AHAD MUHAMMAD ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α., Υπόθεση αρ. 826/2026, 9/10/2026
print
Τίτλος:
AHAD MUHAMMAD ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α., Υπόθεση αρ. 826/2026, 9/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

(Υπόθεση αρ. 826/2026 (Κ))

                                                                                   (i-Justice)       

 

                               9 Οκτωβρίου 2026

                             [ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                            AHAD MUHAMMAD

 

                                                                                           Αιτητής,

                                       και

                 ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

1.ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ   2.ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ

 

Καθ’ ων η αίτηση

––––––––––––––––––––––––––––––––

Ανδρέας Τσαγγαρίδης, δικηγόρος για τον αιτητή.

Ιωάννα Χαραλάμπους για Μιχαηλίδη & Χαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή ο αιτητής-και δια των αιτητικών υπό παραγράφους (Α), (Β) και (Γ)-στρέφεται κατά της νομιμότητας της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 23.7.2026 να κηρυχθεί ως απαγορευμένος μετανάστης καθώς και κατά της νομιμότητας των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ίδιας ημερομηνίας.

 

Στο σημείο αυτό οφείλει να επισημανθεί ότι τα όσα επιζητούνται ως θεραπεία με το αιτητικό υπό παράγραφο (Δ)-και τα οποία εκ προφανούς τυπογραφικού λάθους έχουν αναφορά σε ημερομηνία προγενέστερη της έκδοσης των διαταγμάτων-δεν αφορούν άλλη ξεχωριστή διοικητική πράξη, ώστε να δύναται να προσβληθεί δια ξεχωριστής θεραπείας, αλλά λόγο ακύρωσης που άπτεται της νομιμότητας της ίδιας πάντοτε απόφασης για έκδοση του διατάγματος απέλασης που προσβάλλεται με το αιτητικό υπό παράγραφο (Β) (εξού και η παραπομπή στο ίδιο Παράρτημα Β). Συνεπώς η αιτούμενη θεραπεία υπό παράγραφο (Δ) απορρίπτεται.

 

Ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο αιτητής είναι υπήκοος Πακιστάν, ο οποίος εισήλθε για πρώτη φορά στη Δημοκρατία στις 27.5.2025 με άδεια εισόδου για σκοπούς φοίτησης. Κατόπιν δε σχετικής αίτησης, του παραχωρήθηκε άδεια προσωρινής διαμονής ως φοιτητή σε συγκεκριμένο κολλέγιο η οποία είχε ισχύ μέχρι τις 31.1.2026.

 

Αποτελεί παραδεκτό γεγονός, το οποίο επιβεβαιώνεται ευθέως από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης ότι η άδεια διαμονής του αιτητή ουδέποτε ανανεώθηκε μετά τη λήξη της ισχύος της.

 

Στις 23.7.2026, ο αιτητής συνελήφθη από μέλη της Αστυνομίας για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία και κατά την ίδια ημέρα εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης κατά του αιτητή, έρεισμα των οποίων, αποτέλεσε η κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη λόγω της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία από την 1.2.2026, ημερομηνία κατά την οποία, ως αναγράφεται στις επίδικες αποφάσεις, η ισχύς της άδειας διαμονής του έληξε.

 

Ακολούθως και δη μια ημέρα μετά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων ήτοι στις 24.7.2026 υποβλήθηκε εκ μέρους του συνηγόρου του αιτητή αίτημα για εφαρμογή εναλλακτικών αντί της κράτησης μέτρων.

 

Κατά την ίδια δε ημέρα τέθηκε ενώπιον των καθ΄ων η αίτηση σχετική βεβαίωση του κολλεγίου στο οποίο φοιτούσε ο αιτητής ημερομηνίας 24.7.2026 στην οποία καταγράφετο ότι ο αιτητής είχε εγγραφεί στο πρόγραμμα Bachelor Degree in Hotel Management για το ακαδημαϊκό εαρινό εξάμηνο του 2026, το οποίο διήρκεσε από 9.2.2026 μέχρι 5.6.2026, με τις τελικές εξετάσεις να ολοκληρώθηκαν στις 5.6.2026. Περαιτέρω αναφέρετο ότι δεν απαιτείτο η εγγραφή του αιτητή κατά τη θερινή περίοδο ήτοι από 8.6.2026 μέχρι 4.10.2026 και ότι αναμενόταν  ο αιτητής να επαναγγραφεί για το επερχόμενο ακαδημαϊκό χειμερινό εξάμηνο (με διάρκεια από 5.10.2026-29.1.2027). Πρόσθετα από την εν λόγω βεβαίωση, στην οποία επισυνάπτονταν και τα σχετικά αποδεικτικά, προέκυπτε ότι ο αιτητής είχε καταβάλει την ίδια ημέρα ήτοι στις 24.7.2026 το ποσό των €55 ως τέλος ανανέωσης της προσωρινής άδειας διαμονής του καθώς και το ποσό των €910 προς εξόφληση του εναπομείναντος υπολοίπου των διδάκτρων του προς το κολλέγιο.

 

Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης.

 

Με τη γραπτή του αγόρευση ο αιτητής διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι προϊόν πλάνης, ελλιπούς έρευνας, εσφαλμένης και ελλιπούς αιτιολογίας καθώς και ότι έχει εκδοθεί κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης. Επί της ουσίας, όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί του αιτητή, ως αυτοί αναπτύσσονται στη γραπτή του αγόρευση, εδράζονται στην κύρια και κεντρική θέση ότι ο αιτητής, ως υποδεικνύεται και από τη βεβαίωση του συγκεκριμένου κολλεγίου ημερομηνίας 24.7.2026 «παραμένει νόμιμος φοιτητής» στη Δημοκρατία και έχει συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του ήτοι έχει καταβάλει το χρηματικό ποσό για τα δίδακτρα του καθώς και το σχετικό τέλος για την ανανέωση της άδειας παραμονής του. Τονίζει δε ο αιτητής ότι οι καθ’ ων η αίτηση όφειλαν στα πλαίσια δέουσας έρευνας να επικοινωνήσουν με το συγκεκριμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα ώστε «να μάθουν για το καθεστώς του Αιτητή στο κολλέγιο τους ή έστω τους λόγους που δεν είχε εκδοθεί η ανανέωση της άδειας παραμονής του Αιτητή». Περαιτέρω υποβάλλεται ότι ο αιτητής πληρεί όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 21 του Ν.7(Ι)/2019 για ανανέωση της άδειας διαμονής του και ότι η πολιτική του Τμήματος Μετανάστευσης είναι όπως η διαδικασία έκδοσης και ανανέωσης των αδειών παραμονής των φοιτητών τους διεκπεραιώνεται από τα ίδια τα κολλέγια.

 

Η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση, υποστηρίζοντας τη νομιμότητα των προσβαλλόμενων αποφάσεων, αντιτείνει με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης ότι καθόλα ορθά οι καθ΄ων η αίτηση προέβηκαν στην κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και στην έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης τους ο αιτητής παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία αφού η άδεια διαμονής που του είχε χορηγηθεί είχε ήδη λήξει από τις 31.1.2026. Το κρίσιμο, σημειώνει η ευπαίδευτη συνήγορος, για την εξέταση της παρούσας υπόθεσης δεν είναι το κατά πόσον ο αιτητής διατηρούσε οποιαδήποτε ακαδημαϊκή σχέση με το συγκεκριμένο κολλέγιο αλλά το κατά πόσο κατά τις 23.7.2026, ημέρα έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, κατείχε νόμιμο καθεστώς διαμονής στη Δημοκρατία. Άλλωστε συνεχίζει, η κα Χαραλάμπους, η επιστολή του κολλεγίου, η πληρωμή του τέλους για σκοπούς ανανέωσης της άδειας διαμονής του και η εξόφληση του υπολοίπου των διδάκτρων του, όλα φέρουν ημερομηνία 24.7.2026 και επομένως έλαβαν χώρα την επομένη της έκδοσης των προσβαλλόμενων πράξεων αποτελώντας, επί της ουσίας, μεταγενέστερα στοιχεία.

 

Η όλη εισήγηση του αιτητή είναι παντελώς αβάσιμη και θα πρέπει να απορριφθεί. Συνεπώς σωρευτικώς απορριπτέοι κρίνονται και όλοι οι εγειρόμενοι ισχυρισμοί του αιτητή, ως αυτοί έχουν καταγραφεί ανωτέρω και οι οποίοι εδράζονται επί της πιο πάνω θέσης του αιτητή.

 

Κατά πρώτον διότι η όλη εισήγηση παραβλέπει ότι ο αιτητής κατά το χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων, ήτοι στις 23.7.2026, δεν διέθετε καθεστώς νόμιμης διαμονής αλλά παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία ως απαγορευμένος μετανάστης. Ως ήδη υποδείχθηκε και ως επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, ο αιτητής εισήλθε στη Δημοκρατία για σκοπούς φοίτησης και στις 10.9.2025 (βλ. ερυθρό 51 του Τεκμηρίου 1) του παραχωρήθηκε, ως προς τούτο, προσωρινή άδεια διαμονής με ισχύ μέχρι τις 31.1.2026. Ωστόσο, ως ευθέως και πάλι επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο αιτητής και μετά τη λήξη της ισχύος της παραχωρηθείσας άδειας, δεν προέβηκε σε οποιοδήποτε διάβημα για ανανέωση της αλλά ούτε και σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια για νομιμοποίηση της διαμονής του. Τουναντίον ο αιτητής από την 1.2.2026 και εντεύθεν συνέχισε να διαβιεί παράνομα στη Δημοκρατία.

 

Αυτό δε το καθοριστικό γεγονός, το οποίο ο αιτητής ουδόλως αμφισβήτησε, είναι που αποτυπώνεται, μεταξύ άλλων, στο σημείωμα της ΥΑΜ ημερομηνίας 23.7.2026 προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, το οποίο, ως το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου επιμαρτυρεί, ήταν ενώπιον της Διευθύντριας κατά την έκδοση των διαταγμάτων.

 

Κατά δεύτερο διότι τα όσα ο αιτητής εισηγείται εξ αφορμής της υποβληθείσας ενώπιον της διοίκησης βεβαίωσης του συγκεκριμένου κολλεγίου ουδόλως μπορούν να επηρεάσουν τη νομιμότητα των επίδικων αποφάσεων, οι οποίες εκδόθηκαν στις 23.7.2026. Τούτο διότι καθοριστική είναι η διαπίστωση ότι η βεβαίωση αυτή υποβλήθηκε στις 24.7.2026 ήτοι μετά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων και συνεπώς σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης τους. Ως δεδομένο, λοιπόν, εκτός του ουσιώδους χρόνου έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων ουδόλως δύναται να αποτελέσει αντικείμενο ενασχόλησης του Δικαστηρίου για σκοπούς εξέτασης της νομιμότητας των ήδη εκδοθέντων διαταγμάτων (Limon ν. Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.126/21, ημερομηνίας 20/4/22). Συνεπώς ούτε και τα όσα ο αιτητής ισχυρίζεται με έναυσμα τα αποδεικτικά πληρωμής ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύουν την εν λόγω βεβαίωση, δύνανται να εξεταστούν αφού αφορούν σε ισχυρισμούς που πραγματεύονται δεδομένα εκτός του ουσιώδους χρόνου έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων και η ενασχόληση του Δικαστηρίου με αυτά δεν θα ήταν ορθή(Δημοκρατία v Singh (Ε.Δ.Δ αρ.66/21, ημερομηνίας 14/1/25). Με άλλα λόγια καθίσταται εν προκειμένω σαφές ότι τόσο η αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού για τα δίδακτρα του αιτητή όσο και του σχετικού τέλους προς το κολλέγιο για την ανανέωση της άδειας διαμονής του αιτητή («Migration Service Renewal of TRP Migration fee») διενεργήθηκε και αυτή στις 24.7.2026 και επομένως μετά την έκδοση των διαταγμάτων. Τούτο μάλιστα απαντά και στη γενική αναφορά του αιτητή ότι ήταν το κολλέγιο που όφειλε να προβεί σε ενέργειες για ανανέωση της άδειας του αιτητή, κάτι που προφανώς προϋποθέτει την καταβολή από μέρους του ίδιου του αιτητή του απαιτούμενου τέλους, το οποίο, ως επιβεβαιώνεται, ο αιτητής ουδέποτε υπέβαλε παρά μόνο μετά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Εν πάση περιπτώσει δεν θα μπορούσα να μην παρατηρήσω – και μάλλον εκ του περισσού- ότι ακόμη και το ίδιο το περιεχόμενο της βεβαίωσης δεν θα μπορούσε να επηρεάσει με οιονδήποτε τρόπο τη νομιμότητα των επίδικων διαταγμάτων αφού το γεγονός ότι ο αιτητής συνέχισε τη φοίτηση του στο συγκεκριμένο κολέγιο και ενεγράφη στο ακαδημαϊκό εαρινό εξάμηνο του 2026, γεγονός το οποίο σε κάθε περίπτωση τέθηκε, ως και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου επιμαρτυρεί για πρώτη φορά ενώπιον των καθ΄ων η αίτηση μετά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, ουδόλως μπορεί να αναιρέσει την πιο πάνω καθοριστική διαπίστωση των καθ΄ων η αίτηση ήτοι ότι η ισχύς της άδειας προσωρινής διαμονής που κατείχε ο αιτητής είχε ήδη εκπνεύσει από τις 31.1.2026, χωρίς να ανανεωθεί και επομένως η παραμονή του αιτητή στη Δημοκρατία κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των διαταγμάτων στις 23.7.2026 ήτο ασφαλώς παράνομη.

 

Περαιτέρω δε και σε σχέση με την έτερη αναφορά του αιτητή ότι οι καθ΄ων η αίτηση δεν προσπάθησαν, ως όφειλαν, να επικοινωνήσουν με το κολλέγιο για να ενημερωθούν για τους λόγους που δεν είχε ανανεωθεί η άδεια παραμονής του αιτητή «παρόλο που οι ίδιοι οι καθ’ ων η αίτηση επισυνάψαν στην ένσταση τους αντίγραφο  της φοιτητικής κάρτας του αιτητή[.]με ημερομηνία λήξης το Σεπτέμβριο του 2026»  οφείλω να παρατηρήσω ότι πράγματι στο διοικητικό φάκελο εντοπίζεται το εν λόγω έγγραφο (ερυθρό 58 Τεκμηρίου 1) ήτοι η φοιτητική ταυτότητα του αιτητή με αναγραφόμενη ισχύ από «Σεπτέμβριο μέχρι άνοιξη του 2026» το  οποίο η πλευρά του αιτητή υποδεικνύει. Ωστόσο καθοριστικό παραμένει ότι η πλευρά του αιτητή παραλείπει να αναφέρει ότι το πιο πάνω έγγραφο είχε υποβληθεί, ως επιμαρτυρείται από τον ίδιο το διοικητικό φάκελο και δη από το σχετικό ημερολόγιο ενεργειών, προς τους καθ΄ων η αίτηση σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων από το συνήγορο του αιτητή μαζί με άλλα έγγραφα (βλ. δέσμη εγγράφων, ερυθρά 62-52) τα οποία συνόδευαν την επιστολή ημερομηνίας 24.7.2026. Ούτε και όμως θα μπορούσε να γίνει δεκτή, υπό τις περιστάσεις που τέθηκαν ανωτέρω η θέση του αιτητή ότι η διοίκηση όφειλε να επικοινωνήσει με το κολλέγιο για να ενημερωθεί για το καθεστώς του αιτητή, διότι αυτή παραβλέπει ότι ζητούμενο παραμένει πάντοτε το κατά πόσον ο αιτητής κατείχε την απαιτούμενη άδεια παραμονής.

 

Τελικώς δεν θα μπορούσα να μην επισημάνω ότι είναι καθόλα ορθή η θέση των καθ’ ων η αίτηση ότι το κατά πόσον ο αιτητής πληρούσε πράγματι τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 21 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (Προϋποθέσεις Εισόδου και Διαμονής Υπηκόων Τρίτων Χωρών με σκοπό την Έρευνα, τις Σπουδές, την Πρακτική Άσκηση, την Εθελοντική Υπηρεσία, τις Ανταλλαγές Μαθητών ή τα Εκπαιδευτικά Προγράμματα) Νόμος του 2019 Ν.7(Ι)/2019 για ανανέωση της άδειας διαμονής του είναι εν πολλοίς νομικά αδιάφορο, αφού το μόνο και γεγονός που υπέχει νομικής σημασίας είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των διαταγμάτων δεν υφίστατο ανανεωμένη άδεια διαμονής του αιτητή.

 

Επομένως ο αιτητής και επί τη βάσει των γεγονότων της υπόθεσης και της εκ μέρους του διαπιστωθείσα παραβίαση της παραγράφου (κ) του άρθρου 6 (1) του Κεφ.105, νομίμως κρίθηκε απαγορευμένος μετανάστης, κρίση η οποία καθόλα ορθώς αποτέλεσε το έρεισμα για την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων. Συνεπακόλουθα κρίνω ότι καθόλα ορθά εκδόθηκε και το επίδικο διάταγμα απέλασης αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του, ήτοι στις 23.7.2026 ο αιτητής αναντίλεκτα παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία ως απαγορευμένος μετανάστης από την 1.2.2026, ημερομηνία κατά την οποία η ισχύς της άδειας παραμονής του έληξε, ως άλλωστε καταγράφεται ρητώς και στη δοθείσα αιτιολογία της απόφασης για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη αλλά και του διατάγματος απέλασης.

 

Σε συνέχεια των όσων λέχθηκαν ανωτέρω, απορριπτέος κρίνεται και ο έτερος ισχυρισμός του αιτητή ότι το εκδοθέν διάταγμα κράτησης είναι αναιτιολόγητο, καθώς και ότι εκδόθηκε κατά παραβίαση του άρθρου 18ΠΣΤ του Κεφ.105 και χωρίς να υπάρξει αξιολόγηση κατά πόσο μπορούσαν να ληφθούν εναλλακτικά της κράτησης μέτρα.

 

Όπως ρητά αναγράφεται και επεξηγείται και στο ίδιο το διάταγμα κράτησης διαπιστώθηκε στη βάση του άρθρου 18ΠΣΤ (1) (α) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου ότι υφίσταται κίνδυνος διαφυγής του αιτητή λόγω του ότι δεν έχει σταθερό τόπο διαμονής και είναι αρνητικός στον επαναπατρισμό του, χωρίς να υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.

 

Τα όσα ο αιτητής αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση ήτοι ότι η αρνητικότητα του σε επαναπατρισμό οφείλεται στο ότι ο ίδιος επιθυμεί να συνεχίσει της σπουδές του, ουδόλως αντικρούουν τα όσα νομίμως καταγράφονται στην ίδια την αιτιολογία του διατάγματος κράτησης και τα οποία επιβεβαιώνονται ευθέως από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης. Αρκεί δε να σημειωθεί ότι η θέση αυτή παραγνωρίζει πλήρως το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο αιτητής δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε ενεργεία για να νομιμοποιήσει τη διαμονή του, ως όφειλε προς συνέχιση των σπουδών του, πράγμα το οποίο έπραξε μετά την έκδοση των διαταγμάτων όταν και αποπλήρωσε και το οφειλόμενο ποσό για τα δίδακτρα του προς το συγκεκριμένο κολλέγιο. Ούτε όμως και η αόριστη θέση του αιτητή ότι ο αιτητής ανέφερε τη διεύθυνση διαμονής του μπορεί αφ΄αυτής και δίχως άλλο να αναιρέσει τη διαπίστωση των καθ΄ων  η αίτηση ότι ο αιτητής δεν είχε σταθερό τόπο διαμονής αφού αφενός δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε καταγραφή που να επιβεβαιώνει τα όσα ο συνήγορος του αιτητή αναφέρει, αφετέρου δε, ως είναι παγίως νομολογημένο, απλοί ισχυρισμοί δεν μπορούν να αποδείξουν πραγματικά γεγονότα ώστε να μπορεί να ανατραπεί το τεκμήριο νομιμότητας που περιβάλλει τη διοικητική πράξη (Θεοφάνους v Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 142/19, ημερομηνίας 25/1/24).

 

Ούτε και όμως ευσταθεί η γενική και αποσπασματική αναφορά του αιτητή ότι δεν απασχολήσαν τη διοίκηση οι προσωπικές συνθήκες του αιτητή αφού, ως το περιεχόμενο των ενώπιον μου φακέλων επιβεβαιώνει, δεν τέθηκαν από μέρους του αιτητή οποιεσδήποτε ειδικές περιστάσεις τις οποίες η διοίκηση παρέλειψε να εξετάσει. Περαιτέρω και κατά το μέρος που ο αιτητής επαναλαμβάνει τα όσα απασχόλησαν ανωτέρω κατ’ επίκληση της φοιτητικής του ιδιότητας, αυτά απορρίπτονται στη βάση των ανωτέρω διαπιστώσεων αφού ουδόλως μπορούν να επηρεάσουν τη νομιμότητα των όσων καταγράφονται στο ίδιο το διάταγμα κράτησης. Άλλωστε δεν θα μπορούσα να μην επισημάνω ότι και παρά τη γενική αναφορά της πλευράς του αιτητή ότι ο αιτητής είχε αναφέρει κατά τη σύλληψη του ότι είναι φοιτητής στο συγκεκριμένο κολλέγιο, ουδεμία και πάλι καταγραφή εντοπίζεται επί τούτου. Συνεπώς τα όσα η πλευρά του αιτητή διατείνεται ότι ανέφερε στον αστυνομικό της ΥΑΜ δεν μπορούν, χωρίς την απαιτούμενη προσαγωγή μαρτυρίας, να αποτελέσουν μαρτυρία και να ανατρέψουν το τεκμήριο νομιμότητας που περιβάλλει και τα όσα ο αστυνομικός κατέγραψε (Αρχή Τηλεπικοινωνίων Κύπρου v Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 36/2021, ημερομηνίας 15/10/24).

 

Υπενθυμίζεται δε ότι η έκδοση διατάγματος κράτησης για σκοπούς απέλασης αποτελεί παρεχόμενη εξουσία του άρθρου 14(1) του Κεφ.105, η οποία σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 18 ΠΣΤ(1), επιτρέπεται ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής (βλ. σχετικά άρθρο 18ΟΔ) εξουσία η οποία κατά την κρίση μου, εύλογα ασκήθηκε στην προκειμένη περίπτωση ένεκα και του μεταναστευτικού ιστορικού του αιτητή, του μη σταθερού τόπου διαμονής του και της δηλωθείσας άρνησης του για επαναπατρισμό η οποία επιβεβαιώνεται αναντίλεκτα από την επιστολή της ΥΑΜ ημερομηνίας 23.7.26. Άλλωστε και κατά πάγια νομολογία η κήρυξη ενός προσώπου ως παράνομου εμπεριέχει λογικά τον κίνδυνο διαφυγής ανά πάσα στιγμή (Mensah ν. Δημοκρατίας (Προσφυγή Αρ.5735/13, ημερομηνίας 9/8/2013) El Khouri v. Δημοκρατίας (Υπόθεση Αρ.716/2014, ημερομηνίας 24/6/2016) Bibilashvili και Δημοκρατίας (Υπόθεση Αρ. 1954/2022(Κ), ημερομηνίας 20/12/22). Συνεπώς τα όσα, ορθά, καταγράφονται στο εν λόγω διάταγμα κράτησης περί διαπίστωσης κινδύνου διαφυγής του αιτητή χωρίς περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων όχι μόνο δεν αποτελούν προϊόν ελλιπούς αιτιολογίας αλλά τουναντίον υποστηρίζονται πλήρως από τα ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση στοιχεία, καταδεικνύοντας μάλιστα ότι η ευχέρεια των καθ΄ων η αίτηση για μη εναλλακτικά της κράτησης μέτρα ασκήθηκε εντός των επιτρεπτών ορίων της. Επομένως το επίδικο διάταγμα κράτησης το οποίο είναι προορισμένο για να διαφυλάξει την υλοποίηση του διατάγματος απέλασης εκδόθηκε καθόλα νόμιμα και είναι επαρκώς αιτιολογημένο (Κ.Α.Α. ν. Δημοκρατίας, (Υπόθεση αρ.1242/2022 ημερομηνίας 18/8/2022) G. S. D. A. M. ν. Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 626/2023, ημερομηνίας 9/6/23) M.I.U.H και Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 1507/23(Κ), ημερομηνίας 25/10/23).

 

Απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός του αιτητή ότι δεν του παρασχέθηκε το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης. Αρκεί να επισημάνω ότι η διοίκηση δεν είχε τη νομική υποχρέωση να παρέχει στον αιτητή δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης πριν από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, αφού ως είναι νομολογημένο τέτοια υποχρέωση, δεν εκτείνεται και σε σχέση με διαδικασίες καθαρά διοικητικής φύσεως, όπως εν προκειμένω (Α.Ν v Δημοκρατίας (Α.Ε αρ. 89/2015, ημερομηνίας 3/6/22), ECLI:CY:AD:2022:C233 Kedoum v. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ.505) S.C v Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 2/2023(i-JUSTICE), ημερομηνίας 15/2/23). Εξάλλου ο αιτητής ουδέν εισηγήθηκε και ουδέν ανέφερε κατά την ανάπτυξη του συγκεκριμένου λόγου ακύρωσης σε σχέση με τους ισχυρισμούς που θα προέβαλε ενώπιον της διοίκησης με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός περί παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης να απολήγει ούτως ή άλλως αλυσιτελής (PAPOUIS DAIRIES LTD v Δημοκρατίας (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 79/2018, ημερομηνίας 15/3/24).

Τέλος απορριπτέοι κρίνονται και οι ισχυρισμοί του αιτητή περί παραβίασης της αρχής της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης. Καταρχάς, οι ισχυρισμοί αυτοί του αιτητή προβάλλονται με παντελώς αόριστο και γενικό τρόπο. Εν πάση περιπτώσει επισημαίνω ότι αφ΄ης στιγμής οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν δυνάμει συγκεκριμένου νομοθετικού πλαισίου και η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή των προνοιών του Κεφ.105, δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα παραβίασης των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, οι οποίες έχουν μόνο συμπληρωματικό χαρακτήρα εκεί όπου υφίσταται σχετική νομοθετική πρόνοια ουσιαστικού δικαίου, όπως βεβαίως συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση (Δημοκρατία ν. Παπαφώτη (1997) 3 Α.Α.Δ. 191) και Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ν. Γιαννάκης Τσικκουρής κ.α. (Αναθεωρητική Έφεση αρ.19/11, ημερομηνίας 22/12/2016).

 

Καταληκτικά επισημαίνω ότι η απόφαση έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων υπήρξε σύννομη και σε κάθε περίπτωση εύλογα επιτρεπτή. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οτιδήποτε ικανό που να ανατρέπει το τεκμήριο της κανονικότητας έτσι ώστε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την αναγκαιότητα παρέμβασης του (Καττιμέρη v Δημοκρατία (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 65/2019, ημερομηνίας 22 Νοεμβρίου 2023).

 

Στη βάση των ανωτέρω, ουδείς εκ των λόγων ακύρωσης ευσταθεί. Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και οι επίδικες αποφάσεις επικυρώνονται με έξοδα €1200 εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.

 

                                                   Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο