιακή εικόνα των υποψηφίων όπως αυτή προκύπτει από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων.
2. Ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αντίκειται προς τις αρχές που ισχύουν για την πλήρωση θέσεων προαγωγής και/ή λήφθηκε κατά παράβαση των προνοιών του Κανονισμού 23(2) των περί Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (Όροι Υπηρεσίας) Κανονισμών του 1986. ΚΛΠ 291186, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί καθότι ο Αιτητής υπερέχει του Ενδιαφερόμενου Μέρους σε όλα τα νομοθετημένα κριτήρια προαγωγής και ειδικότερα στα κριτήρια της πείρας, της αξίας, της ικανότητας, της αρχαιότητας στην Αρχή, των προσόντων σε σχέση με το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης και της επίδοσης του κάθε υποψηφίου στην υπηρεσία και/ή η συνολική εικόνα των υποψηφίων αποκαλύπτει υπεροχή και/ή υπέρτερη καταλληλότητα του Αιτητή έναντι του Ενδιαφερόμενου Μέρους για την επίδικη θέση.
3. Ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και/ή η αιτιολογία είναι ελαττωματική και/ή αντιφατική.»
Αντίθετα, η θέση της Καθ’ ης η αίτηση είναι ότι, επ’ ουδενί ισχύουν οι ισχυρισμοί που προωθεί ο Αιτητής και θα πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους, η δε, προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατόπιν νόμιμης και εμπεριστατωμένης έρευνας και αφού λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν ορθά όλα τα γεγονότα και στοιχεία.
Πρωτίστως όμως, η ευπαίδευτη δικηγόρος της Καθ’ ης η αίτηση, προβάλει αρχικά μέσω της Ένστασης της και ακολούθως αναλύει εκτενώς στην γραπτή της αγόρευση, προδικαστική ένσταση ότι «η παρούσα προσφυγή είναι πρόωρη καθότι η αποδοχή της προσφοράς της προαγωγής από το Ενδιαφερόμενο Μέρος έγινε στις 27.7.2020, ενώ η προσφυγή του Αιτητή καταχωρήθηκε στις 23.7.2020», θέση την οποία θα εξετάσω κατά προτεραιότητα.
Η Καθ’ ης η αίτηση παραπέμπει στον Κανονισμό 23(5) των περί Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (Όροι Υπηρεσίας) Κανονισμών του 1986 (ΚΔΠ 291/86) όπως έχουν τροποποιηθεί, ο οποίος προνοεί (η έμφαση του Δικαστηρίου):
«(5) Προαγωγή γίνεται δι' εγγράφου προσφοράς υπό της Αρχής εις τον προαχθησόμενον υπάλληλον και εγγράφου αποδοχής υπ' αυτού. H προσφορά καθορίζει, μεταξύ άλλων, την ημερομηνίαν προαγωγής, την διά την νέαν θέσιν αντίστοιχον μισθολογικήν κλίμακα, τον πληρωτέον μισθόν και την ημερομηνίαν τυχόν προσαυξήσεως.»
Περαιτέρω, η κα.Χρίστου, επικαλείται νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Υπόθεση αρ. 638/92, Κολοκασίδης ν. ΕΕΥ, ημερομηνίας 26.4.96), αναφορικά με το πότε θεωρείται μια "απόφαση τελειωμένη" ούτως ώστε να δύναται να προσβληθεί ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου, όπου γίνεται εκτενής αναφορά σε σχετική νομολογία, όπως και στην Ελληνική Βιβλιογραφία, στην οποία στηρίχτηκε η νομολογία αυτή. Η θέση της, ως καταγράφεται στην αγόρευση της Καθ’ ης η αίτηση αλλά και στις Διευκρινήσεις, είναι πως δεδομένου ότι η αποδοχή της προσφοράς, έγινε στις 27.7.2020, ενώ η καταχώρηση της Προσφυγής έγινε στις 23.7.2020, η παρούσα Προσφυγή καθίσταται απαράδεκτη και θα πρέπει να απορριφθεί μόνο για το λόγο αυτό.
Αντίθετα, η θέση της κας. Κουσπή είναι ότι, η προδικαστική ένσταση δεν μπορεί να τελεσφορήσει και θα πρέπει να τύχει απόρριψης από το Δικαστήριο ως αβάσιμη αφού, «ο Αιτητής που έχει έννομο συμφέρον εφόσον ήταν προσοντούχος υποψήφιος για τη θέση, την έχει προσβάλλει εντός της προθεσμίας που προβλέπεται από το Σύνταγμα, δηλαδή εντός 75 ημερών από την ημερομηνία που αυτή "περιήλθε εις γνώσιν του"». Σχετικά επικαλείται τις πρόνοιες των παραγράφων 2 και 3 άρθρου 146 του Συντάγματος όπου προσδιορίζεται η αρμοδιότητα του Διοικητικού Δικαστηρίου, και ότι, ο Αιτητής προσέφυγε ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού "έλαβε γνώση" της έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης, μέσω σχετικής ανακοίνωσης που «δημοσιεύθηκε ή απεστάλη ηλεκτρονικά σε όλο το προσωπικό της Αρχής» με ημερομηνία 8.7.2020 την οποία έχει περιλάβει ως Παράρτημα 1 στην Αίτηση Ακυρώσεως, όπου, υποδεικνύει, δεν γίνεται αναφορά ότι η «απόφαση για προαγωγή» υπόκειται σε αποδοχή της θέσης από μέρους του προαγόμενου υπαλλήλου. Σχετικά, ισχυρίζεται ότι, δεν εκδόθηκε εν συνεχεία οποιαδήποτε άλλη ανακοίνωση ούτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο κοινοποιήθηκε είτε στον Αιτητή είτε σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο άλλη ανακοίνωση που να τους πληροφορεί περί της αποδοχής ή μη της θέσης προαγωγής. Συνεπώς, υποστηρίζει, η Καθ’ ης η αίτηση ενήργησε κατά παράβαση των αρχών της χρηστής διοίκησης και ιδιαίτερα της αρχής της καλής πίστης, αφού κατά την ίδια ο αιτητής δεν μπορούσε να γνωρίζει αν το ΕΜ αποδέχθηκε την θέση. Προς υποστήριξη της θέσης της επικαλείται την απόφαση του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Efgan Cetin & άλλοι ν. Τουρκίας, υπ. αρ 14684/2018, ημερ. 3.10.2013, όπου κρίθηκε ότι συνιστά υποχρέωση της Διοίκησης να εφοδιάζει τους ενδιαφερόμενους με όλα τα απαιτούμενα στοιχεία που θα τους επιτρέψουν να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα μίας διοικητικής πράξης που τους επηρεάζει και ότι παράβαση της πιο πάνω υποχρέωσης συνιστά παράβαση του κατοχυρωμένου με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ δικαίωμα αποτελεσματικής έννομης προστασίας.
Έχοντας μελετήσει προσεκτικά αμφότερες τις θέσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων, θα αποδεχθώ την υπό εξέταση προδικαστική ένσταση ως βάσιμη.
Εν προκειμένω ο Αιτητής, χωρίς να εξετάσει την διαδικασία η οποία ακολουθείται από τους εργοδότες του και η οποία περιλαμβάνει βάσει των ισχυόντων Κανονισμών την πρόταση προς τον επιλεγέντα για την προαγωγή, προχώρησε αμέσως μετά την ανακοίνωση της Αρχής στην καταχώρηση της παρούσας προσφυγής, πριν ακόμη ο ίδιος ο επηρεαζόμενος – Ενδιαφερόμενο Πρόσωπο αποδεχθεί την προτεινόμενη θέση, ως ρητά προβλέπει ο Κανονισμός 23(5).
Όπως εύστοχα σημειώνει η κα. Χρίστου εκ μέρους της Αρχής, πανομοιότυπος ισχυρισμός έχει εγερθεί στην υπόθεση Σώτος Σάββα κ.α. ν. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, συνεκδικαζόμενες υποθέσεις αρ. 1881/2012, 1958/2012, 1967/2012, 1985/2012, 73/2013, 78/2013 και 91/2013, ημερομηνίας 30.10.2017, και το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε αποδεκτή την προδικαστική ένσταση της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου. Παραθέτω το ακόλουθο, σχετικό, απόσπασμα:
«Στην προσφυγή αρ. 1881/2012, η προβαλλόμενη προδικαστική ένσταση έγκειται στον ισχυρισμό ότι η εν λόγω προσφυγή, ως καταχωρηθείσα στις 16.11.2012, είναι πρόωρη και ότι στρέφεται κατά μη τελειοποιηθείσας και/ή συμπληρωθείσας πράξης προαγωγής, εφόσον η αποδοχή της προσφοράς της επίδικης προαγωγής από το E.M. έλαβε χώρα στις 20.11.2012, ήτοι μεταγενέστερα της καταχώρησης της προσφυγής. Επομένως, κατά τη συνήγορο της καθ' ης η αίτηση, η εν λόγω προσφυγή υπόκειται σε απόρριψη ως απαράδεκτη.
Η προδικαστική ένσταση ευσταθεί.
Σύμφωνα με τον Κανονισμό 23(5) των περί Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου ("Οροί Υπηρεσίας) Κανονισμών του 1986 (Κ.Δ.Π. 291/86), ως αυτοί ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, «Προαγωγή γίνεται δι' εγγράφου προσφοράς υπό της Αρχής εις τον προαχθησόμενον υπάλληλον και εγγράφου αποδοχής υπ' αυτού. Η προσφορά καθορίζει, μεταξύ άλλων, την ημερομηνίαν προαγωγής, την δια την νέαν θέσιν αντίστοιχον μισθολογικήν κλίμακα, τον πληρωτέον μισθόν και την ημερομηνίαν τυχόν προσαυξήσεως».
Είναι λοιπόν σαφές από την πιο πάνω κανονίστική διάταξη ότι και εν προκειμένω η επίδικη πράξη προαγωγής ολοκληρώθηκε με την έγγραφή αποδοχή της προσφοράς από το E.M., η οποία, όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία, πράγματι έλαβε χώρα στις 20.11.2012 (βλ. και επισυνημμένο 1 στην γραπτή αγόρευση της καθ' ης η αίτηση). Άμεσα σχετική και ιδιαίτερα κατατοπιστική επί του θέματος είναι η απόφαση στην Γεώργιος Κολοκασίδης ν. Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (1996) 4 Α.Α.Δ. 1063, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την προσφυγή ως απαράδεκτη, ρητά επεσήμανε την ανάγκη ύπαρξης συντελεσθείσας πράξης προκειμένου να μπορεί να ασκηθεί ο ακυρωτικός έλεγχος. Κρίθηκε συναφώς ότι δεν ήταν τελειωμένη η προαγωγή εκπαιδευτικών λειτουργών στην κριθείσα περίπτωση, εφόσον η αποδοχή της από τους προαχθέντες, ως προβλεπόταν και εκεί, από οικεία νομοθετική διάταξη, δεν είχε συμπληρωθεί. Ειδικότερα, συγκεκριμένο ενδιαφερόμενο μέρος είχε αποδεχτεί την προσφορά προαγωγής δύο μέρες μετά την καταχώρηση της προσφυγής και το Δικαστήριο έκρινε πως, σε σχέση με το ενδιαφερόμενο μέρος, κατά την ημερομηνία καταχώρησης της προσφυγής, «δεν υφίστατο προαγωγή τελειωμένη με το νόημα ότι δεν είχε τελειοποιηθεί ή συμπληρωθεί όπως προβλέπεται από το πιο πάνω άρθρο 35(4) του N. 10/69. Κατά συνέπεια δεν υφίστατο απόφαση τελειωμένη η οποία Θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αναθεώρησης.
Τα πιο πάνω, βεβαίως, σε πλήρη ευθυγράμμιση και με την Ελληνική βιβλιογραφία επί του Θέματος: στην ίδια απόφαση, γίνεται αναφορά και στο σύγγραμμα του Κυριακόπουλου, "Διοικητικόν Ελληνικόν Δίκαιον", 4η έκδοση, Τόμος Γ, σελ. 180-181, όπου αναφέρονται σχετικά τα εξής:
«Διά της κοινοποιήσεως του διορισμού γνωστοποιείται εις τον ενδιαφερόμενον η βούλησις του κράτους και ούτω πληρούται ο πρώτος όρος της δημοσίας υπαλληλικής σχέσεως. O δεύτερος όρος, ήτοι η αποδοχή του διορισμού παρά του προς ον εγένετο η κοινοποίησις τούτου, πληρούται διά της συναινέσεως του διοριζομένου, ήτις δέον να εκδηλωθή εντός τακτής προθεσμίας».
Και πιο κάτω-
«Εφ' όσον, κατά τα προειρημένα, η δημόσια υπαλληλική σχέσις τελειούται διά της αποδοχής του διορισμού, συμφώνως προς τα περί συμβατικής θεωρίας διδασκόμενα, προ της αποδοχής, η εν τω γίγνεσθαι τελούσα δημοσία υπαλληλική σχέσις είναι δυνατόν να ματαιωθεί μονομερώς παρά της δημοσίας διοικήσεως δι' ανακλήσεως τον διορισμού. H τοιαύτη ανάκλησις ουδέποτε δύναται να θεωρηθή ως προσβάλλουσα κεκτημένα δικαιώματα, εφ' όσον η υπαλληλική σύμβασις δεν κατηρτίσθη εισέτι. Μόνον διά της αποδοχής του διορισμού τελειούται η υπαλληλική σχέσις, διό και δεν δύναται πλέον ν' ανακληθή ούτος.».
Ενόψει των πιο πάνω, διαπιστώνω ότι και στην παρούσα περίπτωση, η προσφυγή αρ. 1881/2012 καταχωρήθηκε πρόωρα, ήτοι στις 16.11.2012, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση προαγωγής τον E.M. στην επίδικη θέση ολοκληρώθηκε τέσσερεις μέρες μετά, ήτοι στις 20,11.2012, με αποτέλεσμα να υφίσταται πράγματι ζήτημα πρόωρης καταχώρησής της.
Συνακόλουθα, η προδικαστική ένσταση ευσταθεί. H προσφυγή αρ. 1881/2012 αποσυνενώνεται και απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με €1100 έξοδα εναντίον του αιτητή και υπέρ της καθ' ης η αίτηση, πλέον Φ.Π.Α. εάν υπάρχει.»
Υιοθετώντας το σκεπτικό το Ανωτάτου Δικαστηρίου ως ανωτέρω, κρίνω ότι η παρούσα προσφυγή καταχωρήθηκε πρόωρα, ενώ ακόμη δεν είχε ολοκληρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη μέσω της αποδοχής της προαγωγής στην προτεινόμενη θέση, υπό τους συγκεκριμένους όρους που καταγράφονται αναλυτικά στην επιστολή - πρόταση της Αρχής, από το Ενδιαφερόμενο Πρόσωπο, ως ρητά προβλέπει ο Κανονισμός 23(5) των περί Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (Όροι Υπηρεσίας) Κανονισμών του 1986 (ΚΔΠ 291/86).
Η δε θέση του Αιτητή ότι μετά την ανακοίνωση ημερομηνίας 8.7.2020 που «δημοσιεύθηκε ή απεστάλη ηλεκτρονικά σε όλο το προσωπικό της Αρχής» δεν θα μπορούσε να γνωρίζει περί της αποδοχής ή μη της θέσης προαγωγής από το ΕΜ, αφού δεν εκδόθηκε εν συνεχεία οποιαδήποτε άλλη ανακοίνωση ούτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο κοινοποιήθηκε είτε στον ίδιο είτε σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο άλλη ανακοίνωση που να τους πληροφορεί, και άρα η Καθ’ ης η αίτηση ενήργησε κατά παράβαση των αρχών της χρηστής διοίκησης και ιδιαίτερα της αρχής της καλής πίστης, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ο Αιτητής θα μπορούσε να πληροφορηθεί και εν πάση περίπτωση να προβεί σε τέτοιες ενέργειες ώστε επιβεβαιώσει, εντός πάντοτε της ορισμένης εκ του Συντάγματος προθεσμίας, καταπόσον το Ενδιαφερόμενο Πρόσωπο αποδέχθηκε την προαγωγή και ανέλαβε καθήκοντα στη θέση από 3.8.2020 και ακολούθως να προχωρήσει δικαστικώς.
Είναι συνεπώς η θέση του παρόντος Δικαστηρίου ότι, η υπό εξέταση προδικαστική ένσταση επιτυγχάνει και η παρούσα προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Επιδικάζονται €1700 έξοδα πλέον ΦΠΑ υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο