MR. RINKU SINGH ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α., Υπόθεση αρ. 734/2026, 21/10/2026
print
Τίτλος:
MR. RINKU SINGH ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α., Υπόθεση αρ. 734/2026, 21/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Υπόθεση αρ. 734/2026 (Κ)

 

21 Οκτωβρίου, 2026

 

[Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ/στής Δ.Δ.]

 

Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος

 

MR. RINKU SINGH

Αιτητής

v.

 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω

1. ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

 

Καθ’ ων η αίτηση

 

 

 


Νατάσα Χαραλαμπίδου για Νατάσα Χαραλαμπίδου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τον Αιτητή

Γαβριέλλα Ροδοθέου, για τους Καθ’ ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα υπόθεση, ο αιτητής αξιώνει ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων Αίτηση με την οποία κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και η οποία του κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 08/07/2026 (αιτούμενη θεραπεία υπό Α) στην αίτηση ακύρωσης), καθώς και των εναντίον του εκδοθέντων διαταγμάτων απέλασης και κράτησης (αιτούμενες θεραπείες υπό Β) και Γ), αντίστοιχα, στην αίτηση ακύρωσης) ίδιας ημερομηνίας. Επιπρόσθετα, με την αιτούμενη θεραπεία υπό Δ) στην αίτηση ακύρωσης, ο αιτητής επιζητά δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απέλασή του στη χώρα καταγωγής του είναι ασυμβίβαστη με την αρχή της μη επαναπροώθησης.

 

Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο αιτητής είναι υπήκοος Ινδίας, ο οποίος εισήλθε νόμιμα στη Δημοκρατία στις 25/08/2023 με άδεια εισόδου ως εργάτης. Την 01/09/2023 υπογράφθηκε από τον αιτητή και τον εργοδότη του "Συμφωνία Αποδέσμευσης" ("Release Agreement"). Στις 22/02/2024 εγκρίθηκε αίτημα εργοδότη για παραχώρηση άδειας παραμονής και εργασίας στον αιτητή και σε ακόμα ένα άλλο πρόσωπο με την παρότρυνση όπως συμβουλευτούν οι εν λόγω αλλοδαποί έτσι ώστε να απευθυνθούν στην αρμόδια αρχή για διευθέτηση της παραμονής τους (ερ. 59 – 58 στον διοικητικό φάκελο). Σύμφωνα, όμως, με την επιστολή της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης ημερομηνίας 08/07/2026 (ερ. 97 στον διοικητικό φάκελο), ο αιτητής κατείχε άδεια διαμονής και εργασίας στη Δημοκρατία μέχρι και τις 23/11/2023.

 

Στις 08/07/2026, ο αιτητής συνελήφθη για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία και, ακολούθως, εκδόθηκαν την ίδια ημέρα τα προσβαλλόμενα διατάγματα κράτησης και απέλασης κατά του αιτητή, βάσει της κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη λόγω της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία.

 

Η παρούσα αίτηση ακύρωσης καταχωρίστηκε στις 10/07/2026 και στις 13/07/2026 οι Καθ’ ων η Αίτηση, ως εκ των διατάξεων του άρθρου 11Α του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου του 2015, ανέστειλαν το διάταγμα απέλασης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης ακύρωσης.

 

Ο αιτητής, με ενδιάμεση αίτηση που καταχωρίστηκε εκ μέρους του ημερομηνίας 12/08/2026, αιτήθηκε άδειας και/ή διατάγματος για προσαγωγή μαρτυρίας μέσω ένορκης δήλωσης της συζύγου του, η οποία έγινε αποδεκτή με ενδιάμεση απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ημερομηνίας 13/10/2026. Στις 15/10/2026 καταχωρίστηκε η εν λόγω ένορκη δήλωση της συζύγου του αιτητή, στην οποία επισυνάφθηκαν ως Τεκμήρια, μεταξύ άλλων, το πιστοποιητικό γάμου της με τον αιτητή (Τεκμήριο 1), η άδεια διαμονής και εργασίας της ίδιας η οποία ισχύει μέχρι 24/11/2027 (Τεκμήριο 3), το πιστοποιητικό γέννησης του ανήλικου τέκνου του αιτητή και της ιδίας (Τεκμήριο 4), καθώς και σχετική ένορκη δήλωση μετάφρασης αυτής. Σύμφωνα με αυτή, ο αιτητής και η σύζυγός του, στις 17/02/2023 και πριν από την άφιξή τους στη Δημοκρατία, τέλεσαν γάμο στην Ινδία. Ακολούθως, εισήλθε η σύζυγος τού αιτητή στη Δημοκρατία, η οποία – σύμφωνα με το Τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσής της – κατέχει προσωρινή άδεια διαμονής και εργασίας ως οικιακή εργαζόμενη ισχύος από 03/02/2026 μέχρι τις 24/11/2027. Σύμφωνα δε με το Τεκμήριο 4 της ένορκης δήλωσης, στις 30/09/2024 ο αιτητής και η σύζυγός του απέκτησαν τέκνο στη Λάρνακα.

 

Με την αίτηση ακυρώσεως και τη γραπτή αγόρευση που καταχωρίστηκε εκ μέρους του, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν υπό πλάνη και χωρίς να έχει προηγηθεί δέουσα έρευνα σε σχέση με την οικογενειακή κατάσταση του αιτητή, η οποία – κατά τον ισχυρισμό του αιτητή – δεν τέθηκε ενώπιον της Διευθύντριας κατά την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων και ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν καθ’ υπέρβαση και κατάχρηση εξουσίας και παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας.

 

Περαιτέρω, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις παραβιάζουν τα δικαιώματά του σε προσωπική και οικογενειακή ζωή, κατά παράβαση του Άρθρου 15 του Συντάγματος, (το εν λόγω Άρθρο, όμως, δεν δικογραφείται δεόντως στην αίτηση ακυρώσεως), του άρθρου 8 της ΕΣΑΔ και των άρθρων 7, 24(2) και 24(3) του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τα εν λόγω άρθρα 24(2) και 24(3), όμως, δεν δικογραφούνται δεόντως στην αίτηση ακυρώσεως με εξαίρεση το άρθρο 7, το οποίο δικογραφείται), καθώς και ότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα παραβιάζουν τα άρθρα 18ΟΖ, 18ΟΘ, 18ΠΑ και 18ΠΕ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 («ο Νόμος»), και ισχυρίζεται ότι δεν ερευνήθηκε και δεν αξιολογήθηκε το ζήτημα της οικογενειακής κατάστασής του και του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου τέκνου του και εγείρονται σχετικά λόγοι ακύρωσης περί έλλειψης δέουσας έρευνας, περί πλάνης και παραβίασης των αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης. Υποστηρίζει, επίσης, ο αιτητής ότι πάσχει η αιτιολογία που προβάλλεται στα προσβαλλόμενα διατάγματα κράτησης και απέλασης.

 

Επιπλέον, ο αιτητής εισηγείται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις παραβιάζουν το άρθρο 43(1) του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου του 1999 («ο Ν. 158(1)/1999») και το δικαίωμά του σε ακρόαση.

 

Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση υποστήριξε πλήρως τη νομιμότητα των προσβαλλόμενων πράξεων. Ήταν εισήγησή τους, μεταξύ άλλων, ότι ακόμα κι αν κριθεί ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο αιτητής διατηρούσε οικογένεια στη Δημοκρατία με αυτόνομο δικαίωμα διαμονής, «σύμφωνα με το άρθρο 18ΛΕ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεων Νόμου Κεφάλαιο 105, το δικαίωμα αυτονόμησης της άδειας διαμονής μέλους της οικογένειας δεν είναι αυτόματο».

 

Προβλήθηκε, επίσης, εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση η θέση ότι ο ισχυρισμός και μόνο ότι η σύζυγος του αιτητή διαμένει στη Δημοκρατία και εργάζεται ως οικιακή βοηθός, δεν την καθιστά δικαιούχο αίτησης για οικογενειακή επανένωση.

 

Επίσης, υποστήριξε η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση ότι «η ύπαρξη οικογενειακών δεσμών στην Δημοκρατία, ακόμη και όταν αποδεικνύεται, δεν ισοδυναμεί αφ' εαυτής με τίτλο νόμιμης διαμονής ούτε αποκλείει αυτομάτως την εφαρμογή των διατάξεων περί επιστροφής».

 

Προτού εξεταστούν οι λόγοι ακύρωσης, επισημαίνεται ότι με την αιτούμενη θεραπεία υπό Δ) στην αίτηση ακύρωσης, δεν προσβάλλεται διοικητική πράξη, ώστε να δύναται να περιληφθεί σε ξεχωριστό αιτητικό, αλλά επιζητείται δήλωση του Δικαστηρίου που ουσιαστικά αποτελεί λόγο ακύρωσης, ο οποίος άπτεται της νομιμότητας της ήδη προσβαλλόμενης υπό Β) στην αίτηση ακύρωσης απόφασης για έκδοση του διατάγματος απέλασης. Τονίζεται δε ότι ούτε οποιοσδήποτε εκ των προβαλλόμενων στη γραπτή αγόρευση εκ μέρους του αιτητή λόγων ακύρωσης στηρίζεται ή ερείδεται έστω ακροθιγώς στην αρχή της μη επαναπροώθησης.

 

Συνεπώς, η αιτούμενη θεραπεία υπό παράγραφο Δ) της αίτησης ακύρωσης απορρίπτεται, τόσο ως απαράδεκτη όσο και ως μη προωθηθείσα.

 

Ακολουθεί η εξέταση των λόγων ακύρωσης ως προς τις αιτούμενες θεραπείες υπό Α), Β) και Γ) της αίτησης ακύρωσης.

 

Οι θέσεις των διαδίκων μελετήθηκαν επισταμένως, όπως και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, καθώς και η ένορκη δήλωση της συζύγου του αιτητή με τα επισυνημμένα σε αυτή Τεκμήρια.

 

Οι λόγοι ακύρωσης εξετάζονται συνολικά καθότι είναι συναφείς μεταξύ τους και αλληλένδετοι.

 

Κεντρικός άξονας της επιχειρηματολογίας εκ μέρους του αιτητή αποτελεί ο ισχυρισμός ότι δεν αξιολογήθηκε η οικογενειακή του κατάσταση και το ζήτημα του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου τέκνου του πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, εγείροντας σχετικά λόγους ακύρωσης περί έλλειψης δέουσας έρευνας, περί πλάνης και παραβίασης των αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης.

 

Όπως αναφέρεται και πιο πάνω, προκύπτει από την ένορκη δήλωση της συζύγου του αιτητή και το επισυνημμένο σε αυτή Τεκμήριο 4 ότι ο αιτητής είναι πατέρας ενός ανηλίκου. Επιπρόσθετα, προκύπτει αλλά είναι και παραδεκτή εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση η ύπαρξη της συζύγου του αιτητή (βλ. ενδιάμεση απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ημερομηνίας 13/10/2026). Παράλληλα, οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν ήδη προχωρήσει, μετά την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης και εκκρεμούσης της εκδίκασης της παρούσας αίτησης ακύρωσης, στην αναζήτηση των απόψεων των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, με επιστολή τους ημερομηνίας 05/10/2026, επί της οποίας κατέγραψαν τα στοιχεία της συζύγου και του ανήλικου τέκνου του αιτητή.

 

Οι διατάξεις του άρθρου 18ΟΖ του Νόμου επιβάλλουν όπως λαμβάνεται υπόψη τόσο η οικογενειακή κατάσταση του αιτητή με τη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας όσο και το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου. Τούτο, ανεξαρτήτως του μεταναστευτικού καθεστώτος του ανηλίκου, δεδομένου ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε σχετική εκ του Νόμου εξαίρεση (σχετικό με το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 18ΟΖ του Νόμου, είναι το άρθρο 18ΟΕ του Νόμου).

 

Η συνδρομή, λοιπόν, των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ήταν εκ του Νόμου απαραίτητη, εφόσον ήταν γνωστά στις αρχές τα οικογενειακά δεδομένα του αιτητή. Σχετική είναι η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 15/2025, Κυπριακή Δημοκρατία Μέσω Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης Και Διεθνούς Προστασίας v. Karsang Dorje Lama, ημερομηνίας 04/12/2025.

 

Κατά την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος απέλασης, οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προκύπτει να έλαβαν υπόψη ούτε το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου, ούτε την οικογενειακή κατάσταση του αιτητή, παρόλο που προκύπτει, τόσο μέσα από την ένορκη δήλωση της συζύγου του αιτητή όσο και μέσα από ρητώς παραδεκτά γεγονότα, ως αναφέρονται πιο πάνω, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση γνώριζαν περί της ύπαρξης της οικογένειας του αιτητή.

 

Όπως, δε, ορθά αναφέρεται και στη γραπτή αγόρευση που καταχωρίστηκε εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση:

 

«Η ύπαρξη οικογενειακής ζωής αποτελεί ουσιώδη παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν όταν είναι γνωστός στις αρμόδιες αρχές, δεν ισοδυναμεί όμως αφ' εαυτής με τίτλο νόμιμης διαμονής.»

 

Ο περαιτέρω ισχυρισμός των Καθ’ ων η αίτηση ότι η ύπαρξη της οικογένειας του αιτητή δεν αποδίδει στον αιτητή αυτομάτως δικαίωμα διαμονής στη Δημοκρατία είναι επίσης ορθός, αλλά, αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση των Καθ’ ων η αίτηση να αναζητούν της απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με την οικογενειακή κατάσταση του αιτητή πριν από την έκδοση του διατάγματος απέλασής του.

 

Επίσης, οι προβληθέντες εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση ισχυρισμοί αναφορικά με τον τρόπο αντιμετώπισης αιτημάτων για επανένωση δεν βρίσκουν έρεισμα στην παρούσα υπόθεση, η οποία δεν αποτελεί τέτοια περίπτωση εξέτασης αιτήματος οικογενειακής επανένωσης.

 

Βάσει όλων των πιο πάνω, το προσβαλλόμενο διάταγμα απέλασης πρέπει να ακυρωθεί λόγω μη αναζήτησης της συνδρομής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, μη αξιολόγησης της οικογενειακής κατάστασης του αιτητή, ως ο Νόμος επιβάλλει, και μη δέουσας έρευνας και στάθμισης του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου τέκνου του.

 

Η ακύρωση δε του προσβαλλόμενου διατάγματος απέλασης συμπαρασύρει σε ακύρωση και το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης, εφόσον η έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος απέλασης αποτέλεσε τη βάση και το έρεισμα για την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης.

 

Παρά την πιο πάνω κατάληξη, κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί και ο λόγος ακύρωσης περί παραβίασης του άρθρου 43(1) του Ν. 158(Ι)/1999 και του δικαιώματος ακρόασης του αιτητή.

 

Ισχυρίζεται ο αιτητής ότι δεν είχε ενημερωθεί για το ενδεχόμενο να κηρυχθεί ως απαγορευμένος μετανάστης ή ότι θα εκδίδονταν τα προσβαλλόμενα διατάγματα κράτησης και απέλασης εναντίον του και ότι δεν κλήθηκε να παραθέσει τις απόψεις του σχετικά, ώστε να ληφθούν υπόψη ή να συνυπολογιστούν πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων αποφάσεων. Οι Καθ’ ων η αίτηση δεν απαντούν καθόλου επί του συγκεκριμένου λόγου ακύρωσης.

 

Στην κατάθεση του αστυνομικού που προέβη στη σύλληψη του αιτητή (ερ. 95 στον διοικητικό φάκελο) γίνεται ρητώς αναφορά ότι «του επέστησα την προσοχή του στο Νόμο»  και ότι «Στα γραφεία της ΥΑΜ Λάρνακας του επίδωσα γραπτώς τα δικαιώματα συλληφθέντων κρατουμένων στην μητρική του γλώσσα τα οποία παρέλαβε και υπόγραψε.» Επίσης, διαπιστώνεται ότι στην έκθεση της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης ημερομηνίας 08/07/2026 (ερ. 97 στον διοικητικό φάκελο) καταγράφεται στην παράγραφο 3. αυτής ότι «Στον αλλοδαπό επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του τα οποία απορρέουν από τον Νόμο 63(1) του 2025.». Οι αναφορές αυτές δεν αμφισβητούνται με οποιονδήποτε τρόπο από τον αιτητή. Επισημαίνεται εδώ ότι ο Ν. 63(Ι)/2025,  στον οποίο γίνεται αναφορά στην υπηρεσιακή έκθεση, είναι ο περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2025, ο οποίος δεν σχετίζεται με κανέναν τρόπο με την παρούσα διαδικασία ούτε απορρέουν από την αναφερθείσα νομοθεσία οποιαδήποτε σχετικά δικαιώματα του αιτητή. Επισημαίνεται, επίσης, ότι, σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις τέτοιων διαδικασιών, στην παρούσα περίπτωση δεν προκύπτει να διενεργήθηκε από τις αρχές οποιαδήποτε συνέντευξη με τον αιτητή, κατά τη σύλληψή του και πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων.

 

Παρόλα αυτά και παρά το ότι θα ήταν επιθυμητό να διενεργείται η εν λόγω συνέντευξη με στόχο την αποφυγή έκδοσης πεπλανημένων διοικητικών αποφάσεων, έχει νομολογηθεί ότι δεν υπάρχει νομοθετική υποχρέωση για παροχή δικαιώματος ακρόασης σε περιπτώσεις ως η παρούσα (Αναθεωρητική  Έφεση αρ. 89/2015 Α.Ν. v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών κ.ά., ημερομηνίας 03/06/2022 και Kedoum v. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 505).

 

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης παρέχεται στις περιπτώσεις όπου ο νόμος ρητά το επιβάλλει ή στις περιπτώσεις τιμωρητικής φύσης (G.P. lron & Wood Makers Ltd ν. Κυπριακή Δημοκρατίας (2008) 3 ΑΑΔ 155 και Υπόθεση αρ. 1488/2010, Φροσούλα Μυλωνά ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 30/01/2015).

 

Ως έχει αναφερθεί, σχετικά με το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης, στην απόφαση του (τότε) Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Συνεκδ. Υποθέσεις αρ. 2013/2012 κ.ά. Χριστοφόρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 20/01/2014:

 

«Το άρθρο 43(1) ταυ Νόμου αρ. 158(1)/1999, ταξινομεί τις περιπτώσεις παροχής προηγούμενου δικαιώματος ακρόασης όταν η έκδοση πράξης ή το διοικητικό μέτρο που θα ληφθεί είναι «... πειθαρχικής φύσης ή που έχει το χαρακτήρα κύρωσης ή που είναι άλλως πως δυσμενούς φύσης» Η ερμηνευτική άσκηση που πρέπει να γίνει οφείλει να συμπλέει με την έννοια του κειμένου και η φράση «άλλως πως δυσμενούς φύσης», πρέπει να διαβαστεί eusdem generis με τις προηγούμενες λέξεις που σαφώς υποδηλώνουν ότι το διοικητικό μέτρο ή η απόφαση επηρεάζει τη σχέση του διοικούμενου με την διοίκηση πειθαρχικώς ή που ενέχει κύρωση, περιέχοντας δηλαδή μομφή ως προς τον τρόπο ενάσκησης των καθηκόντων του διοικούμενου ή άπτεται της προσωπικότητας και αξιοπρέπειας του. Με άλλα λόγια, το «άλλως πως δυσμενούς φύσης», διαβάζεται ως ανήκον στην ίδια κατηγορία με τα προηγηθέντα και όχι ανεξάρτητα και αυτόνομα.».

 

Είναι σαφές ότι και στην υπό κρίση περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εμπίπτει στην εμβέλεια της διάταξης του άρθρου 43(1), αφού δεν αποτελεί αυτή ούτε κύρωση αλλ' ούτε μέτρο πειθαρχικής φύσης (βλ. και τις αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στις D. Η. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 735/2020, ημερ.  15.2.2023 και THE VEGETABLES PRODUCERS AND EXPORTERS LTD ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 34/2018, ημερ.  30.6.2020).»

 

Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελεί ούτε κύρωση, ούτε απόφαση τιμωρητικού χαρακτήρα. Αποτελεί άσκηση της εξουσίας του Κράτους, η οποία είναι απόρροια της αρχής της εθνικής και εδαφικής κυριαρχίας. Σύμφωνα δε με τη νομολογία, το Κράτος έχει ευρεία διακριτική εξουσία να δέχεται ή να αποκλείει αλλοδαπούς από την επικράτειά του (Υπόθεση αρ. 1080/2021, Sabulua ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερομηνίας 15/11/2021 και Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 21/2017, Rami Makhlouf κ.ά. v. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 10/09/2024). 

 

Η απόφαση, λοιπόν, της Διοίκησης για την κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και για την έκδοση του επίδικου διατάγματος απέλασης, δεν συνδέεται με την υποκειμενική του συμπεριφορά, αλλά στηρίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα που προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο (Υπόθεση αρ. 640/2026, Kamara Ibrahim ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 06/08/2026) και αποτελεί άσκηση της εξουσίας του Κράτους, στη βάση της αρχής της εθνικής και εδαφικής κυριαρχίας και της ευχέρειας του Κράτους να δέχεται ή να αποκλείει αλλοδαπούς από το έδαφός του. Συνεπώς, δεν καθίστατο αναγκαία η προηγούμενη ακρόαση του αιτητή.

 

Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του αιτητή περί παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Πέραν των πιο πάνω, διαπιστώνεται ότι, παρόλο που η απόφαση για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη προσβάλλεται υπό το αιτητικό Α) της αίτησης ακύρωσης, εντούτοις, δεν προωθείται στη γραπτή αγόρευση εκ μέρους του αιτητή κανένας λόγος ακύρωσης της απόφασης αυτής, πλην του λόγου ακύρωσης αναφορικά με το δικαίωμα ακρόασης, ο οποίος απορρίφθηκε πιο πάνω.

 

Ως εκ τούτου, η αιτούμενη θεραπεία υπό το αιτητικό Α) της αίτησης ακύρωσης απορρίπτεται και η απόφαση για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη επικυρώνεται.

 

Στη βάση των πιο πάνω κριθέντων, παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ακύρωσης που προωθήθηκαν εκ μέρους του αιτητή.

 

 Για τους πιο πάνω λόγους, οι αιτούμενες θεραπείες υπό τις παραγράφους Α) και Δ) της αίτησης ακύρωσης απορρίπτονται και οι αιτούμενες θεραπείες υπό τις παραγράφους Β) και Γ) της αίτησης ακύρωσης επιτυγχάνουν με €1.900 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει), υπέρ του αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση.

 

  Η προσβαλλόμενη απόφαση για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος, και τα προσβαλλόμενα διατάγματα απέλασης και κράτησης ακυρώνονται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(β) του Συντάγματος.              

 

 

         Στ. Μαξούτη, Δ.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο