ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 1010/2022
18 Δεκεμβρίου, 2025
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
N.D.
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας
Μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
....................
Ο αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως
Ραφαέλλα Χαραλάμπους, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση
[Παρούσα η κα Μέλπω Σταύρου για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: : Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 18/10/2021, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτο συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό (στο εξής «Λ.Δ.Κ.») και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 03/01/2020, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 03/02/2020, ο αιτητής παρέλαβε την Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»).
Στις 13/08/2021 και 17/08/2021 πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις του αιτητή από λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (European Asylum Support Office - EASO) και πλέον Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (European Union Agency for Asylum - EUAA) και του παραχωρήθηκε δωρεάν βοήθεια διερμηνέα. Στις 07/10/2021 ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση - Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή. Στη συνέχεια, συγκεκριμένος λειτουργός που δύναται δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης στις 18/10/2021. Στις 10/11/2021, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία επισυνάφθηκε η απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα του αιτητή. Η επιστολή παραλήφθηκε από τον αιτητή στις 31/01/2022, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου της από διερμηνέα. Έπειτα, ο αιτητής καταχώρισε την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας με την οποία αμφισβητεί την προαναφερόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Ο αιτητής με το έντυπο της προσφυγής του πρόβαλε ότι ενίσταται κατά της αρνητικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου λόγω του ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στην χώρα καταγωγής του διότι η ζωή του κινδυνεύει λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων.
Περαιτέρω, μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης πρόβαλε πραγματικούς λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του για πολιτικούς λόγους, καθώς ήταν μέλος ενός κινήματος με την ονομασία «L’Union Fait la Force», του οποίου συντονίστρια ήταν η Christine Mboyo. Κατέγραψε ότι, σκοπός του κινήματος ήταν η καταπολέμηση της αδικίας, των βιασμών και των δολοφονιών που διαπράττονταν στο ανατολικό τμήμα της χώρας. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η κυβέρνηση απέτρεπε τις συγκεντρώσεις, τις πορείες και τις διαδηλώσεις κατά των εγκλημάτων, που όπως ισχυρίστηκε διαπράττονταν είτε από την ίδια την κυβέρνηση, είτε από επαναστατικές ομάδες στην εν λόγω περιοχή. Επεσήμανε ότι κάποια στιγμή οι αρχές άρχισαν να διώκουν τα μέλη του κινήματος.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι η συντονίστρια του κινήματος, καθώς και ο ξάδελφός του, ο οποίος επίσης ήταν μέλος του κινήματος, σκοτώθηκαν. Υποστήριξε ότι η αστυνομία άρχισε να αναζητά τα μέλη του κινήματος με σκοπό να τα φυλακίσει ή και να τα σκοτώσει. Εφόσον και ο ίδιος ήταν μέλος του κινήματος, ισχυρίστηκε ότι τον αναζητούσαν οι αρχές. Για τον λόγο αυτό, όπως δήλωσε, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του και να ζητήσει προστασία. Ανέφερε ότι διατηρεί επικοινωνία με τη γιαγιά του, η οποία τον ενημερώνει για τα τεκταινόμενα στη χώρα, και η οποία του ανέφερε ότι η αστυνομία εξακολουθεί να τον αναζητά. Ο Αιτητής κατέληξε ότι, εάν επιστρέψει στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, θεωρεί ότι θα συλληφθεί και θα δολοφονηθεί λόγω της συμμετοχής του στο εν λόγω κίνημα.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει ότι λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στο αρμόδιο όργανο. Επιπρόσθετα, ανέφερε πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Ο Αιτητής, κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας στην Υπηρεσία Ασύλου, δήλωσε ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε με την κυβέρνηση, καθώς όπως δήλωσε οι «αδελφοί του έφτασαν στο επίπεδο του θανάτου». Ισχυρίστηκε ότι κατήγγειλαν την κατάσταση των δολοφονιών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, καθώς και τους βιασμούς των αδελφών τους στην ανατολική περιοχή της χώρας. Ανέφερε ότι η αστυνομία τούς καταδίωκε και ότι η φίλη της μητέρας του, του συνέστησε να εγκαταλείψει τη χώρα για λόγους ασφαλείας, πράγμα το οποίο και έπραξε (βλ. ερυθ. 99 – 101, του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε στην περιοχή Ndjili στην Kinshasha στη Λ.Δ.Κ., όπου έζησε όλη του τη ζωή και η οποία αποτελεί τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του (ερυθρό 70 2x του διοικητικού φακέλου). Ως προς τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις δήλωσε Χριστιανός. Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε άγαμος και άτεκνος. Ως προς την πατρική του οικογένεια δήλωσε ότι ο πατέρας του έχει αποβιώσει και ότι η μητέρα του τον εγκατέλειψε όταν ο ίδιος ήταν σε μικρή ηλικία (ερυθρό 70 3χ του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε πως ολοκλήρωσε το δεύτερο έτος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ωστόσο δεν συνέχισε τις σπουδές του λόγω οικονομικών προβλημάτων (ερυθρό 71 1χ του διοικητικού φακέλου). Σε σχέση με το επαγγελματικό του προφίλ δήλωσε πως στην χώρα καταγωγής του εργαζόταν ως καλλιτέχνης και ειδικότερα ως ζωγράφος και διακοσμητής σε διάφορα σπίτια (ερυθρό 41 1χ). Τέλος, ο Αιτητής σημειώνει ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του στις 17/01/2020, προβάλλοντας ότι η αναγραφόμενη ημερομηνία 27/11/2019 στην αίτησή του είναι λανθασμένη (βλ. ερυθ. 68 2χ, 64 του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ισχυρίστηκε ότι συμμετείχε σε ένα κίνημα νεολαίας, το οποίο είχε ως στόχο την καταγγελία των βιασμών και των μαζικών δολοφονιών που λάμβαναν χώρα στην ανατολική περιοχή της ΛΔΚ, και συγκεκριμένα στο Nord-Kivu και άλλες περιοχές. Όπως ανέφερε, η συντονίστρια του κινήματος ήταν η κυρία Christine Mbuyi και μέσα από τη δράση τους επιδίωκαν την ειρήνη, καθώς — σύμφωνα με τα λεγόμενά του — «οι πατέρες τους σκοτώνονταν και οι μητέρες τους βιάζονταν». Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι τα εγκλήματα που διαπράττονταν στην ανατολική πλευρά της χώρας, αποτελούσαν βασικά ζητήματα που το κίνημα προσπαθούσε να φέρει στο φως.
Σύμφωνα με τον Αιτητή, τα μέλη του κινήματος άρχισαν να δέχονται απειλές. Κατά τις συναντήσεις τους, στρατιωτικές δυνάμεις παρενέβαιναν και τους διασκορπούσαν, ενώ τους απαγορεύτηκε να εκφράζουν τα δικαιώματά τους. Όταν αποφάσισαν να οργανώσουν πορεία ειρήνης για την κατάσταση στο ανατολικό τμήμα της ΛΔΚ, οι αρχές αντέδρασαν βίαια. Την ημέρα της πορείας, οι δυνάμεις καταστολής τους διέλυσαν με πυροβολισμούς, συνέλαβαν τη συντονίστρια Christine Mbuyi, καθώς και συγγενικά και φιλικά του πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και τον ξάδελφό του. Όπως ισχυρίστηκε, από τη στιγμή εκείνη, οι αρχές αναζητούσαν τα μέλη του κινήματος ακόμα και στα σπίτια τους. Τη νύχτα της πορείας, ο Αιτητής επέστρεψε στο σπίτι του, όμως έλαβε μηνύματα ότι οι δυνάμεις ασφαλείας αναζητούσαν τους ακτιβιστές. Τότε μετακινήθηκε προσωρινά στην οικία φίλης της μητέρας του στην περιοχή Lemba. Την τέταρτη ημέρα, όπως δήλωσε, οι αρχές τους αναζήτησαν στην περιοχή Ndjili. Η οικογενειακή φίλη που τον φιλοξενούσε του συνέστησε να μην παραμείνει εκεί, καθώς φοβόταν για τη σύλληψη και την ασφάλειά του. Του αποκάλυψε ότι είχε έναν φίλο που θα μπορούσε να τον βοηθήσει. Μέσω αυτού του προσώπου, κατάφερε να διαφύγει βράδυ. Κατέληξε λέγοντας ότι μέχρι σήμερα, η κυρία Christine, ο ξάδελφός του και άλλα άτομα που είχαν συλληφθεί τότε, παραμένουν υπό κράτηση ή αγνοούνται. (Για όλα τα ανωτέρω βλ. ερυθ. 35 του διοικητικού φακέλου).
Κατά το στάδιο των διευκρινήσεων δόθηκε η ευκαιρία στον αιτητή μέσω πρόσθετων ερωτήσεων να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία του και να αποσαφηνίσει τα κρίσιμα γεγονότα της αφήγησής του. Σε ερωτήσεις σχετικές με το εν λόγω κίνημα, ο Αιτητής ανέφερε ότι το κίνημα ονομαζόταν “L’union fait la Force” και ότι ιδρύθηκε το 2019, ωστόσο δεν διήρκησε πολύ (ερυθ. 34 του διοικητικού φακέλου). Πρόσθεσε ότι ενημερώθηκε για το κίνημα μέσω ενός φίλου του, ο οποίος συνήθιζε να επισκέπτεται το εργαστήριο του, όπου ζωγράφιζε. Όπως δήλωσε, ο φίλος του διέθετε δεξιότητες και θα μπορούσε να καθοδηγεί νέους που δεν είχαν εργασία, ώστε να μαθαίνουν μια τέχνη από τον ίδιο.
Ο Αιτητής ανέφερε ότι η έδρα του κινήματος βρισκόταν σε ένα συγκρότημα στην περιοχή Ndjili και ότι ο φίλος του, που τον ενέταξε στο κίνημα, τελικά συνελήφθη (ερυθ. 34 του διοικητικού φακέλου). Όπως ανέφερε, το συγκρότημα ήταν στο σπίτι του φίλου του και βρισκόταν σε κοντινό δρόμο από το δικό του σπίτι. Όταν ρωτήθηκε αν από έξω ήταν ορατό ότι στο συγκεκριμένο μέρος λάμβαναν χώρα δραστηριότητες του κινήματος, απάντησε αρνητικά. Ανέφερε ότι επειδή το αστυνομικό τμήμα βρισκόταν κοντά, δεν επιθυμούσαν να προκαλέσουν προβλήματα και απέφυγαν τη χρήση οποιουδήποτε εξωτερικού συμβόλου ή σήματος στον χώρο. Δεν υπήρχαν αφίσες ή πανό στον περίγυρο, καθώς η αστυνομία και η κυβέρνηση δεν ήθελαν να εκφράζονται. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα πανό τα χρησιμοποιούσαν μόνο κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων.
Όταν ρωτήθηκε πώς αισθάνθηκε όταν του προτάθηκε να ενταχθεί στο εν λόγω κίνημα, απάντησε ότι του φάνηκε εύκολο, καθώς ήδη άκουγε τα μέλη του κινήματος να συζητούν και να καταγγέλλουν τις δολοφονίες και τους βιασμούς στην ανατολική πλευρά της χώρας (ερυθ. 33 του διοικητικού φακέλου). Σημείωσε ότι τον εντυπωσίασε το όραμά τους για ειρήνη και ότι ένιωσε χαρούμενος με όσα άκουσε, γι’ αυτό και αποφάσισε να ενταχθεί. Ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι γνώριζε πως το κίνημα διοργάνωνε διαδηλώσεις για τις δολοφονίες και τους βιασμούς που λάμβαναν χώρα στην ανατολική πλευρά της χώρας.
Σχετικά με το προσωπικό του κίνητρο για να συμμετάσχει στο κίνημα, ο Αιτητής δήλωσε ότι τον συγκλόνισαν οι δολοφονίες και οι βιασμοί των γονιών και των συγγενών τους, και ότι επιθυμούσε ειρήνη για τη χώρα του (ερυθ. 33 του διοικητικού φακέλου). Δήλωσε ότι η πρώτη φορά που πήγε στον χώρο του κινήματος ήταν όταν προσκλήθηκε σε συνάντηση (ερυθ. 32 του διοικητικού φακέλου), όπου άκουσε τις ιδέες των μελών και ένιωσε ικανοποίηση με αυτά που άκουσε. Κληθείς να περιγράψει τον χώρο όπου πραγματοποιήθηκε η συνάντηση, απάντησε ότι επρόκειτο για ένα απλό συγκρότημα, στο οποίο υπήρχαν δύο σπίτια, χωρίς κάτι ιδιαίτερο. Όπως ανέφερε, μόνο τα μέλη γνώριζαν πότε θα γινόταν η συνάντηση και πρόσθετα ανέφερε πως συμμετείχαν αρκετά άτομα στην πρώτη συνάντηση, χωρίς να γνωρίζει πόσα ακριβώς (ερυθ. 32 του διοικητικού φακέλου). Σχετικά με τον ρόλο του στο κίνημα, ο Αιτητής ανέφερε ότι είχε ως καθήκον την κινητοποίηση των νέων, ώστε να συμμετάσχουν στο κίνημα. Διευκρίνισε πως τα καθήκοντα αυτά, του είχαν ανατεθεί από τη συντονίστρια και όταν εκείνη απουσίαζε από τον φίλο του που τον είχε εισάγει στο κίνημα. Αυτός είχε τον ρόλο του υπεύθυνου όταν απουσίαζε η συντονίστρια και ανέθετε καθήκοντα σε άλλα μέλη του κινήματος.
Ερωτηθείς εάν αντιμετώπισε πρόβλημα με τις αρχές λόγω της συμμετοχής του στις συναντήσεις, απάντησε ότι όταν οι αρχές συνειδητοποίησαν το όραμα του κινήματος, διέλυαν τις συγκεντρώσεις (ερυθ. 31 του διοικητικού φακέλου). Του επισημάνθηκε από τον λειτουργό ότι σε άλλο μέρος της συνέντευξής του είχε αναφέρει πως περνώντας έξω από τον χώρο δεν μπορούσε κανείς να ακούσει τι συζητούσαν παρόλο που το αστυνομικό τμήμα ήταν κοντά και του ζητήθηκε να εξηγήσει πώς είναι δυνατόν να έμαθαν οι αρχές για τις δραστηριότητές τους (ερυθ. 31 του διοικητικού φακέλου). Ο αιτητής ανέφερε πως όταν συγκεντρώνονταν, οι αρχές μετέβαιναν και τους διέλυαν.
Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει εάν υπήρχε δυνατότητα να βρει κανείς πληροφορίες για τις ιδέες και τη δράση του κινήματος στο διαδίκτυο, ο Αιτητής απάντησε θετικά (ερυθ. 31 του διοικητικού φακέλου). Ανέφερε ότι υπήρχε ομάδα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και συνομιλίες στο WhatsApp, στις οποίες υπήρχε σχετική πληροφόρηση, αλλά δεν γνωρίζει αν αυτές οι πληροφορίες είναι ακόμα διαθέσιμες, καθώς όλα είχαν διαλυθεί.
Ο Αιτητής πρόσθετα ανέφερε πως η μεγάλη πορεία που πραγματοποίησαν ήταν αυτή κατά την οποία συνελήφθη η συντονίστρια του κινήματος, η οποία έλαβε χώρα στις 12 Ιανουαρίου 2020 (ερυθ. 30 του διοικητικού φακέλου). Στην ερώτηση πόσες διαδηλώσεις έγιναν εκτός από τη μεγάλη που ανέφερε, ο Αιτητής απάντησε γενικά ότι αγωνίζονταν κατά της αδικίας για τους απλούς πολίτες, οι οποίοι όπως είπε, δεν έχουν δικαιώματα. Όταν ρωτήθηκε αν υπήρξε θύμα βίας ή σύλληψης, απάντησε ότι είχε δεχθεί χτυπήματα. Συγκεκριμένα, όπως περιέγραψε, ένας στρατιώτης τον άρπαξε από τα ρούχα, αλλά εκείνος αντιστάθηκε, τον απώθησε και κατάφερε να ξεφύγει, ενώ είχε δεχθεί δακρυγόνο στα μάτια. Κληθείς να διευκρινίσει τί εννοούσε λέγοντας ότι χτυπήθηκε, απάντησε ότι έπεσε στο έδαφος όταν έριξαν δακρυγόνο και, ενώ έτρεχαν για να ξεφύγουν, τον χτυπούσαν όσο ήταν πεσμένος και σκόπευαν να τον παραδώσουν στις αστυνομικές αρχές.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι από τη στιγμή που εγκατέλειψε τη χώρα του, υπήρξαν άνθρωποι που τον αναζήτησαν. Υποστήριξε ότι τόσο ο ίδιος όσο και άλλα μέλη του κινήματος ήταν καταζητούμενοι, καθώς οι αρχές παρουσίαζαν ψευδή εικόνα στους ανωτέρους τους (ερυθ. 27 του διοικητικού φακέλου). Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι ενώ το κίνημα στο οποίο συμμετείχε είχε σκοπό την ειρήνη και τη δικαιοσύνη στην ανατολική περιοχή της χώρας, οι αρχές διέδιδαν ότι επρόκειτο για ομάδα που εναντιωνόταν στον εν ενεργεία πρόεδρο και την κυβέρνηση.
Ερωτηθείς πώς γνωρίζει ότι αυτό ισχυρίζονται οι αρχές, απάντησε ότι κατά τη διάρκεια των συγκεντρώσεων, τους έλεγαν ότι προκαλούν προβλήματα και υποκινούν ταραχές κατά του προέδρου (ερυθ. 27 του διοικητικού φακέλου). Ο αιτητής πρόσθετα ανέφερε πως αφότου έλαβε απειλές, βρίσκεται σε επικοινωνία με τους παππούδες του, οι οποίοι τον ενημερώνουν για τις εξελίξεις και για άτομα του κινήματος που εξαφανίστηκαν και μέχρι σήμερα παραμένουν αγνοούμενοι. Όταν του ζητήθηκε να αναφερθεί στο είδος των απειλών που δέχθηκε προσωπικά, απάντησε ότι τον αναζητούσαν, πήγαν αρκετές φορές στο σπίτι του και ότι, όταν έφυγε για να κρυφτεί στην περιοχή Lemba, είχαν πρόθεση να τον εξοντώσουν, όπως και τα υπόλοιπα μέλη του κινήματος.
Κληθείς να διευκρινίσει πότε έφυγε από το σπίτι του για να κρυφτεί, απάντησε ότι ήταν αμέσως μετά την ειδοποίηση που έλαβε από τη μεγαλύτερη αδελφή του φίλου του (ερυθ. 26 του διοικητικού φακέλου). Ειδικότερα, δήλωσε ότι η ξαδέρφη του έλαβε τηλεφώνημα από μια φίλη της που της είπε ότι ο αδελφός της, επίσης μέλος του κινήματος, συνελήφθη και τότε ο ίδιος ο Αιτητής έφυγε από το σπίτι του πηδώντας από τον πίσω τοίχο, ώστε να μην τον δει η αστυνομία (ερυθ. 28 του διοικητικού φακέλου). Στην ερώτηση πότε ήταν η πρώτη φορά που οι αρχές πήγαν να τον αναζητήσουν στο σπίτι του, απάντησε ότι αυτό συνέβη την ίδια ημέρα της διαδήλωσης, στις 12 Ιανουαρίου (ερυθ. 26 του διοικητικού φακέλου). Όπως δήλωσε, όταν πήγαν να τους συλλάβουν, κάποιοι από αυτούς συνελήφθησαν και τότε ήταν που αποφάσισε να κρυφτεί στην περιοχή Lemba.
Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι στις 13 Ιανουαρίου, μία ημέρα μετά τη διαδήλωση, οι αρχές επέστρεψαν στην περιοχή και η αστυνομία εμφανίστηκε με πολιτικά ρούχα για να πραγματοποιήσει έρευνα. Όταν ρωτήθηκε πώς γνωρίζει ότι ήταν αστυνομικοί, δεδομένου ότι φορούσαν πολιτικά, απάντησε ότι λάμβανε τηλεφωνήματα από συγγενείς του, οι οποίοι τον ενημέρωναν ότι κάποιοι άνθρωποι πήγαιναν στο σπίτι και έκαναν ερωτήσεις, και πως κατά πάσα πιθανότητα επρόκειτο για αστυνομικούς που είχαν έρθει και το προηγούμενο βράδυ (ερυθ. 26 του διοικητικού φακέλου). Σε ερώτηση αν επέστρεψαν ξανά, απάντησε ότι γνωρίζει πως τον αναζήτησαν στις 13 Ιανουαρίου και πως κάποια στιγμή πήγαν να λάβουν πληροφορίες από τους γείτονες, οι οποίοι, όπως υποστήριξε, αποκάλυψαν ότι είχε καταφύγει στη περιοχή Lemba.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι παρέμεινε στην Lemba από τη νύχτα της 12ης Ιανουαρίου έως και τη νύχτα της 17ης, οπότε και αναχώρησε. Όταν ρωτήθηκε ποιοι γνώριζαν ότι βρισκόταν στη Leba, απάντησε ότι ήταν οι μεγαλύτεροι κάτοικοι της γειτονιάς του, οι οποίοι τον πρόδωσαν, καθώς, σύμφωνα με τον ίδιο, οι αρχές πρόσφεραν χρηματικό αντάλλαγμα (ερυθ. 25 του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείς γιατί γνώριζε όλη η γειτονιά ότι βρισκόταν στην περιοχή Leba, ενώ είχε μεταβεί εκεί για να κρυφτεί, απάντησε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι της γειτονιάς τον γνώριζαν από μικρό παιδί, και τα σπίτια τους βρίσκονταν δίπλα στο δικό του. Οι συγγενείς του, και συγκεκριμένα οι παππούδες του, τού είπαν ότι οι κάτοικοι αυτοί τον πρόδωσαν. Τέλος, ερωτηθείς τί θα μπορούσε να του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής απάντησε ότι φοβάται πως θα τον σκοτώσουν (ερυθ. 23 του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με τη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης του Αιτητή σε άλλο σημείο της χώρας καταγωγής, όπως στο Bas Congo, ο Αιτητής υποστήριξε την έλλειψη τέτοιας δυνατότητας, διότι δεν θα είναι ασφαλής.
Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε στην αφήγησή του ο αιτητής, διέκρινε στην έκθεση - εισήγησή του τρείς ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή ως κατωτέρω: (1) Τα προσωπικά στοιχεία, την χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, (2) Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι ήταν μέλος του κινήματος νεολαίας “L’union fait la Force” και (3) Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι τον αναζητούσαν οι αρχές λόγω της συμμετοχής του στο κίνημα “L’union fait la Force”.
Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτούς τους ισχυρισμούς του αιτητή ως προς τα προσωπικά του στοιχεία καθώς οι δηλώσεις του αιτητή κρίθηκαν σαφείς, συνεκτικές ενώ διασταυρώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Αντιθέτως, αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως συνολικά οι απαντήσεις και οι δηλώσεις του Αιτητή είναι σύντομες, στερούνται επάρκειας λεπτομερειών, επαναλαμβανόμενες, χωρίς επαρκές επίπεδο σαφήνειας και δεν περιέχουν το προσωπικό στοιχείο που αναμένεται σε περιπτώσεις προσωπικής εμπλοκής σε τέτοια ζητήματα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ειδικότερα, ο λειτουργός καταγράφει ότι ο Αιτητής ανέφερε πως από τον Απρίλιο του 2019 έγινε μέλος ενός κινήματος νεολαίας με το όνομα L’union fait la force, μετά από πρόσκληση ενός φίλου του, το οποίο αγωνιζόταν κυρίως για τα δικαιώματα των ανθρώπων στην ανατολική περιοχή της χώρας, οι οποίοι σκοτώνονταν και βιάζονταν. Ο Αιτητής ρωτήθηκε για το κίνητρο του να ενταχθεί στο κίνημα και δήλωσε ότι το έκανε επειδή μοιράζονταν ιδέες εκεί και ενθάρρυναν τη νεολαία να είναι καλοί άνθρωποι όταν μεγαλώσουν και επίσης, επειδή ήθελαν ειρήνη για την ανατολική πλευρά της χώρας, απάντηση η οποία θεωρήθηκε από τον λειτουργό γενική και χωρίς προσωπικό στοιχείο.
Σύμφωνα με τον λειτουργό, ο Αιτητής κληθείς να περιγράψει χαρακτηριστικά ή σύμβολα του κινήματος, πρόβαλε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, επαναλαμβάνοντας ότι επιθυμούσαν την ειρήνη για την ανατολική πλευρά της χώρας. Ρωτήθηκε για το ίδιο το κίνημα και ανέφερε ότι ήταν νέο κίνημα, οργανωμένο μόλις το 2019 και ότι εντάχθηκε σ’αυτό τέσσερις μήνες μετά. Ο λειτουργός καταγράφει επιπλέον πώς ο Αιτητής δεν μπορούσε να θυμηθεί τη διεύθυνση του χώρου, αλλά γνώριζε πως ήταν σε έναν δρόμο δίπλα από τον δικό του. Συνήθιζε να βλέπει ανθρώπους να συγκεντρώνονται εκεί και να ακούει για τις ιδέες τους καθώς περνούσε από εκεί, αλλά αργότερα ανέφερε ότι δεν μπορούσαν να μιλήσουν για τις ιδέες τους ή να βάλουν σύμβολα στον χώρο, επειδή η αστυνομία τους γνώριζε και δεν τους συμπαθούσε. Ο λειτουργός έκρινε ότι οι απαντήσεις του Αιτητή ήταν γενικές και χωρίς λεπτομέρειες, καθώς επαναλάμβανε ότι εντάχθηκε λόγω των δολοφονιών και των βιασμών στην Ανατολή, χωρίς να αναφέρει οποιαδήποτε άλλη λεπτομέρεια. Κληθείς να διευκρινίσει το κίνητρό του να ενταχθεί στο κίνημα και πώς αισθάνθηκε την πρώτη φορά που επισκέφθηκε το συγκρότημα και πάλι ο αιτητής δεν παρέθεσε ισχυρισμούς που να παρουσιάζουν βιωματικό χαρακτήρα. Δεν περιέγραψε με λεπτομέρεια τον χώρο όπου συναντιόντουσαν τρεις φορές την εβδομάδα για σχεδόν οκτώ μήνες. Επίσης, δεν μπορούσε να περιγράψει τη συντονίστρια του κινήματος και αναφέρει περισσότερες λεπτομέρειες γι’αυτή. Κατά συνέπεια, οι απαντήσεις του αιτητή στα ερωτήματα που του τέθηκαν ήταν σύντομες, χωρίς λεπτομέρεια και δεν περιλάμβαναν εξειδίκευση και το προσωπικό στοιχείο που αναμένεται να υπάρχει σε τέτοια αιτήματα. Ως εκ τούτου, η εσωτερική αξιοπιστία του αφηγήματός του κρίθηκε πως δεν τεκμηριώθηκε.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο λειτουργός σημειώνει ότι ο Αιτητής δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο προς υποστήριξη της περίπτωσής του. Η προσωπική του εμπλοκή στο κίνημα δεν μπορεί να εντοπιστεί στις πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής. Ο Αιτητής δήλωσε ότι η ομάδα είχε λογαριασμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και άλλες εφαρμογές μέσω των οποίων επικοινωνούσαν τα άτομα, αλλά ότι επρόκειτο για ιδιωτικές ομάδες και πλέον δεν γνωρίζει εάν είναι προσβάσιμες. Για το λόγο αυτό, σύμφωνα με τον λειτουργό, δεν μπορούσε να γίνει συγκεκριμένη έρευνα για να επιβεβαιωθεί η συμμετοχή του στο κίνημα. Γενικά, διαπιστώθηκε ότι το L’union fait la Force (UFF) είναι μια μη κερδοσκοπική κονγκολέζικη οργάνωση με έδρα το Mumosho, στο South Kivu. Οι δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με τη δράση και τις λειτουργίες του κινήματος κρίθηκε πως δεν ήταν συνεπείς με την περιγραφή της οργάνωσης σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες. Ως εκ τούτου, ο λειτουργός κατέληξε ότι η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού δεν τεκμηριώθηκε και ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.
Ομοίως, ο αρμόδιος λειτουργός δεν αποδέχτηκε και τον τρίτο ισχυρισμό του Αιτητή, καθώς έκρινε τις δηλώσεις του Αιτητή ως ασυνεπείς, ανεπαρκείς και ασαφείς. Ειδικότερα, ο λειτουργός καταγράφει ότι δεν έγινε αποδεκτό ότι ο Αιτητής ήταν μέλος του κινήματος νεολαίας και συνεπώς δεν μπορεί να αξιολογηθεί ότι αντιμετώπισε προβλήματα με τις αρχές εξαιτίας αυτού. Περαιτέρω, ο λειτουργός έκρινε ότι αξιολογώντας τα προβλήματα με τις αρχές ως μεμονωμένα περιστατικά, ο Αιτητής δεν ήταν συνεπής, συγκεκριμένος και δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς και σαφείς πληροφορίες σχετικά με αυτά. Πρώτον, ανέφερε ότι το κίνημα δεν ήταν αποδεκτό από τις αρχές και ότι πολλές φορές υπέστησαν καταστολή, δηλώνοντας με συγκεχυμένο και αόριστο τρόπο, ότι όταν συγκεντρώνονταν, ο κόσμος μπορούσε να δει και να ακούσει τι γινόταν μέσα και ότι το αστυνομικό τμήμα ήταν κοντά, αλλά ποτέ δεν αντιμετώπισαν κάποιο πρόβλημα (βλ. ερυθ. 60 1x, 59 1x, 61 1x του διοικητικού φακέλου). Επίσης ανέφερε ότι η συντονίστρια του κινήματος συχνά επισκεπτόταν τις αρχές για να υποστηρίξει τον σκοπό του κινήματος, αλλά δεν εξήγησε τι άλλαξε και οι αρχές την συνέλαβαν πριν από μια διαδήλωση (βλ. ερυθ. 5 του διοικητικού φακέλου). Επιπλέον, ρωτήθηκε για τους ρόλους του στο κίνημα επαναλαμβάνοντας ότι παρακινούσε τη νεολαία. Όσον αφορά το περιεχόμενο των συζητήσεων κατά τις συναντήσεις, επανέλαβε χωρίς επαρκείς λεπτομέρειες ότι οι συζητήσεις αφορούσαν τα προβλήματα στην ανατολική πλευρά της χώρας (βλ. ερυθ. 59 2x του διοικητικού φακέλου).
Σύμφωνα με την κρίση του λειτουργού αναμενόταν ο αιτητής να είναι σε θέση να μιλήσει με περισσότερες λεπτομέρειες για ένα κίνημα στο οποίο συμμετείχε συχνά και για μεγάλο χρονικό διάστημα και εξαιτίας του οποίου, αντιμετώπισε προβλήματα στη συνέχεια. Σχετικά με τα προβλήματα αυτά, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τί ακριβώς συνέβη κατά τη μετάβασή του στον χώρο της διαδήλωσης, ο οποίος ήταν η Πρεσβεία της Ρουάντα, ενώ παρείχε γενικές πληροφορίες σχετικά με την αστυνομία και τον στρατό που διέλυαν τον κόσμο. Δήλωσε ότι συνελήφθη ο ίδιος και ότι έριξαν δακρυγόνο στα μάτια του, ενώ κατόρθωσε να διαφύγει από τον στρατιώτη που τον χτυπούσε, επειδή ο στρατιώτης δεν πρόσεχε και του ξέφυγε. Λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση του Αιτητή, ο οποίος είχε ξυλοκοπηθεί και του είχαν ρίξει δακρυγόνο στα μάτια, ρωτήθηκε πώς κατάφερε να φύγει τρέχοντας και ο Αιτητής απάντησε ότι χρησιμοποίησε σάλιο για να καθαρίσει τα μάτια του από το δακρυγόνο. Στη συνέχεια ρωτήθηκε πως γνώριζε ότι έπρεπε να το κάνει αυτό και απάντησε ότι το έκαναν οι kulunas, αλλά όταν ρωτήθηκε πώς το γνώριζε αυτό, δήλωσε ότι δεν είχε καμία σχέση με τους kulunas αλλά το είχε δει από άλλους ανθρώπους που τους συνέλαβαν. Ο λειτουργός καταλήγει ότι η απάντησή του δεν θεωρείται ικανοποιητική και δεν υπάρχει συνοχή στις απαντήσεις του, ενώ οι δηλώσεις του είναι συγκεχυμένες και στερούνται σαφήνειας.
Μετά το περιστατικό αυτό, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι επέστρεψε στο χώρο, διότι έπρεπε να δουν ποιοι συνελήφθησαν και ποιοι όχι, δήλωση που κρίνεται από τον λειτουργό συγκεχυμένη. Ερωτηθείς αν ήταν επικίνδυνο να το κάνει αυτό, αφού το αστυνομικό τμήμα ήταν κοντά, απάντησε ότι παρέμειναν εκεί για λίγο. Σύμφωνα με τον λειτουργό, οι πληροφορίες, οι οποίες βασίζονται σε φήμες και προσωπικές εικασίες, δεν μπορούν να θεωρηθούν επαρκείς για να τεκμηριώσουν τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι καταζητείται από την αστυνομία. Ο λειτουργός καταγράφει περαιτέρω ότι ο Αιτητής δήλωσε πως ενώ κοιμόταν, η ξαδέρφη του έλαβε τηλεφώνημα από μια φίλη της που της είπε ότι ο αδελφός της, επίσης μέλος του κινήματος, συνελήφθη και τότε ο Αιτητής έφυγε από το σπίτι του ώστε να μην τον δει η αστυνομία, αλλά στη συνέχεια δήλωσε ότι είπε στους γείτονές του ότι πάει στην Lemba, επειδή μεγάλωσε μαζί τους και έπρεπε να τους πει πού πηγαίνει, παρόλο που πήγαινε στην Lemba για να κρυφτεί από την αστυνομία. Έπειτα, υπέθεσε ότι καταζητείται επειδή η γιαγιά του είδε κάποιους να μιλούν με τους γείτονες και πιστεύει ότι αυτό αφορούσε τον ίδιο.
Στη συνέχεια, ενώ βρισκόταν στη Lemba, κάποιοι άνθρωποι ρωτούσαν τη φίλη της μητέρας του, εάν επιθυμούσε να πουλήσει το σπίτι της, δηλώνοντας ότι πιστεύει ότι επρόκειτο για αστυνομικούς που ήθελαν να συλλέξουν πληροφορίες για τον Αιτητή. Ούτε αυτή η υπόθεση επαρκεί για να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι καταζητείται. Επομένως, η εσωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού κρίθηκε πως δεν τεκμηριώθηκε.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο λειτουργός έκρινε ότι δεν είναι δυνατόν να βρεθούν πληροφορίες σε πηγές της χώρας καταγωγής του, που να αναφέρονται συγκεκριμένα και προσωπικά στον ίδιο και στα ζητήματα που αντιμετώπισε με τις αρχές. Σχετικά με τη διαδήλωση, δεν κατέστη δυνατόν να βρεθεί σχετική αναφορά για την ημερομηνία που δήλωσε ο Αιτητής. Ο λειτουργός εντόπισε μια διαδήλωση, η οποία χρονολογείται τον Σεπτέμβριο του 2020, όταν ο Αιτητής είχε ήδη εγκαταλείψει την χώρα και η οποία πραγματοποιήθηκε για διαφορετικούς λόγους. Συνεπώς, η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού κρίθηκε πως δεν τεκμηριώθηκε και ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.
Υπό το φως του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού σχετικά με τα προσωπικά στοιχεία του αιτητή και λαμβάνοντας υπόψη ως τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του την πόλη Kinshasha της Λ.Δ.Κ., ο αρμόδιος λειτουργός συνήγαγε κατά την αξιολόγηση κινδύνου, αφού παρέθεσε πληροφορίες αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στη χώρα καταγωγής του, ότι ο αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα να κινδυνεύσει με σοβαρή βλάβη.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αιτητή σε ένα από τους λόγους που εξαντλητικά προβλέπονται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου, κατέληξε πως δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς. Αναφορικά με το άρθρο 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου, του Ν. 6 (Ι)/2000, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στην Kinshasha στην Λ.Δ.Κ., ο αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, αφού σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στην Kinshasa δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Ως εκ τούτου, ο λειτουργός κατέληξε ότι ο αιτητής δεν δύναται να υπαχθεί ούτε σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και συνεπώς το αίτημα του απορρίφθηκε στο σύνολό του. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης, εξέτασε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.
Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, ο Αιτητής ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι διέφυγε από τη χώρα του επειδή τον καταζητούσαν και ότι σε περίπτωση επιστροφής του κινδυνεύει να σκοτωθεί, όπως συνέβη και με τους φίλους του. Επανέλαβε ότι μετέβη στην Κυπριακή Δημοκρατία για προστασία και ότι ο κίνδυνος που αντιμετωπίζει προέρχεται από το κυβερνών κόμμα, διότι τα άτομα που καταδικάζουν όσα συμβαίνουν στο ανατολικό τμήμα της χώρας δεν είναι αποδεκτά.
Σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου, ο Αιτητής δήλωσε ότι συμμετείχε σε κίνημα με την ονομασία «Η ισχύς εν τη ενώσει» («L’Union fait la Force»), το οποίο κατακρίνει και καταγγέλλει τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα στο ανατολικό τμήμα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Ανέφερε ότι το κίνημα ιδρύθηκε από μία γυναίκα, την Christelle Mboyo, η οποία, όπως υποστήριξε, έχει ήδη δολοφονηθεί.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι το κίνημα αποτελούνταν από νέους με σκοπό την αλλαγή της κατάστασης στη χώρα και τη διοργάνωση πορειών για καταγγελία των γεγονότων. Όπως δήλωσε, δεν γνωρίζει αν υπήρχε έδρα του κινήματος ούτε αν υπήρχε καταστατικό ή άλλα έγγραφα, λόγω του ότι έχει εγκαταλείψει τη χώρα εδώ και πολλά χρόνια. Ανέφερε επίσης ότι πολλά μέλη έχουν εξαφανιστεί, συλληφθεί ή σκοτωθεί και ότι δεν γνωρίζει αν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για το κίνημα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ως προς τον αριθμό των μελών, δήλωσε ότι ήταν πάρα πολλοί και ότι δεν μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια, ενώ ως προς τον τρόπο που γινόταν η εγγραφή των μελών αρχικά δήλωσε ότι έχουν όλοι εξαφανιστεί, ενώ ακολούθως ανέφερε ότι διοργάνωναν πορείες με σκοπό την καταγγελία των γεγονότων. Ως προς τον ίδιο, ανέφερε ότι εντάχθηκε στο κίνημα μέσω του φίλου του Patrick, ο οποίος, έχει επίσης σκοτωθεί. Πρόσθετα ανέφερε πως δεν έχει ενημέρωση για το αν το κίνημα παραμένει ενεργό σήμερα, διότι έχουν όλοι εξαφανιστεί.
Σε σχέση με τη δική του συμμετοχή, ο Αιτητής δήλωσε ότι ήταν ενεργό μέλος, χωρίς συγκεκριμένη θέση, λειτουργώντας ως απλός εκπρόσωπος των μελών. Ανέφερε ότι συμμετείχε στη διοργάνωση πορειών και ότι ο ρόλος του ήταν να καθοδηγεί τον κόσμο. Περαιτέρω, δήλωσε ότι συμμετείχε σε συζητήσεις του κινήματος για ανταλλαγή ιδεών, χωρίς να προσδιορίσει συγκεκριμένες ημερομηνίες, πέραν του ότι πιστεύει πως η τελευταία σχετική δραστηριότητα ήταν στις 12/01/2020. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου σχετικά με την ύπαρξη αστυνομικού τμήματος στην περιοχή, ο Αιτητής απάντησε ότι δεν γνωρίζει, καθώς έχει περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα από τότε. Κατόπιν σε παρατήρηση του Δικαστηρίου ότι είχε δηλώσει πως στις 12/01/2020 είχε λάβει χώρα διαδήλωση και όχι συνάντηση του κινήματος, ο Αιτητής διευκρίνισε ότι η πορεία πράγματι έγινε στις 12 Ιανουαρίου και ότι δεν θυμάται τις ημερομηνίες των συναντήσεων.
Αναφορικά με την ημερομηνία αναχώρησής του από τη ΛΔΚ, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα στις 17/01/2020. Σε επισήμανση του Δικαστηρίου ότι στο διοικητικό φάκελο καταγράφεται υποβολή αιτήματος διεθνούς προστασίας στις 03/01/2020, ο Αιτητής απάντησε ότι είχε ήδη αναφέρει κατά τη συνέντευξή του πως πρόκειται για λάθος. Πρόσθεσε ότι έφτασε στην Κύπρο στις 03/02/2020, εξηγώντας ότι μετά την αναχώρησή του από τη ΛΔΚ, πέρασε από την Τυνησία όπου παρέμεινε για λίγες ώρες πριν ταξιδέψει με πλοίο προς την Κύπρο.
Ερωτηθείς γιατί θεωρεί ότι εξακολουθεί να διατρέχει κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του, δήλωσε ότι ακόμη και σήμερα η οικογένειά του τον ενημερώνει πως εξακολουθεί να καταζητείται. Όταν ρωτήθηκε πώς κατάφερε να διαφύγει ενώ τον αναζητούσαν, δήλωσε ότι τον βοήθησε άτομο με γρήγορες διαδικασίες. Ως προς τον λόγο που επέλεξε εκείνο το χρονικό σημείο για να εγκαταλείψει τη χώρα, ο Αιτητής ανέφερε ότι τα γεγονότα είχαν συμβεί στις 12 Ιανουαρίου και ότι έφυγε στις 17 Ιανουαρίου του ίδιου έτους επειδή τον αναζητούσαν οι αρχές.
Ερωτηθείς εάν του συνέβη οτιδήποτε αφότου εγκατέλειψε τη χώρα του, απάντησε αρνητικά, αναφέροντας ότι είναι προστατευμένος σήμερα. Περαιτέρω, ερωτηθείς εάν έχει συμβεί κάτι στην οικογένειά του μετά την αναχώρησή του από τη χώρα, δήλωσε ότι η οικογένειά του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον τόπο διαμονής της επειδή δεν αισθανόταν ασφαλής. Τέλος, ως προς την σχέση της ιδρύτριας με τη συντονίστρια της οργάνωσης, ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν απλώς μέλος και στόχος του ήταν η κινητοποίηση του κόσμου. Διευκρίνισε ότι η ιδρύτρια και η συντονίστρια ήταν το ίδιο πρόσωπο και ότι η ίδια είχε δύο διαφορετικούς ρόλους.
Έλαβα υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου μέσω του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε και σημειώθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1, όπως επίσης και όσα ανέφερε ο αιτητής στην αίτηση ακυρώσεως και στην Γραπτή του Αγόρευση που κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Πρόσθετα, μελέτησα με μεγάλη προσοχή τα όσα ο αιτητής δήλωσε στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία κατά την ελεύθερη αφήγησή του αλλά και όσα δήλωσε μετά από τα ερωτήματα που του τέθηκαν. Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ.
Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, θα πρέπει να αναφέρω πως ο αρμόδιος λειτουργός με λεπτομέρεια παρέθεσε τις αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε ο αιτητής, όπως επίσης και στις ασάφειες οι οποίες προέκυψαν από το αφήγημά του. Ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να προβάλει τον ισχυρισμό του με συνέπεια και λεπτομέρεια, αφού δεν παρουσίασε με τρόπο συνεκτικό και λεπτομερή τα όσα αφορούν τον πυρήνα του αιτήματός του. Πρόσθετα, δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες για τον κίνδυνο που διέτρεχε και δεν περιέγραψε τα στοιχεία αυτά που κατά τον ισχυρισμό του θα τον έθεταν σε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Οι απαντήσεις και δηλώσεις του Αιτητή ήταν συνοπτικές, γενικόλογες και επαναλαμβανόμενες, στερούμενες επαρκούς σαφήνειας, λεπτομέρειας και προσωπικού βιωματικού στοιχείου, το οποίο εύλογα αναμένεται σε περίπτωση προσωπικής εμπλοκής σε πολιτικό ή κοινωνικό κίνημα. Ειδικότερα, ο Αιτητής ανέφερε ότι εντάχθηκε τον Απρίλιο του 2019 στο κίνημα νεολαίας «L’union fait la force», κατόπιν πρόσκλησης φίλου του, με σκοπό, κατά δήλωσή του, την προάσπιση των δικαιωμάτων των κατοίκων της ανατολικής περιοχής της χώρας. Ωστόσο, κληθείς να εξηγήσει τα προσωπικά του κίνητρα ένταξης, περιορίστηκε σε αόριστες αναφορές περί κοινών ιδεών, ειρήνης και ηθικής διαπαιδαγώγησης της νεολαίας, χωρίς οποιαδήποτε εξατομικευμένη ή βιωματική αναφορά.
Περαιτέρω, ερωτηθείς για τα χαρακτηριστικά, τα σύμβολα ή τη δομή του κινήματος, προέβαλε ασαφείς ισχυρισμούς, επαναλαμβάνοντας γενικές θέσεις περί ειρήνης. Δήλωσε ότι το κίνημα συστάθηκε το 2019 και ότι εντάχθηκε τέσσερις μήνες αργότερα, χωρίς να δύναται να προσδιορίσει βασικά στοιχεία, όπως τη διεύθυνση του χώρου συνάντησης, παρά το ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, συμμετείχε σε συγκεντρώσεις τρεις φορές την εβδομάδα επί οκτώ μήνες. Οι δε αναφορές του περί αδυναμίας δημόσιας έκφρασης ιδεών ή χρήσης συμβόλων λόγω αστυνομικής επιτήρησης παρέμειναν ατεκμηρίωτες και αντιφατικές.
Επιπλέον, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τον χώρο των συναντήσεων ούτε τη συντονίστρια του κινήματος, ούτε να εκθέσει πώς αισθάνθηκε κατά την πρώτη του συμμετοχή, παρά τις επανειλημμένες σχετικές ερωτήσεις. Οι απαντήσεις του περιορίστηκαν εκ νέου σε γενικές αναφορές στις συνθήκες βίας στην ανατολική περιοχή, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση. Ο αιτητής ενώ ισχυρίστηκε ότι ήταν μέλος του κινήματος νεολαίας “L’union fait la Force”, από τις δηλώσεις του δεν κατάφερε να τεκμηριώσει την συμμετοχή και τη δράση του στο κίνημα αυτό. Υπό τα δεδομένα αυτά, ορθώς κρίθηκε ότι το αφήγημα του Αιτητή στερείται εσωτερικής συνοχής και αξιοπιστίας, καθότι δεν υποστηρίζεται από συγκεκριμένα, λεπτομερή και βιωματικά στοιχεία. Ως εκ τούτου, η εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του δεν τεκμηριώθηκε.
Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή, διαφαίνεται πως τα ζητήματα που θέτει είναι εντελώς προσωπικής φύσεως και δεν δύναται να διασταυρωθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που αφορούν τη χώρα καταγωγής του. Ωστόσο, πέραν των όσων εντόπισε και κατέγραψε ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγα έρευνα σε αξιόπιστες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, αναφορικά με τον εν λόγω ισχυρισμό του Αιτητή από την οποία προκύπτει ότι το “L' union fait la Force” εντοπίζεται ως μια ΜΚΟ στη ΛΔΚ με έδρα το Mumosho, στο Νότιο Κίβου. Η αποστολή της είναι να βελτιώσει τα μέσα διαβίωσης του τοπικού πληθυσμού μέσω τεσσάρων διαφορετικών στρατηγικών: επίλυση τοπικών συγκρούσεων, βελτίωση των γεωργικών εκροών, βελτίωση των κερδών των ζώων και την ανάπτυξη της ικανότητας των τοπικών πληθυσμών σε καθεμία από τις περιοχές αυτές.[1] To “L' union fait la Force” εντοπίζεται και ως πολιτικό κόμμα με πρόεδρο τον Constantin Mbengele.[2] Η επιβεβαίωση της ύπαρξης του κινήματος αυτού δεν είναι αρκετή για να τεκμηριωθεί η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του αιτητή ο οποίος δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τη συμμετοχή του στο εν λόγω κίνημα, εφόσον αναμένετε από ένα πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι είχε τόσο στενή εμπλοκή με τα μέλη του κινήματος, να ήταν ικανό να περιγράψει με λεπτομέρεια τόσο την ιδεολογία, δράσεις και πρακτικές του κινήματος, όσο και αυτή καθαυτή την συμμετοχή του αλλά και την αιτία που τον οδήγησε να γίνει μέλος στο κίνημα αυτό.
Για να καταστούν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί του αιτητή, απαιτείται να συνοδεύονται από σαφή, λεπτομερή και εξατομικευμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν τον ουσιώδη ισχυρισμό του. Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, εφόσον προέβη κατά το αφήγημά του σε γενικές και αόριστες αναφορές, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, θα πρέπει να αναφέρω πως διαφαίνεται από το αφήγημα του αιτητή ότι οι δηλώσεις του χαρακτηρίζονται από ασυνέπεια, αοριστία και έλλειψη επαρκούς τεκμηρίωσης. Ειδικότερα, δεν έγινε αποδεκτό ότι ο Αιτητής υπήρξε μέλος του επίμαχου κινήματος νεολαίας και συνακόλουθα, δεν κατέστη δυνατό να στοιχειοθετηθεί ότι αντιμετώπισε προβλήματα με τις αρχές εξαιτίας τέτοιας ιδιότητας.
Περαιτέρω, κατά την αξιολόγηση των φερόμενων προβλημάτων με τις αρχές ως μεμονωμένων περιστατικών, ο Αιτητής δεν επέδειξε την απαιτούμενη συνέπεια και σαφήνεια. Ενώ αρχικά υποστήριξε ότι το κίνημα δεν ήταν ανεκτό από τις αρχές και ότι υφίστατο καταστολή, ταυτόχρονα ανέφερε ότι, παρά τη γειτνίαση του αστυνομικού τμήματος και την ορατότητα των συγκεντρώσεων, ουδέποτε αντιμετώπισαν πρόβλημα. Ομοίως, ισχυρίστηκε ότι η συντονίστρια του κινήματος είχε επαφές με τις αρχές προς υποστήριξη του σκοπού του, χωρίς να δύναται να εξηγήσει τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή συνελήφθη, γεγονός που αποδυναμώνει περαιτέρω την αξιοπιστία των δηλώσεών του.
Επιπλέον, ερωτηθείς για τον ρόλο του στο κίνημα και το περιεχόμενο των συναντήσεων, περιορίστηκε σε επαναλαμβανόμενες και γενικόλογες αναφορές περί παρακίνησης της νεολαίας και συζητήσεων για τα προβλήματα της ανατολικής περιοχής της χώρας, χωρίς ουσιαστική εξειδίκευση. Δεδομένης της φερόμενης συχνής συμμετοχής του, καθώς και των μεταγενέστερων προβλημάτων που επικαλέστηκε, αναμενόταν ευλόγως πληρέστερη και σαφέστερη περιγραφή.
Ως προς το περιστατικό της διαδήλωσης, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει συνεκτική και λεπτομερή περιγραφή των γεγονότων. Παρείχε αόριστες αναφορές για τη διάλυση του πλήθους από την αστυνομία και τον στρατό και ισχυρίστηκε ότι συνελήφθη, δέχθηκε επίθεση και του ρίχθηκε δακρυγόνο, ενώ κατόρθωσε να διαφύγει υπό συνθήκες που περιεγράφηκαν με τρόπο αντιφατικό και μη πειστικό. Οι εξηγήσεις που έδωσε σχετικά με τον τρόπο διαφυγής του και την αντιμετώπιση του δακρυγόνου κρίθηκαν ασυνεπείς και ανεπαρκείς, στερούμενες λογικής συνοχής.
Σημειώνεται ότι ο Αιτητής συμπλήρωσε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 03/01/2020, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές (βλ. ερυθ. 3 διοικ. φακέλου). Στις 03/02/2020, ο αιτητής παρέλαβε την Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας. Παρόλα αυτά ο Αιτητής πρόσθετα ανέφερε πως η μεγάλη πορεία που πραγματοποίησαν ήταν αυτή κατά την οποία συνελήφθη η συντονίστρια του κινήματος, η οποία έλαβε χώρα στις 12 Ιανουαρίου 2020, στην οποία ισχυρίστηκε πως παρευρέθηκε και ότι αναχώρησε από τη χώρα του στις 17/1/2020 (ερυθ. 30 του διοικητικού φακέλου). Το ζήτημα αυτό τέθηκε εκ νέου στον αιτητή και στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία και επέμενε στις ημερομηνίες αυτές, χωρίς να δώσει ικανοποιητική απάντηση επί τούτου λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη πως στην αίτησή του κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του τον Νοέμβριο του 2019. Το σημείο αυτό βέβαια του επισημάνθηκε αλλά δεν έδωσε ικανοποιητική απάντηση.
Μετά το περιστατικό, ο Αιτητής πρόβαλε περαιτέρω ισχυρισμούς περί επιστροφής στον χώρο για να διαπιστώσει ποιοι συνελήφθησαν, καθώς και περί καταδίωξής του από τις αρχές, οι οποίοι στηρίζονται σε φήμες, υποθέσεις και προσωπικές εικασίες. Οι δηλώσεις του σχετικά με την αποχώρησή του από την οικία του, την ενημέρωση των γειτόνων για τον προορισμό του και τη μετακίνησή του στη Lemba εμφανίζουν αντιφάσεις και στερούνται πειστικής εξήγησης. Τέλος, οι μεταγενέστερες υποθέσεις του Αιτητή ότι καταζητείται από την αστυνομία, βασιζόμενες σε έμμεσες πληροφορίες και προσωπικές εκτιμήσεις τρίτων προσώπων, δεν επαρκούν για την τεκμηρίωση των ισχυρισμών του. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, ορθώς κρίθηκε ότι η εσωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή δεν τεκμηριώθηκε.
Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή, διαφαίνεται πως τα ζητήματα που θέτει είναι εντελώς προσωπικής φύσεως και δεν δύναται να διασταυρωθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που αφορούν τη χώρα καταγωγής του. Ωστόσο, διεξήγαγα έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, αναφορικά με την γενικότερη κατάσταση που επικρατούσε στην ΛΔΚ, κατά την περίοδο 2019-2020, διάστημα κατά το οποίο ο Αιτητής ανέφερε ότι έλαβαν χώρα τα περιστατικά. Θα πρέπει να αναφερθεί πως δεν μπορεί να διασταυρωθεί ότι πραγματοποιήθηκε διαδήλωση στις 12 Ιανουαρίου του 2020, όπως ο ίδιος ο αιτητής ανέφερε στη συνέντευξή του.
Η Human Rights Watch καταγράφει σε έκθεσή της για το 2021 ότι η κυβέρνηση του Προέδρου Félix Tshisekedi, παρά τις αρχικές δεσμεύσεις για σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενίσχυσε την καταστολή κατά δημοσιογράφων, ακτιβιστών και άλλων που θεωρούνταν επικριτικοί απέναντι στην Κυβέρνηση.[3] Από το 2020 έως το 2021 καταγράφηκαν τουλάχιστον 109 περιπτώσεις αυθαίρετων συλλήψεων και παρενόχλησης, με την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ANR) να εμπλέκεται σε αρκετές.[4] Δημοσιογράφοι υπέστησαν εκφοβισμό, απειλές και ξυλοδαρμούς, ενώ ακτιβιστές του κινήματος Lucha κρατήθηκαν και διώχθηκαν με κατασκευασμένες κατηγορίες.
Η Διεθνής Αμνηστία, σε δημοσίευσή της τον Ιανουάριο 2020, τόνισε ότι παρά τις αρχικές δεσμεύσεις του Προέδρου Félix Tshisekedi για σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό εξακολουθεί να πλήττεται από ατιμωρησία, καταστολή ειρηνικών διαδηλώσεων και σοβαρές παραβιάσεις, με πολέμαρχους υπεύθυνους για εγκλήματα πολέμου να παραμένουν ελεύθεροι, ενώ οι συγκρούσεις και η διακοινοτική βία στην ανατολική χώρα έχουν προκαλέσει εκατοντάδες θανάτους και μαζικό εκτοπισμό.[5]
Είναι προφανές πως δεν διαπιστώθηκε ότι έλαβε χώρα διαδήλωση ημερομηνίας 12/1/2020 και οι όποιες αναφορές σε πηγές πληροφόρησης για την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του αιτητή δεν αρκούν για να τεκμηριώσουν την αλήθεια των ισχυρισμών του. Η εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του δεν τεκμηριώθηκε. Εφόσον δεν έγινε αποδεκτό ότι ο Αιτητής υπήρξε μέλος του κινήματος νεολαίας και συνακόλουθα, δεν κατέστη δυνατό να στοιχειοθετηθεί ότι αντιμετώπισε προβλήματα με τις αρχές εξαιτίας τέτοιας ιδιότητας. Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, εφόσον προέβη σε αοριστίες και γενικολογίες κατά το αφήγημά του, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Όλο το πιο πάνω ιστορικό στο οποίο στηρίζεται το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο αιτητής δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής είχε την ευκαιρία στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία να προσκομίσει με το ορθό δικονομικό διάβημα οτιδήποτε θεωρούσε ότι έπρεπε να γνωρίζει το Δικαστήριο πράγμα που δεν έπραξε. Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, ο αιτητής δεν προώθησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής […]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Σύμφωνα με το portal RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, «η Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό είναι αναμεμειγμένη σε διάφορες μη- διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις στην επικράτειά της εναντίον αριθμού μη κρατικών ένοπλων ομάδων»[6]. To δε International Crisis Group, σε έκθεση για τη ΛΔΚ το 2024 αναφέρει ότι ένοπλες συγκρούσεις εξακολουθούν να εντοπίζονται στις ανατολικές περιοχές της ΛΔΚ όπως το Nord-Kivu, το Sud-Kivu και το Ituri, χωρίς να γίνεται καμία αναφορά είτε στην πόλη Kinshasa ή στην ομώνυμη περιφέρεια όπου αναμένεται ο αιτητής να επιστρέψει[7]. Έκθεση του Amnesty International η οποία καλύπτει το έτος 2023 επιβεβαιώνει πως δεκάδες ένοπλες ομάδες παρέμειναν ενεργές, κυρίως στις ανατολικές επαρχίες Ituri, Nord-Kivu και Sud-Kivu[8]. Στο ίδιο πλαίσιο και έκθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών του Ιουνίου 2024 αναφέρει πως η κατάσταση ασφαλείας και η ανθρωπιστική κατάσταση στο ανατολικό Κονγκό συνέχισε να χειροτερεύει.
Αναφορικά με την Κινσάσα, πρόσφατη έκθεση της Cedoca εστιασμένη στην κατάσταση ασφαλείας στην ΛΔΚ, καταγράφει πως κατά το έτος 2024 αναφέρθηκαν σποραδικά περιστατικά ασφαλείας, όπως διαδηλώσεις, μια απόπειρα πραξικοπήματος, απόδραση από τις φυλακές Makala, καθώς και ορισμένα επεισόδια στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku, εξαιτίας της σύγκρουσης που εκτυλίσσεται στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe [.]. Από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, εκτός από τις διαδηλώσεις προς τις δυτικές πρεσβείες, δεν έχουν αναφερθεί περιστατικά ασφαλείας στην Κινσάσα[9]. Στις 29 Ιανουαρίου 2025, αγανακτισμένοι διαδηλωτές βανδάλισαν δυτικές πρεσβείες διαμαρτυρόμενοι για την αδράνεια της διεθνούς κοινότητας απέναντι στην διαμάχη που μαίνεται στην Goma[10].
Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος σημειώθηκαν στην επαρχία Kinshasa συνολικά 140 περιστατικά ασφαλείας (διαδηλώσεις, πολιτική βία, ανταρσία, καταστολή) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 54 απώλειες.[11] O συνολικός πληθυσμός της επαρχίας της Kinshasa ανέρχεται στους 17.032.300 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις του 2024[12].
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανός προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για δέουσα έρευνα.
Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και το σύνολο το στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι ακολουθήθηκε η ορθή διερευνητική διαδικασία και ορθώς το αίτημα του αιτητή για αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας έχει απορριφθεί. Οι Καθ' ων η αίτηση, στα πλαίσια εξέτασης και αξιολόγησης του αιτήματος του αιτητή, συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιόν τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι η προσφυγή του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €600 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Peace Insight, Union Fait la Force (UFF), November 2017, διαθέσιμο σε: Union Fait la Force (UFF) — Peace Insight
[2] HRW, DR Congo: Voter Suppression, Violence, June 2019, available at: DR Congo: Voter Suppression, Violence - Democratic Republic of the Congo | ReliefWeb; 7SUR7dc, Kasaï: Le député Constantin Mbengele invite la population à s'enrôler massivement pour donner un 2e mandat à Félix Tshisekedi, available at: https://7sur7.cd/index.php/2023/03/01/kasai-le-depute-constantin-mbengele-invite-la-population-senroler-massivement-pour
[3] HRW, DR Congo: Repression Escalates, January 2021, https://www.hrw.org/news/2021/01/28/dr-congo-repression-escalates
[4] Ο.π.
[5] AI, DRC: One year since Tshisekedi took office, insecurity and impunity still imperil human rights, January 2020, https://www.amnesty.org/en/latest/news/2020/01/drc-one-year-since-tshisekedi-took-office-insecurity-and-impunity-still-imperil-human-rights/
[6] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, Last updated: Tuesday 14th February 2023, available at: https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord
[7] International Crisis Group's Crisis Watch, Conflict in focus, DRC, January 2024, διαθέσιμο σε https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/february-alerts-and-january-trends-2024#democratic-republic-of-congo
[8] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Democratic Republic of the Congo 2023, 24 April 2024 https://www.ecoi.net/en/document/2107871.html
[9] CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit: Republique Democratique du Congo; Situation sécuritaire, 25 February 2025 https://www.ecoi.net/en/file/local/2122509/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_0.pdf
[10] Aljazeera, Tyres burned, embassies attacked in DR Congo's Kinshasa protests, 29/01/2025, https://www.aljazeera.com/gallery/2025/1/29/tyres-burned-embassies-attacked-in-dr-congos-kinshasa-protests
[11] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Democratic Republic of Congo, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε: https://acleddata.com/platform/explorer
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο