ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 655/2020
26 Οκτωβρίου, 2026
[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]
Αναφορικά με τα Άρθρα 28 και 146 του Συντάγματος
1. ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΖΟΡΠΑΣ
2. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΝΣΟΛΟΣ
3. ΔΕΣΠΩ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ
4. ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΕΝΙΕΡΗΣ
5. ΚΑΛΛΙΑ ΖΕΝΙΕΡΗ
6. ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΟΥΚΑΣ
Αιτητών
-και-
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ μέσω
1. Υπουργείου Εσωτερικών
2. Επαρχιακής Διοίκησης Λάρνακας
3. Επάρχου Λάρνακας ως Εφόρου Σωματείων και Ιδρυμάτων
Καθ’ ων η Αίτηση
.........
Κωνσταντίνα Χρυσάνθου για Αρτεμίου, Πιερή και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, Δικηγόροι για Αιτητές
Αθανασία Αχιλλέως, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Καθ' ων η αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Οι Αιτητές 1, εγγράφηκαν ως σωματείο με βάση τον περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμο του 1972 (εφεξής ο «Νόμος του 1972») με ημερομηνία έκδοσης πιστοποιητικού εγγραφής την 12η Νοεμβρίου 1988. Ο Νόμος του 1972 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον περί Σωματείων και Ιδρυμάτων και για άλλα συναφή θέματα Νόμο του 2017 (εφεξής ο «Νόμος»).
Κατόπιν της θέσης σε ισχύ του Νόμου και κατ’ επίκλησιν των νεών προνοιών του, οι Καθ΄ων η αίτηση 3, δια επιστολών τους, κάλεσαν τους Αιτητές 1 να υποβάλουν καταστατικό που να συνάδει με τις διατάξεις του Νόμου για σκοπούς έγκρισης.
Οι Αιτητές 1 δια επιστολής των δικηγόρων τους ημερομηνίας 29.11.2019, υπέβαλαν τροποποιημένο καταστατικό και πρακτικό της Καταστατικής Γενικής Συνέλευσης τους. Ο Έφορος Λάρνακας απέστειλε επιστολή προς τους Αιτητές 1 ημερομηνίας 25.05.2020, αναφέροντας τα ακόλουθα:
«Ο περί Σωματείων κα Ιδρυμάτων και για Άλλα
Συναφή θέματα Νόμοι του 2017 έως 2019
Αίτηση για Τροποποίηση Καταστατικού Σωματείου με την επωνυμία ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΖΟΡΠΑΣ
Αναφέρομαι στην επιστολή σας ημερομηνίας 29 Νοεμβρίου 2019 σχετικά με το ανωτέρω θέμα και σας πληροφορώ τα ακόλουθα:
2. Ο περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμος 104(Ι)/2017 καθορίζει ως “σωματείο” οργανωμένη ένωση αποτελούμενη από τουλάχιστον είκοσι πρόσωπα, με σκοπό την επίτευξη μη κερδοσκοπικού σκοπού. “Μη κερδοσκοπικό” σε σχέση με σωματείο ή ίδρυμα, σημαίνει σωματείο ή ίδρυμα το οποίο δε διανέμει οποιαδήποτε κέρδη, τα οποία δυνατό να προκόψουν από τις δραστηριότητες του, στα μέλη, στους ιδρυτές, στη διοίκηση ή τους αξιωματούχους του, αλλά τα επενδύει ή τα χρησιμοποιεί για τη συνέχιση και επίτευξη των σκοπών του.
3. Στην προκειμένη περίπτωση κατόπιν έρευνας το Γραφείου μας έχει διαπιστώσει ότι με την εμπορική επωνυμία Σχολή χορού “Ζορπάς” υπάρχει εγγεγραμμένη εταιρεία από τις 3 Σεπτεμβρίου 2010 η οποία λειτουργεί στην ίδια διεύθυνση και αριθμό με αυτή που δηλώνετε ως διεύθυνση σωματείου «Πηνελόπης Δέλτα No. 21, 6047, Λάρνακα.
4. Πέραν τούτου, ως ιδιοκτήτης της επιχείρησης αυτής δηλώνεται η κα Ειρήνη Κόνσολου, Μέλος του Λαογραφικού Ομίλου Ζορπάς κατά παράβαση του άρθρου 18Α Ν.76(Ι)/2018.
5. Έχω παρατηρήσει δε ότι μεταξύ των 20 μελών του Σωματείου υπάρχουν άλλα δυο άτομα με την επωνυμία Κόνσολου.
6. Με τα ως άνω δεδομένα θεωρώ ότι η λειτουργία του ως άνω σωματείου είναι παράνομη αφού πρόκειται για κερδοσκοπική εταιρεία με συμφέροντα στα μέλη και ιδρυτές της.
7. Ως εκ τούτου καλείστε όπως προχωρήσετε σε διαδικασίες διαγραφής και διάλυσης του Σωματείου, αλλιώς θα προχωρήσω σε δικαστικές διαδικασίες όπως υπαγορεύει το άρθρο 24 του σχετικού Νόμου».
Σε απάντηση, οι Αιτητές 1, με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 09.06.2020, απέρριψαν τους ισχυρισμούς της επιστολής ημερ. 25.05.2020. Στην εν λόγω επιστολή οι Καθ΄ων η αίτηση 3 απάντησαν με επιστολή ημερ. 07.07.2020 αναφέροντας ότι δεν έχουν να αναφέρουν τίποτα περαιτέρω της επιστολής ημερομηνίας 25.05.2020.
Με την παρούσα προσφυγή, οι Αιτητές 1 και οι Αιτητές 2-6, οι οποίοι στην Αίτηση Ακυρώσεως αναφέρονται ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και/ή μέλη των Αιτητών 1, προσβάλλουν την ως άνω πράξη, η οποία τους κοινοποιήθηκε με την επιστολή ημερ. 25.05.2020.
Με την ένσταση των Καθ΄ων η αίτηση εγείρονται προδικαστικές ενστάσεις, πρώτον ότι στην Αίτηση Ακυρώσεως οι Αιτητές προσβάλλουν παράτυπα πράξη και παράλειψη, δεύτερον ότι οι Αιτητές 1 θα έπρεπε να εκπροσωπούνται σε δικαστικές διαδικασίες διά του προέδρου τους υπό την αυτή ιδιότητα του, και, τρίτον ότι οι Αιτητές 2-6 δεν έχουν το απαιτούμενο έννομο συμφέρον να προσβάλλουν την πράξη, η οποία κοινοποιήθηκε με την επιστολή ημερ. 25.05.2020.
Σημειώνεται ότι, με την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Καθ΄ων η αίτηση, η πρώτη προδικαστική ένσταση αναπτύσσεται υπό διαφορετική ουσιαστικά ανάλυση, βασικά ότι η προσβαλλόμενη δεν είναι εκτελεστή πράξη αλλά πληροφοριακού περιεχόμενου, διότι δεν παρήγαγε έννομα αποτελέσματα ούτε διαμόρφωσε οριστικά τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των Αιτητών 1 αλλά εκφράζει πρόθεση της διοίκησης. Την πρόθεση όπως, σε περίπτωση μη διαγραφής τους, προχωρήσει σε δικαστικές διαδικασίες όπως προβλέπει το άρθρο 24 του Νόμου.
Η πλευρά των Αιτητών, διά των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, απορρίπτει τις προδικαστικές ενστάσεις. Ως προς την ουσία, με τους λόγους ακύρωσης, οι Αιτητές εγείρουν ότι η προσβαλλόμενη είναι προϊόν παραβίασης της αρχής της νομιμότητας, πλάνης περί τον Νόμο, κατάχρησης εξουσίας, πλημμελούς έρευνας, αναιτιολόγητη, ότι παραβιάσθηκε το δικαίωμα ακρόασης και οι αρχές καλής πίστης, χρηστής διοίκησης, δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και αναλογικότητας.
Ξεκινώ από τις προδικαστικές ενστάσεις.
Καταρχάς, παρότι η πρώτη προδικαστική ένσταση, υπό την πτυχή της ισχυριζόμενης παράτυπης προσβολής, με το αιτητικό Β στην αίτηση ακυρώσεως «άρνηση και/ή παράλειψη των Καθ’ ων η αίτηση να ικανοποιήσουν το αίτημα των Αιτητών για τροποποίηση του καταστατικού», τελικώς δεν αναπτύχθηκε, εν πάση περιπτώσει δέον να αναφέρω ότι το αιτητικό υπό Β συνολικά ετέθη εκ του περισσού δεδομένου ότι με το Αιτητικό Α, προσβάλλεται ήδη η «απόφαση των Καθ΄ων η αίτηση, την οποία έλαβαν με επιστολή ημερ. 25 Μαΐου 2020 και με την οποία απέρριψαν το αίτημα των Αιτητών για τροποποίηση του καταστατικού». Έχει άλλωστε αποφασιστεί σε αρκετές αποφάσεις (βλ. ενδεικτικώς Πρ. Αρ. 640/2017 TΗUY ν Δημοκρατίας απόφαση ημερ. 31.08.2017), ότι η πρακτική να ζητείται η ακύρωση της ίδιας πράξης με πολλαπλά αιτητικά δεν είναι δικονομικώς ορθή και πρέπει να αποφεύγεται.
Είναι δε προφανές ότι, πέραν της εν λόγω, τεθείσας κατόπιν του συμπλεκτικού/διαζευκτικού «και/ή», αναφοράς της λέξης «παράλειψης», εν τέλει στην αίτηση ακυρώσεως αλλά και στις αγορεύσεις δεν εγείρεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός για παράλειψη συνεπώς δεν της αποδίδω ουσία. Η πράξη, η οποία κοινοποιήθηκε με την επιστολή ημερ. 25.05.2020 θεωρώ προσβάλλεται με την παρούσα και αυτής την εκτελεστότητα και, αν δει, νομιμότητα προχωρώ να εξετάσω.
Ως λοιπόν προς την εκτελεστότητα, έχοντας εξετάσει το κείμενο της προσβαλλόμενης αλλά και τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες, δε μπορώ να δεχτώ τη θέση ότι είναι πληροφοριακή πράξη ή πράξη στερούμενη εκτελεστότητας.
Κατά την αντίληψή μου, με την επιστολή απερρίφθη αίτημα για εγγραφή του τροποποιημένου καταστατικού, πράξη που προφανώς εμπίπτει σε τούτες που, βάσει του άρθρου 47 του Νόμου υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως (βλ. σχετικά και κατ’ αναλογία ΕΔΔ Αρ.80/21 ΚΙΣΑ-ΚΙΝΗΣΗ ΓΙΑ ΙΣΟΤΗΤΑ, ΣΤΗΡΙΞΗ, ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΜΟ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΦΟΡΟΥ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ, ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ, ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΩΝ, ΕΝΩΣΕΩΝ ΔΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ημερ. 27.10.2025) και είναι θεωρώ και δυσμενής, τη δυσμένεια της οποίας επιβεβαιώνει η αναφορά ότι σε περίπτωση που οι ίδιοι οι Αιτητές 1 δεν προβούν σε διαγραφή και διάλυση, οι Καθ΄ων η αίτηση θα προχωρήσουν σε δικαστικές διαδικασίες όπως υπαγορεύει το άρθρο 24 του Νόμου. Είναι άρα σαφή τα έννομα αποτελέσματα της εφόσον οι Αιτητές 1 καλούνται, υπό την υπόμνηση λήψης δικαστικών μέτρων να προβούν άμεσα σε ενέργειες διάλυσή τους.
Συνεπώς, η προδικαστική ένσταση ότι η προσβαλλόμενη πράξη, η κοινοποιηθείσα με την επιστολή ημερ. 25.05.2020, δεν είναι πράξη εκτελεστή ή υποκείμενη σε αίτηση ακυρώσεως, απορρίπτεται.
Απορριπτέα κρίνω και τη δεύτερη προδικαστική ένσταση. Επί τούτης σημειώνω πρώτα ότι η αναφορά ότι όφειλαν οι Αιτητές 1 να εγείρουν την προσφυγή διά του προέδρου τους, δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε νομοθετική διατύπωση. Πχ στο καταργηθέν με τον Νόμο, Κεφ. 112, υπήρχε ρητή πρόνοια ότι «όλες οι αγωγές ή άλλες voμικές διαδικασίες από ή εvαvτίov λέσχης εγείρovται από ή εvαvτίov του γραμματέα της λέσχης αυτής ως αvτιπρoσώπoυ των μελών αυτής». Από τον Νόμο απουσιάζει τέτοια ή παρεμφερής διατύπωση. Επιπλέον θεωρώ αντιφατικό, ως βάση της εν λόγω θέσης των Καθ΄ων η αίτηση, να γίνεται επίκληση του άρθρου 19 του καταστατικού των Αιτητών 1 τη στιγμή που οι Καθ’ ων η αίτηση αρνήθηκαν να εγγράψουν συνολικά το τροποποιημένο Καταστατικό με αποτέλεσμα αυτό να μη μπορεί να λάβει καν ισχύ (άρθρο 9 του Νόμου), ώστε να μπορούσε να γίνει επίκλησή του.
Δε συμφωνώ ούτε με την έτερη πτυχή περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος των Αιτητών 2-6. Εν προκειμένω δε θεωρώ επιβοηθητικές τις αποφάσεις, στις οποίες παραπέμπομαι εκ μέρους των Καθ΄ων η αίτηση, εφόσον εκεί είτε διατυπώνονται οι γενικές αρχές εξέτασης του εννόμου συμφέροντος είτε πραγματεύονται πράξεις που θίγουν μεν το νομικό πρόσωπο-σωματείο [«Φίλοι του Ακάμα» Σωματείο κ.α ν. Δημοκρατίας (1998)4ΑΑΔ] όχι όμως την ίδια την υπόσταση ή λειτουργία του ή τη σχέση των μελών με αυτό ή δικαιώματα των ίδιων των μελών.
Από το πρακτικό της Καταστατικής Γενικής Συνέλευσης που επισυνάφθηκε στην επιστολή ημερομηνίας 29.11.2019, τα πέντε αυτά πρόσωπα (Αιτητές 2-6) καταγράφονται ως εντός των 20 (ιδρυτικών) μελών των Αιτητών 1, και, δεδομένης της επιρροής της προσβαλλόμενης και στα δικά τους δικαιώματα να ιδρύσουν ή συμμετάσχουν σε σωματείο (βλ. άρθρο 3 του Νόμου), θεωρώ ότι πιθανολογούν έννομο συμφέρον στην παρούσα προσφυγή.
Να σημειώσω εξάλλου ότι, ακόμα και ελλείψει συγκεκριμένης νομοθετικής πρόνοιας ως το άρθρο 3 του Νόμου, η αναγνώριση εννόμου συμφέροντος σε μέλη νομικών προσώπων περιλαμβανομένων σωματείων για συγκεκριμένες πράξεις που εκ πρώτης θίγουν κυρίως το νομικό πρόσωπο, δεν είναι άγνωστες στη νομολογία. Στο σύγγραμμα του Καθ. Θ. Δ. Τσάτσου «Η Αίτηση Ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας», 1971, σελ 55-56 αναφέρεται (υπογράμμιση του παρόντος):
«Κέκτηνται άμεσον επίσης συμφέρον (…) καί τα μέλη σωματείων ή εταιρειών διά πράξεις άφορώσας εις την σχέσιν αύτών προς τα οικεία σωματεία ή τας οικείας εταιρίας ή ένδεχομένως καί τάς θιγούσας τά ουσιώδη συμφέροντα αύτής ταύτης τής έταιρίας, έφ’ όσον ή διοίκησις ολιγωρεί και ύφίσταται κίνδυνος έκπνοής τής προθεσμίας ή δημιουργείται αντίθεσις συμφερόντων μεταξύ μετόχων και - νομίμου έκπροσωπήσεως τής εταιρίας ή δέν ύφίσταται πρός στιγμήν νόμιμος έκπροσώπησις τής εταιρίας».
Άρα οι προδικαστικές ενστάσεις απορρίπτονται και θα εξετάσω κατωτέρω τους λόγους ακύρωσης.
Εγείρεται, καταρχάς, ότι η προσβαλλόμενη είναι προϊόν πλάνης περί τον Νόμο, πλημμελούς έρευνας και αναιτιολόγητη στη βάση του ότι δε γίνεται αντιληπτό πώς, απλά και μόνο με τη διαπίστωση ότι μία εκ των μελών των Αιτητών 1 έχει εγγεγραμμένη στο όνομά της την εμπορική επωνυμία «Ε.Κ. ΣΧΟΛΗ ΧΟΡΟΥ ΖΟΡΠΑΣ», με την ίδια διεύθυνση με την διεύθυνση των Αιτητών 1 και ακόμα δύο μέλη τους, οδηγήθηκαν οι Καθ΄ων η αίτηση στο συμπέρασμα περί κερδοσκοπικού χαρακτήρα των Αιτητών 1. Με παραπομπή στο άρθρο 9 του Νόμου υποβάλλουν ότι, υπό πλάνη εκδόθηκε η προσβαλλόμενη εφόσον δεν προκύπτει με ποιες διατάξεις του Νόμου προσκρούει το καταστατικό των Αιτητών 1 ενώ υπάρχει και πλάνη ως προς την παράβαση του άρθρου 18Α του Νόμου εφόσον σε καμία περίπτωση προκύπτει ως δεδομένη η ύπαρξη σχολής και η πληρωμή αμοιβής στο συγκεκριμένο μέλος.
Έχοντας διεξέλθει το θέμα και τον διοικητικό φάκελο, οι ως άνω θέσεις των Αιτητών με βρίσκουν σύμφωνο.
Καταρχάς πεπλανημένες και προϊόν εσφαλμένης αιτιολογίας και έρευνας θεωρώ τις διαπιστώσεις των Καθ΄ων η αίτηση ότι:
«3. Στην προκειμένη περίπτωση κατόπιν έρευνας του Γραφείου μας έχει διαπιστώσει ότι με την εμπορική επωνυμία Σχολή χορού “Ζορπάς” υπάρχει εγγεγραμμένη εταιρεία από τις 3 Σεπτεμβρίου 2010 η οποία λειτουργεί στην ίδια διεύθυνση και αριθμό με αυτή που δηλώνετε ως διεύθυνση σωματείου «Πηνελόπης Δέλτα No. 21, 6047, Λάρνακα.
4. Πέραν τούτου, ως ιδιοκτήτης της επιχείρησης αυτής δηλώνεται η κα Ειρήνη Κόνσολου, Μέλος του Λαογραφικού Ομίλου Ζορπάς κατά παράβαση του άρθρου 18Α Ν.76(Ι)/2018».
Τα μόνα έγγραφα που υπάρχουν στον διοικητικό φάκελο-Τεκμήριο 1 στη διαδικασία, τα οποία είναι ένθετα άνευ κυανών (βρίσκονται μεταξύ των κυανών 7 και 5), είναι δύο εκτυπώσεις από την ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών, όπου αναφέρεται ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο είναι ιδιοκτήτρια στην εν λόγω διεύθυνση, της αναφερόμενης εμπορικής επωνυμίας και όχι εταιρείας ή επιχείρησης.
Πέραν όμως τούτου, δε μπορεί να γίνει αντιληπτό γιατί το στοιχείο αυτό αποτελεί το βασικό κριτήριο μη κερδοσκοπικού σκοπού των Αιτητών 1. Οι ίδιοι οι Καθ΄ων η αίτηση στην παράγραφο 2 της επιστολής ημερ. 25.05.2020, επικαλέστηκαν τον ορισμό του «μη κερδοσκοπικού» σωματείου σύμφωνα με τον Νόμο και ειδικότερα ότι «σημαίνει σωματείο ή ίδρυμα το οποίο δεν διανέμει οποιαδήποτε κέρδη, τα οποία δυνατόν να προκύψουν από τις δραστηριότητές του, στα μέλη, στους ιδρυτές, στη διοίκηση ή στους αξιωματούχους του, αλλά τα επενδύει ή τα χρησιμοποιεί για τη συνέχιση και επίτευξη των σκοπών του».
Ουδεμία όμως παραπομπή σε οποιοδήποτε στοιχείο που συναρτάται με το ζήτημα αυτό δηλαδή ως προς τα κέρδη από τις δραστηριότητες των Αιτητών 1 και τη μη επένδυση τους ή χρήση τους για την επίτευξη των σκοπών του, παρατίθεται. Η όλη έρευνα των Καθ΄ων η αίτηση περιορίστηκε μόνο στην αναφορά της εγγεγραμμένης εμπορικής επωνυμίας στο όνομα του ενός μέλους των Αιτητών 1 και στο ότι αυτό και ακόμα δύο μέλη έχουν την ίδια διεύθυνση με την εν λόγω εμπορική επωνυμία, η οποία μάλιστα, εντελώς αναιτιολόγητα, αναφέρεται και ως εταιρεία ή επιχείρηση.
Το πλημμελές της έρευνας και αιτιολογίας της υπό κρίση περίπτωσης, αναδεικνύεται έτι περαιτέρω, αν τεθεί σε αντιπαραβολή με άλλες, νομολογημένες περιπτώσεις, όπου οι Καθ’ ων η αίτηση, προκειμένου να οδηγηθούν σε συμπέρασμα κερδοσκοπικού σκοπού, είχαν ελέγξει οικονομικούς λογαριασμούς, τα έσοδα του σωματείου έναντι της (εκεί) αθλητικής ακαδημίας κ.α. Σχετική είναι η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου (εντ. Κωμοδρόμος, ΠΔΔ ως ήταν) στην Υπόθεση Αρ. 1406/2023 Ολυμπιακή Γυμναστική Λεμεσού Αμαθούς ν. Δημοκρατία ημερ. 16.06.2026 με επικυρωτική έκβαση. Ασφαλώς η έρευνα δεν αναμένεται σε κάθε περίπτωση να είναι ίδια, η δε έκταση της εξαρτάται από τα εκάστοτε περιστατικά και εναπόκειται στη διοίκηση να επιλέξει τον ενδεδειγμένο τρόπο διεξαγωγής της, όμως αναμένεται να οδηγεί σε ένα ασφαλές συμπέρασμα που υποστηρίζει τη διοικητική πράξη [Eπιτροπή Eκπαιδευτικής Yπηρεσίας ν. Aντώνη Zάμπογλου (1997) 3 ΑΑΔ 270 και Νικολαΐδης κ.α. ν. Μηνά κ.α. (1994) 3 Α.Α.Δ. 321]. Η υπό κρίση λοιπόν, στη βάση των πιο πάνω, δεν είναι αυτή η περίπτωση.
Με αυτά άρα τα δεδομένα, οι συγκεκριμένοι λόγοι ακύρωσης περί πλημμελούς έρευνας και αιτιολογίας, μη αποκλείουσας της εμφιλοχώρησης πλάνης είναι βάσιμοι. Παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων ακύρωσης.
Η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη ακυρώνεται με συνολικά έξοδα 1.800 ευρώ πλέον ΦΠΑ υπέρ των Αιτητών.
Φ. Καμένος, ΔΔΔ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο