ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 2848/2023
31 Δεκεμβρίου, 2025
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
S.A.
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας
Μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
....................
Ο αιτητής παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου
Γεώργιος Βασιλόπουλος, Δικηγόρος για τον αιτητή
Λουίζα Γιάγκου, για Αφροδίτη Αναστασιάδη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: : Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 16/3/2023 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Σομαλίας και αφού αφίχθη παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 20/4/2021. Στις 22/04/2021, ο αιτητής παρέλαβε τη Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»).
Στις 23/2/20223 πραγματοποιήθηκε προφορική συνέντευξη του αιτητή από λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (European Union Agency for Asylum - E.U.A.A.) και στις 15/3/2023 ο αρμόδιος λειτουργός του Ε.U.Α.Α. ετοίμασε Έκθεση - Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος του αιτητή, η οποία έγινε δεκτή από τον τελευταίο στις 16/3/2023, απορρίπτοντας την αίτηση και αποφασίζοντας την επιστροφή του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, βάσει των διατάξεων του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου.
Στις 28/7/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε από τον τελευταίο αυθημερόν. Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Ο αιτητής μέσω της Γραπτής Αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του, προώθησε ως λόγους ακύρωσης τους παρακάτω: 1) Παραβίαση των άρθρων 2 και 13 του Περί προσφύγων Νόμου, επικαλούμενος περιορισμένο χρόνο διάρκειας της συνέντευξης, απουσία εξέτασης της εισήγησης από το αρμόδιο όργανο και απουσία προσόντων του λειτουργού 2) Έλλειψη δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας, λόγω εσφαλμένης αξιολόγησης κινδύνου σε σχέση με τη φυλή του αιτητή, αλλά και λόγω απουσίας διερεύνησης και αξιολόγησης του ισχυρισμού περί εμπορίας προσώπων 3) Παράλειψη εξέτασης των προϋποθέσεων χορήγησης επικουρικής προστασίας 4) Παραβίαση των εν γένει διαδικασιών, επικαλούμενος την απουσία προσκομισθέντων εγγράφων αλλά και την απουσία καταγραφής της ημερομηνίας της απόφασης καθώς και των στοιχείων του λειτουργού που λαμβάνει την επίδικη απόφαση και 5) Πλάνη περί τον Νόμο αναφορικά με την απόφαση επιστροφής, η οποία εξεδόθη σε χρόνο που ο αιτητής θεωρούνταν αιτητής ασύλου. Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου ο συνήγορος του αιτητή απέσυρε όλους τους ισχυρισμούς που πρόβαλε περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά την ίδια δικάσιμο οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, υπεραμύνθηκε της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης σημειώνοντας πως αυτή ήταν αποτέλεσμα δέουσας έρευνας, ορθής αξιολόγησης των στοιχείων και ορθής εφαρμογής του νόμου, ότι είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και ότι καμία πλάνη δεν εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Ζητά την απόρριψη όλων των ισχυρισμών ως αόριστων, εισηγούμενη παράλληλα ότι ο αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, το οποίο δεν κατάφερε ο αιτητής να αποσείσει στην προκειμένη περίπτωση, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Ως εκ τούτου, η συνήγορος του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο.
Με την Απαντητική Αγόρευση, ο συνήγορος του αιτητή επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του περί ακυρότητας της απόφασης επιστροφής λόγω απουσίας σχετικής εισήγησης, κατά παράβαση των διατάξεων του αρ. 12(Δ)(3)(γ), ενώ προβάλλει εκ νέου τον ισχυρισμό περί εσφαλμένης αξιολόγησης της ουσίας της αίτησης.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Ο αιτητής κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας στην Υπηρεσία Ασύλου, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω ενός περιστατικού ανασφάλειας που βίωσε (ερυθρό 10, του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης δήλωσε υπήκοος Σομαλίας, με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής την πόλη Burao (Burco), της διοικητικής περιφέρειας Togdheer, της Σομαλιλάνδης, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Σομαλίας. Φυλετικής καταγωγής Gabooye, με σχετικές ιεραρχικές υπό - φυλές τις: musadhariyo, talabacade και mohomed bare (ερυθρό 61 του διοικητικού φακέλου). Σουνίτης μουσουλμάνος, ολοκλήρωσε τέσσερα χρόνια υποχρεωτικής εκπαίδευσης και έχει εργαστεί ως γυαλιστής επιφανειών, καθώς και ως βοηθός στο κουρείο του θείου του (ερυθρό 60 του διοικητικού φακέλου). Η πρώτη του σύζυγος απεβίωσε τον Δεκέμβριο του 2019, λόγω αυτοκινητικού δυστυχήματος, (ερυθρά 59-60 του διοικητικού φακέλου), ενώ διατηρεί σχέση με ομοεθνή του, με την οποία απέκτησαν ένα τέκνο γεννηθέν την 27/10/2020 και βρίσκονται στην πόλη Laascanood, της διοικητικής περιφέρειας Sool. Ο πατέρας του απεβίωσε όταν ήταν νέος, η μητέρα του βρίσκεται υπό κράτηση από τον Μάρτιο του 2021, ενώ έχει και μια ετεροθαλή αδερφή (ερυθρά 58-59 του διοικητικού φακέλου). Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του αεροπορικώς στις 24/02/2021 (ερυθρό 58 του διοικητικού φακέλου).
Ερωτηθείς αν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα κατά την έξοδό του από τη χώρα, δήλωσε ότι έκανε χρήση ψευδών στοιχείων, αναφέροντας πως τα ταυτοποιητικά του έγγραφα δεν αναφέρουν τα πραγματικά του στοιχεία και πως ονομάζεται Salman Mohamed Diirige. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που του τέθηκαν, δήλωσε ότι τα έγγραφα αυτά (ταυτότητα – διαβατήριο – πλαστά πιστοποιητικά σπουδών), εκδόθηκαν από τρίτο πρόσωπο, ότι ο λόγος που άλλαξε το όνομα αφορούσε τον φόβο του εξαιτίας των προβλημάτων που αντιμετώπιζε, εξηγώντας πως στην χώρα καταγωγής του τα δημόσια έγγραφα εκδίδονται κατά δήλωση του ενδιαφερομένου, καθώς δεν υπάρχουν πιστοποιητικά γεννήσεως (ερυθρά 58-57 του διοικητικού φακέλου).
Ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, αναφέρθηκε στη θανατική ποινή που του επιβλήθηκε λόγω του τέκνου του που γεννήθηκε εκτός γάμου, καθώς και στα λοιπά προβλήματα που αντιμετώπισε λόγω της σχέσης του με πρόσωπο διαφορετικής φυλής. Ειδικότερα, δήλωσε ότι μετά το θάνατο της συζύγου του, γνώρισε την καινούρια του σύντροφο, που ανήκει στη φυλή Isakh και με την οποία απέκτησαν ένα τέκνο. Μετά τη γέννηση του τελευταίου, αντιμετώπισε προβλήματα με την οικογένεια της συντρόφου του, συνελήφθη και κατηγορήθηκε για παραβίαση του Ισλαμικού Νόμου, λόγω της σχέσης του εκτός γάμου, ενώ κατά τη διαδικασία του ακροατηρίου δέχτηκε πιέσεις από τρίτα πρόσωπα να ομολογήσει το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται, με αποτέλεσμα να καταδικαστεί σε θάνατο. Ανέφερε επίσης την εμπλοκή μιας ομάδας επιτήρησης με την επωνυμία Wanag Farisiyo Xuman Rabise καθ’ όλη τη διαδικασία και την αποστέρηση του δικαιώματος να εκπροσωπηθεί από συνήγορο. Ακολούθησε η φυλάκισή του, όπου παρέμεινε λίγες μέρες, όταν κατά τη διάρκεια επιχείρησης απόδρασης συγκρατούμενού του, φυλετικής καταγωγής Ishak, απέδρασε και ο ίδιος. Κατευθύνθηκε στην οικία του θείου του, ο οποίος τον φυγάδευσε σε κάποιο άλλο σπίτι, όπου παρέμεινε κρυμμένος, φορώντας γυναικεία ρούχα, μέχρι που φυγαδεύτηκε στην οικία του διακινητή και έπειτα εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του (ερυθρά 55–56 του διοικητικού φακέλου).
Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει το χρονικό πλαίσιο των περιστατικών, δήλωσε πως γνώρισε τη σύντροφό του την 1/1/2020, συνελήφθη περί τα τέλη Οκτωβρίου 2020 και παρέμεινε στη φυλακή μέχρι τις 16/11/2020 και έκτοτε διέμενε στην οικία του θείου του και του διακινητή μέχρι να εγκαταλείψει τη χώρα του (ερυθρό 54 του διοικητικού φακέλου).
Σχετικά με τη φυλή του και τη μεταχείριση που υφίστανται τα μέλη της, αναφέρθηκε στη διακριτική μεταχείριση που τους επιφυλάσσει η κοινωνία, τον περιορισμό στο δικαίωμα εκπαίδευσης και εργασίας, ενώ ως προς τον ίδιο δήλωσε ότι κατά τη διάρκεια της φοίτησής του υπόκειντο σε εκφοβισμούς και βία, που αποτέλεσαν και τον λόγο που τερμάτισε την εκπαίδευσή του, αναφέροντας παράλληλα ότι έχουν τη δυνατότητα να απασχολούνται σε περιορισμένες εργασίες χαμηλών προσόντων. Ερωτηθείς αν αντιμετώπισε κάποιο άλλο περιστατικό διακριτικής μεταχείρισης εις βάρος του, αναφέρθηκε στη σχέση του με τη σύντροφό του, που είχε ως αποτέλεσμα μεταξύ άλλων τη σύλληψη της μητέρας του (ερυθρά 54-53 του διοικητικού φακέλου).
Όταν του ζητήθηκε να παράσχει πληροφορίες για τη σύντροφό του και τη σχέση τους, δήλωσε το όνομα της, την ημερομηνία γέννησης της, ότι είναι μεσαίου αναστήματος και έχει μαύρο δέρμα, καλόκαρδη και ειλικρινής. Γνωρίστηκαν τυχαία σε υπεραγορά και κατά τη διάρκεια της συνομιλίας τους ερωτεύτηκαν (ερυθρό 53 του διοικητικού φακέλου). Σε σχέση με την εγκυμοσύνη της, δήλωσε ότι την περίοδο που το αντιλήφθηκε διαβιούσε στην οικία της αδερφής της. Ο ίδιος μόλις το πληροφορήθηκε ταράχθηκε και κατόπιν προτροπών της αδερφής της αποφάσισαν να το κρατήσουν μυστικό και να εγκαταλείψουν τη χώρα. Ερωτηθείς αν κάποιο άλλο πρόσωπο, εκτός από τη μεγαλύτερη αδελφή της, γνώριζε για την εγκυμοσύνη απάντησε αρνητικά, εξηγώντας πως λόγω των ολόσωμων ενδυμάτων, μπορούσαν να το αποκρύψουν. Εντούτοις, λόγω πρόωρης γέννας και των πιέσεων που δέχτηκε η αδερφή της από τους οικείους της, ομολόγησε τι έχει συμβεί (ερυθρά 53-52 του διοικητικού φακέλου).
Το επόμενο πρωί, ο πατέρας της συντρόφου του με κάποιους συγγενείς και συνοδεία αστυνομικών, παραβίασαν την οικία του και τον οδήγησαν βίαια στο αστυνομικό τμήμα Saldhga Dhexe (ερυθρό 50 του διοικητικού φακέλου), όπου πληροφορήθηκε τους λόγους σύλληψής του. Εκεί, δέχτηκε πιέσεις να ομολογήσει τις πράξεις για τις οποίες κατηγορούνταν και στη συνέχεια παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, όπου του επιβλήθηκε η θανατική ποινή. Σε περαιτέρω ερωτήσεις που του τέθηκαν για τη σύλληψη του, δήλωσε ότι στο αστυνομικό τμήμα αναγκάστηκε να βγάλει όλα του τα ρούχα και δέχτηκε απειλές ότι αν δεν ομολογήσει θα τον σκοτώσουν, περιγράφοντας δε τον χώρο που προσήχθη, αναφέρθηκε σε ένα παλαιό κτίριο με άσχημες συνθήκες (ερυθρ 52 -51 του διοικητικού φακέλου). Όταν του ζητήθηκε εκ νέου να περιγράψει τις συνθήκες κράτησής του, δήλωσε ότι το κτίριο ήταν παλιό και βρώμικο, αναφέροντας επιπλέον πως δεχόταν απειλές και βασανιστήρια για να ομολογήσει (ερυθρά 49-50 του διοικητικού φακέλου).
Όπως δήλωσε, κατά την πρώτη ακρόαση δόθηκε ο λόγος στους συγγενείς της συντρόφου του για να καταθέσουν και στη συνέχεια, αφού κρατήθηκε κάποιες μέρες στη φυλακή, στην επόμενη ακρόαση του ανακοίνωσαν την επιβληθείσα ποινή, με τον ίδιο να νιώθει τρόμο και αδικία, αναφέροντας επιπλέον ότι το δικαστήριο τελούσε υπό πίεση από τα μέλη της οικογενείας της συντρόφου του και τον οργανισμό Wanag Farisiyo Xuman Rabise, πληροφορία που άντλησε από τη σύντροφό του μετά τη διαφυγή του, εξηγώντας του πως αιτία της πίεσης αποτελούσε η φυλετική καταγωγή του (ερυθρό 51 του διοικητικού φακέλου).
Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει τη μετέπειτα φυλάκισή του, δήλωσε ότι μεταφέρθηκε στην μεγάλη φυλακή του Burao (Burco) “xabsiga weyn Burao”, όπου και παρέμεινε για 6 ημέρες, σε κελί με άλλους τρεις συγκρατούμενους. Ερωτηθείς για τη διαφοροποίηση στις δηλώσεις του σχετικά με το χρονικό διάστημα που παρέμεινε στη φυλακή, εξήγησε ότι συνελήφθη στις 28 Οκτωβρίου και προτού φυλακιστεί κρατήθηκε στο αστυνομικό τμήμα για 10 ημέρες (ερυθρό 50 του διοικητικού φακέλου). Σχετικά με τις συνθήκες κράτησής του, δήλωσε ότι δεν είχε κάποιο συγκεκριμένο πρόγραμμα, παραμένοντας απλά στο κελί και ότι δεν αντιμετώπισε κάποια βίαιη συμπεριφορά. Σχετικά με τη φυλακή, ανέφερε ότι ήταν μεγάλη με μεγάλους τοίχους, απαρτιζόταν από παλιά και καινούρια κτίρια, με αρκετούς κρατούμενους και φύλακες στα τείχη και εντός της φυλακής, ενώ αναφορικά με το κελί του, πως είχε ένα παραδοσιακό χαλί, χωρίς παράθυρο και ένα μικρό κενό στην πόρτα. Περαιτέρω εξήγησε πως δεν γνωρίζει πληροφορίες για τους συγκρατούμενούς τους, πλην των εξωτερικών τους χαρακτηριστικών (ερυθρό 49 του διοικητικού φακέλου).
Όσον αφορά την απόδρασή του, δήλωσε πως είχε πληροφορηθεί για την επιχείρηση απόδρασης του συγκρατούμενού του, καθώς είχε ακούσει συνομιλία του τελευταίου με τους συγγενείς του. Έτσι, όταν το απόγευμα οι συγγενείς επιτέθηκαν με όπλα στη φυλακή, δραπέτευσε. Κατευθύνθηκε σε κοντινή λίμνη όπου παρέμεινε κρυμμένος και στη συνέχεια, όταν νύχτωσε κατευθύνθηκε πεζός στην περιοχή October στο Burao (Burco), στην οικία του θείου του. Εκεί, αφού τον ενημέρωσε τι έχει συμβεί, του έδωσε γυναικεία ρούχα και τον μετέφερε σε μια άλλη οικία, όπου παρέμεινε 3 ημέρες και έπειτα στο σπίτι του διακινητή από τις 20/11/2020 μέχρι τις 24/2/2021. Ο τελευταίος, που διατηρούσε ταξιδιωτικό πρακτορείο προέβη στις ενέργειες για την έκδοση των εγγράφων του αιτητή. Σχετικά με τις συνθήκες διαβίωσης του εκεί, δήλωσε ότι παρέμεινε κλεισμένος στην οικία όλο το διάστημα (ερυθρά 47- 48 - 49 του διοικητικού φακέλου).
Ερωτηθείς για τη σύλληψη της μητέρας του, δήλωσε ότι το πληροφορήθηκε κατά την άφιξή του στη Δημοκρατία σε επικοινωνία που είχε με τη θεία του, η οποία τον ενημέρωσε πως όταν οι οικείοι της αντιλήφθηκαν ότι ο αιτητής διέφυγε, θεώρησαν συνεργούς τη μητέρα του και το θείο του, που είχε ως συνέπεια τη σύλληψη της πρώτης και τη φυγή του δεύτερου στο εξωτερικό (ερυθρό 47 του διοικητικού φακέλου). Επιπλέον, δήλωσε ότι κατά την παραμονή της μητέρας του στη φυλακή, υπέστη βασανιστήρια, κάτι που πληροφορήθηκε από τη σύντροφό του (ερυθρά 45-46 του διοικητικού φακέλου).
Όταν του ζητήθηκε να παράσχει πληροφορίες για τον οργανισμό Wanag Farisiyo Xuman Rabise, δήλωσε ότι πρόκειται για θρησκευτικό οργανισμό, με αρμοδιότητα σε θέματα που άπτονται του Ισλαμικού Νόμου και γι’ αυτόν τον λόγο παρενέβησαν και στην υπόθεσή του. Ερωτηθείς περαιτέρω για το τελευταίο, δήλωσε ότι έχουν αρκετή δύναμη και επιρροή. Όσον αφορά δε την οικογένεια της συντρόφου του, δήλωσε ότι έχουν εξουσία, ασκώντας έλεγχο στο δικαστικό σύστημα και ότι ανήκουν στη φυλή Isakh και τις υποφυλές, Habarjerclo, Mohamed Abukor, Reer Biniin (ερυθρά 46-47 του διοικητικού φακέλου).
Όταν ζητήθηκε από τον αιτητή να εξηγήσει τη διαφοροποίηση στις δηλώσεις του μεταξύ της συνέντευξης εκτίμησης ευαλωτότητας και της ουσίας του αιτήματός του, σχετικά με τον τρόπο διαφυγής του, το χρόνο παραμονής του στη φυλακή και τη μεταχείριση που έτυχε, δήλωσε πως αφενός μεν το νοσοκομείο που επικαλέστηκε στην πρώτη συνέντευξη βρισκόταν εντός των φυλακών, αποδίδοντας τις λοιπές διαφοροποιήσεις στη ψυχολογική του κατάσταση (ερυθρό 46 του διοικητικού φακέλου).
Σχετικά με το μελλοντικό του φόβο, δήλωσε ότι αν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του θα εκτελεστεί η θανατική ποινή που του επιβλήθηκε, πεποίθηση που ενισχύεται από την ιδιότητα του πατέρα της συντρόφου του και του προέδρου του οργανισμού Wanag Farisiyo Xuman Rabise. Επίσης, ανέφερε ότι η μητέρα του συνελήφθη και ο θείος του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα εξαιτίας του (ερυθρό 55 του διοικητικού φακέλου).
Ερωτηθείς σχετικά με το φόβο του από τον πατέρα της συντρόφου του και του προέδρου του ανωτέρω οργανισμού, αναφέρθηκε στην πίεση που άσκησαν στο δικαστήριο για την καταδίκη του και στην αναφορά που έκαναν στην αστυνομία για τα περιστατικά, υποστηρίζοντας ότι αν επιστρέψει θα πράξουν το ίδιο. Επιπλέον, κατονόμασε τον πρόεδρο του οργανισμού ως Omar Binafuf (ερυθρό 45 του διοικητικού φακέλου).
Σε σχέση με τη σύζυγο του, ο αιτητής δήλωσε ότι μετοίκησε στην πόλη Laascoonood, αναφέροντας ωστόσο ότι δεν είναι ασφαλής, λόγω φυλετικών διαμαχών που συντελούνται (ερυθρό 47 του διοικητικού φακέλου). Επιπλέον, δήλωσε ότι η τιμωρία της θα είναι δημόσιος ξυλοδαρμός και ότι δεν θα μπορέσει να παντρευτεί ξανά. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει τη διαφοροποίηση μεταξύ των ποινών τους, το απέδωσε στον προηγούμενο γάμο που είχε τελέσει. Ερωτηθείς αν έχει κάποιο έγγραφο που να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς του απάντησε αρνητικά (ερυθρό 45 του διοικητικού φακέλου).
Τέλος, σχετικά με τη δυνατότητά του να εγκατασταθεί στο Mogadishu της Σομαλίας, υπήρξε αρνητικός, επικαλούμενος τη γενικότερη ανασφάλεια που επικρατεί, καθώς και την απουσία υποστηρικτικού δικτύου (ερυθρά 44-45 του διοικητικού φακέλου).
Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του αιτητή κατά τη συνέντευξή του, διέκρινε στην έκθεση - εισήγησή του τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς που αφορούν 1) τα προσωπικά του στοιχεία, 2) τη σύλληψη και καταδίκη σε θάνατο σύμφωνα με το νόμο της Σαρία, λόγω εξώγαμου τέκνου και 3) την διακριτική μεταχείριση που βίωσε λόγω της φυλής του. Ο πρώτος και ο τρίτος ισχυρισμός έγιναν αποδεκτοί, πλην των ισχυρισμών περί διαφορετικού ονόματος, ενώ ο δεύτερος έτυχε απόρριψης.
Ειδικότερα σε σχέση με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του αιτητή ήταν γενικές, αόριστες, χωρίς επάρκεια λεπτομερειών και βιωματικών στοιχείων και αντιφατικές. Οι δηλώσεις του σχετικά με τη σύλληψη του και την κράτηση του στο αστυνομικό τμήμα στερούνταν επάρκειας πληροφορίων, καθώς δεν ήταν σε θέση να περιγράψει την ανάκριση που υποβλήθηκε, το μέρος που κρατήθηκε, καθώς και τις απειλές και τα βασανιστήρια που υπέστη, αρκούμενος σε γενικές και αόριστες περιγραφές, ελλείψει βιωματικών στοιχείων που θα αναμένονταν λόγω της 10ημερης παρουσίας του εκεί. Επιπλέον, σε σχέση με τη δίκη που ακολούθησε, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του ήταν γενικές σχετικά με τη διαδικασία, αλλά και τα συναισθήματα που βίωσε, λαμβάνοντας υπόψη τη διάρκεια της διαδικασίας, αλλά και της φύσης της ποινής που του επιβλήθηκε.
Επιπλέον, δεν ήταν σε θέση να παράσχει σαφείς πληροφορίες σχετικά με την επιρροή που άσκησε η οικογένεια της συντρόφου του στο δικαστήριο, αρκούμενος σε γενικές δηλώσεις. Εξίσου γενικές και αόριστες κρίθηκαν οι δηλώσεις του σχετικά με την κράτησή του στη φυλακή, όπου δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφείς απαντήσεις σχετικά με την επωνυμία της, τις συνθήκες κράτησης και την καθημερινότητά του και τους συγκρατούμενούς του. Επιπλέον, σε σχέση με τη διαφυγή του κρίθηκε ότι παρείχε ασαφείς και αόριστες πληροφορίες, παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις που του τέθηκαν, ενώ αντιφατικές κρίθηκαν οι δηλώσεις του σε σχέση με τις δηλώσεις που προέβη κατά τη διαδικασία εκτίμησης ευαλωτότητας σχετικά με τον τρόπο διαφυγής και το χρονικό διάστημα που παρέμεινε στη φυλακή, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να επεξηγήσει αυτή την αντίφαση. Παρομοίως και οι δηλώσεις του σχετικά με το διάστημα που ακολούθησε της διαφυγής του κρίθηκαν αόριστες και χωρίς επάρκεια πληροφοριών, με τον λειτουργό να επισημαίνει την αδυναμία του να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο ο διακινητής οργάνωσε το ταξίδι του. Τέλος, αόριστες κρίθηκαν και οι δηλώσεις του σχετικά με τη σύλληψη και κράτηση της μητέρας του.
Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες από τις οποίες επιβεβαιώνεται η εφαρμογή του Ισλαμικού νόμου, καθώς και η διακριτική μεταχείριση του νόμου, ανάλογα με τη φυλή που υπάγεται κάποιο πρόσωπο. Ο αρμόδιος λειτουργός καταγράφει στην έκθεση του πως οι φυλές που αποτελούν μειονότητα δεν έχουν την ίδια πρόσβαση στη δικαιοσύνη όπως οι φυλές που αποτελούν πλειοψηφία, αλλά αυτό δεν συνεπάγεται ότι επιβεβαιώνεται ότι του επιβλήθηκε θανατική ποινή, εφόσον η εσωτερική αξιοπιστία του αιτητή τεκμηριώθηκε. Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.
Ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός περί του ότι αντιμετώπισε διακρίσεις γιατί ήταν μέλος της φυλής Gabooye έγινε αποδεκτός. Όπως ισχυρίστηκε άτομα της φυλής του δεν επιτρέπεται να έχουν το ίδιο είδος εκπαίδευσης με άλλες φυλές αλλά και τις δικές τους επιχειρήσεις. Ισχυρίστηκε πως αναγκάστηκε να σταματήσει το σχολείο γιατί άλλα παιδιά τον εκφόβιζαν και τον χτυπούσαν λόγω της φυλής του. Επίσης ισχυρίστηκε πως αντιμετώπισε διάκριση στη σχέση του με την κοπέλα του γιατί αυτή ανήκε σε άλλη φυλή. Η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού έγινε αποδεκτή. Αφού ανέτρεξαν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαίωσαν τα όσα ανέφερε ο αιτητής και αποδέχτηκαν στο σύνολό του τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο αιτητής σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό προφίλ του αιτητή, έκρινε στην βάση του ισχυρισμού περί διακριτικής μεταχείρισης λόγω της φυλετικής του καταγωγής, που έγινε αποδεκτός, ότι παρά την ύπαρξη διακριτικής μεταχείρισης για τα μέλη της φυλής Gabooye, τα περιστατικά που επικαλέστηκε ο αιτητής δε συνιστούν συστηματική και επαναλαμβανόμενη καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του και συνεπώς δεν συνιστούν δίωξη. Συναξιολογώντας δε και τη προγενέστερη εργασία του αιτητή στην επιχείρηση του θείου του, κατέληξε ότι δεν αποκλείστηκε από το δικαίωμα στην εργασία και συνεπώς δεν συντρέχουν εύλογες πιθανότητες να εκτεθεί σε δίωξη με την επιστροφή του. Επιπλέον, εξετάζοντας την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στο συνήθη τόπο διαμονής του, κατέληξε πως δεν συντρέχει κάποιος κίνδυνος για τον αιτητή.
Συναφώς, προχωρώντας στη νομική ανάλυση, κατέληξε ότι στο πρόσωπο του αιτητή δε συντρέχουν τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα, καθώς η διακριτική μεταχείριση που βίωσε δεν φτάνει στο επίπεδο της δίωξης και περαιτέρω ο φόβος του δεν συνδέεται με κάποιον από τους λόγους δίωξης, που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης.
Ακολούθως, εξετάζοντας τις προϋποθέσεις χορήγησης επικουρικής προστασίας, κατ’ άρθρο 19 των Περί Προσφύγων Νόμων 2000-2020, ο λειτουργός έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2), (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000. Συγκεκριμένα, η λειτουργός έκρινε ότι σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή στο Burao (Burco) δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους να προκύπτει ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(α) ή βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(β) ή σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ως το άρθρο 19 (2)(γ) προνοεί, καθώς δε συντρέχουν συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης, εξέτασε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους του, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ.
Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, θα πρέπει να αναφέρω πως διαφαίνεται από το αφήγημά του ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να προβάλει τον ισχυρισμό του με συνέπεια και λεπτομέρεια, αφού δεν παρουσίασε με τρόπο συνεκτικό και λεπτομερή τα όσα αφορούν τον πυρήνα του αιτήματός του. Ο αιτητής δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες για τον κίνδυνο που διέτρεχε και δεν περιέγραψε τα στοιχεία αυτά που κατά τον ισχυρισμό του θα τον έθεταν σε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Ενόψει των ανωτέρω δεδομένων διαπιστώνω πως η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του δεν τεκμηριώθηκε, εφόσον στήριξε τον πυρήνα του αιτήματός του σε γενικές και αόριστες αναφορές.
Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή, διαφαίνεται πως τα ζητήματα που θέτει είναι εντελώς προσωπικής φύσεως και δεν δύναται να διασταυρωθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που αφορούν τη χώρα καταγωγής του. Ωστόσο, όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή, ανέτρεξα σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τις σχέσεις εκτός γάμου, τους διαφυλετικούς γάμους στη Σομαλία και αναφορικά με την παραβίαση του Ισλαμικού Νόμου.
Σε έκθεση της Lifos αναφέρεται ότι, στη σομαλική κοινωνία, η σεξουαλική σχέση εκτός γάμου θεωρείται αμαρτία, παράνομη πράξη και στοιχείο που διαφθείρει τα κοινωνικά ήθη, με αποτέλεσμα οι γυναίκες που διαπιστώνεται ότι εμπλέκονται σε τέτοιες σχέσεις να υφίστανται στιγματισμό, διακρίσεις και κοινωνικό αποκλεισμό.[1] Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι η μεταχείριση των γυναικών δεν είναι ομοιόμορφη και διαφοροποιείται ανάλογα με την κοινωνική τους θέση, τη φυλετική (clan) ένταξη και τη γεωγραφική περιοχή.[2] Η σεξουαλική σχέση εκτός γάμου είναι απολύτως απαράδεκτη, ενώ η έγγαμη γυναίκα που διατηρεί τέτοια σχέση θεωρείται μοιχαλίδα, υφίσταται έντονο κοινωνικό στιγματισμό και, κατά κανόνα, οδηγείται σε διαζύγιο. Αναφέρεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις άγαμων γυναικών οι σχετικές υποθέσεις επιλύονται σε επίπεδο φυλών, μέσω διαπραγματεύσεων και καταβολής χρηματικής αποζημίωσης, με τις πιθανότητες εκπροσώπησης και προστασίας της γυναίκας να εξαρτώνται από τη θέση της στην κοινότητα και τη φυλετική της ένταξη. Περαιτέρω, γυναίκα που είναι γνωστό ότι είχε προγαμιαία σεξουαλική σχέση ενδέχεται να αντιμετωπίσει δυσκολίες στη σύναψη γάμου. Δεδομένου ότι η προγαμιαία σεξουαλική σχέση θεωρείται παράνομη και ανήθικη, η οικογένεια ενός υποψήφιου συζύγου ενδέχεται να μην επιθυμεί να συνδεθεί με μια τέτοια γυναίκα ούτε να την αποδεχθεί ως σύζυγο μέλους της οικογένειάς της.[3] Κορίτσια που μένουν έγκυες εκτός γάμου ενδέχεται να αντιμετωπίσουν πρόσθετες πιέσεις να εγκαταλείψουν το σχολείο και μπορεί να εξαναγκαστούν σε γάμο.[4]
Αναφορικά με τους διαφυλετικούς γάμους στη Σομαλία, σύμφωνα με Έκθεση του EUAA για τη Σομαλία (Μάιος 2025), οι γάμοι αποτελούν σημαντικό μέσο σύναψης κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών δεσμών στη σομαλική κοινωνία. Οι δεσμοί που δημιουργούνται μέσω του γάμου ονομάζονται στα σομαλικά «xidid», που κυριολεκτικά σημαίνει «ρίζα». Οι γάμοι συχνά εγκαθιδρύουν πολιτικές συμμαχίες. Συνάπτονται μεταξύ οικογενειών των οποίων τα μέλη θεωρούν τους εαυτούς τους βασικά ισότιμα. Αυτό σημαίνει πως οι γάμοι ανάμεσα σε μια «ισχυρή» και μια «αδύναμη» ομάδα ή μεταξύ πλειοψηφικών και μειονοτικών ομάδων παραδοσιακά αποδοκιμάζονται. Στην καθημερινή ζωή, τέτοιοι γάμοι εξακολουθούν να συμβαίνουν, λόγω προσωπικών επιλογών ή ερωτικών συναισθημάτων των εμπλεκομένων. Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν κοινωνικά καθορισμένα όρια. Οι μειονοτικές ομάδες στη Σομαλία θεωρούνται αδύναμες, αν και κάποιες από αυτές έχουν καλύτερο κοινωνικό status από άλλες. Πολλές μειονοτικές ομάδες είναι κυρίως ενδογαμικές, δηλαδή παντρεύονται μεταξύ τους. Ωστόσο, οι διαφυλετικοί γάμοι μεταξύ πλειοψηφικών και μειονοτικών ομάδων όπως οι Asharaf, Sheikhal και οι περισσότερες ομάδες Benadiri, είναι αποδεκτοί. Στις περιπτώσεις αυτές, η γυναίκα προέρχεται συνήθως από τη μειονοτική ομάδα, ενώ ο άνδρας από την πλειοψηφική. Οι γυναίκες και οι οικογένειές τους είναι (τουλάχιστον πολιτικά) εξαρτημένες από τους συζύγους και τις οικογένειες αυτών για προστασία. Αντιθέτως, στην περίπτωση Gaboye και Somali Bantu/Jareer, οι γάμοι με μέλη των πλειοψηφικών φυλών δεν είναι γενικά αποδεκτοί. Αν ένας άνδρας από κυρίαρχη φυλή παντρευτεί γυναίκα από τη Gaboye ή τους Somali Bantu/Jareer, η ίδια του η οικογένεια μπορεί να αποδοκιμάσει τον γάμο και τα παιδιά του πιθανότατα θα υποστούν προσβολές και στιγματισμό. Αν αντίστροφα, ένας άνδρας Gaboye ή Somali Bantu/Jareer παντρευτεί γυναίκα από πλειοψηφική φυλή, αυτό συνήθως προκαλεί μεγάλη σύγκρουση μεταξύ των εμπλεκόμενων οικογενειών. Η οικογένεια της γυναίκας συνήθως απορρίπτει έναν τέτοιο γάμο, και οι συγγενείς της ενδέχεται ακόμη και να απειλήσουν ή να επιτεθούν στον (υποψήφιο) σύζυγο ή/και την οικογένειά του.[5]
Αναφορικά με την παραβίαση του Ισλαμικού Νόμου, σύμφωνα με Έκθεση του EUAA για τη Σομαλία (Μάιος 2025), η παραβίαση των κανόνων της Σαρία σε περιοχές εκτός εδαφικού ελέγχου της Al-Shabaab οδηγεί σε ποικίλες συνέπειες, και τιμωρείται με διαφορετικές ποινές, ανάλογα με τη φύση της παράβασης και τον θεσμό που επιβάλλει την κύρωση.[6] Σημειώνεται ότι η ηθική αστυνόμευση της Al-Shabaab εκτείνεται πέραν των περιοχών που ελέγχει σταθερά, φτάνοντας σε αμφισβητούμενες περιοχές, ακόμη και σε περιοχές υπό κυβερνητικό έλεγχο.[7]
Τέλος, σημειώνεται ότι, ως προς τον Οργανισμό ‘Wanag Farisiyo Xuman Rabise’, στον οποίο αναφέρεται ο αιτητής δεν εντοπίστηκαν πληροφορίες από έρευνα που πραγματοποιήθηκε. Παρόλο που οι πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν πρακτικές τιμωρίες για σεξουαλική, ανάρμοστη κατά τους κανόνες τους συμπεριφορά και προβλήματα σε διαφυλετικούς γάμους, αυτό δεν είναι αρκετό για να τεκμηριωθεί ο πυρήνας του αιτήματός του, ενόψει των κενών που διαπιστώθηκαν κατά το αφήγημά του. Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, εφόσον προέβη σε αοριστίες και γενικολογίες κατά το αφήγημά του, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός περί του ότι αντιμετώπισε διακρίσεις γιατί ήταν μέλος της φυλής Gabooye έγινε αποδεκτός. Όπως ισχυρίστηκε άτομα της φυλής του δεν επιτρέπεται να έχουν το ίδιο είδος εκπαίδευσης με άλλες φυλές αλλά και τις δικές τους επιχειρήσεις. Ισχυρίστηκε πως αναγκάστηκε να σταματήσει το σχολείο γιατί άλλα παιδιά τον εκφόβιζαν και τον χτυπούσαν λόγω της φυλής του. Επίσης ισχυρίστηκε πως αντιμετώπισε διάκριση στη σχέση του με την κοπέλα του γιατί αυτή ανήκε σε άλλη φυλή. Ο αιτητής βέβαια εργαζόταν στη χώρα του και δεν διαφαίνεται να αντιμετώπισε έντονες διακρίσεις.
Ανέτρεξαν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από τις οποίες επιβεβαίωσα τα όσα ανέφερε ο αιτητής. Αρχικά σημειώνεται ότι σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση της EUAA, η οποία δημοσιεύτηκε το 2025, η περιοχή Togdheer, στην οποία υπάγεται ο τόπος διαμονής του Αιτητή, κατοικείται κυρίως από τις φυλές Habar Yunis και Habar Je’lo (γνωστή και ως Habar Jeclo) η οποία αποτελεί υποφυλή των Isaaq[8].[9] Μαζί με άλλες μειονοτικές υπο-φυλές που θεωρούνται μέρος της Habar Yunis, μέλη της φυλής Idagalle ζουν στη δυτική πλευρά της πόλης Burco. Και τα τρία πολιτικά κόμματα της Σομαλιλάνδης – Kulmiye, Waddani και Kaah – ηγούνται από πρόσωπα που ανήκουν στη φυλή Habar Jeclo.[10]
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, με τον όρο Gabooye χαρακτηρίζονται συλλογικά οι εθνοτικές ομάδες των Madhibaan και των Muse Diriye, τα μέλη των οποίων συναποτελούν την πιο πολυάριθμη επαγγελματική μειονότητα στη Σομαλιλάνδη, ενώ διαβιούν επίσης, σε μικρότερους αριθμούς, στην Αιθιοπία, στην Puntland και στη νότια Σομαλία. Πρόκειται για ορολογία «ομπρέλα», στην οποία περιλαμβάνονται άλλες υπό-φυλές, οι οποίες είναι διασκορπισμένες σε ολόκληρη τη Σομαλία. Στις ομάδες που υπάγονται στη συλλογική κατηγορία των Gabooye περιλαμβάνονται οι Madhiban, Muse Deriye, Tumal, Yibir/Anas, Hawle, Wardheere, Yahar, Galgale, Asowe και Hawrarsame.[11] Οι Gabooye αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης και εκπαίδευσης, ιδίως σε αγροτικές περιοχές.[12] Παρότι είναι δύσκολος ο ακριβής προσδιορισμός του πληθυσμού τους λόγω της έλλειψης αναλυτικών δημογραφικών μελετών και της απουσίας εθνικών απογραφικών δεδομένων, η Minority Empowerment and Development Agency (MEDA) διαπίστωσε πρόσφατα ότι ο πληθυσμός των Gaboye ανέρχεται περίπου σε 100.000 έως 200.000 άτομα, κατανεμημένα σε διάφορες περιοχές της Σομαλίας, συμπεριλαμβανομένων αστικών κέντρων και αγροτικών περιοχών της νότιας και κεντρικής Σομαλίας.[13] Οι Habar Yunis, οι Gabooye και άλλες μειονοτικές ομάδες διαβιούν στην πόλη Ceerigaabo της Σομαλιλάνδης.[14] Οι Gabooye ζουν σε ορισμένες περιθωριακές γειτονιές, ιδιαίτερα στις πόλεις της βόρειας Σομαλίας (π.χ. στη Hargeisa, η συνοικία Gabooye ονομάζεται Dami). Ακόμη και οι ανώτατες αρχές των υποομάδων (των Gabooye) Madhibaan και Muse Diriye – οι θρησκευτικοί και παραδοσιακοί ηγέτες τους – δεν έχουν καμία επιρροή έξω από την κοινότητά τους.[15]
Σύμφωνα με άλλες πηγές πληροφόρησης που αναφέρονται στην μεταχείριση των Gabooye στη Σομαλία αναφέρονται τα κάτωθι: «Οι μειονότητες της Σομαλίας είναι ποικίλες και περιλαμβάνουν τις εθνοτικές μειονότητες, τις θρησκευτικές μειονότητες και τις επαγγελματικές ομάδες. Αυτές οι επαγγελματικές ομάδες, γνωστές ως ομάδες «απόκληρων» ή με τον συλλογικό όρο Sab, είναι γενικά μη ποιμενικές ομάδες και θεωρούνται κατώτερες. Οι επαγγελματικές ομάδες βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο της κοινωνικής ιεραρχίας της σομαλικής κοινωνίας και καταλαμβάνουν παραδοσιακά θέσεις που θεωρούνται ακάθαρτες ή ατιμωτικές από τις μεγάλες φυλές. Το είδος του επαγγέλματός τους, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν μπορούν να ανιχνεύσουν τη γενεαλογία τους στον Προφήτη Μωάμεθ, σε αντίθεση με τις μεγάλες φυλές, συμβάλλουν στη μεταχείριση και προσδιορισμό αυτών των επαγγελματικών ομάδων ως κατώτερων. Οι Gabooye είναι μια από τις επαγγελματικές ομάδες στη Σομαλία μαζί με τους Tumal και Yibro. Σύμφωνα με το ACCORD η ομάδα Gabooye περιλαμβάνει τις ομάδες Madhibaan, Muuse Dhariyo, Howleh Hawraar Same και Habar Yaquup. Το 2002, σύμφωνα με την UNHCR περίπου 20.000 άτομα Gaboye ζούσαν στη Σομαλιλάνδη. Επίσης, έκθεση του 2010 από την Διεθνή Ομάδα για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων (MRGI), σημειώνει ότι στην Σομαλιλάνδη, οι Midgaan άρχισαν να οργανώνονται και έστελναν συστηματικά τα παιδιά τους στο σχολείο και […]στη Hargeisa, την πρωτεύουσα της Σομαλιλάνδης, άνοιξε ένα ιδιωτικό σχολείο για τους Midgaan και άλλα παιδιά μελών μειονοτικών ομάδων[…]».[16] Σε έκθεσή της για το 2020 για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Σομαλία, η Ανεξάρτητη Εμπειρογνώμονας του ΟΗΕ, Isha Dyfan, δήλωσε ότι «οι οικονομικές ανισότητες μεταξύ περιθωριοποιημένων και μειονοτικών ομάδων είναι διάχυτες, για παράδειγμα, μεταξύ των ομάδων Bantu και Gaboye στη Σομαλιλάνδη».[17] Σε έκθεσή του το 2019 για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Σομαλία, ο Ανεξάρτητος Εμπειρογνώμονας του ΟΗΕ, Bahame Tom Nyanduga, δήλωσε ότι είχε ενημερωθεί από εκπροσώπους της μειονοτικής φυλής Gabooye «ότι η γη και οι επιχειρήσεις τους είχαν καταληφθεί ή πουληθεί σε άτομα από μεγαλύτερες φυλές».[18] Ενόψει των ανωτέρω δεδομένων αφού επιβεβαιώθηκε η εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού αυτός έγινε αποδεκτός στο σύνολό του.
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής […]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Η Σομαλιλάνδη αποτελεί μία αποσχισθείσα περιοχή της Σομαλίας, η οποία ανακήρυξε την ανεξαρτησία της το 1991[19]. Σε σχέση με τις επαρχίες της Σομαλιλάνδης, διεθνείς πηγές χαρτογράφησης επιβεβαιώνουν ότι η επικράτεια της Σομαλιλάνδης αποτελείται από τις επαρχίες Sool και Sanaag στα ανατολικά, τις επαρχίες Togdheer, Hargeisha και Sahil στα κεντρικά και την επαρχία Awdal στα Δυτικά της περιφέρειας[20].
Αναφορικά με την παρουσία της τρομοκρατικής οργάνωσης Al Shabab στη Σομαλιλάνδη, στην πρόσφατη έκθεση του EUAA, η οποία δημοσιεύτηκε το 2025, και αφορά την κατάσταση ασφαλείας στη Σομαλία, καταγράφεται ότι η οργάνωση Al-Shabaab δεν ασκούσε έλεγχο σε καμία περιοχή της επαρχίας Togdheer. Ολόκληρη η επαρχία, συμπεριλαμβανομένων των πόλεων Owdweyne και Burco, αναφέρθηκε ότι τελούσε υπό τον έλεγχο της διοίκησης της Σομαλιλάνδης.[21] Σύμφωνα με δημοσίευμα, η έκταση της επιρροής της οργάνωσης Al Shabaab καλύπτει περιοχές εκτός, τόσο της αυτόνομης περιφέρειας Puntland όσο και της Σομαλιλάνδης, η οποία παραμένει εκτός του ελέγχου των μαχητών και διατηρεί de facto αυτονομία με δικά της θεσμικά όργανα και διοικητικές δομές.[22]
Προηγούμενη έκθεση του EUAA αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας για τη Σομαλία που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2023, αναφέρει ότι δεν εντοπίζεται η παρουσία της Al Shabaab στην περιφέρεια της Σομαλιλάνδης, καθώς η επικράτειά της ελέγχεται από τις ένοπλες δυνάμεις τις αποσχισθείσας περιφέρειας[23].
Σύμφωνα με έκθεση του ACLED για τη Σομαλία το Μάρτιο του 2024, μάχες μεταξύ της κυβέρνησης της Σομαλιλάνδης και της πολιτοφυλακής SSC ξέσπασαν από τον Ιανουάριο του 2023 στην περιοχή Cayn, η οποία εντοπίζεται ανάμεσα στις περιφέρειες της Σομαλιλάνδης και του Puntland[24]. Η σύγκρουση ξέσπασε αφού οι κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας σκότωσαν πάνω από δώδεκα διαδηλωτές που διαμαρτύρονταν για τη δολοφονία ενός μέλους του κόμματος της αντιπολίτευσης στα τέλη Δεκεμβρίου 2022. Αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που αυτοί οι δύο παράγοντες συμμετείχαν σε στρατιωτικές συγκρούσεις. Αν και η βία έχει υποχωρήσει σε μεγάλο βαθμό στη Σομαλιλάνδη, οι εντάσεις συνεχίζουν να είναι υψηλές καθώς οι κυβερνητικές δυνάμεις της Σομαλιλάνδης παρέμειναν αναπτυγμένες στην περιοχή Cayn . Η δε σύγκρουση δεν δείχνει σημάδια ύφεσης, σε μεγάλο βαθμό λόγω δύο βασικών παραγόντων – των οικονομικών κεφαλαίων και της αναγνώρισης της διοίκησης Σομαλιλάνδης από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Σομαλίας - που δεν υπήρχαν κατά τους προηγούμενους γύρους συγκρούσεων[25].
Περαιτέρω, η έκθεση του Insecurity Insight, μίας ανθρωπιστικής ομοσπονδίας με σκοπό τη στήριξη των οργανισμών βοήθειας, παροχών υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης, εκπαίδευσης και προστασίας και άλλων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα στη Σομαλιλάνδη το έτος 2023, καταγράφει ότι το Φεβρουάριο του 2023, στην αμφισβητούμενη από Σομαλιλάνδη και Puntland, πόλη Las Anod – πρωτεύουσα της επαρχίας Sool, ξέσπασε βία μεταξύ των πολιτοφυλακών της φυλής Dhulbahante και των ένοπλων δυνάμεων της Σομαλιλάνδης. Σχεδόν 200.000 άνθρωποι εκτοπίστηκαν και αρκετές εκατοντάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της βίας[26]. Από τις ανωτέρω συγκρούσεις πλήττονται οι επαρχίες της Σομαλιλάνδης Sool, Sanaag και μέρος της διοικητικής περιφέρειας Togdheer, χωρίς εντούτοις να επηρεάζεται η πρωτεύουσα Burao, που αποτελεί και το συνήθη τόπο διαμονής του αιτητή στην χώρα καταγωγής του.
Σύμφωνα εξάλλου με τη βάση δεδομένων ACLED, στην περιφέρεια Togdheer της Σομαλίας, στην οποία υπάγεται η περιοχή Burao, κατά το τελευταίο έτος, καταγράφηκαν 53 περιστατικά ασφαλείας (διαδηλώσεις, πολιτική βία, τρομοκρατικές επιθέσεις) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 135 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές. [27] Από τα εν λόγω περιστατικά, καταγράφεται ότι 6 έλαβαν χώρα στην περιοχή Burao, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 2 ανθρώπινες απώλειες. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις που έλαβαν χώρα το έτος 2019, ο συνολικός πληθυσμός της περιφέρειας Togdheer ανέρχετο σε 962.439 κατοίκους και της περιοχής Burco (Burao) σε 589.975.[28]
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανός προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου δεν προκύπτει οποιαδήποτε πράξη που υπέστη ο αιτητής στο παρελθόν ή υπάρχει η πιθανότητα να υποστεί σε περίπτωση επιστροφής του, που είναι τόσο σοβαρή σε βαθμό που να θεωρηθεί πράξη δίωξης. Δεδομένου λοιπόν ότι ο αιτητής δεν παρουσίασε γεγονότα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν πράξεις δίωξης δεν θεωρώ ότι υπάρχει οποιοσδήποτε κίνδυνος σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση. Συνεπώς, ο δεύτερος ισχυρισμός του ευπαίδευτου συνήγορου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου και ο τρίτος προβαλλόμενος ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του.
Αβάσιμος κρίνεται και ο πρώτος ισχυρισμός του συνηγόρου του αιτητή περί της ανεπάρκειας του αρμόδιου λειτουργού να προβεί σε διεξαγωγή της συνέντευξης και πως δεν υποβλήθηκαν στον αιτητή αρκετές ερωτήσεις, ούτε είχε χρονικά τη δυνατότητα να προβάλει το αίτημά του. Όπως προκύπτει από το ερυθρό 44, του διοικητικού φακέλου, ο αιτητής υπέγραψε δήλωση ότι όλες οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται είναι αληθινές και ακριβείς έχοντας κατανοήσει πλήρως τη συνέντευξη, εφόσον διεξήχθη σε γλώσσα που κατανοεί. Επιπρόσθετα, στη δήλωση αναφέρεται πως ο λειτουργός του παρείχε όλες τις πληροφορίες και ότι οι απαντήσεις του ανταποκρίνονται επακριβώς στις δηλώσεις του, ότι αντιλαμβάνεται το ερωτηματολόγιο και τις αντίστοιχες απαντήσεις. Επίσης ο αιτητής υπέγραψε κάθε σελίδα του πρακτικού της συνέντευξης επιβεβαιώνοντας με αυτό το τρόπο το περιεχόμενό της.
Περαιτέρω, δεν έχει προσκομιστεί από μέρους του συνηγόρου του αιτητή μαρτυρία προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού ούτε έχει προβεί σε οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα για να τον αποδείξει. Οι ισχυρισμοί του αιτητή στα πλαίσια της Γραπτής του Αγόρευσης ότι δεν είχε την ευκαιρία ο αιτητής να παραθέσει τις θέσεις του είναι γενικοί και αόριστοι, εφόσον δεν προσκόμισε οτιδήποτε στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας που να αποδεικνύει ότι μπορούσε να ενισχύσει τον πυρήνα του αιτήματός του ή ότι υπάρχει οποιοδήποτε σφάλμα στη διαδικασία που ακολουθήθηκε.
Θα πρέπει βεβαίως να τονιστεί πως οι Γραπτές Αγορεύσεις δεν μπορούν να θεμελιώσουν ισχυρισμούς που αφορούν πραγματικά γεγονότα. Σύμφωνα, όμως, με πάγια νομολογία επί του θέματος, η αγόρευση, γραπτή ή προφορική, δεν συνιστά μέσο προσαγωγής μαρτυρίας (βλ. ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΙΜΙΤΕΔ και Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2013) 3 ΑΑΔ 242, Μαρία Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 281 και Χριστάκης Βασιλείου ν. Δήμου Παραλιμνίου και/ή άλλου (1995) 4 ΑΑΔ 1275).
Ούτως ή άλλως ο συνήγορος του αιτητή είχε τη δυνατότητα να προβεί στο αναγκαίο δικονομικό διάβημα θέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αίτημα για προσκόμιση μαρτυρίας, πράγμα που δεν έπραξε. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του όλο το υλικό που είχε ενώπιον του το διοικητικό όργανο και βεβαίως εντοπίζεται στον διοικητικό φάκελο (βλ. ΡΟΥΣΟΣ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΙΔΗ Κ.Α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 549 και ΡΑΦΤΗ Κ.Α. ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2003) 3 Α.Α.Δ. 335). Ως εκ τούτου, οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί απορρίπτονται. Εν πάση περιπτώσει, τα όσα ισχυρίζεται ο αιτητής δεν θα μπορούσαν να τον υπαγάγουν στο προστατευτικό καθεστώς του πρόσφυγα ενόψει της αοριστίας και της γενικότητας με την οποία προβάλλονται. Ενόψει τούτου, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός απορρίπτεται, εφόσον δεν προκύπτει οποιοδήποτε σφάλμα στη διαδικασία που ακολουθήθηκε.
Με τον τέταρτο νομικό ισχυρισμό ο συνήγορος του αιτητή προβάλλει πως δεν έχουν τηρηθεί οι αρχές που διέπουν τις διαδικασίες ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου. Ο συνήγορος του αιτητή παραπέμποντας στο ερυθρό 128, του διοικητικού φακέλου όπου κατά την εισήγησή του δεν καταγράφεται η ημερομηνία απόφασης. Από το διοικητικό φάκελο προκύπτει ότι το ερυθρό 128 αποτελεί αντίγραφο της απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει και σφραγίδα του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας και διαφαίνεται πως είναι η απόφαση που καταχωρήθηκε από το συνήγορο του αιτητή και επιδόθηκε στους καθ’ων η αίτηση. Παρόλα αυτά η ημερομηνία 16/3/2023 διακρίνεται και υπό αυτές τις συνθήκες της τοποθετημένης σφραγίδας επί του σημείου της ημερομηνίας. Στο ερυθρό 108 του διοικητικού φακέλου βρίσκεται τοποθετημένη η πρωτότυπη απόφαση όπου διαφαίνεται ξεκάθαρα η ημερομηνία απόφασης. Ο αιτητής δεν έχει παραθέσει οποιαδήποτε στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι παραβιάστηκαν οποιασδήποτε αρχές ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται κατά γενικό και αόριστο τρόπο. Ως εκ τούτου ο τέταρτος νομικό ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του.
Με τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως ο συνήγορος του αιτητή ισχυρίζεται πως το αρμόδιο όργανο βρισκόταν σε πλάνη περί το Νόμο και δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια για την έκδοση απόφασης επιστροφής. Όπως εισηγείται δεν υπάρχει απόφαση επιστροφής στην έκθεση εισήγηση και εσφαλμένα στην απόφαση αναφέρεται επιστροφή του αιτητή στη χώρα του. Από το ερυθρό 108 του διοικητικού φακέλου αλλά και από το ερυθρό 95 του διοικητικού φακέλου, προκύπτει πως αποφασίστηκε η επιστροφή του αιτητή στη χώρα του. Συγκεκριμένα μάλιστα, προκύπτει πως η απόφαση επιστροφής και οικειοθελούς αναχώρησης αναστάλθηκε μέχρι την έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο, εφόσον ο αιτητής καταχώρησε και προσφυγή αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Ο συνήγορος του αιτητή ισχυρίζεται πως οι καθ’ ων η αίτηση τελούσαν υπό πλάνη περί το Νόμο κατά την έκδοση της απόφασης επιστροφής πράγμα που δεν διευκρινίζεται δεν επεξηγείται και δεν εντοπίζεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Θα πρέπει να αναφερθεί πως το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού για την ύπαρξη πλάνης το έχει ο αιτητής (βλ. Παπαδόπουλος v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (1190) 3ΑΑΔ 262, 267). Ο προβαλλόμενος ισχυρισμός δεν στοιχειοθετείται επαρκώς από τον αιτητή και είναι γενικόλογος. Από τους ισχυρισμούς του ευπαίδευτου δικηγόρου του αιτητή, δεν στοιχειοθετείται οποιουδήποτε είδους πλάνη, τόσο ως προς την διαδικασία που ακολουθήθηκε, όσο και ως προς τα συμπεράσματα τα οποία κατέληξε η Υπηρεσία Ασύλου με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιον της, αλλά ούτε και ως προς τα γεγονότα που έλαβε η Υπηρεσία Ασύλου υπόψη της.
Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε παρατυπία στη διαδικασία και ούτως ή άλλως διεξήγαγα κατ’ουσίαν έλεγχο του αιτήματος του αιτητή από τον οποίο δεν προκύπτει οποιοδήποτε σφάλμα στη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Κατά συνέπεια ο πέμπτος νομικός ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση της αρμόδιας λειτουργού, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και των εξουσιών του αρμόδιου οργάνου.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Lifos, Women in Somalia – Pregnancies and Children out of Wedlock, June 2017, https://www.ecoi.net/en/file/local/1401860/1226_1497947430_170601300.pdf,
[2] Ο.π.
[3] Ο.π.
[4] HRW, Submission to the Committee on the Rights of the Child Review of Somalia, April 2022, https://www.hrw.org/news/2022/04/14/submission-committee-rights-child-review-somalia#_ftn15,
[5] EUAA, Somalia Country Focus, May 2025, p. 60 διαθέσιμο σε: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf
[6] EUAA, Somalia Country Focus, May 2025, p. 45 διαθέσιμο σε: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf
[7] ODI, Playing the long game - Exploring the relationship between Al-Shabab and civilians in areas beyond state control, August 2023, pp. 13-15, 20-21 διαθέσιμο σε: https://media.odi.org/documents/ODI-CSAG_Research-Report-Somalia-2023-25Jul_002.pdf ; see also EASO, Somalia: Targeted Profiles, September 2021, pp. 52, διαθέσιμο σε: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2021_09_EASO_COI_Report_Somalia_Targeted_profiles.pdf
[8] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Somalia: Country Focus, May 2025
https://www.ecoi.net/en/file/local/2125806/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf , p. 128, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 16/12/2025)
[9] EUAA, Somalia Security Situation, May 2025, https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-somalia-security-situation-3, p. 141 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/12/2025)
[10] Ο.π.
[11] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Somalia: Country Focus, May 2025
https://www.ecoi.net/en/file/local/2125806/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf , p. 53, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 16/12/2025)
[12] Ο.π.
[13] MEDA, Assessment Report on Minority Groups in Somalia, 27 February 2025, https://reliefweb.int/report/somalia/assessment-report-minority-groups-somalia-2025-february-27-2025(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 16/12/2025)
[14] 8 EUAA, Somalia: security situation, February 2023, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/2023_02_COI_Report_Somalia_Security_Situation_EN.pdf, p. 172, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 16/12/2025)
[15] EUAA – European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Somalia; Targeted Profiles, September 2021
https://www.ecoi.net/en/file/local/2060580/2021_09_EASO_COI_Report_Somalia_Targeted_profiles.pdf σελ. 63 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/7/2025)
[16] EUAA – European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Situation of the Gaboye minority group in Somalia, especially in Somaliland and Puntland, 30 March 2021, σελ.2-4,
https://www.ecoi.net/en/file/local/2048050/2021_03_Q5_EASO_COI_Query_SOMALIA_Gaboye_people.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/7/2025)
[17] UNHRC, Situation of human rights in Somalia: Report of the Independent Expert on the situation of human rights in Somalia [A/HRC/45/52], 24 August 2020, παρ. 59, https://www.ecoi.net/en/file/local/2038295/A_HRC_45_52_E.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/7/2025)
[18] UNHRC, Situation of human rights in Somalia: Report of the Independent Expert on the situation of human rights in Somalia [A/HRC/42/62], 16 September 2019, παρα. 98, https://documents-dds-ny.un.org/doc/UNDOC/GEN/G19/273/45/PDF/G1927345.pdf?OpenElement (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/7/2025)
[19] ΒΒC News, "Somaliland profile", 02/01/2024, https://www.bbc.com/news/world-africa-14115069
[20] https://www.shutterstock.com/el/image-vector/administrative-map-de-facto-state-somaliland-2441163961,
[21] EUAA, Somalia Security Situation, May 2025, https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-somalia-security-situation-3, p. 142
[22] TNH - The New Humanitarian (formerly IRIN News): Al-Shabab’s shadow state: Why Somalia’s militants are winning legitimacy, 25 September 2025
https://www.thenewhumanitarian.org/analysis/2025/09/25/al-shabab-why-somalia-militants-winning-legitimacy
[23] EUAA, Somalia Security Situation, 2023, διαθέσιμο σε https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2023_02_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_situation.pdf#%5B%7B%22num%22%3A75%2C%22gen%22%3A0%7D%2C%7B%22name%22%3A%22XYZ%22%7D%2C68%2C181%2C0%5D, p. 29,
[24] Google Μaps, Cayn - Somalia, www.google.com/maps/place/CAYN/@8.2360841,44.0808325,841512m/data=!3m1!1e3!4m6!3m5!1s0x3d822d007642b125:0xa8b978b65599af57!8m2!3d8.2364538!4d46.3246329!16s%2Fg%2F11vrkhsbz3?entry=ttu&g_ep=EgoyMDI1MDMwNC4wIKXMDSoJLDEwMjExNDU1SAFQAw%3D%3D,
[25] ΑCLED, Somalia: Al-Shabaab’s Infiltration of a Military Base in Mogadishu and Somaliland’s Conflict
1 March 2024, διαθέσιμο σε https://acleddata.com/2024/03/01/situation-update-february-2024-al-shabaabs-infiltration-of-a-military-base-in-mogadishu-and-somalilands-conflict/,
[26] Insecurity Insight, Somalia, Violence Against Healthcare in Conflict, 2023, διαθέσιμο σε https://insecurityinsight.org/wp-content/uploads/2024/05/2021-2023-SHCC-Somalia.pdf, p. 3,
[27] ACLED explorer, Somalia, Togdheer, update 11.12.2025 , available at: https://acleddata.com/platform/explorer
[28] City Population, https://www.citypopulation.de/en/somalia/admin/13__togdheer/,
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο