ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: N.M.A., Νομική Αρωγή αρ. 103/2025, 13/11/2025
print
Τίτλος:
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: N.M.A., Νομική Αρωγή αρ. 103/2025, 13/11/2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Νομική Αρωγή αρ. 103/2025

13 Νοεμβρίου, 2025

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2002,

Ν. 168(Ι)/2002 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ (ΑΡ.1) ΤΟΥ 2003

 

ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:

N.M.A.

από Αφγανιστάν

                                                           Αιτητής

 

Ο Αιτητής εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως

Για τους Καθ' ων η αίτηση: Ν. Νικολάου (κος) για Λ. Βελίκοβα (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

[Ζ. Αγαπίου- Διερμηνέας, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα

Yasin Mohamed- Διερμηνέας, για διερμηνεία από σομάλι στην αγγλική και αντίστροφα]                            

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

E. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Ο Αιτητής με την αίτησή του ημερομηνίας 05.06.2025, αιτείται την παροχή δωρεάν νομικής αρωγής, έτσι ώστε να της δοθεί η δυνατότητα να διορίσει δικηγόρο, προκειμένου να χειριστεί την προσφυγή που έχει ήδη καταχωρίσει εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερ. 02.06.2025, με την οποίαν απορρίπτεται η αίτησή του για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Από το γραπτό σημείωμα της ευπαίδευτης εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα και

τα επισυναπτόμενα σε αυτό τεκμήρια προκύπτει ότι ο Αιτητής, υπήκοος Αφγανιστάν, υπέβαλε στις 14.04.2025 αίτηση διεθνούς προστασίας στο ΚΕΠΥ Πουρνάρα. Στις 14.05.2025 προσήλθε σε προσωπική συνέντευξη με λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος στις 26.05.2025 συνέταξε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Η εν λόγω εισήγηση εγκρίθηκε αυθημερόν από τον ασκούντα καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου με αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησής του Αιτητή απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 02.06.2025 με επιστολή της Υπηρεσίας Ασύλου ίδιας ημερομηνίας.

 

Εναντίον της απόφασης αυτής, ο Αιτητής  καταχώρισε στις 05.06.2025 την υπ' αρ. 1362/2025 προσφυγή για την προώθηση της οποίας, επιθυμεί να λάβει δωρεάν νομική αρωγή, μέσω της υπό εξέταση αίτησης.

 

Κατά την καταγραφή της αίτησής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής λόγω των Ταλιμπάν εξηγώντας ότι η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο καθώς εργαζόταν για την Κυβέρνηση και το γεγονός αυτός τον έκανε στόχο. Ήταν, ως κατέγραψε, εκλογικός λειτουργός στην πόλη Gousnandi. Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του δύο εβδομάδες προτού έλθουν στην εξουσία οι Ταλιμπάν γιατί θα τον σκότωναν. Καταλήγει πως ήταν επίσης αντίθετος δημόσια αντίθετος προς τους Ταλιμπάν στο Facebook.

 

Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ο Αιτητής δήλωσε καταγωγή από τον οικισμό Gosfandi της επαρχίας Sar-e-Pul, εθνοτική ταυτότητα Ουζμπέκου και μουσουλμάνος στο θρήσκευμα. Όσον αφορά την οικογένειά του, αυτή διαμένει στο χωριό Gosfandi και αποτελείται, ως δήλωσε, από τον πατέρα του, τη μητέρα του, πέντε αδέλφια και μία αδελφή. Σχετικά με την εκπαίδευσή του, ανέφερε ότι αποφοίτησε από το λύκειο το 2014 και στη συνέχεια φοίτησε στο Πανεπιστήμιο  Sar-e-Pul, όπου σπούδασε Ουζμπεκική φιλολογία και αποφοίτησε το 2019. Ως επαγγελματική δραστηριότητα δήλωσε πως το 2014 εργαζόταν, παράλληλα με τις σπουδές του, ως κοινωνικός λειτουργός στην περιοχή του. Από το 2017 μέχρι και το 2019 ισχυρίστηκε ότι ήταν ενεργό μέλος πολιτιστικής οργάνωσης της ουζμπεκικής κοινότητας, παρέχοντας υποστήριξη σε δράσεις για την προώθηση της γλώσσας, του πολιτισμού και των παραδόσεων των Ουζμπέκων. Για το διάστημα από το 2018 έως το 2019 ανέφερε ότι εργάστηκε ως δάσκαλος ουζμπεκικής γλώσσας σε σχολική μονάδα στην περιοχή Sar-e-Pul και παράλληλα ότι συνέχιζε να συμμετέχει σε δραστηριότητες ΜΚΟ με κοινωνικό και ανθρωπιστικό χαρακτήρα. Στα τέλη του 2019 έως τις αρχές του 2020 σημείωσε ότι εργάστηκε για δύο μήνες ως surveyor, δηλαδή καταγράφοντας άτομα και οργανώνοντας διαδικασίες επίδοσης ανθρωπιστικής βοήθειας. Τέλος, για την περίοδο από το 2019 έως το 2021 δήλωσε ότι απασχολήθηκε στην Εκλογική Επιτροπή του Αφγανιστάν στην περιοχή Sar-e-Pul, βοηθώντας στη διοργάνωση εκλογικών διαδικασιών και στη γραμματειακή υποστήριξη της αρχής αυτής. Παραλλήλως, ανέφερε ότι είχε δημόσια δραστηριότητα μέσω του Facebook, δημοσιεύοντας αναρτήσεις επικριτικές προς τους Ταλιμπάν και εκφράζοντας θέσεις υπέρ της εκπαίδευσης και των δικαιωμάτων των γυναικών.

 

Αναφορικά με την ουσία του αιτήματός του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή είναι Ουζμπέκος και ότι αντιμετώπιζε διακρίσεις και φτώχεια λόγω της εθνοτικής του ταυτότητας και της γλώσσας του. Ανέφερε ότι οι Ουζμπέκοι αποτελούν μειονότητα και ότι το κράτος δεν τους αντιμετωπίζει ισότιμα. Επίσης είπε ότι δεν υπήρχαν ευκαιρίες εργασίας και ότι, λόγω της οικονομικής κατάστασης, δεν μπορούσε να εξασφαλίσει ένα σταθερό μέλλον. Ως επίσης ανέφερε, αντιμετώπισε κίνδυνο στοχοποίησης από τους Ταλιμπάν καθώς ήταν ενεργός σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης (Facebook) εναντίον των Ταλιμπάν. Δήλωσε ότι εγκατέλειψε το Αφγανιστάν στις 15.10.2021 και μετέβη στο Ιράν, όπου εργάστηκε για τρία έτη, πλην όμως επέστρεψε στο Αφγανιστάν τον Ιανουάριο 2024 για ανανέωση διαβατηρίου, παραμένοντας εκεί για περίπου ένα μήνα.

 

Αναφορικά με τον μελλοντικό του φόβο, ο Αιτητή δήλωσε ότι σε περίπτωση επιστροφής του, οι Ταλιμπάν θα τον φυλακίσουν ή θα τον σκοτώσουν, λόγω του υποβάθρου του («my background»), προσθέτοντας τελικώς ότι είναι απολύτως βέβαιος ότι αν τον βρουν θα τον σκοτώσουν. Ο Αιτητής, ως δήλωσε, δεν είχε ποτέ συλληφθεί ή κρατηθεί στη χώρα καταγωγής του, ενώ σε περίπτωση επιστροφής του, οι αρχές της χώρας του θα του επιτρέψουν την είσοδό του σε αυτήν, ωστόσο, μετά θα τον συλλάβουν, προσθέτοντας ότι πουθενά δεν είναι ασφαλές στο Αφγανιστάν.

Η προϋπόθεση της πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της προσφυγής

 

Ο Αιτητής έχει καταχωρίσει προσφυγή κατά της δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 13 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 και συνεπώς η εξεταζόμενη περίπτωση εμπίπτει στο άρθρο 6Β(2)(α) του περί Νομικής Αρωγής Νόμου.

 

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπό κρίση αίτηση αφορά στην πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής και ότι συνεπώς πληρείται η πρώτη προϋπόθεση παραχώρησης δωρεάν νομικής αρωγής ως αυτή θεσπίζεται με το εδάφιο (αα) του άρθρου 6Β(2) (ανωτέρω), κρίσιμη καθίσταται η εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης, θεσπιζόμενης διά του εδαφίου (ββ) της ίδιας διάταξης, την ύπαρξη δηλαδή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της καταχωρισθείσας προσφυγής του.

 

Σύμφωνα με τη διαμορφωθείσα νομολογία, δίδεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία, η προσφυγή του αιτητή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας[1].

 

Οι πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας θα πρέπει να εξετάζονται και υπό το φως της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου χωρίς να περιορίζεται αυθαίρετα η παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη. Περαιτέρω όμως το Δικαστήριο, θα πρέπει να εξετάσει την αίτηση με βάση το υλικό που έχει ενώπιόν του χωρίς να δίδονται νομικές αρωγές ανεξέλεγκτα σε υποθέσεις που δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας[2].

 

Σημειώνεται δε, πως το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης για νομική αρωγή, δεν θα επηρεάσει την τελική έκβαση της προσφυγής που έχει ήδη καταχωριστεί από τον Αιτητή, εφόσον το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία δεν αποφασίζει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής[3].

Σημειώνεται εξάλλου ότι, το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση της βασιμότητας της αίτησης παροχής νομικής αρωγής, στη βάση του υλικού που τίθεται ενώπιον του[4].

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ

 

Προς αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή, ο Λειτουργός διέκρινε πέντε  ουσιώδεις ισχυρισμούς:

 

Πρώτον, την ταυτότητα, τον τόπο καταγωγής και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή· το μέρος αυτό έγινε δεκτό, καθώς οι απαντήσεις κρίθηκαν επαρκείς και συνεκτικές και υποστηρίχθηκαν από πρωτότυπα ταξιδιωτικά έγγραφα.

 

Δεύτερον, τον ισχυριζόμενο φόβο επιστροφής λόγω του επαγγελματικού του παρελθόντος (εργασία ως δασκάλου σε κυβερνητικό σχολείο και εμπλοκή σε εκλογική διαδικασία). Σύμφωνα με τον Λειτουργό, ο Αιτητής δεν κατέδειξε εξατομικευμένη απειλή και κατά τούτο ο ισχυρισμός του αυτός κρίθηκε εσωτερικά προβληματικός λόγω αντιφάσεων και ελλείψεων. Προς αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού αυτού, ο Λειτουργός έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα από τον Αιτητή έγγραφα, τα οποία και αξιολόγησε επισημαίνοντας ωστόσο ότι η σύμβαση εργασίας την οποία επικαλέστηκε ο Αιτητής προσκομίστηκε σε φωτοαντίγραφο, στερούμενο σαφούς θεσμικής σφραγίδας, αριθμού πρωτοκόλλου ή επιβεβαιώσιμων στοιχείων έκδοσης, ενώ οι επιστολές «επαίνου» και βεβαιώσεις που προσκομίστηκαν από τοπικές αρχές και οργανισμούς δεν έφεραν αναγνωρίσιμα στοιχεία ταυτοποίησης του εκδότη, χρονική αλληλουχία συνδεόμενη με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς ή ενδείξεις επίσημης καταχώρισης.

 

Τρίτον, τη στοχοποίηση λόγω δημόσιας δράσης του κατά των Ταλιμπάν στο Facebook· και ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε καθώς κρίθηκε πως δεν προσκομίστηκε περιεχόμενο ή τεχνική τεκμηρίωση (χρόνοι, ρυθμίσεις δημοσιότητας, ενδείξεις παρακολούθησης), ώστε να συναχθεί ότι οι απόψεις του τον κατέστησαν στόχο.

Τέταρτον, τους λόγους οικονομικού περιεχομένου για την αναχώρηση· το πραγματικό αυτό γεγονός αναγνωρίστηκε, πλην όμως κρίθηκε πως δεν στοιχειοθετεί λόγο αναγνώρισης διεθνούς ή επικουρικής προστασίας.

 

Πέμπτον, τη στοχοποίηση λόγω εθνοτικής καταγωγής ως Ουζμπέκου· και ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος καθώς οι αναφορές του κρίθηκαν γενικές και αόριστες ενώ οι εξωτερικές πηγές δεν ανέδειξαν συστημική ή κρατική δίωξη ικανή να απαλλάξει από την ανάγκη εξατομίκευσης και δεν τεκμηριώθηκε συγκεκριμένος κίνδυνος για το πρόσωπο του Αιτητή.

 

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο Λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, την απουσία προγενέστερης εξατομικευμένης δίωξης εις βάρος του, έκρινε ότι δεν στοιχειοθετούνται εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Επιπλέον, εξετάζοντας τη γενική κατάσταση ασφαλείας στην επαρχία Sar-e-Pul, όπως αυτή προκύπτει από επικαιροποιημένες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ο Λειτουργός διαπίστωσε ότι, επί του παρόντος η αδιάκριτη βία που λαμβάνει χώρα στην επαρχία αυτή, δεν φτάνει σε υψηλό επίπεδο. Ενόψει τούτου, λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ο Λειτουργός κατέληξε ότι δεν προκύπτει η πιθανότητα επιπλέον κινδύνων προς το πρόσωπό του και ότι πιθανολογείται ως εξαιρετικά απομακρυσμένος ο κίνδυνος ο Αιτητής να στοχοποιηθεί και να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του.

 

Βάσει των ανωτέρω, κατά την νομική ανάλυση, ο Λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του Αιτητή τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία για να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 3 του Περί Προσφύγων Νόμου, σε περίπτωση επιστροφής της. Προχωρώντας στην εξέταση της δυνατότητας απόδοσης επικουρικής προστασίας ο Λειτουργός καταλήγει ότι δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του αρ. 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000.

 

Στο πλαίσιο της προσφυγής που καταχώρισε εναντίον της απορριπτικής του αιτήματός του  απόφασης, ο Αιτητής δήλωσε ότι η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο από τους Ταλιμπάν, επειδή δούλευε ως Κοινωνικός Λειτουργός και ότι έχει βιώσει γλωσσική προκατάληψη και δεν μπορούσε να βρει εργασία, καταλήγοντας πως αν επιστρέψει, οι Ταλιμπάν θα τον σκοτώσουν.

 

Σημειώνεται ότι η ευπαίδευτη εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα, υιοθετώντας πλήρως την αιτιολογία της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγήθηκε, μέσω του Γραπτού της Σημειώματος, ότι δεν προκύπτει εκ πρώτης όψεως πραγματική πιθανότητα επιτυχίας της προσφυγής που έχει καταχωρήσει ο Αιτητής και ότι συνεπώς δεν πληρούνται  οι προϋποθέσεις που θέτει ο περί Νομικής Αρωγής Νόμος για την παραχώρηση του ευεργετήματος της νομικής αρωγής στην Αιτητή.

 

Η εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

Έχω μελετήσει προσεκτικά το Γραπτό Σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα και τα επισυνημμένα σε αυτό έγγραφα, τη συνέντευξη του Αιτητή ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, την Εισηγητική Έκθεση και την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου και γενικά το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου.

 

Από το σύνολο των πιο πάνω δεδομένων και κατά την εκ πρώτης όψεως εκτίμηση τους, διαπιστώνω πως ο Λειτουργός κατά την εξέταση της αίτησης ασύλου του Αιτητή ορθώς εντόπισε και εξέτασε όλους τους ισχυρισμούς του, στο μέτρο που αυτοί θα ήταν κρίσιμοι για την υπαγωγή της στο καθεστώς διεθνούς προστασίας και προέβη εν συνεχεία, σε ορθή εκ πρώτης όψεως αξιολόγηση αυτών. Ειδικότερα, ο Λειτουργός φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να κατέληξε σε ορθά συμπεράσματα επί της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, οι οποίοι για τους λόγους που αναλύθηκαν στην Εισηγητική Έκθεση και καταγράφηκαν και ανωτέρω, απορρίφθηκαν ως εσωτερικά αναξιόπιστοι, πλην του ισχυρισμού του για τα προσωπικά του στοιχεία και τους λόγους οικονομικού περιεχομένου που τον οδήγησαν στην εγκατάλειψη της χώρας καταγωγής του.

 

Διαφαίνεται ότι εκ πρώτης όψεως, το σκεπτικό του Λειτουργού, ερείδεται σε ειδικώς προσδιορισμένες αντιφάσεις και ουσιώδεις ελλείψεις στην αφήγηση του Αιτητή, σε αδυναμία εξωτερικής τεκμηρίωσης των κρίσιμων ισχυρισμών και σε ανυπαρξία εξατομικευμένου κινδύνου κατά την έννοια του προσφυγικού δικαίου. Κατά την εκ πρώτης όψεως εκτίμηση, δεν αναδύεται νομικό σφάλμα ως προς την εφαρμογή των κριτηρίων της Σύμβασης της Γενεύης ή του κεφαλαίου της επικουρικής προστασίας, ούτε προκύπτει πρόδηλη παρερμηνεία αποδεικτικών δεδομένων.

 

Πρόσθετα, και χωρίς να προδικάζεται η ουσιαστική κρίση επί της προσφυγής, επισημαίνεται ότι βαρύνουσα σημασία στο στάδιο της παρούσας εξέτασης έχει η διαπιστωθείσα αναντιστοιχία μεταξύ του προβαλλόμενου άμεσου και εξατομικευμένου κινδύνου δίωξης και του γεγονότος ότι ο Αιτητής επέστρεψε στο Αφγανιστάν τον Ιανουάριο 2024, όπου παρέμεινε για περίπου ένα μήνα για τους σκοπούς ανανέωσης διαβατηρίου, χωρίς να αναφέρει περιστατικό αναζήτησής του ή απειλής εκ μέρους των de facto αρχών. Στο επίπεδο της εκ πρώτης όψεως αξιολόγησης, η εν λόγω επιστροφή ενδέχεται να δημιουργεί προβληματισμό ως προς το στοιχείο του δικαιολογημένου φόβου, καθώς εκούσιες μετακινήσεις προς τη χώρα καταγωγής μπορούν ανάλογα με τις περιστάσεις, να αποδυναμώνουν την επίκληση άμεσου κινδύνου.

 

Περαιτέρω, σε ό,τι αφορά την επίκληση συγκεκριμένης στοχοποίησης λόγω επαγγελματικών, κοινωνικών ή πολιτικών δραστηριοτήτων (εργασία ως δασκάλου, συμμετοχή σε διαδικασίες εκλογής, αναρτήσεις στο Facebook), στο παρόν στάδιο δεν φαίνεται να προσκομίστηκαν, εκ πρώτης όψεως, σαφείς ενδείξεις (όπως περιεχόμενο αναρτήσεων, χρονολογικές αναφορές ή στοιχεία παρακολούθησης), ικανές να καταδείξουν ότι οι δραστηριότητες αυτές είχαν ως αποτέλεσμα ειδική στοχοποίηση του Αιτητή από τους Ταλιμπάν.

 

Αντιστοίχως, σε σχέση με τα προσκομισθέντα έγγραφα εργασιακής σχέσης και τις επιστολές «επαίνου», εκ πρώτης όψεως δεν διαπιστώνω στοιχείο ικανό να ανατρέψει την πρωτοβάθμια αξιολόγηση. Τα εν λόγω έγγραφα, όπως προκύπτει από το υλικό, προσκομίστηκαν σε μορφή που δεν επιτρέπει επαλήθευση της προέλευσής τους ή του βαθμού επίσημης ισχύος τους και δεν συνδέονται με τρόπο που να τεκμηριώνει εξατομικευμένο κίνδυνο για το πρόσωπο του Αιτητή. Στο παρόν στάδιο συνοπτικού ελέγχου, δεν φαίνονται να διαθέτουν την αποδεικτική βαρύτητα που θα απαιτείτο για να κλονιστεί η κρίση του Λειτουργού. Συνεπώς, η αξιολόγηση που αυτός διενήργησε ως προς την αποδεικτική τους αξία κρίνεται, εκ πρώτης όψεως, επαρκώς αιτιολογημένη και ορθή.

 

Ως προς την επίκληση κινδύνου λόγω εθνοτικής ταυτότητας, σημειώνεται, εκ πρώτης όψεως, ότι οι σχετικές αναφορές δεν συνοδεύονται από γεγονότα που να υποδηλώνουν ειδική στοχοποίηση του συγκεκριμένου προσώπου. Οι εξωτερικές πηγές που φαίνεται να έλαβε υπόψη η Υπηρεσία Ασύλου δεν καταδεικνύουν, σε επίπεδο γενικής κατάστασης, συστηματική ή κρατική δίωξη των Ουζμπέκων ως τέτοια ώστε να τίθεται ζήτημα τεκμαιρόμενης στοχοποίησης χωρίς ανάγκη εξατομίκευσης.

 

Ούτε διακρίνω πλημμέλειες στην ανάλυση του μελλοντικού κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης στον οποίον ενδέχεται να εκτεθεί ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής του. Αντιθέτως, διαπιστώνω ότι ο Λειτουργός, κατά το στάδιο της σχετικής αξιολόγησης, εξέτασε επαρκώς τα ουσιώδη αποδεκτά στοιχεία του προσωπικού προφίλ του Αιτητή και, σε συνάρτηση με επικαιροποιημένες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης – το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει – κατέληξε ορθώς, εκ πρώτης όψεως, στο συμπέρασμα ότι τέτοιος κίνδυνος δεν συντρέχει.

 

Ομοίως, προέβη σε ορθή, εκ πρώτης όψεως, εκτίμηση περί μη υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναλύοντας σε επάρκεια και σε συνάρτηση με τις πιο πάνω πηγές, το ενδεχόμενο εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου.

 

Από τα ανωτέρω, εκ πρώτης όψεως, δεν διαφαίνεται η ύπαρξη δικαιολογημένου φόβου δίωξης κατά την έννοια των διατάξεων της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε συντρέχει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Ούτε, περαιτέρω, φαίνεται να τεκμηριώνονται τέτοιοι ισχυρισμοί που να δικαιολογούν υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκε ενώπιον μου, όπως τα έχω αναφέρει και πιο πάνω, καταλήγω - στο βαθμό που απαιτείται στην παρούσα, η οποία δεν απαιτεί εις βάθος εξέταση της ουσίας της αιτήσεως διεθνούς προστασίας - ότι το αίτημα του Αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας εξετάστηκε επιμελώς και ερευνήθηκε δεόντως από την Υπηρεσία Ασύλου.  Για τους λόγους που έχουν εκτεθεί καταλήγω ότι, βάσει των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας, και λαμβανομένων υπόψη των ενώπιόν μου στοιχείων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσφυγή εναντίον της επίδικης απόφασης έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.

 

Ο Αιτητής έχει βεβαίως κάθε δικαίωμα εάν επιθυμεί να προωθήσει την προσφυγή που έχει ήδη καταχωρίσει στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, με δικά του έξοδα, παρά την απόρριψη της αίτησής του για παραχώρηση σε αυτόν δωρεάν νομικής αρωγής. 

 

Με δεδομένη τη μη ικανοποίηση της απαραίτητης εκ του Νόμου προϋπόθεσης, η αίτηση αναπόφευκτα απορρίπτεται χωρίς έξοδα. 

 

Τα έξοδα του Διερμηνέα καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Ενόψει του γεγονότος ότι ο Αιτητής εμφανίζεται προσωπικά δεν εκδίδεται καμία άλλη διαταγή για έξοδα.

 

 

 

Ε. Ρήγα,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1]   Απόφαση στην Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 23/2010, Farshad Khamsen, ημερ. 14.10.2010

[2]Αποφάσεις στην Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 10/2010, Αlali Abdulhamid, ημερ. 06.05.2010 και στηνΑίτησηΝομικήςΑρωγής αρ. 25/2010, Antonia Adahor, ημερ. 13.12.2010

[3]Αποφάσεις στις Yπoθ. αρ. 278/09, Durgo Man v. Δημοκρατίας, ημερ. 15.07.2009, και Yπoθ. αρ. 7/11 και 8/11, NaciraBaghour και Roud Gad, ημερ. 28.03.2011

[4]Απόφαση στην Αίτηση Νομικής Αρωγής Αρ. 31/2013, Singh Khushwant, ημερ. 23.12.2013


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο