ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: Τ179/24
17 Δεκεμβρίου, 2024
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
K.L.
Αιτητής
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Μ. Μαυρονικόλας (κος) για Αλ Ταχέρ Μπενέτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τον Αιτητή
Καμία εμφάνιση για Καθ’ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση, ημερ. 18/01/2024, με την οποία απορρίφθηκε το μεταγενέστερο αίτημά του για χορήγηση διεθνούς προστασίας, ως απαράδεκτο.
Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:
Ο Αιτητής είναι ενήλικος, πολίτης του Καμερούν και στις 27/02/2019 εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Στις 28/02/2019, λειτουργός του ΜΚΟ Κάριτας μετέφερε τον Αιτητή στα γραφεία της Υπηρεσίας Ασύλου και εκεί δήλωσε ότι επρόκειτο για ασυνόδευτο ανήλικο και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Έπειτα και κατόπιν συνέντευξης του Αιτητή με λειτουργό των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας (στο εξής ΥΚΕ), επί τη βάση του ν. 6(1)/2000, τέθηκε υπό τη φροντίδα της Διευθύντριας των ΥΚΕ και μεταφέρθηκε στην Ιδιωτική Παιδική Στέγη «Home for Hope» της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης Hope For Children UNCRC Policy Center.
Στις 03/06/2019, αρμόδια λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, διεξήγαγε συνέντευξη στον Αιτητή, με σκοπό τον προσδιορισμό της ηλικίας του. Αυθημερόν, αρμόδια λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, απέστειλε επιστολή στις Ιατρικές Υπηρεσίες και στις Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας, σχετικά με την διεξαγωγή ιατρικών εξετάσεων για προσδιορισμό της ηλικίας του Αιτητή. Στις 14/06/2019, ο Αιτητής υποβλήθηκε στις απαιτούμενες εξετάσεις και αυθημερόν το τμήμα Οδοντιατρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας, απέστειλε επιστολή προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία τον ενημέρωνε για το πόρισμα των εξετάσεων και συγκεκριμένα ότι ο Αιτητής επρόκειτο για άτομο άνω των δεκαοκτώ (18) ετών και άρα ήταν ενήλικος. Στις 28/06/2019, αρμόδια λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, ετοίμασε τελική Έκθεση - Αξιολόγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου και την 01/07/2019, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την Έκθεση - Αξιολόγηση. Αυθημερόν, αρμόδια λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στα πλαίσια συνέντευξης, ενημέρωσε τον Αιτητή ότι οι ιατρικές εξετάσεις κατέδειξαν ότι επρόκειτο για ενήλικο άτομο και επομένως κατέγραψε ως ημερομηνία γέννησής του την 09/01/2001.
Στις 29/03/2022, αρμόδιος λειτουργός της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO), πλέον Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (από τούδε και στο εξής «ο αρμόδιος λειτουργός»), διεξήγαγε συνέντευξη στον Αιτητή και στις 29/05/2022, συνέταξε Έκθεση – Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη του Αιτητή. Στις 08/07/2022, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, στις 08/08/2022, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης της σχετικά με το αίτημα του Αιτητή και στις 11/08/2022, ο Αιτητής παρέλαβε ιδιοχείρως και υπέγραψε αυτήν.
Κατά της ως άνω απόφασης, ο Αιτητής άσκησε την υπ' αριθμ. 5124/2022 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 16/05/2023 με απόφαση Δικαστηρίου.
Στις 17/01/2024, ο Αιτητής, συμπλήρωσε και υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση. Αυθημερόν, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του Αιτητή για διεθνή προστασία. Στις 18/01/2024, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών ως ο Νόμος ορίζει, λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε για λογαριασμό του Προϊσταμένου την ανωτέρω εισήγηση και απέρριψε τη μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή ως απαράδεκτη. Ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του Αιτητή για την απόφαση του Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, και παράλληλα η επιστολή παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή.
Την 01/02/2024, καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή στο Δικαστήριο.
Ο Αιτητής δια της προφορικής αγόρευσης των συνηγόρων του προβάλλει ότι ο αρμόδιος λειτουργός λανθασμένα σύγκρινε ή συνέδεσε τη μεταγενέστερη αίτηση με την αρχική για το λόγο του ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση στην τελευταία τον έκριναν ως αναξιόπιστο. Ο Αιτητής προσκόμισε δυο νέα στοιχεία και οι Καθ’ ων η Αίτηση όφειλαν να τον καλέσουν εκ νέου σε συνέντευξη προκειμένου να κρίνουν την αξιοπιστία του και όχι να συγκρίνουν τη μεταγενέστερη αίτηση με την αρχική όπου παραδέχονται και τον κηρύττουν ως αναξιόπιστο.
Κρίνω σκόπιμο να γίνει μια αναδρομή στους ισχυρισμούς που προώθησε ο Αιτητής πριν την καταχώρηση της επίδικης μεταγενέστερης του αίτησης, αφού η όποια ανάλυση των στοιχείων που έχει προσκομίσει μεταγενέστερα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους ισχυρισμούς που προώθησε στην προγενέστερη διαδικασία εξέτασης της αρχικής αίτησης του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, στο πλαίσιο εξέτασης του παραδεκτού της μεταγενέστερης του αίτησης υπό το φως των προϋποθέσεων που τίθενται από το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.
Στην αρχική αίτηση που υπέβαλε ο Αιτητής για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω του πολιτικού προβλήματος που ξέσπασε στο Καμερούν συνεπεία του οποίου έχασε τον πατέρα του. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι ο πατέρας του, ο οποίος εργαζόταν ως δάσκαλος στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, πυροβολήθηκε ενόσω βρισκόταν σε κάποια τάξη. Επειδή ακόμη πίστευαν ότι τα παιδιά του θα επιδίωκαν να εκδικηθούν το θάνατο του πατέρα τους, τους καταδίωκαν και μάλιστα έβαλαν φωτιά στο οικογενειακό σπίτι με ως επακόλουθο ο Αιτητής να χρειαστεί να δραπετεύσει για να σώσει τη ζωή του. Επιπλέον, μερικά χρόνια πριν, η μητέρα του πέθανε από δηλητήριο το οποίο τοποθετήθηκε στο φαγητό της κατόπιν ιατρικών οδηγιών. Συνεπώς, η εκεί κατάσταση δεν του άφηνε άλλα περιθώρια και έπρεπε να φύγει προκειμένου να σώσει τη ζωή του (ερυθρό 37 του διοικητικού φακέλου).
Στη συνέντευξή του ενώπιον του αρμόδιου λειτουργού τα πρακτικά της οποίας βρίσκονται κατατεθειμένα ως ερυθρά 64-53 του διοικητικού φακέλου, αρχικά τέθηκαν στον Αιτητή γενικές ερωτήσεις σχετικές με την ταυτότητα, το προφίλ, τη χώρα καταγωγής, την εκπαίδευση, την οικογενειακή κατάσταση και την επαγγελματική του εμπειρία. Ο Αιτητής είναι υπήκοος του Καμερούν που γεννήθηκε στην πόλη Kumba, η οποία αποτελεί και το συνήθη τόπο διαμονής τoυ. Σε σχέση με το θρήσκευμα και τη γλώσσα του, είναι χριστιανός καθολικός και ομιλεί Αγγλικά και ελάχιστα Γαλλικά. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, είναι άγαμος και άτεκνος. Ως προς τα μέλη της πατρικής της οικογένειας δε, οι γονείς του απεβίωσαν και η αδελφή του ζει στη Yaoundé. Τέλος, αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο και το επάγγελμά του, παρακολούθησε μαθήματα στο Government Bilingual High School of Dschang από όπου αποφοίτησε το 2018, ενώ ουδέποτε εργάστηκε στο Καμερούν.
Όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του σκοτώθηκε λόγω της κατάστασης που ξέσπασε στο Καμερούν. Μετά το θάνατο του πατέρα του και συγκεκριμένα στις 22/12/2018, ο Αιτητής έφυγε από την Kumba και πήγε στη Chang για το λόγο του ότι τα ίδια πρόσωπα που ευθύνονταν για το θάνατο του πατέρα του, ήτοι οι Amba boys, του ζητούσαν να ενταχθεί στην ομάδα τους. Ενόσω βρισκόταν στη Chang, του τηλεφώνησε ένας φίλος του πατέρα του και τον ενημέρωσε ότι έπρεπε να φύγει από τη χώρα. (ερυθρό 59 1Χ του διοικητικού φακέλου).
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οι Καθ' ων η Αίτηση προέβησαν σε έρευνα όλων των ενώπιων τους ουσιωδών στοιχείων και δεδομένων, αποδεχόμενοι τους ισχυρισμούς του Αιτητή ως προς την ταυτότητα, το προφίλ και την χώρα καταγωγής του (βλ. ερυθρό 85 του διοικητικού φακέλου), καθώς επίσης και ως προς το ότι ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Ambazonians οι οποίοι αργότερα προσπάθησαν να τον στρατολογήσουν (βλ. ερυθρά 84 - 82 του διοικητικού φακέλου).
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση του νομοθετικού πλαισίου για το προσφυγικό καθεστώς, καθώς επίσης και αυτό της συμπληρωματικής προστασίας, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του Αιτητή σε οιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ως αναφέρεται στην έκθεση εισήγηση, βάσει των ισχυρισμών του Αιτητή, δεν τεκμηριωνόταν φόβος δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, του άρθρου 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (από τούδε και στο εξής, «η Οδηγία») και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν δικαιούταν το καθεστώς του πρόσφυγα.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών δεν προέκυπτε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας, ούτε μπορούσε να θεωρηθεί ως πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας. Αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός αποφάσισε ότι, σε περίπτωση που ο Αιτητής επέστρεφε στο Καμερούν και ειδικότερα στη νοτιοδυτική περιοχή, θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, υπό την έννοια της σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως αμάχου λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ωστόσο, ο αρμόδιος λειτουργός λαμβάνοντας υπόψιν τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι του νεαρού της ηλικίας του, του μορφωτικού του επιπέδου, της από πλευράς του γνώσης της γαλλικής γλώσσας και της δίχρονης διαμονής του στη Chang, κατέληξε στο ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, θα μπορούσε να μετεγκατασταθεί στο γαλλόφωνο τμήμα αυτού. Ως εκ τούτου, ο Αιτητής δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις ούτε της συμπληρωματικής προστασίας. Τα στοιχεία αυτά εξετάστηκαν και από το Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, ενώπιον του οποίου καταχωρήθηκε προσφυγή, με αρ. 5124/22.
Στη μεταγενέστερη αίτησή του για επανεξέταση του φακέλου του, ο Αιτητής κατέγραψε στο σχετικό έντυπο ότι θεωρούσε την Κύπρο ως το σπίτι του και ότι αδυνατούσε να εγκαταλείψει την έγκυο κοπέλα του και να φύγει. Περαιτέρω, δεν επιθυμούσε να επιστρέψει στο Καμερούν, λόγω της εκεί επικρατούσας κατάστασης ασφαλείας και προσκόμισε κάποια έγγραφα που αφορούσαν τον πατέρα του.
O αρμόδιος λειτουργός των Καθ' ων η Αίτηση εξετάζοντας προκαταρκτικά τους ισχυρισμούς που πρόβαλε ο Αιτητής με μεταγενέστερή του αίτηση, κατέγραψε σχετικά με αυτούς τα ακόλουθα (βλ. σημείο 2, ερυθρά 160 - 159 του διοικητικού φακέλου):
«Mε τη μεταγενέστερη αίτηση, δεν πρόβαλε νέους ισχυρισμούς, αλλά επανέλαβε τους ίδιους. Ειδικότερα, ο αλλοδαπός κατά τη μεταγενέστερη αίτησή του ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων πως ο λόγος που δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του είναι γιατί δεν είναι ασφαλής για τον ίδιο, συμβαίνουν πολλά εκεί για τα οποία μάλιστα έχει αποδείξεις να παρουσιάσει. Οι εν λόγω αποδείξεις [.] σχετίζονται με το θάνατο του πατέρα του. Συγκεκριμένα παρουσίασε δυο (2) έγγραφα τα οποία αποτελούνται από Βεβαίωση αποτελεσματικής υπηρεσίας ως δάσκαλος και ταμίας» το οποίο φαίνεται να εκδόθηκε από το Σύλλογο Αγροτικής Αγωγής και Φροντίδας Υγείας καθώς και «βεβαίωση Θανάτου λόγω πνευμοθωρακικής δευτερογενούς από διαπεραστικό τραυματισμό στο στήθος από πυροβολισμό», έγγραφο το οποίο φαίνεται να εκδόθηκε από Υπουργείο Δημόσιας Υγείας. Τους πιο πάνω ισχυρισμούς που σχετίζονται με το θάνατο του πατέρα του ωστόσο ανέφερε τόσο κατά το αρχικό του αίτημα όσο και κατά την προηγούμενη συνέντευξή του» [.] Εφόσον οι ισχυρισμοί που υπέβαλε κατά τη μεταγενέστερη αίτηση είναι παρόμοιοι και άρρηκτα συνδεδεμένοι με τους ισχυρισμούς της συνέντευξης και αρχικής αίτησης, καθώς ο πυρήνας του αιτήματος παραμένει ο ίδιος, συνεπώς δεν αποτελούν νέα στοιχεία».
[…]
Τα στοιχεία που υπέβαλε ο αλλοδαπός με τη μεταγενέστερη αίτηση του δεν αποτελούν νέα στοιχεία τα οποία να αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας. [.] Οι λόγοι που επικαλείται ο αιτητής σχετικά με το πως αισθάνεται στη Δημοκρατία, καθώς και το γεγονός ότι η κοπέλα του είναι έγκυος, δεν συνδέονται με τις προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου 2000 για χορήγηση διεθνούς προστασίας και συνεπώς δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας. [...]
Επιπλέον, ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις από τα στοιχεία που υπέβαλε ο Αιτητής με τη μεταγενέστερη αίτηση του ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, θα διέτρεχε τον κίνδυνο να υποβαλλόταν σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης (βλ. σημείο 3, ερυθρό 159 του διοικητικού φακέλου). Ως εκ των ανωτέρω δεδομένων, καταλήγοντας, ο αρμόδιος λειτουργός με την Έκθεση/ Εισήγησή του, εισηγήθηκε την απόρριψη του μεταγενέστερου αιτήματος του Αιτητή ως απαράδεκτου (βλ. ερυθρό 158 του διοικητικού φακέλου).
Σημειώνεται ότι η εξέταση μεταγενέστερων αιτήσεων διενεργείται σε δύο στάδια: το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.[1] Το στάδιο του παραδεκτού, ορίζεται περαιτέρω, από τις προϋποθέσεις που παρατίθενται στα εδάφια (3) (α) και (β) του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.
«16Δ(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον:
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος».
Αναφορικά με τα πιο πάνω, διακρίνεται ότι, με το μεταγενέστερο αίτημά του ο Αιτητής επικαλέστηκε διάφορους λόγους για επανεξέταση του φακέλου του. Αρχικά, επανέλαβε τον ισχυρισμό που είχε προβάλει και στην αρχική του αίτηση για διεθνή προστασία, ήτοι την κατάσταση ασφαλείας της χώρας. Ο εν λόγω ισχυρισμός εξετάστηκε (δεόντως) στα πλαίσια της διαδικασίας αξιολόγησης της αρχικής του αίτησης από την Υπηρεσία Ασύλου και είχε απορριφθεί το αίτημά του για διεθνή προστασία και ως εκ τούτου δεν αποτελούσε νέο στοιχείο.
Στη συνέχεια, ο αρμόδιος λειτουργός, όσον αφορά τα έγγραφα που προσκόμισε προκειμένου να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό περί της ανασφαλούς κατάστασης που επικρατούσε στη χώρα, ανέφερε ότι αμφότερα τα έγγραφα σχετίζονταν με το θάνατο του πατέρα του Αιτητή (ισχυρισμός που προβλήθηκε στην αρχική του αίτηση για διεθνή προστασία και έγινε αποδεκτός). Αξιολόγησε τα έγγραφα (αρκετά από εκείνα που καταγράφονταν σε αυτά αντίβαιναν σε όσα δήλωσε στη συνέντευξή του) αλλά και παρέπεμψε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης ως προς τη γνησιότητα τους. Σε σχέση με το έγγραφο « Βεβαίωση αποτελεσματικής υπηρεσίας ως δάσκαλος και ταμίας » ημερ. 14/03/2019, (στο εξής έγγραφο Α) ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι αν και το έγγραφο ανέγραφε ότι η τελευταία ημερομηνία παροχής υπηρεσιών του πατέρα του Αιτητή ήταν στις 18/11/2018, εντούτοις στη συνέντευξή του ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του απεβίωσε στις 21/12/2018 μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας που εργαζόταν ως δάσκαλος. Ως προς το έγγραφο « Βεβαίωση θανάτου λόγω πνευμοθωρακικής δευτερογενούς από διαπεραστικό τραυματισμό στο στήθος από πυροβολισμό» ημερ. 22/08/2023, (στο εξής έγγραφο Β) ο αρμόδιος λειτουργός ανέφερε ότι μπορεί μεν το έγγραφο να κατέγραφε ως ημερομηνία θανάτου του πατέρα του Αιτητή τις 18/12/2018, αλλά στη συνέντευξή του, δήλωσε ότι πέθανε στις 21/12/2018. Αναφορικά με τα έγγραφα αυτά ορθά αξιολογήθηκε ότι δεν αποτελούν νέα στοιχεία αφού αφορούν τους προηγούμενους ισχυρισμούς του Αιτητή και ότι εν πάση περιπτώσει εμπεριέχουν αντιφατικές αναφορές με τα λεγόμενα του Αιτητή και πλήττουν περαιτέρω την αξιοπιστία του Αιτητή.
Ο αρμόδιος λειτουργός, σε σχέση με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του, ήτοι ότι θεωρούσε την Κύπρο ως το σπίτι του και ότι αδυνατούσε να εγκαταλείψει την έγκυο κοπέλα του και να φύγει, ανέφερε ότι δεν αύξαναν τις πιθανότητες χορήγησής του με διεθνή προστασία. Παρατηρώ ότι ο αρμόδιος λειτουργός ορθώς κατέληξε στην κρίση αυτή, αφού μπορεί οι εν λόγω ισχυρισμοί να αποτελούσαν νέα στοιχεία, αλλά δεν συνδέονταν με τις προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου 2000 και συνεπώς ούτε αύξαναν τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας.
Σχετικά με τον ισχυρισμό των συνηγόρων του Αιτητή, περί του ότι θα έπρεπε ο Αιτητής να κληθεί (εκ νέου) σε συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αυτός απορρίπτεται, εφόσον στην παρούσα περίπτωση δεν πληρούνται οι αντίστοιχες προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 16Δ(3) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, για να κριθεί η μεταγενέστερη αίτηση του ως παραδεκτή και να εξεταστεί ουσιαστικά το αίτημα του.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκε ενώπιον μου, όπως τα έχω αναλύσει ανωτέρω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ’ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] C-921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 34, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:62019CJ0921&from=NL
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο