ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 784/2020
3 Νοεμβρίου 2026
[Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ/στής Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Ν. Χ.
Αιτητής
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Καθ' ης η Αίτηση
……………………………
Νικόλας Παπαμιχαήλ, για Α. Παπαμιχαήλ & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι για τον Αιτητή.
Δένα Μαρία Εργατούδη, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, μαζί με την ασκούμενη δικηγόρο Νεφέλη Κυριάκου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Καθ' ης η Αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ.Δ.Δ.: Ο Αιτητής, δεσμοφύλακας στο Τμήμα Φυλακών, αιτείται δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση της Καθ' ης η Αίτηση, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 3.7.2020 (αρ. 5283, αρ. γνωστοποίησης 510), με την οποία προήχθησαν στη μόνιμη θέση Αρχιδεσμοφύλακα, από 15.6.2020, οι δεσμοφύλακες που αναγράφονται στον κατάλογο που επισυνάπτεται στην Αίτηση του (εφεξής «τα Ε.Μ.»), αντί του Αιτητή, είναι άκυρη, παράνομη και στερείται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Η προσβαλλόμενη πράξη εντάσσεται στη διαδικασία πλήρωσης 21 κενών μόνιμων θέσεων Αρχιδεσμοφύλακα στο Τμήμα Φυλακών, που είναι θέση προαγωγής, στη βάση πρότασης της αρμόδιας αρχής ημερομηνίας 18.10.2019. Ο Αιτητής, ο οποίος προσελήφθη ως έκτακτος δεσμοφύλακας την 1.7.1997 και μονιμοποιήθηκε την 15.8.2001, συμπεριλαμβανόταν στον κατάλογο των υποψηφίων για προαγωγή στην επίδικη θέση.
Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας (εφεξής «η Ε.Δ.Υ.» ή «η Επιτροπή») επιλήφθηκε του θέματος στη συνεδρία της ημερομηνίας 25.5.2020 (θέμα Β.(2)(5)), στην οποία κλήθηκε και παρέστη η Διευθύντρια των Φυλακών (εφεξής «η Διευθύντρια»). Η Διευθύντρια σύστησε για προαγωγή όλους τους προσοντούχους υποψηφίους, πλην ενός που κρίθηκε ακατάλληλος και πλην του Αιτητή, για τον οποίο ανέφερε τα εξής:
«Όσον αφορά τον υποψήφιο {Ν.Χ.}, εισηγούμαι τη μη προαγωγή του στο παρόν στάδιο, αλλά η περίπτωσή του να παραμείνει σε εκκρεμότητα για τους λόγους που αναφέρονται κατωτέρω.»
«(2) Ο υποψήφιος {Ν.Χ.} έχει παραπεμφθεί σε Ιατροσυμβούλιο ενόψει και της έκθεσής του, την οποία μου υπέβαλε στις 12.4.2020, την οποία υπογράφει ο ίδιος, και στην οποία δηλώνει αδυναμία να ανταποκριθεί στα καθήκοντα της θέσης του Δεσμοφύλακα για λόγους υγείας. [...] Συνεπώς, εισήγησή μου είναι η μη προαγωγή του στο παρόν στάδιο, αλλά η περίπτωση του συγκεκριμένου υποψηφίου να παραμείνει σε εκκρεμότητα μέχρι τη γνωμάτευση του Ιατροσυμβουλίου.»
Η Ε.Δ.Υ., αφού ασχολήθηκε και η ίδια με την καταλληλότητα των υποψηφίων, εξετάζοντας τους προσωπικούς φακέλους και τους φακέλους των Ετήσιων Υπηρεσιακών εκθέσεων των υποψηφίων και λαμβάνοντας υπόψη τη σύσταση της Διευθύντριας, έκρινε κατάλληλους 18 υποψηφίους, ήτοι τα Ε.Μ., και αποφάσισε να τους προσφέρει προαγωγή από 15.6.2020. Ως προς τον Αιτητή, στο πρακτικό της η Ε.Δ.Υ. κατέγραψε τα ακόλουθα:
«Περαιτέρω, η Επιτροπή, δεδομένης της δήλωσης της Διευθύντριας Φυλακών ότι ο υποψήφιος με α/α 8, {Ν.Χ.}, αδυνατεί να εκτελέσει τα καθήκοντά του για λόγους υγείας, αποφάσισε ότι όσον αφορά τη συγκεκριμένη θέση θα επανέλθει όταν θα έχει ενώπιον της και την έκθεση του Ιατροσυμβουλίου.»
Ενόψει των ανωτέρω, η Επιτροπή σημείωσε ότι «δύο θέσεις παραμένουν κενές και μια θέση σε εκκρεμότητα». Στις 29.6.2020, απαντώντας σε επιστολή του Αιτητή ημερομηνίας 3.6.2020, η Ε.Δ.Υ. τον ενημέρωσε, μεταξύ άλλων, ότι ανέβαλε στο παρόν στάδιο την εξέταση της υποψηφιότητάς του και ότι θα επανέλθει όταν και εφόσον τεθεί ενώπιον της η έκθεση του Ιατροσυμβουλίου, ουσιαστικά με σκοπό τη διαπίστωση της ικανότητάς του να εκτελεί τα καθήκοντα της θέσης, ενόψει των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε.
Ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα προσφυγή στις 27.8.2020.
Μεταγενέστερα, η Ε.Δ.Υ., στη συνεδρία της ημερομηνίας 15.9.2020, αποφάσισε να προχωρήσει στην πλήρωση της εκκρεμούσας θέσης, κατόπιν σχετικής ενημέρωσης της Διευθύντριας, η οποία ενημέρωσε την Επιτροπή για τις γνωματεύσεις του Ιατροσυμβουλίου ημερομηνιών 19.6.2020, 17.7.2020 και 4.8.2020, καθώς και για την επιστροφή του Αιτητή στα καθήκοντά του από την 1.8.2020. Στη συνεδρία της ημερομηνίας 26.11.2020, η Διευθύντρια σύστησε τον Αιτητή ως τον μοναδικό προσοντούχο υποψήφιο για την εκκρεμούσα θέση και κατέθεσε νεότερη έκθεση του Ιατροσυμβουλίου ημερομηνίας 3.11.2020, σύμφωνα με την οποία ο Αιτητής ήταν στο στάδιο εκείνο ικανός να εκτελεί πλήρως τα καθήκοντά του. Η Επιτροπή τον προήγαγε στην εκκρεμούσα θέση και όρισε ως ημερομηνία ισχύος της προαγωγής του την 1.8.2020, κρίνοντας ότι δεν υπήρχε δυνατότητα καθορισμού της ημερομηνίας 15.6.2020, αφού το Ιατροσυμβούλιο τον είχε κρίνει ανίκανο για την περίοδο αυτή.
Η Ε.Δ.Υ. επανεξέτασε το θέμα της ημερομηνίας ισχύος της προαγωγής του Αιτητή, κατόπιν αιτημάτων του δικηγόρου του ημερομηνιών 7.12.2020 και 11.1.2021, στις συνεδρίες της 15.12.2020 και 3.2.2021 αντίστοιχα και δε διαφοροποίησε την απόφασή της. Στη δεύτερη μάλιστα σημείωσε ότι έχει καταχωρηθεί η παρούσα προσφυγή και έκρινε ότι το θέμα θα πρέπει να αφεθεί να κριθεί από το Δικαστήριο. Σημειώνεται ότι οι μεταγενέστερες της 25.5.2020 αποφάσεις και/ή ενέργειες της Ε.Δ.Υ. δεν προσβάλλονται με την παρούσα προσφυγή, ούτε έχουν προσβληθεί με άλλη προσφυγή σύμφωνα με τις δηλώσεις των μερών.
Είναι η θέση του Αιτητή ότι, ως προσοντούχος για την επίδικη θέση, θα έπρεπε να συγκαταλέγεται στους επιλεγέντες και να προαχθεί από 15.6.2020, όπως αντίστοιχα έπραξε η Ε.Δ.Υ. για τα Ε.Μ. κατά τις 25.5.2020. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η ανικανότητα να εκτελεί τα καθήκοντά του ήταν πρόσκαιρη και όχι μόνιμη και δεν μπορούσε να του στερήσει την προαγωγή κατά τον ουσιώδη χρόνο, με αποτέλεσμα να υστερεί πλέον σε αρχαιότητα έναντι των προαχθέντων Ε.Μ. Το μοναδικό του αίτημα, όπως δηλώνει στη γραπτή του αγόρευση, είναι «όπως η προαγωγή του όπως και των υπολοίπων προαχθέντων άρχεται από 15/6/20».
Η Καθ' ης η Αίτηση προβάλλει προδικαστική ένσταση, με την οποία εισηγείται ότι ο Αιτητής δεν έχει το απαιτούμενο έννομο συμφέρον να προσβάλλει την προαγωγή των Ε.Μ., αφού αυτά δεν προήχθησαν αντί του Αιτητή και ότι οι ισχυρισμοί του αφορούν στην ημερομηνία ισχύος της προαγωγής του, ζήτημα που κρίθηκε με μεταγενέστερες πράξεις της Ε.Δ.Υ., οι οποίες δεν έχουν προσβληθεί. Όπως τονίστηκε από την Καθ' ης η Αίτηση, κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, οι μεταγενέστερες αυτές πράξεις ήταν οι μόνες εκτελεστές. Συγκεκριμένα επί τούτου, η θέση της είναι ότι, ως προς τον Αιτητή, η διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε με την απόφαση της 25.5.2020, αλλά ολοκληρώθηκε μεταγενέστερα, όταν η Ε.Δ.Υ. είχε ενώπιον της τις εκθέσεις του Ιατροσυμβουλίου και τον προήγαγε από 1.8.2020. Ως προς την ουσία, υποστηρίζει ότι η απόφαση είναι νόμιμη, δεόντως αιτιολογημένη και προϊόν δέουσας έρευνας.
Ξεκινώντας από το δεύτερο σκέλος της προδικαστικής ένστασης, δε θα συμφωνήσω με την εισήγηση της Καθ' ης η Αίτηση ότι, ως προς τον Αιτητή, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν εκτελεστή και ότι μόνη εκτελεστή πράξη ήταν η μεταγενέστερη απόφαση ημερομηνίας 26.11.2020. Κριτήριο για την εκτελεστότητα μιας διοικητικής πράξης είναι η παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων, δηλαδή η γένεση εξ αυτής δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (βλ. Δημοκρατία v. Sunoil Bunkering Ltd (1994) 3 Α.Α.Δ. 26). Με την προσβαλλόμενη απόφαση ημερομηνίας 25.5.2020, η Ε.Δ.Υ., έχοντας ενώπιον της τον κατάλογο των προσοντούχων υποψηφίων, στον οποίο συμπεριλαμβανόταν και ο Αιτητής, αποφάσισε ποιοι από αυτούς θα προαχθούν από 15.6.2020 και δεν προήγαγε τον Αιτητή, για τον λόγο ότι, κατά τη δήλωση της Διευθύντριας, κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία, αδυνατούσε να εκτελέσει τα καθήκοντά του για λόγους υγείας. Η απόφαση κοινοποιήθηκε στον Αιτητή με την επιστολή ημερομηνίας 29.6.2020, ενώ η προαγωγή των Ε.Μ. δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 3.7.2020. Ανεξαρτήτως της διατύπωσης περί αναβολής της εξέτασης της υποψηφιότητας, ουσιαστικά κρίθηκε ότι ο Αιτητής δε θα προαγόταν κατά την εν λόγω διαδικασία στις 25.5.2020. Η κρίση αυτή είχε και έχει άμεσες συνέπειες για τον Αιτητή, ο οποίος, αν είχε προαχθεί κατά τη συνεδρία εκείνη, δε θα υστερούσε σήμερα έναντι των υπολοίπων προαχθέντων, κατά περίπου ενάμισι μήνα, σε αρχαιότητα και δε θα είχε απωλέσει τις συναφείς οικονομικές απολαβές για το χρονικό αυτό διάστημα. Η συνέπεια αυτή επηρεάζει την υπηρεσιακή του κατάσταση, δεν είναι υποθετική ούτε μελλοντική και η απόφαση δεν αποτελεί ενδιάμεσο ή προπαρασκευαστικό μέτρο. Η απόφαση παρήγαγε, επομένως, έννομα αποτελέσματα και είναι εκτελεστή, σύμφωνα με το κριτήριο που προαναφέρθηκε (βλ. Sunoil Bunkering, ανωτέρω).
Δεν παραβλέπω ότι η Ε.Δ.Υ. επανήλθε στις 26.11.2020 για να πληρώσει την εκκρεμούσα θέση, μετά από νέα έρευνα για την κατάσταση του Αιτητή, με βάση νέα στοιχεία, ήτοι τις εκθέσεις του Ιατροσυμβουλίου, ούτε ότι και η πράξη εκείνη ήταν εκτελεστή ως προς τον καθορισμό της ημερομηνίας προαγωγής του Αιτητή. Πράγματι, αν ο Αιτητής ήθελε να αμφισβητήσει την ημερομηνία ισχύος της προαγωγής του με βάση τα στοιχεία που ακολούθησαν, έπρεπε να προσβάλει και την πράξη εκείνη. Αυτό όμως δεν αναιρεί τον εκτελεστό χαρακτήρα της προηγούμενης απόφασης ούτε στερεί από τον Αιτητή το έννομο συμφέρον να ζητά τον έλεγχο της νομιμότητάς της, διότι σε περίπτωση επιτυχίας του στην παρούσα προσφυγή, η πράξη εξαφανίζεται και η διοίκηση υποχρεούται να επαναφέρει τα πράγματα στη θέση στην οποία βρίσκονταν πριν από την έκδοση της πράξης που ακυρώθηκε, με πρακτικό όφελος για τον Αιτητή την επανεξέταση του κατά πόσον θα έπρεπε ή όχι, με βάση τα στοιχεία που είχε η Ε.Δ.Υ. ενώπιον της στις 25.05.2020, να προαχθεί στην επίδικη θέση όπως οι υπόλοιποι προαχθέντες. Συνεπώς, η προδικαστική ένσταση περί του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη απορρίπτεται.
Διαφορετικό ωστόσο είναι το ζήτημα του κατά πόσον ο Αιτητής νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα, στη βάση πάντα και των επιχειρημάτων που προβάλλει, κατά της προαγωγής των Ε.Μ. και θεωρώ ότι επ’ αυτού του σημείου η προδικαστική ένσταση της Καθ’ ης η Αίτηση ευσταθεί. Με το αιτητικό του, στην αίτηση ακυρώσεως, ο Αιτητής παραπονείται ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στην επίδικη θέση προήχθησαν τα Ε.Μ. αντί αυτού. Εντούτοις, μελετώντας το διοικητικό φάκελο και ειδικότερα τα σχετικά πρακτικά της Ε.Δ.Υ., δεν έγινε οποιαδήποτε σύγκριση του Αιτητή με τα Ε.Μ., κανένα Ε.Μ. δεν επιλέχθηκε ως καταλληλότερο του Αιτητή και υπήρχε περιθώριο για να προαχθεί και ο Αιτητής, αφού, από τις 21 θέσεις, η Επιτροπή προήγαγε 18 υποψηφίους και σημείωσε ότι δύο θέσεις παραμένουν κενές και μια θέση σε εκκρεμότητα. Η εκκρεμούσα θέση πληρώθηκε εν τέλει, σε μεταγενέστερο χρόνο, με την προαγωγή του ίδιου του Αιτητή. Ο λόγος για τον οποίο ο Αιτητής δεν προήχθη στις 25.5.2020 δεν ήταν η κατάληψη της θέσης του από άλλους, αλλά η κρίση που αφορούσε τον ίδιο, ως προς την ικανότητά του να εκτελεί τα καθήκοντα της θέσης.
Ιδιαίτερα σχετική επί του θέματος είναι η ενδιάμεση απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, ως Ακυρωτικού Δευτεροβάθμιου Δικαστικού Συμβουλίου, στις Ενστάσεις 3/2024 και 4/2024, ημερομηνίας 26.6.2024, όπου, σε διαδικασία πλήρωσης 18 θέσεων επαρχιακών δικαστών από τις οποίες πληρώθηκαν 9, κρίθηκε ότι:
«Ένας ενιστάμενος δύναται να προβάλλει λόγους ακυρώσεως οι οποίοι τον ωφελούν και μόνο εξ αντανακλάσεως πλήττουν τα συμφέροντα των επιτυχόντων υποψηφίων. Δηλαδή κανείς δεν μπορεί να προβάλλει λόγους ακυρώσεως που θα έχουν ως αποτέλεσμα (αν επιτύχουν) να πλήξουν τα συμφέροντα των επιτυχόντων υποψηφίων, χωρίς όμως να ωφελήσουν τον ίδιο. Τέτοιοι λόγοι ακυρώσεως είναι αλυσιτελείς.»
Το Συμβούλιο πρόσθεσα ως εξής:
«Ο λόγος για τον οποίο οι ενιστάμενοι δεν διορίστηκαν, δεν είναι η κατάληψη της θέσης που διεκδικούσαν με διορισμό άλλων υποψηφίων, αλλά η μη κατάληψη μίας εκ των υπολοίπων 9 κενών θέσεων που αποφασίστηκε να μην πληρωθούν [...]»
«[...] οι δύο ενιστάμενοι δεν νομιμοποιούνται να στρέφονται κατά του διορισμού των ενδιαφερομένων προσώπων. Νομιμοποιούνται σε ό,τι αφορά στο σκέλος της τελικής απόφασης που αφορά τους ιδίους και τον μη διορισμό τους παράλληλα με την μη πλήρωση των εναπομεινασών 9 κενών θέσεων.»
Η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με τα γεγονότα της πιο πάνω απόφασης, η οποία εφαρμόζεται αναλογικά και στην παρούσα. Εξάλλου, ο Αιτητής δε δηλώνει μέσω των αγορεύσεων του ότι επιδιώκει την ανατροπή της προαγωγής των Ε.Μ., παρά τη διατύπωση του αιτητικού του στην αίτηση ακυρώσεως. Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, το μοναδικό του αίτημα είναι η προαγωγή του όπως και των υπολοίπων προαχθέντων. Η ακύρωση του σκέλους της απόφασης που αφορά την προαγωγή των Ε.Μ. δε θα ωφελούσε τον Αιτητή και οι λόγοι ακύρωσης, στο μέτρο που στρέφονται κατά της προαγωγής τους, είναι αλυσιτελείς, αφού τα δικαστήρια «δεν ενεργούν επί ματαίω» (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Luchian Marina Tudor (2011) 1 ΑΑΔ 1176). Συνεπώς, η προσφυγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της προαγωγής των Ε.Μ., απορρίπτεται λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος και το σκέλος αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης επικυρώνεται.
Παραμένει προς εξέταση, υπό την έννοια που έχει εξηγηθεί, το σκέλος που αφορά τη μη προαγωγή του Αιτητή κατά τη διαδικασία που διεξήχθη ενώπιον της Ε.Δ.Υ. στις 25.5.2020. Σε αυτό εστιάζονται και οι λόγοι ακύρωσης που προωθεί ο Αιτητής με τη γραπτή του αγόρευση, οι οποίοι στρέφονται ουσιαστικά κατά της κρίσης της Ε.Δ.Υ. να μην τον προαγάγει κατά τη συνεδρία εκείνη, στη βάση της σύστασης της Διευθύντριας των Φυλακών, με την αιτιολογία ότι δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στα καθήκοντα της επίδικης θέσης.
Το Σχέδιο Υπηρεσίας της επίδικης θέσης προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι ο Αρχιδεσμοφύλακας «Εποπτεύει, καθοδηγεί, εκπαιδεύει και ελέγχει κατώτερο προσωπικό», ενώ στο τέλος περιλαμβάνεται η σημείωση πως, «Τα καθήκοντα της θέσης συνεπάγονται απασχόληση πάνω σε 24 ωρη βάση με το σύστημα βάρδιας».
Η σύσταση της Διευθύντριας διατυπώθηκε ενόψει και της έκθεσης που υπέβαλε ο ίδιος ο Αιτητής στις 12.4.2020, με την οποία ανέφερε πρόβλημα υγείας που τον ταλαιπωρούσε, λόγω του οποίου, όπως ο ίδιος ανέφερε, δεν μπορούσε τους τελευταίους μήνες να ανταποκριθεί σε καθήκοντα που απαιτούσαν περπάτημα, λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε στα πόδια. Για τον λόγο αυτό παραπέμφθηκε σε Ιατροσυμβούλιο, το οποίο θα συνερχόταν σε χρόνο μεταγενέστερο της συνεδρίας της Ε.Δ.Υ.
Στην απόφαση Στέφανος Νικολαΐδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, Υπόθεση Αρ. 511/2015, ημερομηνίας 24.8.2017, εξετάστηκε προσφυγή υποψηφίου για την ίδια θέση, ο οποίος δεν είχε συστηθεί για προαγωγή λόγω αδυναμίας ανταπόκρισης στα καθήκοντα της θέσης για λόγους υγείας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«Είναι λοιπόν σαφές ότι το γεγονός ότι δεν συστήθηκε ο αιτητής για προαγωγή στην επίδικη θέση έγκειται στην κρίση ότι αυτός δεν μπορούσε να ανταποκριθεί πλήρως στα υπό του οικείου σχεδίου υπηρεσίας προβλεπόμενα καθήκοντα και ευθύνες της επίδικης θέσης και όχι επειδή κρίθηκε ότι υστερούσε έναντι των Ε.Μ. στην αξιολόγηση των θεσμοθετημένων στοιχείων κρίσης.»
Παρότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφοροποιούνται από εκείνα της ως άνω απόφασης, αφού εκεί η έκθεση του Ιατροσυμβουλίου βρισκόταν ενώπιον της Ε.Δ.Υ., ενώ εν προκειμένω η Ε.Δ.Υ., στη βάση της σύστασης της Διευθύντριας και κατόπιν της έκθεσης του ίδιου του Αιτητή, έκρινε ότι έπρεπε πρώτα να αναμένει την απάντηση του Ιατροσυμβουλίου, θεωρώ ότι το σκεπτικό παραμένει το ίδιο και ότι η απόφαση εφαρμόζεται αναλογικά και στην παρούσα, εφόσον η αιτιολογία της μη προαγωγής του Αιτητή στις 25.5.2020 ήταν η κρίση για την ικανότητά του να εκτελεί τα καθήκοντα της θέσης και όχι η συγκριτική αξιολόγησή του με τα Ε.Μ.
Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η υιοθέτηση από την Ε.Δ.Υ. της σύστασης της Διευθύντριας, με αποτέλεσμα να μην προαχθεί, είναι αντίθετη και ασυμβίβαστη με τις αρχές της χρηστής Διοίκησης και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου και ότι είναι αδιανόητο να παραμερίζεται κάποιος, ως τιμωρητικό μέτρο, επειδή ακριβώς ασθενεί κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο Αιτητής αναφέρει επίσης ότι η Ε.Δ.Υ. έλαβε υπόψη τη δήλωση της Διευθύντριας για πρόσκαιρη ανικανότητα, επειδή αυτός ήταν με άδεια ασθενείας και εκκρεμούσε η απάντηση του Ιατροσυμβουλίου. Η Καθ' ης η Αίτηση απαντά ότι ο Αιτητής δεν προήχθη από 15.6.2020 διότι κρίθηκε εύλογα ότι δεν μπορούσε να ανταποκριθεί, κατά τον χρόνο εκείνο, στα καθήκοντα και ευθύνες της θέσης.
Δε διαπιστώνω οτιδήποτε που να στηρίζει τον χαρακτηρισμό της απόφασης ως τιμωρητικού μέτρου. Η Ε.Δ.Υ., ναι μεν δεν τον επέλεξε για προαγωγή κατά τον ουσιώδη χρόνο, επιφυλάχθηκε όμως να εξετάσει εκ νέου την υποψηφιότητα του όταν θα είχε την έκθεση του Ιατροσυμβουλίου ενώπιον της, όπως και έπραξε εν τέλει, προαγάγοντας τον στην εκκρεμούσα θέση. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Κώστας Λαζάρου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 1478/2012, ημερομηνίας 20.5.2014, ECLI:CY:AD:2014:D331, «η προαγωγή δημοσίων υπαλλήλων δεν σκοπεί [...] στην ικανοποίηση του δημοσίου υπαλλήλου, αλλά ενεργείται για το συμφέρον της δημόσιας υπηρεσίας, το οποίο και πρωτίστως εξυπηρετεί». Η ικανότητα εκτέλεσης των καθηκόντων της θέσης είναι θεμιτό στοιχείο κρίσης, δεδομένου μάλιστα ότι τα καθήκοντα συνεπάγονται απασχόληση σε 24ωρη βάση με το σύστημα βάρδιας. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω ισχυρισμοί του Αιτητή απορρίπτονται.
Ο Αιτητής εισηγείται περαιτέρω ότι η Ε.Δ.Υ. έκρινε χωρίς δέουσα έρευνα, μόνο με την υπόδειξη της Διευθύντριας ότι πιθανόν να μην μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντα της θέσης, ενώ η ανικανότητά του ήταν πρόσκαιρη και όχι μόνιμη. Επικαλείται την έκθεση του Ιατροσυμβουλίου ημερομηνίας 19.6.2020, σύμφωνα με την οποία μετά τη λήξη της άδειας ασθενείας του θα ήταν ικανός να εκτελεί τα καθήκοντά του, την έκθεση ημερομηνίας 3.11.2020, τις γνωματεύσεις ημερομηνιών 17.7.2020 και 4.8.2020, στις οποίες αναφέρεται δικαιολογημένη πιθανότητα ανάρρωσής του, και την επιστροφή του στα καθήκοντα από 1.8.2020. Η Καθ' ης η Αίτηση απαντά ότι το Ιατροσυμβούλιο είναι το πλέον αρμόδιο όργανο να γνωματεύσει επί της υγείας του Αιτητή, ότι η κρίση του είναι ανέλεγκτη εκτός αν καταδειχθεί πρόδηλο λάθος (βλ. Χριστάκης Πολυβίου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 872/2014, ημερομηνίας 22.3.2016) και ότι ο προϊστάμενος του τμήματος γνωρίζει τις ανάγκες της θέσης και των αναγκαίων προσόντων για την εκπλήρωση των καθηκόντων που συνεπάγεται (βλ. Μοδίτης ν. Δημοκρατίας (2002) 3 ΑΑΔ 695). Προσθέτει ότι η εξέταση του κατά πόσον ένας υποψήφιος μπορεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του Σχεδίου Υπηρεσίας είναι πραγματικό γεγονός που ανάγεται στο αρμόδιο όργανο, με την επέμβαση του Δικαστηρίου να δικαιολογείται μόνο σε περίπτωση πλάνης, αυθαιρεσίας ή υπέρβασης των ακραίων ορίων της διακριτικής εξουσίας (βλ. Μάριος Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 507 και Παύλος Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 102).
Αυτό που ελέγχεται είναι η κρίση της Ε.Δ.Υ. και το πραγματικό υπόβαθρο της κρίσης κατά τον ουσιώδη χρόνο λήψης της απόφασης περί μη προαγωγής του Αιτητή, όταν η γνωμάτευση του Ιατροσυμβουλίου αναμενόταν σε μεταγενέστερο χρόνο. Τα μεταγενέστερα γεγονότα και οι μεταγενέστερες γνωματεύσεις δεν αποτελούν το κριτήριο ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης.
Έχοντας μελετήσει το υλικό του διοικητικού φακέλου, κρίνω ότι η σύσταση της Διευθύντριας και η κρίση της Ε.Δ.Υ. δε βασίζονταν σε απλή πιθανότητα, ως ισχυρίζεται ο Αιτητής, ούτε στο ότι ο Αιτητής απουσίαζε με άδεια ασθενείας, αλλά στηρίζονταν σε πραγματικά γεγονότα και στην έκθεση που ο ίδιος ο Αιτητής υπέβαλε στη Διευθύντρια με επιστολή του στις 12.4.2020, στην οποία δήλωνε αδυναμία να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του για λόγους υγείας.
Επιπλέον, η Ε.Δ.Υ. αξιολόγησε και η ίδια την καταλληλότητα των υποψηφίων, εξέτασε τους φακέλους και στη συνέχεια, αντί να κρίνει τον Αιτητή ανίκανο ή ακατάλληλο, ανέβαλε την εξέταση της υποψηφιότητάς του μέχρι να έχει ενώπιον της την έκθεση του Ιατροσυμβουλίου. Εντόπισε έτσι το ουσιώδες στοιχείο που έλειπε, ήτοι την πραγματική ικανότητα του Αιτητή προς εκτέλεση των καθηκόντων της επίδικης θέσης και αποφάσισε να μην τον προαγάγει στη συγκεκριμένη συνεδρία και να αναμείνει τη σχετική γνωμάτευση του αρμοδίου οργάνου, ήτοι του Ιατροσυμβουλίου. Επομένως, δε στοιχειοθετείται έλλειψη δέουσας έρευνας ούτε πλάνη, κατά τα άρθρα 45(1) και 46(1) του Ν.158(Ι)/1999, αφού η Ε.Δ.Υ. δε στηρίχθηκε σε ανύπαρκτα γεγονότα και δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη ουσιώδη γεγονότα που ήταν ενώπιον της και τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, έθεσε ο ίδιος ο Αιτητής. Η αιτιολογία, τέλος, εμφαίνεται σαφώς στο πρακτικό της Ε.Δ.Υ. ημερομηνίας 25.5.2020 και στην επιστολή της ημερομηνίας 29.6.2020.
Ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι η ανικανότητα ήταν πρόσκαιρη δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της απόφασης. Το κριτήριο είναι η δυνατότητα ανταπόκρισης στα καθήκοντα της θέσης κατά τη διαδικασία προαγωγής και όχι η μονιμότητα της ανικανότητας. Όπως κρίθηκε στη Νικολαΐδης ανωτέρω, με αναφορά στη μεταγενέστερη προαγωγή του εκεί αιτητή:
«Αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί το πραγματικό γεγονός ότι καθ' όλο το χρόνο της υπό εξέταση προαγωγικής διαδικασίας, ο αιτητής, σύμφωνα πάντα με τη σχετική έκθεση ιατροσυμβουλίου, αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας, το οποίο εύλογα, ως έχει εκτεθεί πιο πάνω, κρίθηκε ότι συνιστούσε εμπόδιο στην υπ' αυτού ενάσκηση των καθηκόντων και ευθυνών που προβλέπονται στο σχέδιο υπηρεσίας της επίδικης θέσης, με συνακόλουθο αποτέλεσμα τη μη επιλογή του για προαγωγή στο πλαίσιο της συγκεκριμένης διαδικασίας προαγωγών.»
Επαναλαμβάνω ότι, οι εκθέσεις του Ιατροσυμβουλίου ημερομηνιών 19.6.2020 και 3.11.2020 είναι μεταγενέστερες της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν ήταν ενώπιον της Ε.Δ.Υ. στις 25.5.2020, ενώ η νομιμότητα μιας πράξης κρίνεται με βάση τα δεδομένα που ήταν ενώπιον του οργάνου κατά τον χρόνο λήψης της. Σε κάθε περίπτωση, και επικουρικά, ως προς τα μεταγενέστερα αυτά στοιχεία, η έκθεση ημερομηνίας 19.6.2020 αναφέρεται στην ικανότητα του Αιτητή μετά τη λήξη της άδειας ασθενείας του, από 13.5.2020 έως 31.5.2020, ενώ, σύμφωνα με τα πρακτικά της Ε.Δ.Υ., το Ιατροσυμβούλιο με τις γνωματεύσεις ημερομηνιών 17.7.2020 και 4.8.2020 έκρινε τον Αιτητή ανίκανο για την περίοδο από 1.6.2020 έως 31.7.2020. Ο Αιτητής δεν καταδεικνύει πρόδηλο λάθος στις γνωματεύσεις αυτές, τις οποίες εν μέρει επικαλείται ο ίδιος.
Υπό το φως των ανωτέρω, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε μεμπτό στην προσβαλλόμενη απόφαση και, συνεπώς, οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλει ο Αιτητής κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.
Καταληκτικά, κρίνω σκόπιμο να προσθέσω ότι δε διατυπώνω οποιαδήποτε κρίση για τη νομιμότητα των μεταγενέστερων πράξεων της Ε.Δ.Υ., οι οποίες δεν έχουν προσβληθεί με την παρούσα προσφυγή και δεν εξετάζονται. Η ουσία του παραπόνου του Αιτητή, όπως αυτό αναπτύσσεται στη γραπτή του αγόρευση, είναι ότι ανάρρωσε και ότι η προαγωγή του έπρεπε να ισχύει από την ίδια ημερομηνία με τους υπόλοιπους. Τα στοιχεία στα οποία στηρίζεται, ήτοι οι γνωματεύσεις του Ιατροσυμβουλίου ημερομηνιών 19.6.2020, 17.7.2020, 4.8.2020 και 3.11.2020 και η επιστροφή του στα καθήκοντά του την 1.8.2020, ήταν όλα μεταγενέστερα της προσβαλλόμενης απόφασης και τέθηκαν ενώπιον της Ε.Δ.Υ. όταν αυτή επανήλθε στο θέμα. Η Επιτροπή τα εξέτασε στις 26.11.2020, οπότε και όρισε την 1.8.2020 ως ημερομηνία ισχύος της προαγωγής, και τα επανεξέτασε στις 15.12.2020 και 3.2.2021. Στο στάδιο εκείνο η Διοίκηση είχε πλέον ενώπιον της το σύνολο των δεδομένων που είχε δηλώσει ότι θα αναμένει και η κρίση της για την ημερομηνία ισχύος διαμορφώθηκε με βάση αυτά. Οι πράξεις αυτές της Ε.Δ.Υ. δεν έχουν προσβληθεί και ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί του Αιτητή που σχετίζονται με αυτές δεν μπορούν να εξεταστούν, εφόσον η παρούσα προσφυγή στρέφεται εναντίον της προηγούμενης πράξης, της οποίας η νομιμότητα κρίνεται με βάση τα δεδομένα που υπήρχαν κατά τον χρόνο λήψης της.
Με βάση όλα τα προαναφερθέντα, η Προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα €1.100 υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο