F. N. G. V. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 4571/2021, 31/12/2025
print
Τίτλος:
F. N. G. V. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 4571/2021, 31/12/2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Υπόθ. Αρ.: 4571/2021

 

31 Δεκεμβρίου 2025

 

[Χ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

F. N. G. V.

 

Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ’ ων η Αίτηση

 

………………………………………….

 

 

Νικολέττα Χαραλαμπίδου, Δικηγόρος για τον αιτητή

 

Χριστίνα Δημητρίου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Χ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή ο αιτητής προσβάλλει την απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, ημερομηνίας 28/06/2021, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και τον Διοικητικό Φάκελο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 (εφεξής «δ. φ.»), τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω:  Ο αιτητής είναι υπήκοος του Καμερούν και αφού αφίχθη παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία, συμπλήρωσε στις 07/08/2019 αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας και αυθημερόν παρέλαβε τη βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας από το Επαρχιακό Γραφείο Αλλοδαπών Λευκωσίας.

 

Στις 04/09/2020, 06/10/2020 και 13/10/2020 πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις του αιτητή από λειτουργό της E.A.S.O. (εφεξής «λειτουργός») και στις 18/03/2021 ο λειτουργός συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος του αιτητή. Στις 28/06/2021, συγκεκριμένη λειτουργός, δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης. Η Υπηρεσία Ασύλου στις 06/07/2021 εξέδωσε επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε από τον αιτητή στις 22/07/2021.

 

Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρισε αυτοπροσώπως την υπό εξέταση προσφυγή στις 22/07/2021 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας. Στις 23/07/2021, καταχωρήθηκε από τον αιτητή αίτηση νομικής αρωγής με αριθμό 199/2021 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία έγινε δεκτή με την από 17/09/2021 απόφαση Δικαστηρίου. Ακολούθως ο αιτητής διόρισε δικηγόρο και καταχώρισε κατόπιν σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου τροποποιημένη προσφυγή.

 

Κατά τη Γραπτή του Αγόρευση, μέσω της συνηγόρου του, ο αιτητής παραθέτει, αρχικά, το νομικό πλαίσιο υπό το οποίο θα έπρεπε να εξεταστεί η αίτησή του.  Στη συνέχεια, επικαλείται την εσφαλμένη αξιολόγηση της αίτησής του μέσα από την εσφαλμένη κρίση περί της αναξιοπιστίας του για το ουσιώδες γεγονός 2 (σύλληψη από στρατό, κακοποίηση και κατηγορίες περί κλοπής στρατιωτικού οχήματος, όπλων και πυρομαχικών) και παραβιάσεις των καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με την εξέταση της εξωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του και παραβιάσεις επί της αξιολόγησης σε σχέση με τα σημάδια στο σώμα του δυνάμει του προσφυγικού δικαίου. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι θα έπρεπε να συμπεριληφθεί στον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του ή να σχηματισθεί ως αυτοτελές ουσιώδες γεγονός ο λόγος της σύλληψής του, η αποδιδόμενη σε αυτόν ιδιότητα του υποστηρικτή ή μέλους των Ambazonians. Περαιτέρω, σχολιάζει τα σημεία εκείνα της συνέντευξης του τα οποία εσφαλμένα κρίθηκαν ως μη συνεπή, μη σαφή και αόριστα από τους καθ’ ων η αίτηση. Υποστηρίζει ότι, κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του από τους καθ’ ων η αίτηση, υπήρξε έλλειψη δέουσας έρευνας και ελλιπής αιτιολόγηση, ενώ η συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ισχυρίζεται ότι ήταν ανεπαρκής.   Έχω εξετάσει με μεγάλη προσοχή όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλει η συνήγορος του αιτητή.

 

Επίσης, υποστηρίζει ότι οι καθ’ ων η αίτηση θα έπρεπε ένεκα των ουλών στο σώμα του να τον παραπέμψουν σε ιατρική εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 15 του Περί Προσφύγων Νόμου, προς επίρρωση της αξιοπιστίας του, καθότι μια τέτοιας φύσεως εξέταση θα έδινε πληροφορίες σχετικά με το χρόνο κατά τον οποίο προήλθε η κάκωση στα δάκτυλα του και κατά πόσο η εν λόγω κάκωση θα μπορούσε να είναι αποτέλεσμα βασανιστηρίων. Ως προς την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα, επικαλείται βάσιμο λόγο δίωξης του σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του λόγω αποδιδόμενων σε αυτόν αντικαθεστωτικών πεποιθήσεων και δράσης. Προς υποστήριξη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του, παρέθεσε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την πολιτική κατάσταση στο αγγλόφωνο τμήμα του Καμερούν, ιδίως αναφορικά με τη βία που ασκεί η κυβέρνηση σε βάρος των αγγλόφωνων, καθώς και με τη μεταχείριση όσων θεωρούνται αποσχιστές ή φίλα προσκείμενοι προς αυτούς.

 

Υποστηρίζει, ακόμη, την εσφαλμένη αξιολόγηση των προϋποθέσεων υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Τέλος, αιτείται την ακύρωση της απόφασης επιστροφής, καθότι αυτή αντιβαίνει στην αρχή της μη επαναπροώθησης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 19 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Επισυνημμένα της Γραπτής του Αγόρευσης βρίσκονται τα έγγραφα που προσκόμισε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου (Παραρτήματα 2), ιατρικό σημείωμα ημερομηνίας 24/11/2020 (Παράρτημα 3), εξωτερική πηγή πληροφόρησης (Παράρτημα 4) καθώς και η απόφαση του Δικαστηρίου επί της αίτησης του περί παροχής νομικής αρωγής (Παράρτημα 1).

 

Οι καθ’ ων η αίτηση, με τη Γραπτή τους Αγόρευση υποστηρίζουν ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και Κανονισμών, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους καθ’ ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, σύμφωνα με τις γενικές αρχές διοικητικού δικαίου και είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.

 

Με την Απαντητική Γραπτή του Αγόρευση, ο αιτητής δια της συνηγόρου του επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν τις θέσεις όπως αυτές προβλήθηκαν με τη Γραπτή του Αγόρευση.

 

Κατά την διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου η συνήγορος του αιτητή υιοθέτησε το περιεχόμενο της Γραπτής και Απαντητικής της Αγόρευσης και προσκόμισε πληροφορίες για την κατάσταση στο Καμερούν που ως ισχυρίστηκε σχετίζονται με το αίτημα του αιτητή, στον οποίο έχει αποδοθεί η ιδιότητα του υποστηρικτή των αγγλόφωνων του Καμερούν, παρά το ότι ο ίδιος είναι γαλλόφωνος. Παραπέμπει στην απόφαση επί της νομικής αρωγής, η οποία εγκρίθηκε βάσει της οποίας ο αιτητής ανέφερε αρκετές λεπτομέρειες σε σχέση με το αίτημά του και τα όποια ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση απορρέουν από μη δέουσα έρευνα για τη χώρα καταγωγής του και παραβίαση των διαδικασιών εξέτασης του αιτήματος του για άσυλο.  Προβάλλει ότι ο αιτητής υπήρξε αρκετά λεπτομερής, δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις και ότι τα όσα ανέφερε υποστηρίζονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Είναι η θέση της συνηγόρου του αιτητή ότι ο ισχυρισμός του ότι υπήρξε θύμα βασανιστηρίων δεν διερευνήθηκε, παρά το γεγονός ότι έδειξε σημάδια στο σώμα του κατά τη συνέντευξη του στην Υπηρεσία Ασύλου, ενώ οι καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι δεν έχει καμία ευαλωτότητα (ερ. 6-5 του δ.φ.), χωρίς να γίνει οποιαδήποτε αναφορά για ενεργοποίηση των διατάξεων του άρθρου 15 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000. Η συνήγορος του αιτητή υποστηρίζει ότι ο αιτητής έπρεπε να παραπεμφθεί σε αξιολόγηση και να ενημερωθεί για το δικαίωμά του να προβεί ο ίδιος σε ιατρική εξέταση. Η συνήγορος του αιτητή παραπέμπει σε πρόσφατες πληροφορίες σχετικά με τη χώρα του αιτητή, τις οποίες προσκόμισε, και βάσει των οποίων η διαμάχη μεταξύ των αγγλόφωνων και των αρχών του κράτους έχει επιδεινωθεί και υπάρχουν σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

 

Η συνήγορος των καθ’ων η αίτηση υποστηρίζει πως το αρμόδιο όργανο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση αφού διεξήγαγε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.  Τονίζει δε πως η παραπομπή σε ιατρική εξέταση εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου οργάνου και δεν έχει τέτοια υποχρέωση το όργανο εάν δεν κρίνει κάτι τέτοιο αναγκαίο.  Υποστηρίζει πως η προσβαλλομένη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη και πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας.  Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.

 

Ο αιτητής κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας στην Υπηρεσία Ασύλου δεν συμπλήρωσε το πεδίο σχετικά με του λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα του (ερ. 1  του δ.φ.).  

 

Κατά τη διάρκεια των προφορικών του συνεντεύξεων, ο αιτητής δήλωσε ως προς το προσωπικό του προφίλ ότι είναι υπήκοος Καμερούν με τόπο καταγωγής την Yaounde. Δήλωσε ότι μεγάλωσε στην Douala, όπου και διέμενε μέχρι το 2017, όταν και μετέβη για να εργαστεί στην Buea. Εκεί διέμεινε μέχρι τον Ιούνιο του 2018 και εν συνεχεία διέμεινε για κάποιους μήνες στο χωριό της γιαγιάς του στην Bayangam, ο οποίος ήταν και ο τελευταίος τόπος διαμονής του στη χώρα καταγωγής του. Ως τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του υπέδειξε την Douala. Δήλωσε μη νυμφευμένος, εθνοτικής καταγωγής Bamileke και Χριστιανός Καθολικός ως προς στο θρήσκευμα. Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, ο αιτητής δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, τεχνική κατεύθυνση και ότι ομιλεί την γαλλική και αγγλική γλώσσα. Ως προς την πατρική του οικογένεια δήλωσε ότι αποτελείται από τους γονείς του, τη μια αδελφή του και τους δύο αδελφούς του, οι οποίοι διαμένουν στην Douala και με τους οποίους διατηρεί επικοινωνία. Σχετικά με την εργασιακή του πείρα, ο αιτητής δήλωσε ότι από το 2017 εργάστηκε στον τομέα των μεταλλικών κατασκευών και των συγκολλήσεων. Ως προς την κατάσταση της υγείας του δήλωσε ότι δεν βρίσκεται σε καλή ψυχολογική κατάσταση και πως υποφέρει από πονοκεφάλους εξαιτίας του χτυπήματος στο κεφάλι του. Επίσης, αναφέρθηκε σε πλήθος ουλών που έχει σε διάφορα σημεία του σώματος του καθώς και σε δύο παραμορφωμένα, σπασμένα δάχτυλα (ερ. 43-39 του δ. φ.).

 

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του,  ο αιτητής ανέφερε ότι η κυβέρνηση, θέλοντας να περιορίσει τις διαμαρτυρίες και τις διεκδικήσεις της αγγλόφωνης μειονότητας την περίοδο 2016-2017, κατέφυγε σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, επιθέσεις και εκφοβισμό. Συνέχισε πως ο στόχος των στρατιωτών έγιναν κυρίως οι νέοι, οι οποίοι θεωρούνταν από την κυβέρνηση ως η κύρια απειλή, καθώς συμμετείχαν ενεργά στις διαδηλώσεις και στις ομάδες αντίστασης. Ειδικότερα, περιέγραψε ένα περιστατικό όταν στις 15 Ιουνίου 2018 γύρω στις 6:30 μ.μ. επιστρέφοντας στο σπίτι του από την εργασία του μεταξύ των περιοχών Buea MY16 και MY17 και βρέθηκε ξαφνικά στη μέση ανταλλαγής πυρών μεταξύ στρατιωτών και ομάδας ντόπιων/αντιστασιακών. Εκείνη την ημέρα, η κυβέρνηση είχε αλλάξει αιφνιδιαστικά το ωράριο της απαγόρευσης κυκλοφορίας (από τις 6 μ.μ. μέχρι τις 6 π.μ.), χωρίς να ενημερώσει τους πολίτες. Ο αιτητής προσπάθησε να κρυφτεί σε παρακείμενη εγκαταλελειμμένη οικία και παράλληλα βιντεοσκοπούσε όσα συνέβαιναν στην περιοχή. Ξαφνικά ένας στρατιώτης τον χτύπησε με το πίσω μέρος του όπλου του τραυματίζοντας τον στο κεφάλι. Ένεκα αυτού του χτυπήματος, ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι φέρει ακόμη και σήμερα ουλή στο κεφάλι του. Δήλωσε ότι μετά το χτύπημα δεν είχε πλήρως τις αισθήσεις του.

 

Στη συνέχεια συνελήφθη, και μαζί με άλλους έξι νεαρούς άνδρες μεταφέρθηκε σε στρατιωτικό κέντρο κράτησης μέσα στο δάσος. Εκεί κρατήθηκε για τρεις ημέρες σε δύσκολες συνθήκες, χωρίς τροφή, με συνεχείς ξυλοδαρμούς, βασανιστήρια και απειλές για τη ζωή του. Δήλωσε ότι υπέστη εντονότερη κακομεταχείριση σε σύγκριση με τους υπόλοιπους συλληφθέντες, εξαιτίας του ότι, όταν εντοπίστηκε, βιντεοσκοπούσε τα γεγονότα και οι στρατιώτες επιθυμούσαν να διαπιστώσουν εάν είχε διαδοθεί το εν λόγω υλικό. Από τους επτά συλληφθέντες, δήλωσε ότι οι τέσσερις σκοτώθηκαν κατά την κράτηση τους και ο ίδιος μαζί με τους υπόλοιπους κατάφερε να αποδράσει με τη βοήθεια ενός στρατιώτη που τους λυπήθηκε. Ο εν λόγω στρατιώτης τους έβαλε σχεδόν αναίσθητους και σε άσχημη σωματική κατάσταση σε ένα στρατιωτικό όχημα και στη συνέχεια τους μετέφερε σε έναν άνθρωπο που γνώριζε ο οποίος τους έδωσε τις πρώτες βοήθειες. Προσέθεσε ότι ο εν λόγω στρατιώτης τους προειδοποίησε ότι, αν επέστρεφαν ή αν τους έβρισκαν ξανά στην περιοχή, θα τους σκότωναν όλους, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου. Ο αιτητής του είπε ότι θα ήταν καλύτερα να επιστρέψει στο χωριό του, και ο στρατιώτης τον βοήθησε να αγοράσει το εισιτήριο και να επιστρέψει στο χωριό Banyangam, όπου κρύφτηκε για οκτώ μήνες στο σπίτι της γιαγιάς του. Συνεχίζοντας την αφήγησή του, ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι μερικές ημέρες αργότερα έλαβε μήνυμα από τον ξάδελφό του, ο οποίος διέμενε στην Buea, ότι οι αρχές της χώρας τον αναζητούσαν και ότι είδε το όνομά του στην εφημερίδα. Ακολούθως, οι αρχές επισκέφθηκαν την πατρική του οικία και επέδωσαν ένταλμα σύλληψης εναντίον του, κατηγορώντας τον ότι, μαζί με τους υπόλοιπους συλληφθέντες, έκλεψαν στρατιωτικό όχημα και οπλικό εξοπλισμό. Εξαιτίας αυτών των γεγονότων, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του (ερ. 36-34 του δ.φ.).

 

Κληθείς να αναφέρει τι πιστεύει ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής δήλωσε ότι είτε θα συλληφθεί και θα μεταφερθεί σε φυλακή υψίστης ασφαλείας, είτε θα δολοφονηθεί (ερ. 34 του δ.φ.).

 

Ακολούθως, τέθηκαν στον αιτητή διευκρινιστικές ερωτήσεις ώστε να αναπτύξει το αίτημά του. Κληθείς να αποκριθεί σχετικά με την τοποθεσία και το είδος της εργασίας που είχε, δήλωσε ότι στις αρχές του 2017 και για περίπου ένα έτος διέμενε με τον ξάδερφό του στην περιοχή MY17 της Buea και εργαζόταν ως συγκολλητής μετάλλων σε κατασκευή οικοδομής στην περιοχή MY16 (ερ. 61 του δ. φ.). Κληθείς να επεξηγήσει τις συνθήκες της σύλληψής του και τι ακριβώς συζητήθηκε μεταξύ του ίδιου και του στρατιώτη που τον χτύπησε δήλωσε ότι ο στρατιώτης επιθυμούσε να πληροφορηθεί εάν έστειλε σε άλλους το βίντεο που τράβηξε και τι πληροφορίες είχε. Ανέφερε ότι η συνομιλία μεταξύ τους έλαβε χώρα στη γαλλική γλώσσα και ότι, όταν κλήθηκε να εξηγήσει για ποιο λόγο συνελήφθη, αφού μιλούσε γαλλικά και δεν προερχόταν από το αγγλόφωνο τμήμα, δήλωσε ότι δεν είχε τον χρόνο να αναφέρει κάτι και ότι ακόμη και οι αγγλόφωνοι μιλούν γαλλικά (ερ. 59-58 του δ. φ.).

 

Στη συνέχεια, του τέθηκαν ερωτήσεις σχετικά με το τι συνέβη κατά την άφιξή τους στο κέντρο κράτησης (camp), αποκρινόμενος ότι τους έβγαλαν τα ρούχα και άρχισαν να τους χτυπούν, ενώ ειδικά στον αιτητή ζητούσαν εξηγήσεις σχετικά με το βίντεο που είχε τραβήξει. Δήλωσε ότι τους ρωτούσαν που κρύβονται οι αποσχιστές και που βρίσκουν τα όπλα τους, επειδή θεωρούσαν ότι όλοι οι νέοι από το αγγλόφωνο τμήμα έχουν ενταχθεί με τους αποσχιστές και τους μεταχειρίζονταν ως αντάρτες. Ισχυρίστηκε ότι τους κτυπούσαν κάθε μέρα και τους άφησαν χωρίς φαγητό και νερό, ενώ τέσσερις εξ αυτών απεβίωσαν (ερ. 58-56 του δ. φ.). Ως προς τις συνθήκες της απελευθέρωσης του δήλωσε ότι το βράδυ της τρίτης ημέρας ένας στρατιώτης, που δεν είχε συναντήσει ξανά, τους έβγαλε έξω από την σκηνή και τους οδήγησε στο σημείο όπου ήταν σταθμευμένο το στρατιωτικό όχημα και τους μετέφερε στη γειτονική πόλη Muyuka σε ένα άτομο που γνώριζε, όπου έλαβαν τις πρώτες βοήθειες.

 

Ο ίδιος θεώρησε ότι θα ήταν πιο ασφαλής στο χωριό του και ως εκ τούτου ο στρατιώτης τον επιβίβασε σε όχημα το οποίο τον μετέφερε στο χωριό του, όπου διέμενε με τη γιαγιά του και κρυβόταν για επτά μήνες (ερ. 55-54 του δ.φ.). Στο χωριό ισχυρίστηκε ότι προσπαθούσε να αναρρώσει και να διευθετήσει την αναχώρησή του από τη χώρα, ενώ δεν του συνέβη οτιδήποτε. Ενώ βρισκόταν στο χωριό και ανάρρωνε, ισχυρίστηκε ότι η μητέρα του ενημέρωσε την γιαγιά του σχετικά με την επίσκεψη της αστυνομίας στην πατρική του οικία στην Douala, τις ειδοποιήσεις έρευνας, και την επίδοση του εντάλματος σύλληψης, χωρίς να γνωρίζει ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τις συνθήκες έκδοσης τους. Ερωτηθείς κατά πόσο συνέβη οτιδήποτε στην οικογένειά του, η οποία διαμένει στην Douala, ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι έλαβαν απειλές από την αστυνομία, χωρίς να γνωρίζει περαιτέρω λεπτομέρειες (ερ. 53-52 του δ.φ.)

 

Ακολούθως ο αιτητής κλήθηκε να περιγράψει τα έγγραφα που προσκόμισε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, έντυπο εφημερίδας,  ειδοποίηση έρευνας και ένταλμα σύλληψης. Δήλωσε ότι τα εν λόγω έγγραφα του τα έστειλαν οι γονείς του ενόσω βρίσκονταν στην Δημοκρατία. Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει πώς απέκτησαν τα ανωτέρω έγγραφα οι γονείς του, ο αιτητής ανέφερε ότι όταν η αστυνομία επισκέφθηκε το σπίτι του, οι γονείς του απουσίαζαν και παρόντα ήταν μόνο τα μικρότερα αδέλφια του, τα οποία ενημέρωσαν τους γονείς για το περιστατικό.  Όπως ανέφερε, οι γονείς του πήγαν στην αστυνομία για να παραλάβουν τα προαναφερόμενα έγγραφα (ερ. 51 του δ.φ.). Ως προς το ένταλμα σύλληψης δήλωσε ότι αναφέρει ότι αναζητείται για εχθρότητα απέναντι στη χώρα. Ως προς το άρθρο στην εφημερίδα δήλωσε ότι του το έστειλε ο ξάδερφός του, ο οποίος διάβασε το όνομά του στην εφημερίδα.  Ισχυρίστηκε πως το εν λόγω δημοσίευμα αναφέρει ότι ο ίδιος και άλλα δύο άτομα που διασώθηκαν από τον στρατό έκλεψαν στρατιωτικό όχημα με πυρομαχικά και όπλα και εξαιτίας αυτού αντιμετωπίζονται ως τρομοκράτες από τις αρχές της χώρας. Δεν γνωρίζει εάν εκκρεμεί δίκη εναντίον του. Τέλος, ερωτηθείς πως κατάφερε να εγκαταλείψει νόμιμα τη χώρα καταγωγής του ενώ εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του δήλωσε ότι ο άνδρας που τον βοήθησε να εξασφαλίσει την άδεια εισόδου, τα είχε διευθετήσει όλα και το μόνο που είχε να κάνει ήταν να δώσει χρήματα στο σημείο ελέγχου του αεροδρομίου ώστε να μην γίνει έλεγχος στο προφίλ του (ερ. 50-49 του δ. φ.).

 

Ο  λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε στην αφήγησή του ο αιτητής, διέκρινε στην Έκθεση - Εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή ως κατωτέρω: (1) ταυτότητα, χώρα καταγωγής και τόπος συνήθους διαμονής του αιτητή και (2) Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι συνελήφθη στην Buea από τον στρατό, υποβλήθηκε σε βασανιστήρια, και κατηγορήθηκε για την κλοπή στρατιωτικού φορτηγού με όπλα και πυρομαχικά.

 

Ο λειτουργός έκανε αποδεκτό τον ισχυρισμό του αιτητή ως προς την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ και τη χώρα καταγωγής του, καθώς οι δηλώσεις του αιτητή κρίθηκαν σαφείς και συνεκτικές, ενώ διασταυρώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καθώς και από τα έγγραφα που προσκόμισε.

 

Ωστόσο ο δεύτερος ισχυρισμός απορρίφθηκε ως εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστος. Ειδικότερα, κρίθηκαν ως αόριστες και μη συγκεκριμένες οι πληροφορίες που παρέθεσε ο αιτητής σχετικά με την εργασία του και την διαμονή του στην Buea. Ως κατέγραψε ο λειτουργός, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει συγκεκριμένες και σαφείς πληροφορίες σε σχέση με το όνομα του εργοδότη του καθώς και να συγκεκριμενοποιήσει τον τόπο εργασίας του. Επισημάνθηκε από τον λειτουργό πως παρά το γεγονός ότι ο αιτητής διέμενε στην Buea για πάνω από ένα χρόνο, δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με συγκεκριμένο τρόπο τη γειτονιά, τα τοπικά σημεία ενδιαφέροντος ή την ζωή στην πόλη. Περαιτέρω, ως αντιφατικές και ασυνάρτητες αξιολογήθηκαν οι δηλώσεις του για τα γεγονότα της 15ης Ιουνίου 2018. Αρχικά αναφέρθηκε σε πυροβολισμούς μεταξύ στρατού και Ambazonians, χάος, άνθρωποι να τρέχουν και καμένα σπίτια, ενώ σε άλλο σημείο, όταν κλήθηκε εκ νέου να περιγράψει τι έβλεπε, αναφέρθηκε σε πυροβολισμούς μεταξύ του στρατού και των διαδηλωτών/απεργών, ανθρώπους να τρέχουν, στρατιωτικά οχήματα κρυμμένα σε γωνίες και στρατιώτες που αναζητούσαν διαδηλωτές, ενώ παράλληλα δήλωσε ότι δεν υπήρχε διαμαρτυρία εκείνη την ημέρα.

 

Ως ασυνεπείς κρίθηκαν και οι δηλώσεις του σχετικά με τις συνθήκες της σύλληψής του, καθώς ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με λεπτομέρειες τη συνομιλία και την διάδραση που είχε με τον στρατιώτη που τον συνέλαβε κατά τη διάρκεια της σύλληψής του, ενώ αόριστες κρίθηκαν οι δηλώσεις του σχετικά με τα άτομα που συνελήφθησαν μαζί του. Έλλειψη σαφήνειας και συνεκτικότητας εντοπίστηκε περαιτέρω στις δηλώσεις του αιτητή σχετικά με τον λόγο της σύλληψής του, καθότι δεν κατάφερε να εξηγήσει ικανοποιητικά για ποιο λόγο, ενώ οι αρχές, όπως δήλωσε, στοχοποιούσαν νέους του αγγλόφωνου τμήματος θεωρώντας τους επαναστάτες, τον συνέλαβαν, ενώ ο ίδιος ήταν γαλλόφωνος και δεν προερχόταν από το αγγλόφωνο τμήμα. Περαιτέρω, ως αόριστη αξιολογήθηκε η περιγραφή που παρέθεσε ο αιτητής όταν κλήθηκε να περιγράψει το μέρος όπου κρατήθηκε περί τις τρεις ημέρες. Κρίθηκε από τον λειτουργό ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να συγκεκριμενοποιήσει τις συνθήκες της διαφυγής του, ούτε να εξηγήσει γιατί ένας στρατιώτης, τον οποίο δεν γνώριζε, θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή του για να τους απελευθερώσει. Επιπλέον, εντοπίστηκε χρονική ασυνέπεια στις δηλώσεις του σχετικά με τη διάρκεια παραμονής του στο χωριό Bayangam. Τέλος, ως αόριστες κρίθηκαν οι δηλώσεις του αιτητή αναφορικά με το ένταλμα σύλληψης και την ειδοποίηση έρευνας. Ως επεσήμανε ο λειτουργός, ο αιτητής δεν κατάφερε να προσδιορίσει τον χρόνο κατά τον οποίο η οικογένειά του ειδοποιήθηκε σε σχέση με τα ανωτέρω έγγραφα, να επεξηγήσει με ποιο τρόπο η αστυνομία είχε τις πληροφορίες σχετικά με το σπίτι του στην Douala, καθώς και να περιγράψει με λεπτομέρειες τις απειλές που δέχθηκε η οικογένειά του από την αστυνομία. Επισημάνθηκε επιπλέον, ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει με πειστικότητα και σαφήνεια πως κατάφερε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ενώ ως προέβαλε, είχε εκδοθεί ειδοποίηση έρευνας και ένταλμα σύλληψης εναντίον του.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του αιτητή σχετικά με την απόσταση μεταξύ Buea και Douala δεν επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες αναφέρουν ότι το ταξίδι διαρκεί δύο ώρες με αυτοκίνητο, αντί των 45 λεπτών που ισχυρίστηκε ο αιτητής (ερ. 109 του δ. φ.). Επισημάνθηκε επίσης ότι δεν ανευρέθηκαν πληροφορίες από πηγές πληροφόρησης σχετικά με τα γεγονότα της 15ης Ιουνίου 2018. Ο λειτουργός παρέθεσε επίσης πληροφορίες σχετικά με τις συνθήκες που επικρατούσαν εκείνη την χρονική περίοδο στο αγγλόφωνο τμήμα, τις συγκρούσεις καθώς και την μεταχείριση από τις αρχές όσων υποστήριζαν ή θεωρούνταν ότι υποστήριζαν τους αποσχιστές (ερ. 125-110 του δ. φ.).

 

Στη συνέχεια, αξιολογήθηκαν τα έγγραφα που προσκόμισε ο αιτητής. Συγκεκριμένα ο αιτητής προσκόμισε τα πιο κάτω έγγραφα: 1) Αντίγραφο εντάλματος σύλληψης  (“Mandat darret”) εκδοθέν από το “First Instance Court of Douala”, ημερομηνίας 25/11/2018 (ερ. 74 του δ. φ.), 2) Αντίγραφο ειδοποίησης έρευνας (“Avis de recherche”) το οποίο εκδόθηκε στις 30/10/2018 από το “Judicial Police of the city of Douala” (ερ. 73 του δ. φ.) και 3) Αντίγραφο εφημερίδας με τίτλο “Confidences”, τεύχος 145, Ιουλίου του 2018 (ερ. 71-64 του δ. φ.).

 

Ως προς το ένταλμα σύλληψης, κρίθηκε ότι δεν περιλαμβάνει τα στοιχεία επικοινωνίας του τμήματος που το εξέδωσε, ούτε πληροφορίες για τον φάκελο του αιτητή στην ποινική διαδικασία, ενώ απουσιάζουν και τα άρθρα του ποινικού κώδικα στα οποία βασίζονται οι κατηγορίες εναντίον του (εχθρότητα κατά της χώρας και αστική/ κοινωνική αναταραχή). Ακολούθως, ο λειτουργός προέβη σε έρευνα και παρέθεσε πληροφορίες σχετικά με την αρμοδιότητα των δικαστηρίων στο Καμερούν και την ποινή που προβλέπεται για εχθρότητα κατά της χώρας, ενώ δεν εντοπίστηκε καμία πληροφορία για την ποινική μεταχείριση της κοινωνικής αναταραχής (ερ. 131-126 του δ.φ.). Τα ίδια ευρήματα εντοπίστηκαν και σε σχέση με την ειδοποίηση έρευνας. Ως προς το αντίγραφο της εφημερίδας, ο λειτουργός κατέγραψε ότι κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης βρέθηκε η εν λόγω εφημερίδα με την ονομασία «Confidences». Ωστόσο το περιεχόμενο της πρώτης σελίδας του τεύχους που εντοπίστηκε είναι διαφορετικό από αυτό που προσκόμισε ο αιτητής. Το τεύχος που εντοπίστηκε στο διαδίκτυο αναφέρει ότι «ο στρατηγός Ivo τραυματίστηκε στη μάχη» χωρίς να γίνεται αναφορά στη σύλληψη τριών άλλων αθώων ατόμων (ερ. 133-132 του δ. φ.). Επιπρόσθετα, ο λειτουργός εντόπισε άρθρο στο “Cameroonweb”, ημερομηνίας 06/08/2018, το οποίο αναμεταδίδει το περιεχόμενο του ανωτέρω άρθρου αναφέροντας ότι ο στρατηγός Ivo τραυματίστηκε στο Kumbo (ερ. 135-134 του δ.φ.) αντί στη Buea που αναφέρεται στο έγγραφο-αντίγραφο που προσκόμισε ο αιτητής. Ως εκ της ανωτέρω ανάλυσης, ο υπό κρίση ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός στο σύνολό του.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου στο πλαίσιο του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία του αιτητή σε συνδυασμό με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην χώρα και ειδικότερα στην περιφέρεια Littoral (όπου υπάγεται η Douala, τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του αιτητή), ο λειτουργός διαπίστωσε πως δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υποστεί ο αιτητής μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη συγκεκριμένη περιοχή καθότι η κρίση επηρεάζει το αγγλόφωνο τμήμα της χώρας.

 

Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση, βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών του αιτητή, ο λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας, ούτε πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας. Αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση ασφαλείας στην Douala, όπου αναμένεται να επιστρέψει ο αιτητής σε συνδυασμό με τις προσωπικές του περιστάσεις, καταδεικνύεται ότι δεν υφίσταται κίνδυνος σοβαρής και ατομικής απειλής για τη ζωή ή την ασφάλεια του αιτητή, λόγω αδιάκριτης βίας απλώς και μόνο λόγω της παρουσίας του εκεί. Ως εκ τούτου κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.  Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθέτησε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.

 

Ανεξάρτητα από τα ανωτέρω ζητήματα, θα πρέπει να αναφερθεί πως κατόπιν μελέτης της Έκθεσης–Εισήγησης, αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή, ότι συνελήφθη στην Buea από τον στρατό, υπέστη κακοποίηση και κατηγορήθηκε για κλοπή στρατιωτικού οχήματος με πυρομαχικά και όπλα, θεωρώ ότι έπρεπε να διαχωριστεί σε δύο ξεχωριστούς ουσιώδεις ισχυρισμούς με τον δεύτερο να αφορά τον ισχυρισμό περί σύλληψης και επακόλουθης κράτησης και κακοποίησης του αιτητή από τον στρατό και τον τρίτο να αφορά την απόδρασή του με τη βοήθεια ενός στρατιώτη συνεπεία της οποίας καταζητείται από τις αρχές της χώρας του για κλοπή στρατιωτικού οχήματος, όπλων και πυρομαχικών.  Παρόλο που δεν έγινε ορθός διαχωρισμός ο ισχυρισμός εξετάστηκε από το αρμόδιο όργανο και διεξήγαγε τη δέουσα έρευνα που απαιτείται για τους ισχυρισμούς αυτούς.

 

Σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 11 (3) (α) (i) και (ii) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, Ν. 73 (Ι)/2018 καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου καθώς αναφέρει ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας όπως προβεί στον έλεγχο νομιμότητας και ορθότητας της υπόθεσης ως προς τα γεγονότα και ζητήματα που διέπουν την παρούσα υπόθεση, καθώς και των αναγκών διεθνούς προστασίας.  Ως εκ τούτου, στα πλαίσια των εξουσιών που προβλέπονται στο άρθρο 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), εφόσον το υλικό που αφορά τους ισχυρισμούς του αιτητή βρίσκεται ενώπιον μου, προχωρώ στην αξιολόγηση του υπό εξέταση αιτήματος, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου.  Ενόψει του σφάλματος αυτού θεώρησα αναγκαίο να διαφοροποιήσω τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό (με τον τρόπο που καταγράφω προηγουμένως) και να σχηματίσω επιπρόσθετο τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό ως αυτός διαφαίνεται πιο πάνω.

 

Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω κατ’ ουσίαν το αίτημα του αιτητή στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, λαμβάνοντας υπόψη το πιο πάνω ιστορικό και όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τη συνήγορο του αιτητή, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ’ ων η αίτηση.  Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ εφόσον ούτως ή άλλως δεν αμφισβητήθηκε.

 

Ως προς τον δεύτερο νεοσχηματισθέντα ισχυρισμό, θα συμφωνήσω με τα ευρήματα αναξιοπιστίας ως αυτά εντοπίστηκαν από τους καθ’ ων η αίτηση στην Έκθεση-Εισήγησή τους. Ειδικότερα, ο αιτητής παρουσίασε διαφοροποιημένες περιγραφές της κατάστασης που επικρατούσε λίγο πριν την κατ’ ισχυρισμό σύλληψή του. Αρχικά, ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι άκουσε δυνατούς πυροβολισμούς μεταξύ στρατιωτών και μιας ομάδας των Ambazonians (ερ. 35/1Χ του δ.φ.). Ωστόσο, όταν ρωτήθηκε τι είδε, διαφοροποίησε την περιγραφή του αναφέροντας ότι αντίκρυσε «την αναταραχή του πληθυσμού. Οι άνθρωποι έτρεχαν, οι κυβερνητικοί ήταν στα φορτηγάκια με όπλα, μερικοί από αυτούς πυροβολούσαν. Είδα επίσης Ambazonians να πυροβολούν τους στρατιωτικούς, να πετάνε πέτρες. Έκαψαν σπίτια, ήταν χαοτικό, ήταν ένας μικρός πόλεμος» (ερ. 33/1Χ του δ. φ.). Ακολούθως, ο αιτητής άλλαξε ξανά την περιγραφή του, δηλώνοντας απλώς ότι είδε ένα πλήθος να τρέχει και άκουσε πυροβολισμούς μεταξύ του στρατού και των απεργών (“strikers”) (ερ. 60/3Χ του δ. φ.). Δήλωσε επίσης ότι είδε ανθρώπους να τρέχουν, ένα στρατιωτικό φορτηγό κρυμμένο σε μια γωνία και στρατιώτες να έχουν πάρει θέσεις και να ψάχνουν για απεργούς (ερ. 59/1Χ του δ. φ.). Ωστόσο όταν ρωτήθηκε στη συνέχεια κατά πόσο είχε γίνει απεργία/διαμαρτυρία εκείνη την ημέρα, ο αιτητής απάντησε ότι δεν έγινε διαμαρτυρία αλλά η κατάσταση αυτή δημιουργήθηκε επειδή η κυβέρνηση είχε αλλάξει τις ώρες της απαγόρευσης κυκλοφορίας χωρίς να ενημερώσει τον πληθυσμό (ερ. 59/2χ του δ.φ.). Κληθείς να εξηγήσει, απάντησε ότι ο στρατός χτυπούσε τον πληθυσμό και χρησιμοποιούσε δακρυγόνα για να συλλάβει νέους που θεωρούσε απειλή, προσθέτοντας ότι μια ομάδα ανθρώπων βγήκε τότε στο δρόμο, με αποτέλεσμα να γίνει ανταλλαγή πυροβολισμών (ερ. 59/3Χ του δ.φ.).

 

Ομοίως μη λεπτομερείς και συνεκτικές ήταν οι δηλώσεις του αιτητή σχετικά με τη σύλληψή του, καθότι ισχυρίστηκε ότι ενώ κρυβόταν σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι προσπαθώντας να βιντεοσκοπήσει τα όσα συνέβαιναν, ένας στρατιώτης τον αιφνιδίασε και τον χτύπησε στο κεφάλι με το πίσω μέρος του όπλου και ακολούθως τον μετέφεραν μαζί με έξι άλλα άτομα σε στρατόπεδο (ερ. 35/2x και 33/3x του δ.φ.). Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει τον στρατιώτη, δήλωσε ότι δεν μπορούσε, καθώς είχε χάσει τη μνήμη και τις αισθήσεις του και είχε έντονους πονοκεφάλους και αιμορραγία (ερ. 60/4Χ του δ. φ.). Ωστόσο, όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει πώς γνώριζε ότι τον μετέφεραν με στρατιωτικό φορτηγό, απάντησε με ασυνέπεια ότι, παρόλο που είχε πονοκέφαλο, έβλεπε τα πάντα γύρω του (ερ. 59/5Χ του δ. φ.).

 

Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι ο αιτητής έδωσε ασυνεπείς και ασαφείς εξηγήσεις για το κίνητρο της σύλληψής του.  Ενώ ισχυρίστηκε ότι ο λόγος για τον οποίο τον συνέλαβαν ήταν το γεγονός ότι βιντεοσκοπούσε τα όσα συνέβαιναν, σε άλλο σημείο της συνέντευξης, ανέφερε ότι αυτός δεν ήταν ο κύριος λόγος, αλλά το ότι η κυβέρνηση είχε διατάξει τη σύλληψη και τη δολοφονία των νέων που αντιτάσσονταν στην κυβέρνηση (ερ. 33/4Χ του δ.φ.). Σε μεταγενέστερο στάδιο, ο αιτητής δήλωσε ότι όλοι οι νέοι της ηλικίας του θεωρούνταν «Amba boys» και ως εκ τούτου έπρεπε να εξαλειφθούν, με το βίντεο να αποτελεί απλώς ένα επιπλέον κίνητρο (ερυθρό 48/2Χ του δ.φ.). Επιπλέον, αν και ισχυρίστηκε ότι οι νέοι από την αγγλόφωνη περιοχή θεωρούνταν αντάρτες, δεν μπόρεσε να εξηγήσει γιατί συνελήφθη ο ίδιος, καθώς δεν κατάγεται από την αγγλόφωνη περιοχή (ερ. 58/2Χ του δ.φ.). Αναφορικά με το στρατόπεδο όπου μεταφέρθηκε, ο αιτητής έδωσε ελάχιστες και γενικές περιγραφές, αναφέροντας ότι είδε θάμνους, μεγάλα δέντρα, μερικά μικρά στρατιωτικά φορτηγά και στρατιώτες (ερ. 55/1Χ του δ. φ.). Η περιγραφή του για τη σκηνή όπου κρατούνταν ήταν εξίσου ασαφής, αναφέροντας μόνο ότι ήταν μια απλή σκηνή σε σχήμα τριγώνου (ερ. 56/1Χ του δ. φ.).

 

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, ως αυτός σχηματίστηκε από το Δικαστήριο, αν και συντάσσομαι με την έρευνα που διεξήγαγε το αρμόδιο όργανο, ανέτρεξα επιπρόσθετα και σε  έρευνα σε εξωτερικές  πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής του αιτητή. Αναφορικά με το περιστατικό που περιέγραψε ο αιτητής και το οποίο ισχυρίστηκε ότι έλαβε χώρα την 15η Ιουνίου 2018 στη Buea, δεν εντοπίστηκαν συγκεκριμένα γεγονότα κατόπιν αναζήτησης πληροφοριών στο διαδίκτυο. Παρόλα αυτά, παρατίθενται οι ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με τη δράση της κυβέρνησης κατά την εξεταζόμενη χρονική περίοδο (Ιούνιος 2018).

 

Έκθεση της USDOS, η οποία αφορά τις πρακτικές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Καμερούν για το έτος 2018, αναφέρει ότι κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας θεωρούνταν ευρέως υπεύθυνες για εξαφανίσεις υπόπτων αγγλόφωνων αυτονομιστών, ενώ υπήρχαν αναφορές ότι πτώματα απορρίπτονταν σε απομακρυσμένες τοποθεσίες, προκειμένου να καταστεί δυσχερής η ταυτοποίησή τους. Σύμφωνα με αξιόπιστες μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ), η κυβέρνηση δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες για ορισμένους ακτιβιστές που συνελήφθησαν σε σχέση με την αγγλόφωνη κρίση. Συγγενείς και φίλοι των κρατουμένων συχνά αγνοούσαν τον τόπο κράτησής τους για διάστημα που ξεπερνούσε τον έναν μήνα. Ενδεικτικά, οι αρχές κράτησαν απομονωμένο τον Αγιούκ Σισίκου Ταμπέ, «προσωρινό πρόεδρο» της λεγόμενης Δημοκρατίας της Αμπαζονίας, μαζί με 46 άλλους αγγλόφωνους αυτονομιστές, από τις 29 Ιανουαρίου έως τα τέλη Ιουνίου, οπότε και τους επετράπη να συναντηθούν με τους δικηγόρους τους και εκπροσώπους της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού (ICRC). Επίσης, και οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές πραγματοποίησαν επιθέσεις στις δύο αγγλόφωνες περιοχές, σκοτώνοντας δεκάδες πολίτες που θεωρούνταν πιστοί στην κεντρική κυβέρνηση, καθώς και μέλη των δυνάμεων άμυνας και ασφαλείας.[1]  Επίσης, σύμφωνα με πηγές του Ιουνίου 2018, αναφέρεται ότι η βία έχει κλιμακωθεί και οι συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων ασφαλείας του Καμερούν και των αυτονομιστών ανταρτών στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας συνεχίζονται.[2]

 

Έκθεση της Human Rights Watch επιβεβαιώνει τις ανωτέρω καταχρήσεις κατά αμάχων και των δύο πλευρών: «Ως προς τις παραβιάσεις της κυβέρνησης αναφέρεται ότι οι κυβερνητικές δυνάμεις ανταποκρίθηκαν στην αυξανόμενη ανταρσία των αυτονομιστών πραγματοποιώντας καταχρηστικές επιχειρήσεις ασφαλείας σε κοινότητες που υποπτεύονταν ότι υποστήριζαν τις αποσχιστικές ομάδες. Κατά τις επιχειρήσεις αυτές, οι δυνάμεις ασφαλείας διέπραξαν εκτελέσεις χωρίς δίκη, χρησιμοποίησαν υπερβολική βία κατά πολιτών, βασάνισαν και κακοποίησαν ύποπτους αυτονομιστές και άλλους κρατουμένους, ενώ έκαψαν σπίτια και άλλες ιδιοκτησίες σε δεκάδες χωριά. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επιβεβαίωσε η Human Rights Watch, οι δυνάμεις ασφαλείας φέρεται να πυροβόλησαν και να σκότωσαν περισσότερους από δώδεκα πολίτες, ανάμεσά τους τουλάχιστον επτά άτομα με νοητικές, ψυχοκοινωνικές ή σωματικές αναπηρίες, τα οποία δεν μπόρεσαν ή αρνήθηκαν να φύγουν. Στις 24 και 27 Σεπτεμβρίου 2018, συνολικά εννέα άνδρες φέρεται να εκτελέστηκαν από δυνάμεις ασφαλείας στην πόλη Buea, σύμφωνα με βίντεο που εξέτασε η Human Rights Watch και μια έκθεση του Κέντρου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Δημοκρατίας στην Αφρική, ενός τοπικού μη κυβερνητικού οργανισμού (ΜΚΟ)».[3]

 

Σύμφωνα με το Global Overview του International Crisis Group για τον Ιούνιο του 2018: «[…]Στις 11 Ιουνίου 2018, στην Buea, πρωτεύουσα της Νότιας-Δυτικής περιοχής, απήχθη ο αστυνομικός επίτροπος.  Στις 18 Ιουνίου ο στρατός πραγματοποίησε επιδρομή στο στρατόπεδο των αυτονομιστών στην Masuma, απελευθερώνοντας έναν αστυνομικό και τρεις άλλους κρατούμενους και φέρεται να σκότωσαν αρκετούς αυτονομιστές. Τέλος, αυτονομιστές έκλεισαν τον δρόμο μεταξύ Buea και Kumba από τις 15 Ιουνίου· ο στρατός τους απώθησε μία εβδομάδα αργότερα, μετά από αρκετές αποτυχημένες προσπάθειες».[4]

 

Σε έκθεση του το Human Rights Watch του Ιουλίου 2018 στην οποία καταγράφονται οι καταχρήσεις στις οποίες προέβησαν τόσο οι αποσχιστές όσο και οι δυνάμεις ασφαλείας αναφέρονται καταγεγραμμένες περιπτώσεις όπου οι δυνάμεις ασφαλείας συνέλαβαν άτομα ύποπτα για υποστήριξη του αποσχιστικού σκοπού και στη συνέχεια τα βασάνισαν και τα σκότωσαν κατά την κράτησή τους.[5]

 

Κατά την εξεταζόμενη περίοδο, παρατηρείται ένα μοτίβο αδιάκριτων συλλήψεων αγγλόφωνων αμάχων (στους οποίους αποδόθηκε αντικαθεστωτική δράση) από τις κυβερνητικές αρχές στο αγγλόφωνο τμήμα. Ωστόσο, δεν εντοπίστηκαν πληροφορίες που να υποδεικνύουν στοχοποίηση ειδικότερα των νέων αγοριών ή ανδρών του αγγλόφωνου τμήματος. Παρά την επιβεβαίωση της γενικότερης κατάστασης που επικρατούσε από πηγές πληροφόρησης, ελλείψει συνοχής,  επαρκών λεπτομερειών και σαφήνειας στο αφήγημα του αιτητή, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.

 

Ως προς τον τρίτο σχηματισθέντα από το Δικαστήριο ισχυρισμό, την απόδραση του αιτητή συνεπεία της οποίας καταζητείται, μετά από μελέτη όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι ορθά δεν έγινε αποδεκτός από τους καθ’ ων η αίτηση. Η περιγραφή του αιτητή για την απόδρασή του ήταν ασαφής και μη ικανοποιητική. Αρχικά δήλωσε ότι αργά τη νύχτα ένας στρατιώτης, από οίκτο, τους επέτρεψε να διαφύγουν επειδή γνώριζε πως θα τους σκότωναν αν παρέμεναν εκεί και ότι έβαλε και τους τρεις αναίσθητους κρατούμενους σε ένα στρατιωτικό φορτηγό (ερ. 35/3Χ και 35/4Χ του δ. φ.). Κληθείς να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες, ο αιτητής ανέφερε ότι ο στρατιώτης τους έβγαλε από τη σκηνή, τους οδήγησε μέσα στο σκοτάδι και περπάτησε μαζί τους περίπου 100 μέτρα μέχρι το σημείο όπου ήταν σταθμευμένο το φορτηγό (ερ. 55/2Χ του δ. φ.). Ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει για ποιο λόγο ένας στρατιώτης θα διακινδύνευε τη ζωή του για να τους βοηθήσει, δηλώνοντας ότι κατά τη μεταφορά τους, ανέφερε πως δεν επιθυμούσε πλέον να σκοτώνει αμάχους και σκόπευε να αποχωρήσει από το στρατό (ερ. 55/4Χ και 54/1Χ του δ. φ.). Όταν ρωτήθηκε αν είχε συναντήσει αυτόν τον στρατιώτη στο παρελθόν, ο αιτητής απάντησε ότι είχε συναντήσει πολλούς στρατιωτικούς και δεν μπορούσε να διακρίνει ποιος ήταν (ερ. 55/3Χ του δ. φ.). Επιπλέον, ο αιτητής υπέπεσε σε χρονικές αντιφάσεις σχετικά με το χρονικό διάστημα που παρέμεινε στο χωριό Bayangam με τη γιαγιά του, ισχυριζόμενος σε διαφορετικές χρονικές στιγμές ότι παρέμεινε εκεί για δύο μήνες (ερ. 41/4Χ του δ. φ.), επτά μήνες (ερ. 54/3Χ του δ. φ.) και οκτώ μήνες (ερ. 51/1Χ του δ. φ.). Στο χρονικό αυτό διάστημα ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι προσπαθούσε να αναρρώσει από σοβαρά τραύματα, σπασμένα πλευρά και συνεχείς πονοκεφάλους (ερ. 53/1Χ του δ. φ.), χωρίς ωστόσο να ζητήσει ιατρική περίθαλψη, χρησιμοποιώντας ως δήλωσε, παραδοσιακές μεθόδους της γιαγιάς του (ερ. 53/1Χ του δ. φ.).

 

Σχετικά με τα έγγραφα που προσκόμισε, την ειδοποίηση έρευνας και το ένταλμα σύλληψης, ο αιτητής δεν υπήρξε σαφής για τον τρόπο με τον οποίο τα εξασφάλισε η οικογένειά του. Κληθείς να εξηγήσει, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να τοποθετήσει χρονικά το πότε ενημερώθηκε η οικογένειά του (ερ. 53/1Χ του δ. φ.) και δήλωσε μόνο ότι όταν η αστυνομία αφίχθη στην πατρική του οικία, παρόντα ήταν μόνο τα μικρότερα αδέρφια του και όταν επέστρεψε η μητέρα του, τα αδέρφια του την ενημέρωσαν σχετικά και μετέβη στην αστυνομία όπου της παρέδωσαν τα έγγραφα (ερ. 52/1Χ του δ. φ.). Κληθείς να αναφέρει κατά πόσο συνέβη οτιδήποτε στην οικογένειά του, ο αιτητής ανέφερε αόριστα ότι απειλήθηκαν από την αστυνομία, επειδή θεώρησαν ότι τον κρύβουν, χωρίς να είναι σε θέση να συγκεκριμενοποιήσει τις απειλές αυτές, ισχυριζόμενος ότι η οικογένειά του δεν επιθυμούσε να του αναφέρει πολλά γεγονότα (ερ. 52/1Χ και 3Χ του δ. φ.).  Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει πώς κατάφερε η αστυνομία να εντοπίσει την πατρική του οικία στην Douala, ο αιτητής εικάζει ότι πιθανόν ο ξάδερφός του να έδωσε τις πληροφορίες υπό πίεση (ερ. 50/1Χ του δ. φ.). Τέλος, ο αιτητής, ενώ δήλωσε ότι διατηρεί επικοινωνία με την οικογένειά του, η οποία εξακολουθεί να διαμένει στην Douala, σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο εκκρεμεί δικαστική διαδικασία εναντίον του (ερ. 50/2Χ του δ. φ.).

 

Εξετάζοντας την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, προχώρησα σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με τα εντάλματα που εκδίδονται από τις αρχές του Καμερούν κατά την οποία ανευρέθηκαν τα ακόλουθα. Ως προς το νομικό πλαίσιο και τις διαδικασίες έκδοσης ενταλμάτων σύλληψης (mandat d’ arrêt) και σημειωμάτων αναζήτησης (avis de recherche), το Μέρος ΙΙ του Νόμου 2005/007 της 27ης Ιουλίου 2005 περί Ποινικής Δικονομίας του Καμερούν, με τίτλο «Διαδικασίες Δικαστηρίων», και ειδικότερα το Άρθρο 11, ορίζει τα εξής σχετικά με τους διάφορους τύπους εγγράφων που αποτελούν «διαδικασίες δικαστηρίου»: (1) Διαδικασία δικαστηρίου είναι ένα έγγραφο μέσω του οποίου ένας δικαστής ή ένα δικαστήριο διατάζει είτε: την εμφάνιση ή προσέλευση ενός προσώπου ενώπιον του· ή την κράτηση ενός υπόπτου, κατηγορούμενου, ή μάρτυρα που εμποδίζει την αναζήτηση αποδεικτικών στοιχείων· ή τη φυλάκιση ενός καταδικασμένου· ή την έρευνα για αντικείμενα που χρησιμοποιήθηκαν ή αποκτήθηκαν από την τέλεση ενός εγκλήματος. (2) Τα ακόλουθα θεωρούνται διαδικασίες δικαστηρίου: κλήση, ένταλμα βίαιης προσαγωγής, ένταλμα προσωρινής κράτησης, ένταλμα προσκόμισης, ένταλμα έρευνας, ένταλμα σύλληψης και ένταλμα φυλάκισης.

 

Αρμόδιες αρχές για την έκδοση των ανωτέρω εγγράφων – Άρθρο 12: (1) (α) Ο Εισαγγελέας δύναται να εκδώσει: κλητεύσεις, εντάλματα σύλληψης, εντάλματα έρευνας, εντάλματα προσκόμισης […] (2) Ο Ανακριτής μπορεί να εκδώσει: κλητεύσεις, εντάλματα βίαιης προσαγωγής, εντάλματα έρευνας, εντάλματα προσωρινής κράτησης, εντάλματα προσκόμισης. (3) Το δικαστήριο της κύριας δίκης μπορεί να εκδώσει: κλητεύσεις, εντάλματα βίαιης προσαγωγής, εντάλματα έρευνας, εντάλματα προσωρινής κράτησης, εντάλματα φυλάκισης, εντάλματα προσκόμισης.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 18, το οποίο αφορά το ένταλμα σύλληψης: (1) Το ένταλμα σύλληψης αποτελεί διαταγή που δίνεται σε αστυνομικό της δικαστικής αστυνομίας, ώστε να συλλάβει έναν κατηγορούμενο ή καταδικασμένο και να τον οδηγήσει ενώπιον μιας από τις δικαστικές αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 12. (2) Εάν ο κατηγορούμενος ή καταδικασμένος διαφεύγει, ο Ανακριτής ή το δικαστήριο της κύριας δίκης μπορεί να εκδώσει ένταλμα σύλληψης εάν το αδίκημα τιμωρείται με στέρηση της ελευθερίας ή αφορά ποινή φυλάκισης. (3) Εάν ο κατηγορούμενος ή καταδικασμένος διαμένει εκτός της εθνικής επικράτειας και δεν εμφανιστεί μετά από σχετική κλήτευση, ο Ανακριτής ή το δικαστήριο μπορεί, για σκοπούς έκδοσης (extradition), να εκδώσει ένταλμα σύλληψης, εφόσον το αδίκημα επισύρει ποινή στέρησης της ελευθερίας τουλάχιστον έξι (6) μηνών ή εφόσον έχει ήδη καταδικαστεί σε ποινή ανάλογης διάρκειας.

 

Με βάση το άρθρο 20: (1) Εάν το πρόσωπο κατά του οποίου έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης δεν εντοπιστεί μετά από επιμελή αναζήτηση, αντίγραφο του εντάλματος θα αφεθεί στην τελευταία γνωστή κατοικία του ή στον αρχηγό του χωριού ή της συνοικίας. (2) Θα συνταχθεί γραπτή αναφορά για τις ενέργειες που έγιναν προς εκτέλεση του εντάλματος και θα διαβιβαστεί στην αρχή που το εξέδωσε. (3) Ο δικαστικός αστυνομικός υπεύθυνος για την εκτέλεση του εντάλματος πρέπει να φροντίσει η αναφορά του να υπογραφεί και να σφραγιστεί από μία από τις διοικητικές αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 14(6), και να αφήσει ένα αντίγραφό της στην ίδια αρχή.[6]

 

Παρόλο που η έκθεση αναφέρει ότι οι πληροφορίες σχετικά με τα τυπικά χαρακτηριστικά και τη μορφή, συμπεριλαμβανομένης της εμφάνισης, της διάταξης και του περιεχομένου των ενταλμάτων σύλληψης και των σημειωμάτων αναζήτησης, ήταν περιορισμένες στις πηγές που συμβουλεύτηκε η EUAA εντός του χρονικού πλαισίου αυτής της έρευνας, παρατίθενται σχετικώς τα ακόλουθα. Το Άρθρο 26 του Ποινικού Κώδικα Δικονομίας του Καμερούν αναφέρει τα εξής σχετικά με τα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνονται στα εντάλματα: «Με εξαίρεση το ένταλμα προσκόμισης, όλα τα εντάλματα ή οι κλητεύσεις πρέπει να αναφέρουν το πλήρες όνομα, την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης, την οικογενειακή κατάσταση, το επάγγελμα και τη διεύθυνση του προσώπου που κατονομάζεται σε αυτά. Πρέπει να φέρουν ημερομηνία, σφραγίδα και υπογραφή του δικαστή που τα εκδίδει ή του προέδρου του δικαστηρίου της κύριας δίκης.» Ως εκδίδουσες αρχές των σημειωμάτων αναζήτησης στα παραπάνω άρθρα αναφέρονται: η αστυνομία σε υπόθεση επιβαρυμένης κλοπής, και η χωροφυλακή (gendarmerie) σε υπόθεση απάτης με ψευδή δήλωση στο τελωνείο. [7]

 

Επίσης, COI Query Response του 2013 σχετικά με τις «κλήσεις για εμφάνιση» (notices to appear/convocations) στο Καμερούν, το Συμβούλιο Μετανάστευσης και Προσφύγων του Καναδά (IRB) επικαλείται αλληλογραφία με δικηγόρο της χώρας καθώς και με την Εκτελεστική Διευθύντρια της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης ‘Νέα Ανθρώπινα Δικαιώματα’ (Nouveaux droits de l'homme – NDH), οι οποίοι παραθέτουν τα κάτωθι σχετικά με την γλώσσα υπό την οποία συντάσσονται τα επίσημα νομικά κείμενα:

 

«Ως προς τη μορφή και το περιεχόμενο των κλητεύσεων/ειδοποιήσεων προς εμφάνιση, ο δικηγόρος δήλωσε ότι το περιεχόμενο των κλητεύσεων «είναι εναρμονισμένο σε όλη την επικράτεια». Η εκτελεστική διευθύντρια δήλωσε, επίσης, ότι «τα έντυπα κλητεύσεως  περιλαμβάνουν γενικά τις ίδιες πληροφορίες». Ωστόσο, προσέθεσε ότι «η μορφή τους και, συχνά, ακόμη και η ποιότητά τους εξαρτάται από τις υπηρεσίες που τα εκδίδουν». Ως προς τη γλώσσα, ο ανωτέρω δικηγόρος δήλωσε ότι οι κλητεύσεις/ειδοποιήσεις εμφάνισης συντάσσονται στα γαλλικά και στα αγγλικά, λαμβάνοντας υπόψη τις δύο επίσημες γλώσσες του Καμερούν. Η εκτελεστική διευθύντρια δήλωσε: «Ο συνταγματικός κανόνας ορίζει ότι, όπως κάθε επίσημη νομοθεσία, [...]οι ειδοποιήσεις εμφάνισης (notices to appear/convocations) πρέπει να είναι δίγλωσσες. Έτσι, σε μια αγγλόφωνη περιοχή, ξεκινούν στα αγγλικά και ακολουθούν τα γαλλικά, και σε γαλλόφωνες περιοχές, τα αγγλικά ακολουθούν τα γαλλικά. Ωστόσο, ορισμένες μονάδες αποκλίνουν από αυτόν τον κανόνα διγλωσσίας».[8]

 

Εξετάζοντας τα εντάλματα που προσκόμισε ο αιτητής υπό το φως των ευρημάτων της ανωτέρω έρευνας, παρατηρούνται τα ακόλουθα: Στο ένταλμα σύλληψης (ερ. 74 του δ. φ.) εντοπίζεται τυπογραφικό λάθος, καθότι αναγράφεται “AU NON DU PEUPLE CAMEROUN” αντί “AU NOΜ DU PEUPLE CAMEROUNAIS[9]. Επιπλέον κατά την παράθεση των άρθρων βάσει των οποίων εκδίδεται το ένταλμα σύλληψης αναγράφεται “11 ; 18 ; 19 ; 20 et 24 du cop αντί “11 ; 18 ; 19 ; 20 et 24 du CP (Code Penale)”. Περαιτέρω, είναι κενό το πεδίο του επαγγέλματος, ενώ δεν φαίνεται το όνομα του υπογράφοντος προσώπου. Ως ορθά επεσήμαναν και οι καθ’ ων η αίτηση, ενώ αναφέρεται ότι ο αιτητής κατηγορείται για «αστική διατάραξη» και «εχθρότητα κατά της πατρίδας» δεν υπάρχει οποιαδήποτε παραπομπή στα σχετικά άρθρα της νομοθεσίας. Στο ένταλμα/ειδοποίηση έρευνας (ερ. 73 του δ. φ.)   ενώ στο τυποποιημένο πάνω μέρος στο οποίο αναγράφονται οι αρχές που εμπλέκονται στην έκδοση του εν λόγω εγγράφου, καταγράφονται τόσο στα γαλλικά όσο και στα αγγλικά, το κύριο μέρος της ειδοποίησης είναι γραμμένο μόνο στη γαλλική γλώσσα. Λαμβάνοντας υπόψη και τις πηγές πληροφόρησης σύμφωνα με τις οποίες είθισται τέτοια έγγραφα να καταγράφουν τις πληροφορίες και στις δύο γλώσσες (αγγλική και γαλλική), προκύπτει ασυνέπεια στη μορφή του εγγράφου. Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι το λογότυπο της αστυνομίας το οποίο απεικονίζεται στο πάνω κεντρικό μέρος του εγγράφου είναι κομμένο και κατά συνέπεια υπάρχει ατελής απεικόνιση του λογότυπου γεγονός που δημιουργεί πρόσθετες αμφιβολίες για το υπό εξέταση έγγραφο.

 

Σχετικά με το αντίγραφο εφημερίδας που προσκόμισε ο αιτητής (ερ.71-64 του δ.φ.) όπως ορθά διαπιστώθηκε από τους καθ’ ων αίτηση εντοπίζεται ξεκάθαρη αλλοίωση στην είδηση για τον στρατηγό Ivo, ο οποίος φέρεται να τραυματίστηκε σε μάχη και στην οποία φαίνεται να προστίθεται η αιχμαλωσία τριών αθώων ατόμων. Επίσης, στο κείμενο όπου περιγράφεται η ανωτέρω είδηση του πρωτοσέλιδου αναφέρεται ότι το περιστατικό κατά το οποίο οι «αθώοι πολίτες βιντεοσκόπησαν τις αρχές ασφαλείας» συνέβη στις 15 Ιουλίου (ερ. 66 του δ. φ.), ενώ ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι το περιστατικό έλαβε χώρα στις 15 Ιουνίου (ερ. 35 του  δ.φ.). Τέλος, διαπιστώνεται ότι το κείμενο στο ερυθρό 66 του δ.φ. φέρει διαφορετική γραμματοσειρά από τα υπόλοιπα κείμενα της εφημερίδας.

 

Ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να στοιχειοθετήσει ότι κατάφερε να αποδράσει με τη βοήθεια ενός στρατιώτη και συνεπεία αυτού καταζητείται. Ερωτηματικά εγείρονται από το γεγονός ότι παρέμεινε από τον Ιούνιο του 2018 μέχρι τον Μάρτιο του 2019 στη χώρα του, χρονική περίοδο κατά την οποία αναχώρησε, χωρίς να του συμβεί οτιδήποτε. Εύλογο θα ήταν, αφού όπως ο αιτητής ισχυρίστηκε, οι αρχές άσκησαν πίεση στον ξάδερφό του και εντόπισαν την πατρική του οικία και επομένως την οικογένειά του, να τον είχαν εντοπίσει εάν πρόκειτο για καταζητούμενο πρόσωπο. Σημειώνεται επίσης ότι η οικογένειά του εξακολουθεί να διαμένει στην πατρική οικία στην Douala και από την επικοινωνία που διατηρούν προκύπτει πως δεν αντιμετωπίζουν οποιοδήποτε πρόβλημα. Δεδομένων των ανωτέρω διαπιστώσεων και χωρίς αυτό να αποτελεί κρίση περί της πλαστότητας ή γνησιότητας των εγγράφων, καταλήγω πως λόγω των ελλείψεων, των λαθών και των αντιφάσεων που εντοπίζονται σε αυτά, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά και σε συνδυασμό με τις μη συνεκτικές και τις ασαφείς δηλώσεις του αιτητή, ο τρίτος σχηματισθέντας ουσιώδης ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Με βάση το αφήγημα του αιτητή, δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης ή σοβαρής βλάβης από κάποιο άλλο στοιχείο του προφίλ του αιτητή. Ο αιτητής δεν προέβαλε ουδεμία πολιτική εμπλοκή ή ανάμειξη στη σύγκρουση που λαμβάνει χώρα στις αγγλόφωνες περιοχές, ούτε κατάφερε να στοιχειοθετήσει  παρελθούσα δίωξη του. Βάσει των ανωτέρω λοιπόν, κρίνω ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα για τον αιτητή να εκτεθεί σε οποιαδήποτε μορφή δίωξης, αν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του. Σημειώνεται άλλωστε ότι ούτε κατά την ενώπιον μου διαδικασία με το ορθό δικονομικό διάβημα, ο αιτητής προσέθεσε άλλα στοιχεία και/ή πληροφορίες που να ανατρέπουν την αξιολόγηση των καθ’ ων η αίτηση και να τεκμηριώνουν το αίτημά του.  Ο αιτητής θα μπορούσε στην ενώπιον μου διαδικασία να αντικρούσει τα κενά, αντιφάσεις και ελλείψεις του αφηγήματος του και να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ο ίδιος έκρινε αναγκαίο ότι έπρεπε να εξεταστεί προς τεκμηρίωση του αιτήματός του.

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (βλ. παραγράφους 37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).

 

Αδιαμφισβήτητα όπως προκύπτει από το άρθρο 18 (5) του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000), ο αιτητής που επιθυμεί την υπαγωγή του στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς της Σύμβασης, οφείλει να εκθέσει στη διοίκηση με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. 

 

Από τα όσα ισχυρίστηκε ο αιτητής σε κάθε στάδιο εξέτασης του αιτήματός του, προκύπτει πως δεν πρόβαλε σαφείς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, με επαρκείς εξηγήσεις, λεπτομέρειες και πληροφορίες σχετικά με τον πυρήνα του αιτήματός του, ώστε να υπαχθεί στο προστατευτικό καθεστώς της έννοιας του «πρόσφυγα». Ο ισχυρισμός που έγινε αποδεκτός, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, δεν δύναται να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι εύλογα ο αιτητής θα αντιμετωπίσει πράξεις δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει με αξιοπιστία τους προβληθέντες ισχυρισμούς που θα τον ενέτασσαν στον ορισμό του πρόσφυγα, σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Σχετικά με τις προϋποθέσεις του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 για να παραχωρηθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και τη διαπίστωση του πραγματικού κινδύνου καθορίζεται πως θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619.

 

Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, λαμβάνοντας υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, δεν διαπιστώνεται πως προκύπτουν «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», υπό τη μορφή θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία στη χώρα καταγωγής του, κατά την έννοια του άρθρου 19(2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Αναφορικά με την υπαγωγή του αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας, λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανώτατου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 όσο και του ΔΕΕ (βλ. C285/12, A. Diakité v. Commissaire general aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011).

 

Θεωρώ αναγκαίο να προβώ σε ανάλυση των δεδομένων και στοιχείων που προκύπτουν από πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του αιτητή, προκειμένου να διερευνηθεί η υφιστάμενη κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί σήμερα στη χώρα καταγωγής του αιτητή και ειδικότερα στην περιοχή συνήθους διαμονής του, την Douala.

 

Αναφορικά με την γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ σε έκθεση αναφορικά με τις εξελίξεις στην κατάσταση ασφαλείας στην Κεντρική Αφρική, η οποία δημοσιεύτηκε στις 31 Μαΐου 2023 σημειώνει ότι στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές Περιφέρειες του Καμερούν, συνέχισαν οι αναφορές και καταγγελίες για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράχτηκαν από δυνάμεις ασφαλείας και άμυνας και ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες εναντίον αμάχων, συμπεριλαμβανομένων των δολοφονιών και της καταστροφής περιουσίας. Επιπλέον, η αναγκαστική απαγόρευση κυκλοφορίας, η χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών και η απαγωγή αμάχων από ένοπλες ομάδες περιόρισαν την διανομή της απαραίτητης ανθρωπιστικής βοήθειας.[10] 

 

Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση για την χώρα στην ιστοσελίδα του ACAPS της χώρας αναφέρεται πως το Καμερούν βιώνει διάφορες κρίσεις στην χώρα. Οι μακροχρόνιες δυσαρέσκειες της αγγλόφωνης κοινότητας στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, μετά από δεκαετίες περιθωριοποίησης των μειονοτικών αγγλόφωνων περιοχών από τη γαλλόφωνη Κυβέρνηση, κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες στα τέλη του 2016. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση διαφορετικών αυτονομιστικών να φωνάζουν/διαδηλώνουν υπέρ της αυτοαποκαλούμενης Δημοκρατίας της Ambazonias στα βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά. Οι συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και των αυτονομιστικών δυνάμεων έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις ανωτέρω περιοχές, οδηγώντας 638.400 ανθρώπους σε εκτοπισμό  στο εσωτερικό της χώρας και 64.000 σε αναζήτηση καταφυγίου στη γειτονική Νιγηρία μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 2024. Επίσης, η εξέγερση της Boko Haram  στα βορειοανατολικά της Νιγηρίας έχει επίσης εξαπλωθεί στην περιοχή του Άπω Βορρά (extreme Nord), όπου 120.869 Νιγηριανοί πρόσφυγες έχουν καταφύγει στον Άπω Βορρά του Καμερούν, ενώ η βία από την Boko Haram και το Ισλαμικό Κράτος έχει εκτοπίσει εσωτερικά περισσότερους από 453.600 ανθρώπους.[11] Έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας, η οποία καλύπτει το έτος 2024, αναφέρει πως ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2025, οι πολιτικές εντάσεις κλιμακώθηκαν και οι ένοπλες συγκρούσεις και η βία συνεχίστηκαν στις περιοχές του Άπω Βορρά, Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν.[12] Επισημαίνεται ωστόσο ότι η Douala (περιφέρεια Littoral), η οποία αποτελεί τον τόπο  τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, δεν περιλαμβάνεται στις επηρεαζόμενες ως άνω περιφέρειες.

 

Σύμφωνα με δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED για το τελευταίο έτος (καταγράφηκαν στην περιφέρεια Littoral του Καμερούν 9 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν έντεκα θάνατοι. Εξ αυτών, καταγράφηκαν 5 περιστατικά στην πόλη Douala, τα οποία είχαν 11 απώλειες ανθρώπινων ζωών.[13] Επισημαίνεται πως ο πληθυσμός της περιφέρειας Littoral εκτιμάται στους 3.355.000 κατοίκους[14] και ο πληθυσμός της Douala εκτιμάται στους 2.768.400 σύμφωνα με εκτίμηση του 2015.[15] Από τα ανωτέρω συμπεραίνεται πως η κατάσταση ασφαλείας στην περιφέρεια Littoral και στην πόλη Douala είναι σταθερή με ένα χαμηλό αριθμό περιστατικών ασφαλείας.

 

Από τις ανωτέρω πληροφορίες προκύπτει ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας ή ενόπλου συρράξεως στην περιοχή που θα μπορούσαν να θέσουν υπό απειλή τη ζωή ενός πολίτη από μόνη την παρουσία του στην εν λόγω περιοχή, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Δέον να αναφερθεί ότι ο αιτητής είναι ενήλικος άνδρας, χωρίς εξαρτώμενα, επαρκώς εκπαιδευμένος, ομιλεί γαλλικά και αγγλικά, ικανός για εργασία και με υποστηρικτικό και οικογενειακό δίκτυο στην Douala όπου αναμένεται να επιστρέψει και με τους οποίους διατηρεί επικοινωνία.  Λαμβάνοντας υπόψιν και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του αιτητή, κρίνω ότι ο αιτητής δεν έχει κάποιο προσωπικό χαρακτηριστικό που να αυξάνει το ρίσκο του.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων. 

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα. 

 

Οι καθ’ ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνίδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου απορρίπτονται στο σύνολό τους.

 

Επιπρόσθετα, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου δεν αποδεικνύεται ότι μπορεί να οδηγηθεί σε ακύρωση η απόφαση επιστροφής, ως ο ισχυρισμός της συνηγόρου του και ο αιτητής δεν προσκόμισε στοιχεία, ούτε πρόβαλε ισχυρισμούς από τους οποίους να διαφαίνεται ότι το αρμόδιο όργανο αποφάσισε με τρόπο που αντιβαίνει την αρχή της μη επαναπροώθησης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 19 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Κατά συνέπεια ο προαναφερόμενος νομικό ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Αναφορικά με τον ισχυρισμό της συνηγόρου του αιτητή ότι έπρεπε σύμφωνα με το άρθρο 15 του περί Προσφύγων Νόμου να παραπεμφθεί ο αιτητής σε ιατρικές εξετάσεις για να διαπιστωθεί ότι πρόκειται για θύμα βασανιστηρίων, επισημαίνεται ότι από τα ενώπιον μου στοιχεία διαπιστώνονται τα ακόλουθα: Στο ερυθρό 6 του διοικητικού φακέλου υπάρχει έντυπο αναφοράς ειδικών αναγκών αιτητή διεθνούς προστασίας, στο οποίο δεν εντοπίστηκε ούτε δηλώθηκε από τον αιτητή οποιαδήποτε ειδική ανάγκη. Η συνήγορος του αιτητή προβάλει ότι έπρεπε να ενεργοποιηθούν οι διατάξεις του άρθρου 15 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 15 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«(1) Όταν ο αρμόδιος λειτουργός κρίνει σκόπιμο για την αξιολόγηση της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (2) και το εδάφιο (3) του άρθρου 16 και τα εδάφια (3) έως (5) του άρθρου 18, και με την επιφύλαξη της συγκατάθεσης του αιτητή, παραπέμπει τον αιτητή για εξέταση σε ιατρό ή/και ψυχολόγο, όσον αφορά-

(α) Ενδείξεις που ενδεχομένως υποδηλώνουν διώξεις ή σοβαρή βλάβη που υπέστη κατά το παρελθόν∙ και

(β) συμπτώματα και ενδείξεις βασανιστηρίων ή άλλων σοβαρών πράξεων σωματικής ή ψυχολογικής βίας, περιλαμβανομένων των πράξεων σεξουαλικής βίας.

(2) Η ιατρική ή/και ψυχολογική εξέταση που αναφέρεται στο εδάφιο (1), διενεργείται δημοσία δαπάνη από κατάλληλα εκπαιδευμένους επαγγελματίες του τομέα της υγείας και τα αποτελέσματά της υποβάλλονται στην Υπηρεσία Ασύλου το ταχύτερο δυνατό.

[…]

(4) Τα αποτελέσματα των ιατρικών ή/και ψυχολογικών εξετάσεων που διενεργούνται δυνάμει του εδαφίου (1) ή (8) εκτιμώνται από τον Προϊστάμενο μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία της αίτησης.

(5) Σε περίπτωση ύπαρξης ενδείξεων σοβαρής βλάβης, ο αρμόδιος λειτουργός πραγματοποιεί τη συνέντευξη του αιτητή ύστερα από συνεννόηση και σε συνεργασία με αρμόδιο ιατρό.

[…]

(8) Όταν δεν διενεργείται ιατρική ή/και ψυχολογική εξέταση σύμφωνα με το εδάφιο (1), η Υπηρεσία Ασύλου ενημερώνει τους αιτητές ότι δικαιούνται με δική τους πρωτοβουλία και δικά τους έξοδα να μεριμνήσουν για την ιατρική ή/και ψυχολογική τους εξέταση όσον αφορά ενδείξεις που ενδεχομένως υποδηλώνουν διώξεις ή σοβαρές βλάβες, που υπέστησαν κατά το παρελθόν.»

 

Με βάση το άρθρο 15 όπως παρατέθηκε ανωτέρω εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου λειτουργού, που εξετάζει κάθε περίπτωση, να αποφασίσει εάν ο αιτητής θα παραπεμφθεί σε ιατρικές εξετάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, η Υπηρεσία Ασύλου έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να υποβληθεί ο αιτητής σε ιατρικές εξετάσεις.  Οι ισχυρισμοί του αιτητή σχετικά με την σύλληψη και τα επακόλουθα βασανιστήρια που υπέστη αξιολογήθηκαν ως μη αξιόπιστοι.

 

Από το γράμμα του άρθρου 15 προκύπτει σαφώς ότι η παραπομπή αιτητή σε ιατρική ή/και ψυχολογική εξέταση δεν αποτελεί αυτοματοποιημένη ή υποχρεωτική διαδικασία, αλλά εξαρτάται από την κρίση του αρμόδιου λειτουργού.  Ειδικότερα, το εδάφιο (1) ορίζει ότι ο αρμόδιος λειτουργός παραπέμπει τον αιτητή σε εξέταση «όταν κρίνει σκόπιμο», διατύπωση η οποία καθιερώνει διακριτική ευχέρεια και όχι δέσμια αρμοδιότητα. Η χρήση της εν λόγω φράσης αποκλείει την ύπαρξη γενικής υποχρέωσης παραπομπής σε κάθε περίπτωση όπου ο αιτητής προβάλλει ισχυρισμούς περί βασανιστηρίων ή κακομεταχείρισης.

 

Η παραπομπή προβλέπεται ως βοηθητικό αποδεικτικό μέσο στο πλαίσιο της αξιολόγησης της αίτησης και όχι ως μέσο που υποκαθιστά την εκτίμηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτητή.  Στην προκειμένη περίπτωση, οι ισχυρισμοί του αιτητή αναφορικά με τη σύλληψη και τα φερόμενα βασανιστήρια που υπέστη, εξετάστηκαν ουσιαστικά από την Υπηρεσία Ασύλου, παρουσίασαν σοβαρές αντιφάσεις και/ή ασάφειες και κατόπιν συνολικής εκτίμησης, κρίθηκαν μη αξιόπιστοι.

 

Σε κάθε περίπτωση ο αιτητής θα μπορούσε στην ενώπιον μου διαδικασία να προσκομίσει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι υπήρξε θύμα βασανιστηρίων πράγμα που βεβαίως δεν έπραξε.  Επισυνάπτει βέβαια μία ιατρική συνταγή ως Παράρτημα 5 της τροποποιημένης προσφυγής του, όπως επίσης και το Παράρτημα 6 στην τροποποιημένη προσφυγή όπου αναγράφεται ότι θα υποβληθεί σε χειρουργείο στις 8/3/2021.  Τα πιστοποιητικά δεν αποδεικνύουν οποιαδήποτε σύνδεση της ιατρικής του κατάστασης με τα ισχυριζόμενα περιστατικά που έλαβαν στη χώρα καταγωγής τουυ.

 

Από το περιεχόμενο των εν λόγω ιατρικών εγγράφων δεν προκύπτει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της προγραμματισμένης χειρουργικής επέμβασης και των ισχυρισμών του αιτητή περί σύλληψης, βασανιστηρίων ή σοβαρής βλάβης που ισχυρίζεται ότι υπέστη στο παρελθόν.  Η απλή αναφορά σε ιατρική πράξη ή σε επικείμενη χειρουργική επέμβαση δεν αρκεί για να αποδείξει ότι η πάθηση προκλήθηκε από πράξεις δίωξης, ούτε συνιστά από μόνη της ένδειξη βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν συνέτρεχαν επαρκείς ενδείξεις που να καθιστούν σκόπιμη την παραπομπή σε ιατρική εξέταση. Το άρθρο 15 δεν προβλέπει ότι η μη διενέργεια ιατρικής εξέτασης συνεπάγεται αυτομάτως ακυρότητα της διοικητικής απόφασης. Καταδεικνύεται πως ο νομοθέτης αναγνώρισε ρητά τη δυνατότητα μη παραπομπής, χωρίς αυτή να επηρεάζει το κύρος της διαδικασίας.  Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου δεν στοιχειοθετείται λόγος ακύρωσης της απόφασης λόγω μη διενέργειας ιατρικής εξέτασης.

 

Κατά συνέπεια, στη βάση των ενώπιον μου στοιχείων διαφαίνεται πως το αρμόδιο όργανο συνεκτίμησε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του και στη βάση των ισχυρισμών του αιτητή διεξήγαγε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.  Τα στοιχεία που έθεσε ο αιτητής μέσω της γραπτής του αγόρευσης αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν κατάφεραν να διαφοροποιήσουν την εικόνα του, όπως αυτή προκύπτει από τα πιο πάνω δεδομένα, προκειμένου να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του.

 

Με βάση λοιπόν, το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου στην οποία αναφέρονται οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος του αιτητή, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της ήταν απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.

 

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.  Με δεδομένο ότι ο αιτητής είναι δέκτης νομικής αρωγής, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Ενόψει της προσφυγής του αιτητή στο Δικαστήριο δυνάμει Διατάγματος Νομικής Αρωγής, τα έξοδα της δικηγόρου του αιτητή να καταβληθούν από το Ταμείο Νομικής Αρωγής.

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] USDOS - US Department of State: Country Report on Human Rights Practices 2018 - Cameroon, 13 March 2019

https://www.ecoi.net/en/document/2004141.html 

[2] Reuters, Anglophone Cameroon’s separatist conflict gets bloodier, 1 June 2018

https://www.reuters.com/article/us-cameroon-separatists/anglophone-cameroons-separatist-conflict-gets-bloodier-idUSKCN1IX4RS/; The Guardian, ‘I don’t know where my family is’: Cameroon’s refugees flee brutality, 7 June 2018

https://www.theguardian.com/global-development/2018/jun/07/cameroon-refugees-flee-ruthless-violence-nigeria ;

Amnesty International, Cameroon: Anglophone regions gripped by deadly violence, 11 June 2018 https://www.amnestyusa.org/reports/cameroon-anglophone-regions-gripped-by-deadly-violence/

[3] HRW - Human Rights Watch: World Report 2019 - Cameroon, 17 January 2019
https://www.ecoi.net/en/document/2002163.html  

[4] International Crisis Group: Crise anglophone au Cameroun : comment arriver aux pourparlers, 2 May 2019
https://www.ecoi.net/en/file/local/2008180/272-crise-anglophone-au-cameroun_0.pdf

[5] HRW - Human Rights Watch: Cameroon: Killings, Destruction in Anglophone Regions, July 2018
https://www.ecoi.net/en/file/local/1438857/3175_1532282307_cameroon0718-web2.pdf 

[6] EUAA - COI QUERY Country of Origin CAMEROON - Arrest warrants and wanted notices January 2023 to 18 July 2025 - 1. Legal framework and issuance procedures 2. Formal features and characteristics, including appearance, format, content and security features 3. Use of fraudulent or unofficial arrest warrants or wanted notices 4. Incidents of arrest without a warrant, [Q19-2025], 18 July 2025

https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q19_Cameroon_Arrest_warrants_and_wanted_notices.pdf

[7] EUAA - COI QUERY Country of Origin CAMEROON - Arrest warrants and wanted notices January 2023 to 18 July 2025 - 1. Legal framework and issuance procedures 2. Formal features and characteristics, including appearance, format, content and security features 3. Use of fraudulent or unofficial arrest warrants or wanted notices 4. Incidents of arrest without a warrant, [Q19-2025], 18 July 2025

https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q19_Cameroon_Arrest_warrants_and_wanted_notices.pdf

 

[8] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Cameroon: Notices to appear issued by the General Delegation for National Security (Délégation générale à la Sûreté nationale, DGSN), including the issuing procedure; the content and appearance of the notices to appear, and whether it is the same at all police stations in the country; possibility of obtaining a fraudulent notice to appear (2012-October 2013) [CMR104623.FE], 23 October 2013

https://www.ecoi.net/en/file/local/1109666/389019_en.html 

[9]Από επίσημο δικαστικό έγγραφο του Καμερούν:

https://coursupreme.cm/images/webcsc_medias/files/ARRET_N%C2%B0_85_CIV_du_02_Nov_2023_NOUVEAU.pdf

 

[10] UN Security Council (Author): The situation in Central Africa and the activities of the United Nations Regional Office for Central Africa; Report of the Secretary-General [S/2023/389], 31 May 2023

https://www.ecoi.net/en/file/local/2093063/N2313778.pdf

[11]ACAPS, Country analysis, CAMEROON, February 2024,  https://www.acaps.org/en/countries/cameroon#

[12] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Cameroon 2024, 29 April 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2124707.html 

[13] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Cameroon (Littoral-Douala), Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer

[15] City Population – Cameroon – Littoral – Douala

https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο