ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 986/2026 (Κ)
(i-Justice)
27 Οκτωβρίου 2026
[ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
JEAN DAMASCENE NIYIRERA
Αιτητής,
και
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
1.ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η αίτηση
––––––––––––––––––––––––––––––––
Μ. Μαυρονικόλας για Lana Altacher & Associates LLC, δικηγόρος για τον αιτητή.
Ι. Χαραλάμπους (κα) για Μιχαηλίδη & Χαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα Προσφυγή ο αιτητής -και δια των αιτητικών της Προσφυγής υπό παραγράφους (Α) (Β) και (Γ)-στρέφεται κατά της νομιμότητας της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 13.9.2026 να κηρυχθεί ως απαγορευμένος μετανάστης καθώς και κατά της νομιμότητας των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ίδιας ημερομηνίας.
Στο σημείο αυτό οφείλει να επισημανθεί ότι τα όσα επιζητούνται ως θεραπεία με το αιτητικό υπό παράγραφο (Δ) δεν αφορούν άλλη ξεχωριστή διοικητική πράξη, ώστε να δύναται να προσβληθεί δια ξεχωριστής θεραπείας, αλλά λόγο ακύρωσης που άπτεται της νομιμότητας της ίδιας πάντοτε απόφασης για έκδοση του διατάγματος απέλασης που προσβάλλεται με το αιτητικό υπό παράγραφο (Β).Συνεπώς η αιτούμενη θεραπεία υπό παράγραφο (Δ) απορρίπτεται.
Ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο των ενώπιον μου φακέλων, ο αιτητής είναι υπήκοος Ρουάντας, ο οποίος εισήλθε, σε άγνωστο χρόνο, στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας μέσω των κατεχόμενων περιοχών.
Στις 22.5.2024, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 30.6.2024. Κατά της νομιμότητας της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης, ο αιτητής καταχώρησε την Προσφυγή αρ.3536/24 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 11.12.2025.
Στις 17.4.2026 ο αιτητής υπέβαλε πρώτη μεταγενέστερη αίτηση για χορήγηση διεθνούς προστασίας. Ακολούθως στις 27.4.2026 υπέβαλε δια μέσου του συνηγόρου του σχετικό αίτημα για να του παραχωρηθεί άδεια διαμονής και /ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωμα νόμιμης παραμονής για λόγους φιλευσπλαχνίας ή ανθρωπιστικούς λόγους, στη βάση του άρθρου 18 ΟΗ (4) του Κεφ.105.
Στις 13.9.2026, ο αιτητής εντοπίστηκε από μέλη της Αστυνομίας και συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία. Κατά την ίδια ημέρα εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης κατά του αιτητή, έρεισμα των οποίων, αποτέλεσε η κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη λόγω της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία από τις 11.12.2025, ημερομηνία κατά την οποία απορρίφθηκε η Προσφυγή του κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας.
Στις 17.9.2026 με σχετική απόφαση της Διευθύντριας του Τμήματος η ισχύς του διατάγματος απέλασης ανεστάλη ένεκα, ως αυτούσια αναγράφεται, του ανασταλτικού χαρακτήρα της Προσφυγής.
Σημειώνεται δε ως διαφαίνεται και από το ερυθρό 132 του Τεκμηρίου 1 ότι στις 24.9.2026, ήτοι μετά την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, ζητήθηκαν με επιστολή ίδιας ημερομηνίας οι απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με την οικογένεια του αιτητή και δη σε σχέση με το βέλτιστο συμφέρον των δυο ανήλικων τέκνων του καθώς και την οικογενειακή κατάσταση του αφού η συμβία και μητέρα των παιδιών του αιτητή, ως καταγράφεται, είναι αιτήτρια ασύλου. Οφείλει δε να υπομνησθεί ότι οι απόψεις των ΥΚΕ δεν είχαν ληφθεί μέχρι την ημερομηνία επιφύλαξης της απόφασης, ως άλλωστε είναι παραδεκτό και από την πλευρά των καθ΄ων η αίτηση.
Προχωρώ να εξετάσω τους ισχυρισμούς του αιτητή, ως αυτοί εγείρονται στη γραπτή του αγόρευση.
Επί της ουσίας, η πλευρά του αιτητή ισχυρίζεται ότι η έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων συνιστά προϊόν ελλιπούς έρευνας και εσφαλμένης αιτιολογίας καθώς και ότι αυτά εκδοθήκαν υπό καθεστώς πραγματικής πλάνης και κατά παράβαση των αρχών της χρηστής διοίκησης, της καλής πίστης και της αναλογικότητας. Περαιτέρω δε ισχυρίζεται ο αιτητής ότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα παραβιάζουν το άρθρο 18ΟΖ του Κεφ.105 και την προσωπική και οικογενειακή ζωή του αιτητή κατά παράβαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ καθώς και τα δικαιώματα των τέκνων του, ως αυτά κατοχυρώνονται στα άρθρα 6 και 22 του Περί της Συμβάσεως περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικός) Νόμος του 1990 Ν. 243/1990. Αποτελεί δε κύρια και κεντρική θέση του αιτητή, επί της οποίας στηρίζει τους πιο πάνω ισχυρισμούς του, ότι δεν λήφθηκε υπόψη πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων αποφάσεων η οικογενειακή κατάσταση του αιτητή, η οποία ήταν γνωστή στη διοίκηση και δεν τηρήθηκαν οι απαιτήσεις του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ.105, οι οποίες επιβάλετο να τηρηθούν ένεκα δε και της ύπαρξης των δυο ανήλικων τέκνων του αιτητή καθώς και του γεγονότος ότι η συμβία του αιτητή και μητέρα των παιδιών του είναι αιτήτρια ασύλου. Τονίζεται δε και σε ότι αφορά το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης, ότι η περίπτωση του αιτητή τουλάχιστον επέβαλε την εφαρμογή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.
Η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση ανταπάντησε με τη γραπτή της αγόρευση στους πιο πάνω ισχυρισμούς, υποστηρίζοντας τη νομιμότητα των προσβαλλόμενων αποφάσεων.
Έχω εξετάσει με προσοχή τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έθεσαν ενώπιον μου σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης (Τεκμήριο 1) καθώς και του φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου (Τεκμήριο 1A).
Καταρχάς οφείλει να υπομνησθεί ότι η πλευρά του αιτητή δεν αμφισβητεί -κάτι άλλωστε που προκύπτει και από τα ενώπιον μου έγγραφα και ορθώς υποδεικνύει και η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση – ότι ο αιτητής κατά το χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων ήτοι στις 13.9.2026, δεν διέθετε καθεστώς νόμιμης διαμονής αλλά παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία ως απαγορευμένος μετανάστης. Τούτο δε αφού ήδη από τις 11.12.2025 είχε εκδοθεί επικυρωτική απόφαση από το Δ.Δ.Δ.Π σε σχέση με την Προσφυγή που ο αιτητής άσκησε κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί της αρχικής αιτήσεως του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας. Στο σημείο αυτό και παρόλο που η πλευρά του αιτητή δεν εισηγήθηκε ευθέως κάτι τέτοιο, ώστε το όλο ζήτημα να πρέπει πράγματι να απασχολήσει το Δικαστήριο παρεμβάλλεται ότι είναι ορθή η θέση των καθ΄ων η αίτηση ότι η απλή υποβολή, στις 24.7.2026, αιτήματος του αιτητή στη βάση των προνοιών του άρθρου 18 ΟΗ (4) του Κεφ.105 και η εκκρεμότητα αυτού[1] δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου την νομιμοποίηση του καθεστώτος της παράνομης παραμονής του αιτητή και/ή την απόκτηση δικαιώματος παραμονής του αιτητή στη Δημοκρατία.
Ως ήδη αναφέρθηκε, αποτέλεσε βασική θέση του αιτητή ότι κατά το χρόνο κήρυξης του αιτητή σε απαγορευμένο μετανάστη και έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ο αιτητής ήταν πατέρας δύο δίδυμων ανήλικων παιδιών τα οποία γεννήθηκαν στις 22.4.2026 και τα οποία απέκτησε με τη συμβία του, η οποία σύμφωνα με τον αιτητή εκκρεμούσης της εκδίκασης της Προσφυγής της αρ.3113/24 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, διατηρεί στη Δημοκρατία αυτοτελή δικαίωμα παραμονής υπό το καθεστώς της αιτήτριας διεθνούς προστασίας. Το γεγονός αυτό της ύπαρξης της οικογένειας του αιτητή, συνεχίζει η πλευρά του αιτητή, ήταν γνωστό στους καθ’ ων η αίτηση, μεταξύ άλλων και από την προσπάθεια που ο ίδιος έκανε για να νομιμοποιήσει την παραμονή του στη Δημοκρατία ήτοι μέσω της επιστολής που απέστειλε ο συνήγορος του αιτητή ημερομηνίας 24.7.2026 προς τον Υφυπουργό Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας και δη σε χρόνο πριν από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Με την επιστολή αυτή ο αιτητής αιτείτο δυνάμει του άρθρου 18 ΟΗ (4) του Κεφ. 105 την παραχώρηση άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, αίτημα το οποίο, ως υποβάλλεται, ουδέποτε απαντήθηκε. Περαιτέρω και προς επίρρωση της θέσης του η πλευρά του αιτητή παραπέμπει και στη μεταγενέστερη υποβληθείσα αίτηση του αιτητή για χορήγηση διεθνούς προστασίας ημερομηνίας 17.4.2026, στην οποία, ως σημειώνει, υπάρχει ρητή καταγραφή εκ μέρους του αιτητή στην επικείμενη απόκτηση των δυο δίδυμων παιδιών του τα οποία γεννήθηκαν στις 22.4.2026. Τα πιστοποιητικά γέννησης των τέκνων του αιτητή καθώς και οι αιτήσεις που υποβλήθηκαν, για λογαριασμό τους, για χορήγηση στα τέκνα του αιτητή καθεστώτος διεθνούς προστασίας στην Υπηρεσία Ασύλου, επισυνάφθηκαν στην Προσφυγή ως Παράρτημα Δ. Τονίζει δε η πλευρά του αιτητή ότι η οικογενειακή κατάσταση του αιτητή ήταν σαφέστατα γνωστή στους καθ΄ων η αίτηση αφού αφενός η σύλληψη του αιτητή στις 13.9.2026 διενεργήθηκε στην παρουσία της συμβίας του και των ανήλικων τέκνων του αφετέρου δε διότι ο αιτητής ανέφερε στον αρμόδιο αστυνομικό τις οικογενειακές του περιστάσεις και δη την ύπαρξη των δύο ανήλικων τέκνων του και της συμβίας και μητέρας των παιδιών του καθώς και του γεγονότος ότι η τελευταία είναι αιτήτρια ασύλου. Όλα τα πιο πάνω, εισηγείται ο αιτητής, ουδόλως λήφθηκαν υπόψη και ουδόλως απασχολήσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων τους καθ’ ων η αίτηση αλλά ούτε και υπάρχει πουθενά οποιαδήποτε αναφορά στις οικογενειακές περιστάσεις του αιτητή. Είναι για όλους τους πιο πάνω λόγους, ως εισηγείται η πλευρά του αιτητή, που τα επίδικα διάταγμα λήφθηκαν υπό πλάνη και χωρίς να προηγηθεί η δέουσα έρευνα καθώς και κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 18 ΟΖ του Κεφ.105, το οποίο επέβαλε να ζητηθούν πριν από την έκδοση των διαταγμάτων οι απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ως προς το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών και την οικογενειακή ζωή.
Η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση αντιτείνει ότι δεν έχει εμφιλοχωρήσει πλάνη κατά τη λήψη των προσβαλλόμενων αποφάσεων και ότι η έρευνα που διενεργήθηκε ήταν η δέουσα. Ειδικότερα υποβάλλεται ότι «μετά την έκδοση των Διαταγμάτων, περιήλθε στο Τμήμα επιστολή του Δικηγόρου του Αιτητή, στην οποία παρατίθεντο περαιτέρω στοιχεία σε σχέση με την οικογενειακή του κατάσταση» και συνεπώς προκύπτει «ότι τα ειδικότερα δεδομένα που αφορούσαν τη σύντροφο, τα ανήλικα τέκνα και την οικογενειακή κατάσταση του Αιτητή αποτέλεσαν αντικείμενο περαιτέρω διερεύνησης και επαλήθευσης από τη Διοίκηση μετά την έκδοση των επίδικων Διαταγμάτων». Ως εκ τούτου, συνεχίζει η ευπαίδευτη συνήγορος δεν ευσταθεί ούτε η θέση του αιτητή ότι δεν λήφθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο υπόψη το βέλτιστο συμφέρον των τέκνων του αιτητή και η οικογενειακή του κατάσταση, αφού μετά τη γνωστοποίηση και επαλήθευση των σχετικών στοιχείων, οι καθ' ων η αίτηση απέστειλαν επιστολή στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, ζητώντας τη συνδρομή και τις απόψεις τους ως προς τις οικογενειακές περιστάσεις του αιτητή και το συμφέρον των δύο ανήλικων τέκνων του.
Καταρχάς και πάρα τη θέση του αιτητή ότι ο ίδιος είχε αναφέρει κατά τη σύλληψη του, η οποία κατά τους ισχυρισμούς του έλαβε χώρα εντός της οικίας του και δη ενώπιον της συμβίας του και των δυο ανήλικων τέκνων του, στον αστυνομικό της ΥΑΜ τις οικογενειακές του περιστάσεις, υποδεικνύοντας μάλιστα ότι η συμβία και μητέρα των δυο ανήλικων τέκνων του κατέχει καθεστώς αιτήτριας ασύλου, εντούτοις στη σχετική κατάθεση του αστυνομικού (ερυθρό 91 του Τεκμηρίου 1) δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε καταγραφή επί τούτου. Με δεδομένο ότι δεν επιχειρήθηκε από την πλευρά του αιτητή η προσαγωγή μαρτυρίας προκειμένου να ανατραπεί το τεκμήριο νομιμότητας που περιβάλλει τα όσα ο αστυνομικός κατέγραψε, τα όσα η πλευρά του αιτητή διατείνεται ότι γνώριζε και/ή ανέφερε στον αστυνομικό της ΥΑΜ, ουδόλως και κατά πάγια νομολογιακή αρχή, μπορούν να αποτελέσουν μαρτυρία ή μπορούν να αποδείξουν πραγματικά γεγονότα ώστε να ανατρέψουν το τεκμήριο νομιμότητας που τα περιβάλλει (Αρχή Τηλεπικοινωνίων Κύπρου v Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 36/2021, ημερομηνίας 15/10/24) Θεοφάνους v Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 142/19, ημερομηνίας 25/1/24).
Παρόλα αυτά δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι οι οικογενειακές περιστάσεις του αιτητή και η ύπαρξη των ανήλικων δίδυμων τέκνων του, τα οποία γεννήθηκαν στις 22.4.2026 δεν είχαν τεθεί για πρώτη φορά ενώπιον των καθ΄ων η αίτηση μέσω του ηλεκτρονικού μηνύματος που απέστειλε, δυο περίπου ώρες μετά τη σύλληψη του αιτητή, η συνήγορος του αιτητή ήτοι στις 13.9.2026 ημέρα κατά την οποία εκδόθηκαν και τα επίδικα διατάγματα και επομένως ως εισηγούνται οι καθ΄ων η αίτηση σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων. Άλλωστε, ως παρατηρώ, δια του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος, στο οποίο υπάρχει σαφέστατη αναφορά στα τέκνα του αιτητή και στην ιδιότητα της συμβίας και μητέρας των παιδιών του ως αιτήτριας ασύλου, υπενθυμίζεται προς τους καθ΄ων η αίτηση ότι ο αιτητής έχει καταχωρήσει μεταγενέστερη, μετά την απόκτηση των παιδιών του, αίτηση για χορήγηση διεθνούς προστασίας, η εξέταση της οποίας, ως αναφέρεται, εκκρεμεί καθώς και ότι ο αιτητής στις 24.7.2026 είχε αποστείλει μέσω του συνηγόρου του επιστολή προς τον αρμόδιο Υφυπουργό, όπου ως αυτούσια καταγράφεται, ζητά ειδική άδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους επικαλούμενους το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών του. Σε αντίθεση, λοιπόν, με τη θέση της πλευράς των καθ΄ων η αίτηση ότι «η Διοίκηση προχώρησε σε περαιτέρω διερεύνηση μόλις τέθηκαν ενώπιον της τα ειδικότερα οικογενειακά δεδομένα» από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης και του φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου δεικνύεται ακριβώς το αντίθετο. Ειδικότερα, ως παρατηρώ, το γεγονός της ύπαρξης των ανήλικων δίδυμων και εξαρτώμενων μελών της οικογένειας του αιτητή αποτυπώθηκε ρητώς, όπως και τα ονόματα αυτών και η ημερομηνία γεννήσεως τους στην επιστολή ημερομηνίας 24.7.2026 που απέστειλε ο συνήγορος του αιτητή δια της οποίας και αφού παρατίθετο με λεπτομερή τρόπο οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του αιτητή ζητείτο η έκδοση άδειας διαμονής ή άλλης άδειας που παρέχει δικαίωμα παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους δυνάμει, των προβλεπόμενων στο άρθρο 18 ΟΗ(4) και του 18 ΟΖ του Κεφ. 105, υπό το φως, ως αναφέρετο, του βέλτιστου συμφέροντος των δυο δίδυμων ανήλικων τέκνων του αιτητή και της προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Μάλιστα δε, δεν θα μπορούσα να μην παρατηρήσω ότι στην επιστολή αυτή, η οποία ως είναι άλλωστε παραδεκτό απεστάλη σε χρόνο πρωθύστερο της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων προς τον Υφυπουργό Μετανάστευσης, επισυνάπτονταν και τα πιστοποιητικά γέννησης των παιδιών του αιτητή (βλ. ερυθρά 13-26 του Τεκμηρίου 1).
Σημειώνεται δε ότι είναι ορθή η θέση της πλευράς του αιτητή ότι αναφορά σε σχέση με τα τέκνα του και τη συμβία του καθώς και των στοιχείων αυτής (αριθμός φακέλου Υπηρεσίας Ασύλου και το τηλέφωνο της) υπήρξε στα πλαίσια της πρώτης μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή, η οποία υποβλήθηκε την 17.4.2026, ήτοι πριν την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Ως και πάλι επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της ίδιας της αιτήσεως του (ερυθρά 78-86 του Τεκμηρίου 1 Α), ο αιτητής πλην των πιο πάνω αναφορών του επισύναψε ιατρική βεβαίωση από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού ημερομηνίας 25.2.2026 δια της οποίας βεβαιώνετο ότι η συμβία του αιτητή ήταν έγκυος καθώς και σχετικό υπερηχογράφημα των δίδυμων παιδιών του τα οποία, ως κατέγραφε, αναμένονταν να γεννηθούν. Σημειώνεται δε, ότι τα τέκνα του αιτητή, σύμφωνα και με τα πιστοποιητικά γεννήσεως τους τα οποία περιλαμβάνονται και στο φάκελο της Υπηρεσίας Ασύλου, γεννήθηκαν στις 22.4.2026.
Άλλωστε από τον ίδιο το φάκελο της Υπηρεσίας Ασύλου προκύπτει σαφώς ότι είχαν υποβληθεί και μάλιστα στις 25.5.2026 είχαν παραληφθεί από τη διοίκηση, ήτοι αμέσως δε μετά τη γέννηση τους και επομένως πολύ πιο πριν την έκδοση των διαταγμάτων, αιτήσεις για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας αναφορικά με τα δυο νεογέννητα δίδυμα τέκνα του αιτητή. Σημειώνεται δε ότι στο φάκελο της Υπηρεσίας Ασύλου δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε απόφαση επί των εν λόγω αιτήσεων.
Τα πιο πάνω, δεν θα μπορούσαν να μην ιδωθούν σε συνάρτηση με το καθοριστικό και καίριο γεγονός ότι εκκρεμούσης της Προσφυγής αρ.3113/24 ενώπιον του ΔΔΔΠ, ως προς το καθεστώς της συμβίας του αιτητή και μητέρας των παιδιών του, η τελευταία, ως αιτητής διεθνούς προστασίας, έχει δικαίωμα παραμονής μέχρι την έκδοση της εν λόγω απόφασης. Τούτο άλλωστε επιβεβαιώνεται από την ίδια την επιστολή του Τμήματος ημερομηνίας 24.9.26 (ερυθρό 132 Τεκμηρίου 1)δια της οποίας και μετά την έκδοση, πλέον, των προσβαλλόμενων αποφάσεων ζητήθηκε η συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και στην οποία ρητώς καταγράφεται ότι αιτητής είναι πατέρας δίδυμων τέκνων, τα οποία απέκτησε με αλλοδαπή, η οποία, ως αυτούσια καταγράφεται, είναι αιτήτρια ασύλου. Το πιο πάνω παραδεκτό γεγονός επίσης επιβεβαιώνεται και από τα ερυθρά 134-137 του Τεκμηρίου 1 τα οποία συνιστούν έγγραφα από το μηχανογραφημένο σύστημα της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με την εν λόγω αλλοδαπή.
Στη βάση των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι πριν από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων δεν φαίνεται να απασχόλησε πράγματι και να διερευνήθηκε- ώστε να αποκαλύπτεται εξ αντικειμένου ελλιπής έρευνα και το ενδεχόμενο πλάνης σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα να μην μπορεί να αποκλειστεί-η οικογενειακή κατάσταση του αιτητή και δη η ύπαρξη των ανήλικων τέκνων του σε συνάρτηση πάντοτε με το καθεστώς παραμονής της συμβίας του αιτητή και μητέρας των τέκνων του αιτητή, η οποία διατηρεί δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, μέχρι την εκδίκαση της Προσφυγής της από το ΔΔΔΠ αλλά και των ίδιων των παιδιών του. Μάλιστα, προς αυτή την κατεύθυνση, παρατηρώ ότι ούτε και στην επιστολή της ΥΑΜ προς τη Διευθύντρια ημερομηνίας 13.9.2026, όπου εκτίθεται το ιστορικό του αιτητή και υποβάλλεται εισήγηση για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων δεν διενεργείται οποιαδήποτε έστω αναφορά στην οικογενειακή κατάσταση του αιτητή. Τούτο όμως και υπό τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης, ως αυτά έχουν εκτεθεί ανωτέρω (Δημοκρατία ν. Karsang Dorje Lama, Ε.Δ.Δ. 15/2025, ημερ. 4.12.2025) Israel Maweja v Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ ΑΡ. 14/25, ημερομηνίας 15/9/25) επιβάλετο ώστε να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 18 ΟΖ του Κεφ.105 και δη να λάβει χώρα η εξέταση των εν λόγω δεδομένων, λαμβανομένου υπόψη του βέλτιστου συμφέροντος των ανήλικων τέκνων του αιτητή και της οικογενειακής ζωής με τη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας .
Δεν παραβλέπω ότι μετά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων ζητήθηκαν οι απόψεις των καθ΄ ύλην αρμόδιων Υπηρεσιών, τούτο ωστόσο αφορά σε ενέργεια εκτός του ουσιώδους χρόνου έκδοσης των επίδικων αποφάσεων. Εν πάση περιπτώσει οι απόψεις αυτές, ως ήδη έχει επισημανθεί, δεν είχαν ληφθεί μέχρι την ημερομηνία επιφύλαξης της απόφασης.
Το άρθρο 18ΟΖ του Κεφ. 105 προνοεί τα ακόλουθα:
«18ΟΖ. Κατά την εφαρμογή των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ, ο Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης τηρεί την αρχή της μη επαναπροώθησης και λαμβάνει δεόντως υπόψη –
(α) τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, και
(β) την οικογενειακή ζωή, με τη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, και
(γ) την κατάσταση της υγείας του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας, στη βάση έκθεσης του Τμήματος Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας.»
Συνεπώς και υπό τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης επιβάλλεται η επανεξέταση προς εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18 ΟΖ του Κεφ. 105, αφού δε πρώτα ληφθούν οι απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.
Κατά συνέπεια, η προσφυγή επιτυγχάνει και τα προσβαλλόμενα διατάγματα ακυρώνονται με έξοδα €1400 πλέον ΦΠΑ υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση.
Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.
[1] Ως προς το εν λόγω αίτημα από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι αποστάληκε για πρώτη φόρα από τη διοίκηση απάντηση στις 22.9.2026 (ερυθρό 130 του Τεκμηρίου1) δια της οποίας ο συνήγορος του αιτητή πληροφορείτο ότι αυτό έχει προωθηθεί για εξέταση καθώς και ότι θα έπρεπε να αποσταλεί έγγραφο εξουσιοδότησης υπογεγραμμένο από τον αιτητή ώστε να καταστεί δυνατή η ενημέρωση του δικηγόρου του αιτητή.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο