SALIM BERISH ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α., Υπόθεση Αρ. 825/2026, 4/11/2026
print
Τίτλος:
SALIM BERISH ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α., Υπόθεση Αρ. 825/2026, 4/11/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Υπόθεση Αρ. 825/2026 (Κ)

4 Νοεμβρίου 2026

[Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ/στής Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

SALIM BERISH

Αιτητής

-και-

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

1. ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

Καθ' ων η αίτηση

-------------------

Σταυρούλλα Π. Σταύρου, Δικηγόρος για τον Αιτητή

Μαρίνα Φιλίππου, για Βρυωνίδου, Αναστασιάδη & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει τη νομιμότητα τριών συναφών πράξεων των Καθ' ων η αίτηση, ημερομηνίας 22.6.2026, ήτοι της απόφασης με την οποία κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(δ) και (κ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 (εφεξής «ο Νόμος»), του διατάγματος απέλασής του δυνάμει του άρθρου 14 του Νόμου, με πενταετή απαγόρευση επανεισόδου και του διατάγματος κράτησής του δυνάμει των άρθρων 14 και 18ΠΣΤ(1)(α) του Νόμου.

 

Ο Αιτητής, υπήκοος Συρίας, υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας στις 6.3.2012 και στις 19.6.2015 του χορηγήθηκε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, ως ίσχυε τότε (βλ. ερ. 9). Στις 18.3.2022 αιτήθηκε ανανέωση της άδειας διαμονής του ως κατόχου του καθεστώτος αυτού, δηλώνοντας άγαμος (βλ. ερ. 17) και στις 18.9.2023 του παραχωρήθηκε άδεια διαμονής και απασχόλησης (βλ. ερ. 26 και 47). Προκύπτει επίσης νέα άδεια με ισχύ από 15.8.2024 μέχρι 14.2.2027 (βλ. ερ. 80). Παράλληλα με το πιο πάνω καθεστώς, στις 10.12.2024 υπέβαλε αίτηση για δελτίο διαμονής ως μέλους οικογένειας πολίτη της Ένωσης (βλ. ερ. 58), στη βάση πιστοποιητικού πολιτικού γάμου ημερ. 23.11.2018 με Ελληνίδα πολίτιδα, η οποία εγκρίθηκε στις 3.2.2025 δυνάμει του άρθρου 10 της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ, με ισχύ μέχρι τις 3.2.2030.

 

Στις 17.10.2025, το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, στην ποινική υπόθεση Αρ. 20127/2024 (ερ.82), καταδίκασε τον Αιτητή σε ποινή φυλάκισης είκοσι μηνών για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, με αναμενόμενη ημερομηνία αποφυλάκισης τις 26.5.2026 (ερ.83). Η ως άνω καταδίκη αποτελεί τη βάση τόσο της κήρυξης όσο και της απέλασης που προσβάλλονται με την παρούσα προσφυγή.

 

Με επιστολή των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 4.12.2025 (βλ. ερ. 61Α) ανακλήθηκε, δυνάμει των άρθρων 29(1) και 29(3)(α) του Ν.7(Ι)/2007, η άδεια διαμονής του Αιτητή ως μέλους οικογένειας πολίτη της Ένωσης, ως πραγματική, ενεστώσα και σοβαρή απειλή. Από τον διοικητικό φάκελο δεν προκύπτει απόδειξη επίδοσης, παραλαβής ή έστω ταχυδρόμησης της, ενώ οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται με τη συμπληρωματική τους αγόρευση ότι ταχυδρομήθηκε στις 5.12.2025 στην τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση του Αιτητή, όπως προκύπτει μόνο από την αναφορά στο κάτω μέρος της επιστολής. Διαπιστώνεται όμως, από το ερ.178 του Τεκμηρίο 1, ότι πράγματι η άδεια διαμονής του Αιτητή ακυρώθηκε στις 4.12.2025, λόγω εκκρεμούσας ποινικής υπόθεσης εναντίον του που αφορούσε το αδίκημα κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια. Για την εν λόγω ποινική υπόθεση με αρ. 641/2025, ο Αιτητής τέθηκε και στον κατάλογο stop-list στις 3.7.2025 (βλ. ερ.61).

 

Στις 31.3.2026 η Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Λευκωσίας εισηγήθηκε, λόγω κινδύνου για τη δημόσια ασφάλεια, την έκδοση διαταγμάτων με βάση τον περί Προσφύγων Νόμο (βλ. ερ. 85) και στις 3.4.2026 ζητήθηκαν από το Τμήμα Μετανάστευσης οι απόψεις της Υπηρεσίας Ασύλου για την εφαρμογή του άρθρου 29 του περί Προσφύγων Νόμου (βλ. ερ. 62) και ενημέρωση για τυχόν ενέργειες της Υπηρεσίας Ασύλου για ανάκληση κ.α. (βλ. ερ.63), η οποία απάντησε ότι επανεξετάζει το καθεστώς του Αιτητή (βλ. ερ.64), ενώ την ίδια ημέρα ζητήθηκαν και οι απόψεις του Αιτητή (βλ. ερ. 88). Στις 7.4.2026, εκδόθηκε απόφαση κήρυξης του Αιτητή, ως απαγορευμένου μετανάστη, δυνάμει του άρθρου 6(1)(δ), διάταγμα απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 του Νόμου και του άρθρου 29 του περί Προσφύγων Νόμου και διάταγμα κράτησης (βλ. ερ. 89-91). Τα εν λόγω διατάγματα εκδόθηκαν στη βάση εισηγητικού σημειώματος της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Λευκωσίας, δια του οποίου πληροφορείτο η Διευθύντρια ότι ο Αιτητής αποτελεί κίνδυνο για τη Δημόσια Τάξη και Ασφάλεια, τόσο λόγω της καταδίκης του, όσο και επειδή απασχόλησε την Αστυνομία επανειλημμένα με σοβαρά αδικήματα (βλ. ερ. 84-85).

 

Στις 19.6.2026, η Υπηρεσία Ασύλου ανακάλεσε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας του Αιτητή, δυνάμει των άρθρων 5(2)(δ) και 5(4)(β) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000 (βλ. ερ. 184), απόφαση την οποία ο Αιτητής παρέλαβε αυθημερόν και δια χειρός (βλ. ερ. 187 και 188) και κατά της οποίας στις 9.7.2026 ασκήθηκε η προσφυγή 1477/2026 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (εφεξής «το ΔΔΔΠ»).

 

Στις 22.6.2026, με βάση εσωτερικό σημείωμα που εισηγείτο την ακύρωση των διαταγμάτων ημερομηνίας 7.4.2026 και την έκδοση νέων, δυνάμει του άρθρου 14 του Νόμου, ενόψει της ανάκλησης ημερομηνίας 19.6.2026 (βλ. ερ.292), η Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης (εφεξής «η Διευθύντρια») εξέδωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις. Ως προς το προσβαλλόμενο διάταγμα απέλασης, η αναγραφή ως ημερομηνίας έκδοσης του την 5.6.2026, διαπιστώνεται ότι οφείλεται ξεκάθαρα σε τυπογραφικό λάθος, ως προκύπτει από το  σύνολο του φακέλου (βλ. σημείωμα για ανάκληση πράξεων ημερ. 7.4.2026, έκδοση συναφών πράξεων στις 22.6.2026, αλληλογραφία με Υπηρεσία Ασύλου κ.α.), εξού και η χειρόγραφη διόρθωση σε 22.6.2026 με μονογραφή (ερ.307). Ο Αιτητής θεωρήθηκε ανεπιθύμητος και απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει των παραγράφων (δ) και (κ) του άρθρου 6(1) του Νόμου, λόγω της καταδίκης του, η οποία αποτέλεσε και την αιτιολογία του διατάγματος κράτησης και της μη δυνατότητας επιβολής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.

 

Με επιστολή των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 29.7.2026 ο Αιτητής ενημερώθηκε ότι το διάταγμα απέλασης ανεστάλη και την ίδια ημέρα εκδόθηκε νέο διάταγμα κράτησης δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου, ενώ ανακλήθηκε και το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης (βλ. ερ. 199-202).

 

Στις 28.9.2026 το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, στην Προσφυγή αρ. 1477/2026, έκρινε νόμιμη την ανάκληση του καθεστώτος του Αιτητή, αλλά ακύρωσε την απόφαση επιστροφής που είχε εκδοθεί από την Υπηρεσία Ασύλου, διότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν προσκόμισαν στοιχεία ότι ο Αιτητής, κατά τον χρόνο εκείνης της απόφασης, δεν κατείχε άδεια διαμονής σε άλλη βάση. Επίσης, δήλωσε ότι στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει τα διατάγματα ημερομηνίας 22.6.2026, τα οποία προσβάλλονται με την παρούσα προσφυγή.

 

Ο Αιτητής προωθεί τρεις βασικούς λόγους ακύρωσης. Πρώτον, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν δικαιούχος διεθνούς προστασίας ή, μετά την ανάκληση, αιτητής ασύλου με δικαίωμα παραμονής μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής του και ότι ο περί Προσφύγων Νόμος αποκλείει την κήρυξή του ως απαγορευμένου μετανάστη δυνάμει του άρθρου 6(1)(δ) και την απέλασή του δυνάμει του άρθρου 14 του Νόμου, ενώ τα διατάγματα εκδόθηκαν πριν εκπνεύσει η προθεσμία του άρθρου 12Α του Ν.73(Ι)/2018. Δεύτερον, ότι είναι σύζυγος πολίτιδας της Ένωσης και κάτοχος άδειας διαμονής μέχρι τις 3.2.2030, η ανάκληση της οποίας δεν του κοινοποιήθηκε ποτέ και ότι η καταδίκη από μόνη της δε δικαιολογεί την απομάκρυνσή του δυνάμει του Ν.7(Ι)/2007 και της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ. Τρίτον, ότι οι πράξεις στερούνται αιτιολογίας και δέουσας έρευνας και πάσχουν λόγω πλάνης περί τον νόμο και τα πράγματα, ότι τιμωρείται για δεύτερη φορά για το ίδιο αδίκημα και ότι το διάταγμα απέλασης δεν του κοινοποιήθηκε, καθώς και ότι η ακύρωση από το ΔΔΔΠ της απόφασης επιστροφής της Υπηρεσίας Ασύλου επηρεάζει τις προσβαλλόμενες πράξεις. Ως προς την κράτηση, ισχυρίζεται ότι ακολουθεί την τύχη της κήρυξης (βλ. Ahmed Shbib ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. Αρ. 12/2024, ημερομηνίας 15.10.2024), ότι δε στοιχειοθετείται κίνδυνος διαφυγής, αφού έχει μόνιμη διεύθυνση και σύζυγο και ότι δεν εξετάστηκαν εναλλακτικά της κράτησης μέτρα. Με την απαντητική αγόρευση του ημερομηνίας 26.10.2026 προσθέτει ότι έλαβε γνώση της ανάκλησης της άδειας διαμονής του στις 7.10.2026, με την Ένσταση σε άλλη προσφυγή και ότι κατά την ισχυριζόμενη ταχυδρόμηση της εξέτιε ποινή φυλάκισης και προφανώς δε διέμενε στην εν λόγω διεύθυνση. Προβάλλει επίσης ότι η απόφαση του ΔΔΔΠ, η οποία δεν έχει εφεσιβληθεί, παράγει δεδικασμένο και ότι το ανακληθέν διάταγμα κράτησης δεν αναβιώνει με την ακύρωση του νέου.

 

Οι Καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι οι πράξεις εκδόθηκαν νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, στο πλαίσιο της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Διευθυντή και ότι καλύπτονται από το τεκμήριο κανονικότητας. Τονίζουν ότι το καθεστώς του Αιτητή ανακλήθηκε πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων και η προσφυγή κατά της ανάκλησης ενώπιον του ΔΔΔΠ δεν τον καθιστά αιτητή ασύλου, ενώ όσον αφορά την επιστολή ανάκλησης της άδειας διαμονής του ως συζύγου πολίτιδας της Ένωσης, η ταχυδρομημένη επιστολή ανάκλησης καλύπτεται από τεκμήριο λήψης.

 

Είναι καλά νομολογημένο ότι ο δικαστικός έλεγχος περιορίζεται στα δεδομένα που είχαν διαμορφωθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των πράξεων, ήτοι εν προκειμένω στις 22.6.2026 (βλ. M.S.A. Limon ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. Αρ. 126/2021, ημερομηνίας 20.4.2022). Εντούτοις, μεταγενέστερα γεγονότα που έλαβαν χώρα εν προκειμένω, όπως η ανάκληση του διατάγματος κράτησης και η αναστολή του διατάγματος απέλασης στις 29.7.2026, η καταχώριση της προσφυγής αρ.1477/2026 ενώπιον του ΔΔΔΠ στις 9.7.2026 και η απόφαση του ημερομηνίας 28.9.2026,  παρότι δεν επηρεάζουν τη νομιμότητα των προσβαλλόμενων πράξεων ημερομηνίας 22.6.2026, εξετάζονται και αξιολογούνται σχετικά με το έννομο συμφέρον του Αιτητή, τις αιτούμενες θεραπείες και το δεδικασμένο που επικαλείται ο Αιτητής.

 

Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης ανακλήθηκε στις 29.7.2026, λόγω έκδοσης νέου με βάση τον περί Προσφύγων Νόμο. Η ανάκληση ισχύει για το μέλλον και δεν εξαλείφει το γεγονός ότι ο Αιτητής κρατήθηκε δυνάμει αυτού, καθώς, ως αντίστοιχα λέχθηκε στην απόφαση Peter Nnanyereugo Ajuzieogu ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 197/2026, ημερομηνίας 30.6.2026:

 

«παρά τη δηλωθείσα από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση ανάκληση του διατάγματος κράτησης, δεν μπορεί να παραγνωριστεί το πραγματικό γεγονός της κράτησης του αιτητή για ένα και πλέον μήνα στη βάση του εδώ εκδοθέντος και προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης, το οποίο συνιστά, ως λέχθηκε και στην Ahmed Shbib (ανωτέρω) το εκ πρώτης όψεως κατάλοιπό ζημίας που δικαιολογεί την εκδίκαση της παρούσας Προσφυγής και νομιμοποιεί τον αιτητή να αμφισβητεί τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης.»

 

Συνεπώς η νομιμότητα του διατάγματος κράτησης, ως ίσχυε τον ουσιώδη χρόνο, εξετάζεται παρά την ανάκλησή του, και οι ισχυρισμοί για κίνδυνο διαφυγής, εναλλακτικά μέτρα και αναλογικότητα δεν παρέλκουν. Για τον ίδιο λόγο δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός των Καθ' ων η αίτηση ότι το κατάλοιπο ζημίας είναι πρόωρο. Νοείται όμως ότι δεν εξετάζονται η νομιμότητα της διάρκειας της κράτησης, που ανάγεται στη διαδικασία του προνομιακού εντάλματος habeas corpus και η νομιμότητα του νέου διατάγματος κράτησης που εκδόθηκε με βάση τον περί Προσφύγων νόμο στις 29.7.2026.

 

Το άρθρο 14(1) του Νόμου παρέχει εξουσία απέλασης απαγορευμένου μετανάστη, με την επιφύλαξη των διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου. Το άρθρο 29(1)(β) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, παραχωρεί εξουσία απέλασης δικαιούχου διεθνούς προστασίας, μεταξύ άλλων όταν αυτός έχει καταδικαστεί τελεσίδικα για τη διάπραξη ιδιαίτερα σοβαρού αδικήματος και, ως εκ τούτου, συνιστά κίνδυνο για την κυπριακή κοινωνία. Πράγματι, ως αναφέρθηκε και στην απόφαση  S.O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 1500/2024, ημερομηνίας 22.1.2025, την οποία επικαλείται ο Αιτητής, το άρθρο 6(1)(δ) του Νόμου, «[…] δεν είναι εφαρμοστέο στην περίπτωση ενός δικαιούχου διεθνούς προστασίας λόγω των ευνοϊκότερων για αυτόν ρυθμίσεων που ο περί Προσφύγων νόμος περιέχει προς το σκοπό απέλασης του λόγω της εκ μέρους του διάπραξης αδικήματος.». Εντούτοις, η πιο πάνω αρχή προϋποθέτει δικαιούχο και δεν εφαρμόζεται στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, καθώς το καθεστώς του Αιτητή ανακλήθηκε στις 19.6.2026, ήτοι πριν την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων.

 

Η προσφυγή του Αιτητή κατά της ανάκλησης του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας καταχωρήθηκε στις 9.7.2026, δηλαδή μετά την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η προσφυγή αυτή, ή τουλάχιστον η εκκρεμότητα της προθεσμίας καταχώρισής της, τον διατηρούσε δικαιούχο ή αιτητή με δικαίωμα παραμονής και απέκλειε την κήρυξη, την απέλαση και την κράτησή του. Στην απόφαση του ΔΔΔΠ A.A.K. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. ΔΚ 10/2026, ημερομηνίας 30.7.2026, που αφορούσε διάταγμα κράτησης δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε ότι: «Συνεπάγεται κατά την άποψή μου, ότι όταν έχει χορηγηθεί καθεστώς και στη συνέχεια αυτό ανακαλείται και η απόφαση αυτή προσβάλλεται στο Δικαστήριο, το πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί καθεστώς δεν καθίσταται εκ νέου αιτητής. Αντίθετα, είναι δικαιούχος διεθνούς προστασίας, του οποίου εξετάζεται η ανάκληση του καθεστώτος.». Η κρίση αυτή δε δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο και δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, αφού αφορούσε κράτηση δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου και πρόσωπο που είχε ήδη ασκήσει προσφυγή κατά της ανάκλησης, ενώ εδώ οι προσβαλλόμενες πράξεις στηρίχθηκαν στα άρθρα 6(1)(δ) και 14 του Νόμου και εκδόθηκαν στις 22.6.2026, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο δεν είχε ασκηθεί η προσφυγή αρ.1477/2026 του ΔΔΔΠ.

 

Ως προς το αν η καταχώριση της προσφυγής μεταγενέστερα ή η εκκρεμότητα της προθεσμίας κατά της ανάκλησης συνεπάγεται ανασταλτικό αποτέλεσμα, το άρθρο 12Α του Ν.73(Ι)/2018 καθορίζει μόνο προθεσμία καταχώρισης της προσφυγής, χωρίς να προβλέπει οποιαδήποτε αναστολή. Τούτο επιβεβαιώνεται και από την απόφαση του ΔΔΔΠ στην εν λόγω προσφυγή, όπου παρατήρησε τα εξής:

 

«Ας σημειωθεί βεβαίως ότι αντίστοιχο ανασταλτικό αποτέλεσμα (ως προνοείται σε περίπτωση άσκησης προσφυγής κατά της απόφασης απόρριψης αιτήσεως διεθνούς προστασίας) δεν φαίνεται να προβλέπεται από τη νομοθεσία στην περίπτωση άσκησης προσφυγής κατά απόφασης ανάκλησης προστασίας.»

 

Στο άρθρο 123(1) του Ν.115(Ι)/2026, ο οποίος αναθεώρησε τους περί Προσφύγων Νόμους 2000 έως 2025, προβλέπεται δικαίωμα παραμονής για πρόσωπα των οποίων το καθεστώς διεθνούς προστασίας ανακλήθηκε με απόφαση του Προϊσταμένου, σύμφωνα με το άρθρο 120, μέχρι τη λήξη της προθεσμίας προσφυγής ή, σε περίπτωση προσφυγής, μέχρι την πρωτόδικη απόφαση. Εντούτοις, στις μεταβατικές διατάξεις του εν λόγω Νόμου, το άρθρο 194(3) ορίζει ότι διαδικασία ανάκλησης που άρχισε πριν από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 «διέπεται από τις διατάξεις των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025». Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1348 εφαρμόζεται από τις 12.6.2026 (βλ. άρθρο 79(2)) και, κατά το άρθρο 79(3) αυτού, στις διαδικασίες ανάκλησης που άρχισαν από την ημερομηνία αυτή. Η παρούσα διαδικασία ανάκλησης άρχισε πριν την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του Κανονισμού, εφόσον στις 3.4.2026 η Υπηρεσία Ασύλου κλήθηκε από το Τμήμα Μετανάστευσης να εκφέρει άποψη και ενημέρωσε ότι επανεξετάζει το καθεστώς του Αιτητή, ενώ ζητήθηκαν και οι απόψεις του ίδιου του Αιτητή (ερ. 88). Επομένως, η διαδικασία ανάκλησης στη συγκεκριμένη περίπτωση διέπεται από την Οδηγία 2013/32/ΕΕ, οπότε το άρθρο 68 του Κανονισμού, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 123(3), δεν εφαρμόζεται. Σε κάθε περίπτωση όμως, το άρθρο 68(3)(ε) του Κανονισμού αποκλείει το δικαίωμα παραμονής όταν η ανάκληση στηρίζεται στο άρθρο 14(1)(β), (δ) ή (ε) ή στο άρθρο 19(1)(β) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, ήτοι, μεταξύ άλλων, σε καταδίκη για σοβαρό έγκλημα ή σε κίνδυνο για την κοινωνία (άρθρα 14(1)(ε) και 17(1)(β) και (δ)), όπως στην υπό εξέταση υπόθεση.

 

Στην απόφαση του Δ.Ε.Ε., Gnandi (C-181/16), ημερομηνίας 19.6.2018, σκέψη 62, λέχθηκε ότι «δεν αρκεί το οικείο κράτος μέλος να μην προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως επιστροφής. Απαιτείται, αντιθέτως, η αναστολή όλων των εννόμων αποτελεσμάτων της αποφάσεως αυτής». Το εν λόγω απόσπασμα όμως αφορά αιτούντα του οποίου η αίτηση απορρίφθηκε και όχι πρόσωπο του οποίου ανακλήθηκε το καθεστώς. Συνεπώς, ούτε η απόφαση αυτή μπορεί να στηρίξει ανασταλτικό αποτέλεσμα εν προκειμένω.

 

Το άρθρο 18ΟΕ(2)(β) του Νόμου, που ενσωματώνει το άρθρο 2.2(β) της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ, εξαιρεί από την εφαρμογή των άρθρων 18ΟΔ έως 18ΠΘ τους υπηκόους τρίτων χωρών που «υπόκεινται σε απόφαση επιστροφής ως ποινική κύρωση ή ως συνέπεια ποινικής κύρωσης». Στην Habibi Pour Ali Fasel ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 236/15, (2016) 1 Α.Α.Δ. 876, ημερομηνίας 31.3.2016, το Ανώτατο Δικαστήριο, κατά πλειοψηφία, έκρινε ότι η περίπτωση προσώπου που κατέστη απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(δ), συνεπεία καταδίκης του σε φυλάκιση, με εντολή απέλασης και κράτησης βάσει του άρθρου 14, εμπίπτει «καταφανώς» στο άρθρο 18ΟΕ(2)(β). Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο εφεσείων ήταν «υπήκοος τρίτης χώρας που υπόκειται σε απόφαση επιστροφής ως ποινική κύρωση ή ως συνέπεια ποινικής κύρωσης» και οι πρόνοιες των άρθρων 18ΟΔ και 18ΠΘ «δεν εφαρμόζονται στη δική του περίπτωση».

 

Κατά τον ουσιώδη χρόνο, επομένως, ο Αιτητής δεν ήταν δικαιούχος διεθνούς προστασίας για τους σκοπούς της επιφύλαξης του άρθρου 14(1) του Νόμου, και συνεπώς ο πρώτος λόγος ακύρωσης απορρίπτεται, στο μέτρο που στηρίζεται στην ιδιότητα αυτή. Ούτε η εκκρεμότητα της προθεσμίας του άρθρου 12Α του Ν.73(Ι)/2018 είχε ανασταλτικό αποτέλεσμα που να απέκλειε την κήρυξη, την απέλαση ή την κράτηση, αφού ούτε το εθνικό δίκαιο το προβλέπει ούτε το δίκαιο της Ένωσης το επιβάλλει στην περίπτωση του.

 

Ο ισχυρισμός περί έμμεσης ανάκλησης του καθεστώτος μέσω της κήρυξης δεν ευσταθεί, αφού το καθεστώς είχε ήδη ανακληθεί προγενέστερα με αυτοτελή πράξη, δυνάμει των άρθρων 5(2)(δ) και 5(4)(β) του Ν.6(Ι)/2000, ως ίσχυε, το πρώτο εκ των οποίων αφορά πρόσωπο που «συνιστά κίνδυνο για την κυπριακή κοινωνία ή την ασφάλεια της Δημοκρατίας», ενώ σε κάθε περίπτωση, η ανάκληση αυτή κρίθηκε εν τέλει νόμιμη και από το ΔΔΔΠ.

 

Πέραν του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ως αναφέρθηκε και στα γεγονότα ανωτέρω, ο Αιτητής διατηρούσε σε ισχύ, μέχρι τις 4.12.2025, και άδεια διαμονής στη Δημοκρατία, λόγω γάμου με πολίτιδα της Ένωσης, στη βάση του Ν.7(Ι)/2007. Η ανάκληση της άδειας διαμονής δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας προσφυγής και τουλάχιστον μέχρι το στάδιο των διευκρινίσεων της παρούσας προσφυγής δεν είχε προσβληθεί από τον Αιτητή. Στην απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Κυπριακή Δημοκρατία ν. Karsang Dorje Lama, Ε.Δ.Δ. Αρ. 15/2025, ημερομηνίας 4.12.2025, με αναφορά στη Λάρκου ν. Δημοκρατίας (1989) 3(Β) Α.Α.Δ. 804, λέχθηκε ότι:

 

«[…] αποκλείεται, όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Λάρκου ν. Δημοκρατίας (1989) 3(Β) Α.Α.Δ. 804 και σε πολλές μεταγενέστερες, κατ' εφαρμογή του τεκμηρίου της νομιμότητας, η υπό του δικαστηρίου έρευνα του κύρους μιας άλλης ατομικής διοικητικής πράξης από την προσβαλλόμενη, εξαιρουμένων των περιπτώσεων εκείνων που η εν λόγω πράξη συνιστά τμήμα της ίδιας ενέργειας με την προσβαλλόμενη τελική πράξη, όπως επί σύνθετων διοικητικών πράξεων.»

 

Το Δικαστήριο, επομένως, δεν κρίνει το κύρος της ανάκλησης, ούτε αν η εκεί δοθείσα αιτιολογία της μπορούσε να τη δικαιολογήσει ικανοποιητικώς, ζήτημα που ανήκει σε τυχόν προσφυγή κατά της ανάκλησης. Εν προκειμένω όμως, η ανάκληση αποτελεί υφιστάμενη πράξη, καλυπτόμενη από το τεκμήριο κανονικότητας.

 

Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η επιστολή ταχυδρομήθηκε σε διεύθυνση όπου δε διέμενε, εφόσον κατά την εν λόγω ημερομηνία ήταν κρατούμενος στις κεντρικές φυλακές και ότι ενημερώθηκε επ’ αυτής στις 7.10.2026 στο πλαίσιο άλλης προσφυγής. Ο ισχυρισμός αυτός, ήτοι για την ημερομηνία λήψης γνώσης, προβλήθηκε για πρώτη φορά με την απαντητική αγόρευση, η οποία ως γνωστό δεν αποτελεί μέσο προσαγωγής μαρτυρίας. Εξάλλου, τούτο δεν έχει οποιαδήποτε σημασία, καθώς η ταχυδρόμηση της επιστολής δεν επιβεβαιώνεται από τον διοικητικό φάκελο, οπότε δεν τίθεται σε εφαρμογή το τεκμήριο λήψης που επικαλούνται οι Καθ’ ων η Αίτηση. Εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα δε χρειάζεται να επιλυθεί, αφού ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι ο Αιτητής ενημερώθηκε μόλις στις 7.10.2026, αυτό δεν μεταβάλλει την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου με οποιοδήποτε τρόπο, καθότι αυτό που έχει σημασία είναι η ύπαρξη και η έκδοση τέτοιας διοικητικής πράξης πριν την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων και όχι η γνώση του Αιτητή. Υιοθετώ, ως προς τούτο, την προσέγγιση του Δικαστηρίου στην απόφαση CAYAN PADMAPRIYA JAYASINGHE ARACHCHIGE ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις αρ. 522/2026, 614/26, ημερομηνίας 5/10/2026, το οποίο ανέφερε τα ακόλουθα:

 

«Επομένως το κατά πόσο έλαβε γνώση ή μη της εν λόγω απόφασης πριν από τη σύλληψη του και έκδοση των επίδικων διαταγμάτων στις 19.5.2026 είναι αδιάφορο και ουδόλως μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα των εκδοθέντων διαταγμάτων, αφού καθοριστικό παραμένει ότι κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων η εν λόγω απόφαση είχε ήδη εκδοθεί και συνεπώς ο αιτητής δεν κατείχε κανένα δικαίωμα νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία.»

 

Η ανάκληση της 4.12.2025 είχε εκδοθεί πριν από τις προσβαλλόμενες πράξεις, ως επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία του φακέλου, και, ως υφιστάμενη πράξη, καλύπτεται από το τεκμήριο κανονικότητας. Ο Αιτητής δεν είχε, κατά συνέπεια, στις 22.6.2026 ισχύουσα άδεια διαμονής ως μέλους οικογένειας πολίτη της Ένωσης. Δεν εφαρμόζονται, επομένως, οι διατάξεις του Ν.7(Ι)/2007 για την απέλαση μέλους οικογένειας ούτε το άρθρο 18ΟΕ(3), που εξαιρεί από την εφαρμογή των άρθρων 18ΟΔ έως 18ΠΘ τους δικαιούχους του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας. Η προσφυγή αρ. 1477/2026 δεν μεταβάλλει το συμπέρασμα αυτό, αφού εκεί το ΔΔΔΠ εξέτασε άλλο ζήτημα, αν δηλαδή κατά την έκδοση της απόφασης επιστροφής της Υπηρεσίας Ασύλου ο Αιτητής δεν κατείχε άδεια διαμονής σε άλλη βάση, και ακύρωσε την απόφαση εκείνη λόγω έλλειψης στοιχείων. Ενόψει των ανωτέρω, κρίνεται αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος ακύρωσης και απορρίπτεται.

 

Το άρθρο 6(1)(δ) του Νόμου ορίζει ως απαγορευμένο μετανάστη «οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο, χωρίς να του απονεμηθεί χάρη, έχει καταδικαστεί για φόνο ή ποινικό αδίκημα για το οποίο η ποινή της φυλάκισης έχει επιβληθεί για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα και το οποίο, λόγω των συναφών περιστάσεων θεωρείται από το Διευθυντή ως ανεπιθύμητος μετανάστης». Το στοιχείο της καταδίκης σε φυλάκιση είκοσι μηνών για βαριά σωματική βλάβη δεν αμφισβητείται και τέτοια καταδίκη μπορεί να δικαιολογήσει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της Διευθύντριας (βλ. FLORIN ION ν. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση Αρ. 833/2012, 29/11/2013). Από το φάκελο προκύπτει ότι η Διευθύντρια είχε ενώπιον της σχετικό σημείωμα 31.3.2026, το οποίο εισηγείτο την κήρυξη, την απέλαση και την κράτηση του Αιτητή λόγω της καταδίκης του και της εκτίμησης κινδύνου (ερ. 84 και 85), καθώς και το σημείωμα ημερομηνίας 22.6.2026 (βλ. ερ. 292) με την αναφορά στην ανάκληση του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας του Αιτητή και την επισύναψη σ’ αυτό του μεταναστευτικού ιστορικού του Αιτητή. Δεν στοιχειοθετείται επομένως ούτε έλλειψη δέουσας έρευνας ούτε πάσχουσα ή ανεπαρκής αιτιολογία της πράξης, ενώ ο Αιτητής δεν δείχνει ποιο στοιχείο, κατά τη γνώμη του, παρέλειψε να λάβει υπόψη η Διευθύντρια. Η οικογενειακή κατάσταση του Αιτητή ανάγεται στη στάθμιση που ανήκε στη Διευθύντρια και δεν προκύπτει ότι η κρίση της ότι η διάπραξη βίαιου αδικήματος δικαιολογεί την κήρυξη ήταν παράλογη. Η νομική βάση του άρθρου 6(1)(κ) του Νόμου δε χρειάζεται εξέταση, καθώς ο λόγος του 6(1)(δ) επαρκεί και ευσταθεί, ούτως ή άλλως, αυτοτελώς.

 

Ως προς τον ισχυρισμό του Αιτητή περί διπλής τιμωρίας, αυτός απορρίπτεται. Το άρθρο 6(1)(δ) του Νόμου ορίζει ως απαγορευμένο μετανάστη πρόσωπο που καταδικάστηκε με απόφαση ποινικού δικαστηρίου και το οποίο, λόγω των συναφών περιστάσεων, θεωρείται από τον Διευθυντή ως ανεπιθύμητος μετανάστης. Απαιτείται δηλαδή σχετική κρίση του Διευθυντή, η οποία αποτελεί διοικητική πράξη και επουδενί δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβάλλει νέα ποινή. Επίσης, η απέλαση συνιστά μέτρο ελέγχου της παραμονής αλλοδαπού και όχι κύρωση για το αδίκημα. Όπως έκρινε και το ΕΔΔΑ στην παρ. 39 της απόφασης Maaouia ν. Γαλλίας (GC), αρ. 39652/98, ημερομηνίας 5.10.2000 η απαγόρευση παραμονής (exclusion order) καταδικασθέντος αλλοδαπού αποτελεί «special preventive measure for the purposes of immigration control» και ότι η επιβολή της στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας δε μεταβάλλει τον ουσιωδώς προληπτικό χαρακτήρα της. Ακόμη, στην Üner ν. Ολλανδίας (GC), αρ. 46410/99, ημερομηνίας 18.10.2006, το ΕΔΔΑ στην παρ. 56, τόνισε ότι η ανάκληση άδειας διαμονής ή η απαγόρευση παραμονής σε εγκατεστημένο μετανάστη μετά από καταδίκη του σε ποινή δεν συνιστά διπλή τιμωρία, αφού τα διοικητικά αυτά μέτρα «are to be seen as preventive rather than punitive in nature».

 

Σχετικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι η απόφαση επιστροφής της Υπηρεσίας Ασύλου ακυρώθηκε στο πλαίσιο της Προσφυγής αρ.1477/2026 του ΔΔΔΠ, σημειώνω ότι η απόφαση επιστροφής του άρθρου 18ΟΗ(1) του Νόμου δεν προϋποθέτει την ύπαρξη απόφασης επιστροφής από την Υπηρεσία Ασύλου. Το εν λόγω άρθρο καθορίζει την εξουσία έκδοσης απόφασης επιστροφής σε υπήκοο τρίτης χώρας που παραμένει παράνομα και η εφαρμογή των άρθρων 6(1)(δ) και 14 δεν εξαρτάται από προηγούμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου. Η ακύρωση από το ΔΔΔΠ της απόφασης επιστροφής του άρθρου 13(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου, που εκδόθηκε από άλλο όργανο, με άλλο νομικό έρεισμα και αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της ανάκλησης, δεν επηρεάζει τις προσβαλλόμενες πράξεις ημερομηνίας 22.6.2026. Ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι το διάταγμα απέλασης δεν του κοινοποιήθηκε είναι αλυσιτελής, εφόσον ο Αιτητής δεν επικαλείται οποιαδήποτε ζημία λόγω της μη κοινοποίησης, έχει προσβληθεί εγκαίρως με την παρούσα προσφυγή, ενώ σε κάθε περίπτωση διάταγμα έχει ανασταλεί στις 29.7.2026 και δεν έχει εκτελεστεί. Ως εκ τούτου και ο τρίτος λόγος ακύρωσης ως προς την κήρυξη και την απέλαση απορρίπτεται.

 

Αναφορικά με το Διάταγμα κράτησης, κατά το άρθρο 18ΠΣΤ(1) του Νόμου, εκτός εάν επιτρέπεται να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα επαρκή αλλά λιγότερο αναγκαστικά μέτρα, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να θέτει υπό κράτηση υπήκοο τρίτης χώρας υποκείμενο σε διαδικασίες επιστροφής, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής. Κατά το άρθρο 18ΟΔ, κίνδυνος διαφυγής σημαίνει, μεταξύ άλλων, «καταδίκη που καταγράφεται σε μητρώο της Δημοκρατίας ή άλλου κράτους και είναι τέτοια που δημιουργεί εικασία ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας μπορεί να διαφύγει». Είτε εφαρμόζεται το άρθρο 18ΠΣΤ είτε, λόγω του άρθρου 18ΟΕ(2)(β), η κράτηση στηρίζεται μόνο στο άρθρο 14, ο έλεγχος είναι ο ίδιος, ήτοι κατά πόσον η Διοίκηση έκρινε εύλογα ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής και ότι εναλλακτικά μέτρα δεν επαρκούν.

 

Η καταδίκη σε είκοσι μήνες φυλάκισης για βίαιο αδίκημα και η κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη δικαιολογούν εύλογα την εικασία κινδύνου διαφυγής. Δεν απαιτείται, κατά πάγια νομολογία, απόδειξη βεβαιότητας διαφυγής παρά μόνο εύλογη πιθανότητα (βλ. BAJ SINGH ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 1113/2025, ημερομηνίας 23.1.2026), η δε ίδια η κήρυξη προσώπου ως απαγορευμένου μετανάστη εμπεριέχει, κατά τη νομολογία, λογικά τον κίνδυνο διαφυγής, χωρίς να απαιτείται πρόσθετη απτή μαρτυρία, εναπόκειται δε στην κρίση της διοίκησης η αξιολόγηση των επιμέρους συνθηκών της κάθε υπόθεσης (βλ. Magdalin Mensah ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 5735/2013, ημερομηνίας 9.8.2013, Cedrick Mufankolo ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 689/2026, ημερομηνίας 23.7.2026). Δεν εντοπίζω, συνεπώς, βάσιμο έρεισμα στον ισχυρισμό του Αιτητή περί μη νόμιμης στοιχειοθέτησης κινδύνου διαφυγής, ούτε στον ισχυρισμό ότι η σχετική αιτιολογία είναι ανυπόστατη ή παραπλανητική, αφού αυτή παραπέμπει ρητά στα ίδια αυτά στοιχεία του φακέλου. Η μόνιμη διεύθυνση και η σύζυγος του Αιτητή δεν αναιρούν την εικασία αυτή, ιδίως ενόψει της επικείμενης απέλασης. Ο ισχυρισμός ότι η κράτηση ακολουθεί την τύχη της κήρυξης (Ahmed Shbib, ανωτέρω) δεν έχει εφαρμογή, αφού η κήρυξη δεν κρίθηκε άκυρη, ούτε η μεταγενέστερη ανάκληση του διατάγματος και η μη αναβίωσή του με την ακύρωση του νέου επηρεάζουν τη νομιμότητά του κατά τον ουσιώδη χρόνο, ζήτημα που αφορά, αν χρειάζεται, τη διάρκεια της κράτησης.

 

Ως προς τον ισχυρισμό περί παράλειψης εξέτασης εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, τονίζω ότι, κατά το γράμμα του άρθρου 18ΠΣΤ(1), η επιλογή μεταξύ κράτησης και άλλων επαρκών αλλά λιγότερο αναγκαστικών μέτρων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης και δε συνιστά δέσμια αρμοδιότητα επιβολής εναλλακτικών μέτρων σε κάθε περίπτωση. Ως λέχθηκε στην απόφαση T.D.E. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 325/2025, ημερομηνίας 23.5.2025, «…, έχει τη διακριτική ευχέρεια να θέτει υπό κράτηση τον υπό απέλαση ξένο υπήκοο για το σκοπό της απομάκρυνσής του από τη Δημοκρατία και δεν υπάρχει υποχρέωση για επιβολή διαβαθμισμένων μέτρων, αλλά επαφίεται στη διακριτική του ευχέρεια, αν ο ίδιος κρίνει ότι συντρέχει λόγος, να εφαρμοστούν άλλα, λιγότερο αναγκαστικά μέτρα.»

 

Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί δεδικασμένου, ο οποίος προβάλλεται γενικά και αόριστα από τον Αιτητή, εφόσον δε διευκρινίζει ποια κρίση της ΔΔΔΠ 1477/2026 θεωρεί δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο, κρίνεται απαράδεκτος και απορρίπτεται. Το ΔΔΔΠ στην απόφαση του δήλωσε ξεκάθαρα ότι στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει τα διατάγματα ημερομηνίας 22.6.2026, και η σχετική κρίση για την άδεια διαμονής διατυπώθηκε ως εξής: «[…] δεν μπορεί παρά να γίνει δεκτό ότι, στη βάση των ενώπιον μου στοιχείων (και της απουσίας αυτών, παρότι το ζήτημα τέθηκε προς τους καθ’ ων η αίτηση), δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης επιστροφής ο αιτητής στερούνταν άδειας διαμονής (ως μέλος οικογενείας ευρωπαίου πολίτη).»

 

Πρόκειται για κρίση που στηρίζεται σε έλλειψη στοιχείων στην εκεί διαδικασία και αφορά τον χρόνο της εκεί απόφασης. Δεν περιέχει διαπίστωση ότι η άδεια διαμονής ίσχυε την 22.6.2026, ενώ δεν συντρέχει ταυτότητα επιδίκων θεμάτων ούτε δεδικασμένο ως προς τις προσβαλλόμενες πράξεις.

 

Με βάση όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι η κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, το διάταγμα απέλασής του και το διάταγμα κράτησής του εκδόθηκαν νόμιμα, κατόπιν επαρκούς έρευνας και με επαρκή αιτιολογία, εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας των Καθ' ων η αίτηση, και ότι κανένας από τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης δεν ευσταθεί.

 

Η προσφυγή απορρίπτεται στο σύνολό της και οι προσβαλλόμενες πράξεις επικυρώνονται δυνάμει του άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.

 

Επιδικάζονται έξοδα ύψους €1800 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.

 

 Δ. Καΐλης, Δ.Δ.Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο