ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπoθ. Αρ.: 125/2024
02 Ιανουαρίου 2026
[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
F.B.B.
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία,
μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Η Αιτήτρια εμφανίζεται αυτοπροσώπως
Μ. Βασιλείου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση.
[Παρών ο κος Κώστας Σφέτσος για πιστή μετάφραση από ελληνικά σε lingala και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την παρούσα προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, κοινοποιηθείσα προς αυτή μέσω επιστολής ημερομηνίας 21/12/2023, σύμφωνα με την οποία, το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε.
Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση, αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο "Α" στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση, είναι τα ακόλουθα:
Η Αιτήτρια είναι ενήλικη, υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής ΛΔΚ), η οποία σύμφωνα με δήλωσή της, στις 10/06/2022 εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της μεταβαίνοντας μέσω Τουρκίας στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου. Ακολούθως στις 14/06/2022 εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας στις 27/06/2022 αίτηση διεθνούς προστασίας.
Σύμφωνα με τον ενώπιον του Δικαστηρίου διοικητικό φάκελο, Τεκμήριο Α, προκύπτει ότι εκκρεμούσης της εξέτασης της αίτησής της, η Αιτήτρια αποπειράθηκε να ταξιδεύσει προς τη Βιέννη μέσω του αερολιμένα Πάφου, όπου κατά τον νενομισμένο διαβατηριακό έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι αυτή είχε στην κατοχή της πλαστό δελτίο ταυτότητας Γαλλίας. Συνεπεία τούτου, συνελήφθηκε και εναντίον της συντάχθηκε κατηγορητήριο για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας και καταχωρήθηκε σχετική υπόθεση ενώπιον του Επαρχιακό Δικαστηρίου Πάφου.
Στις 07/12/2023 διενεργήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ενώ στη συνέχεια, στις 13/12/2023, συντάχθηκε Έκθεση/Εισήγηση υποβληθείσα προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία, ο αρμόδιος λειτουργός εισηγείται την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας.
Στις 14/12/2023, συγκεκριμένος λειτουργός, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν εξέτασης της Έκθεσης/Εισήγησης, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας.
Η απορριπτική απόφαση των Καθ' ων η αίτηση, κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια μέσω της επιστολής ημερομηνίας 21/12/2023 και ακολούθησε η εμπρόθεσμη υποβολή της παρούσας προσφυγής.
Η Αιτήτρια, εκπροσωπούμενη αρχικά από συνήγορο, μέσω της αίτησης ακυρώσεώς της, πρόβαλε αόριστα διάφορους νομικούς ισχυρισμούς προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, χωρίς αυτοί να εξειδικεύονται και να συναρτώνται με τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, κατά παράβαση των εν ισχύει διαδικαστικών κανονισμών.
Με την δε γραπτή της αγόρευση, η συνήγορος της Αιτήτριας προωθεί ως λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης, την ανεπαρκή και/ή ελαττωματική έρευνα από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση, την ύπαρξη νομικής και πραγματικής πλάνης, ισχυρισμοί που επίσης προβάλλονται με γενικότητα και αοριστία.
Από την πλευρά τους, οι Καθ΄ ων η αίτηση, μέσω της δικής τους αγόρευσης, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη, σύμφωνη με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Αποτελεί θέση τους, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, χωρίς να εμφιλοχωρήσει οποιαδήποτε πλάνη στη λήψη της, είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Τέλος ισχυρίζονται ότι ορθά απορρίφθηκε η αίτηση της Αιτήτριας, και ως εκ τούτου, καλούν το Δικαστήριο, όπως απορρίψει την προσφυγή και επικυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά την δικάσιμο ημερομηνίας 07/02/2025 ενώπιον του Δικαστηρίου, η συνήγορος της Αιτήτριας ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου όπως αποσυρθεί από την εκπροσώπησή της. Σχετική άδεια δόθηκε από το Δικαστήριο και η Αιτήτρια προωθεί την υπόθεσή της αυτοπροσώπως.
Δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018, κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που η Αιτήτρια προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας.
Κατά την καταγραφή του αιτήματός της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια δήλωσε πως εργαζόταν ως οικιακή βοηθός στην οικία ενός στρατιώτη, ο οποίος προσπάθησε αρκετές φορές να την εξαναγκάσει σε σεξουαλική επαφή, αλλά αυτή αρνήθηκε. Εξαιτίας απειλών που λάμβανε από την σύζυγο του εν λόγω προσώπου, έλαβε χρηματική βοήθεια από τρίτο πρόσωπο και εγκατέλειψε τελικά τη χώρα καταγωγής της.
Στο πλαίσιο της συνέντευξής της, και ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε στην κοινότητα Ngaliema της Kinshasa. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, ζούσε καθόλη τη διάρκεια της ζωή της στην ευρύτερη περιοχή της Kinshasa, σε διαφορετικές ωστόσο κοινότητες. Από το 2012, μέχρι που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, ζούσε μαζί με την μεγαλύτερη αδελφή της στη γενέτειρά της, ήτοι την κοινότητα Ngaliema της Kinshasa.
Κατά δήλωσή της, άγαμη, ο πατέρας της απεβίωσε το 2013 και η μητέρα της ζει στην Kinshasa. Διαθέτει πέντε αδέλφια, τα τέσσερα εκ των οποίων, γνωρίζει ότι ζουν στην χώρα καταγωγής της. Κατά δήλωσή της απόφοιτη τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με εργασιακή εμπειρία στη χώρα καταγωγής της, με την πώληση αγαθών και για περίοδο τριών μηνών (ήτοι Σεπτέμβριος-Νοέμβριος του 2021). Επιπλέον δήλωσε ότι εργαζόταν ως οικιακή βοηθός στην κοινότητα Bandalungwa της Kinshasa.
Ως προς την κατάσταση της υγείας της, δήλωσε ότι αντιμετωπίζει ταχυκαρδία, γραστρικό πρόβλημα και πονοκεφάλους. Πρόκειται για θέματα που παρουσιάστηκαν ήδη προτού εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της και για τα οποία της χορηγήθηκε σχετική φαρμακευτική αγωγή.
Αναφορικά με τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, κατά την ελεύθερη αφήγησή της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι τον δεύτερο μήνα που εργαζόταν ως οικιακή βοηθός στην οικία του εργοδότη της, είχε δημιουργηθεί στην σύζυγό του η εντύπωση ότι η Αιτήτρια διέθετε σχέση με τον εργοδότη της και ως εκ τούτου, η εν λόγω γυναίκα ξεκίνησε να την κακομεταχειρίζεται, να την κτυπά και να την απειλεί. Για διάστημα δύο ημερών την κρατούσε περιορισμένη σε ένα δωμάτιο, όπου είχε υποστεί κακομεταχείριση και όταν αφέθηκε ελεύθερη, εγκατέλειψε την οικία του εργοδότη της. Συνέχισε ωστόσο να λαμβάνει απειλές και απήχθη δύο φορές ενόσω βρισκόταν στην Kinshasa από άγνωστα πρόσωπα, από τα οποία είχε ενημερωθεί, ότι έλαβαν οδηγίες να την σκοτώσουν. Αφότου, η σύζυγος του πρώην εργοδότη της μετέβη στην οικία της απειλώντας την μητέρα της ότι θα σκοτώσει την Αιτήτρια, εγκατέλειψε τη χώρα της, προκειμένου να διασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον.
Κατά την υποβολή διερευνητικών ερωτήσεων, ερωτηθείσα για ποιο λόγο η σύζυγος του εργοδότη της πίστευε ότι διατηρούσε σχέση με τον εργοδότη της, η Αιτήτρια απάντησε πως δεν γνωρίζει και ότι σύμφωνα με τα λεγόμενά της εν λόγω γυναίκας, είχε ενημερωθεί για τη σχέση τους από τρίτα πρόσωπα. Τον Νοέμβριο του 2021, ξεκίνησε να λαμβάνει λεκτικές απειλές από την σύζυγο του εργοδότη της, η οποία την είχε κτυπήσει δύο φορές και τον ίδιο μήνα εγκατέλειψε την οικία τους. Ακολούθως, στις 20/11/2021 και τον Δεκέμβριο του 2021, απήχθη δύο φορές από άγνωστα πρόσωπα, μεταφέρθηκε κοντά σε μία γέφυρα που βρίσκεται στην κοινότητα Kintambo, όπου την έκλεψαν και την είχαν αφήσει εκεί. Όπως δήλωσε, δεν γνωρίζει τους λόγους της απαγωγής της, πλην όμως, υποθέτει ότι οι απαγωγείς της εκτελούσαν εντολές της συζύγου του πρώην εργοδότη της, εξαιτίας των απειλών της τελευταίας ότι θα την σκοτώσει αλλά και της αναφοράς της όταν μετέβη στην οικία της μητέρας της, ότι (σε ελεύθερη μετάφραση) «ήταν το ελάχιστο το τι είχε υποστεί μέχρι εκείνη τη στιγμή». Μάλιστα, η σύζυγος του πρώην εργοδότη της, ευθύνεται για συγκεκριμένη πνευματική ασθένεια («spiritual disease») που έχει υποστεί η Αιτήτρια, η οποία της προκαλεί φαγούρα και δεν είναι δυνατόν να θεραπευθεί, σύμφωνα με ιατρική συμβουλή που έλαβε στη χώρα καταγωγής της. Πέραν της ασθένειας στην οποία αναφέρθηκε, επιβεβαίωσε ότι δεν είχε υποστεί οποιαδήποτε βλάβη.
Η τελευταία φορά που είχε λάβει λεκτικές απειλές ότι θα την σκοτώσει ήταν τον Φεβρουάριο του 2022. Ενόψει της εν λόγω αναφοράς της, ρωτήθηκε για ποιο λόγο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της τον Ιούνιο του 2022 και η Αιτήτρια δήλωσε ότι ένιωθε ανασφαλής και ότι χρειαζόταν χρόνος μέχρι να διευθετηθεί το ταξίδι της. Ενόψει του ότι εγκατέλειψε την περιοχή καταγωγής της και μετακινείτο σε διάφορες τοποθεσίες, μεταβαίνοντας μάλιστα να ζήσει μαζί με την αδελφή της στην κοινότητα Limete, δεν κατέστη δυνατόν να εντοπιστεί, ώστε να συνεχίσει να λαμβάνει απειλές. Ερωτηθείσα για ποιο λόγο δεν παρέμεινε στην κοινότητα Limete και αντ΄ αυτού επέλεξε να εγκαταλείψει τη χώρα της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν θα ήταν ασφαλές και ότι θα εντοπιζόταν. Σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα της, φοβάται ότι η σύζυγος του πρώην εργοδότη της θα την σκοτώσει.
Ερωτηθείσα για ποιο λόγο αποπειράθηκε να ταξιδέψει εκτός Κύπρου με πλαστό έγγραφο, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν μπορούσε να εξεύρει δουλειά στην Δημοκρατία και ως εκ τούτου, επιθυμούσε να διασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον σε άλλη χώρα.
Αξιολογώντας τις πιο πάνω δηλώσεις της Αιτήτριας, οι Καθ' ων η αίτηση διήκριναν τρείς ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά την ταυτότητα, το προφίλ, την περιοχή καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ο δεύτερος αφορά στις δηλώσεις της ως προς τις ισχυριζόμενες απειλές που δεχόταν από την πρώην εργοδότριά της και ο τρίτος ως προς το ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της για να διασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός καθότι κρίθηκε ότι πληρούνταν η εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών της. Ομοίως, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός έτυχε και αυτός αποδοχής, εφόσον ως διαφαίνεται από τις σχετικές δηλώσεις της Αιτήτριας, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της προκειμένου να διασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον.
Αντιθέτως, ο δεύτερος ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός και απορρίφθηκε. Πιο αναλυτικά, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός της, ενώ στις δηλώσεις της, εντοπίστηκαν αντιφάσεις, έλλειψη ευλογοφάνειας και ασάφειες. Σύμφωνα με τον αρμόδιο λειτουργό, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παραθέσει περαιτέρω πληροφορίες ως προς τις κατ΄ ισχυρισμόν απειλές που δεχόταν από την πρώην εργοδότρια της και το τι είχε υποστεί εκ μέρους της, ως ευλόγως αναμενόταν από την ίδια ενόψει του ότι πρόκειται για προσωπικά της βιώματα. Επιπρόσθετα, διαπιστώθηκε ότι υπέπεσε σε αντιφάσεις ως προς την συγκεκριμένη περιοχή στην οποία διέμενε προτού εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, ενώ οι αναφορές της ως προς τις ισχυριζόμενες απαγωγές της από άγνωστα πρόσωπα στερούνταν επαρκών πληροφοριών και η διασύνδεσή τους με την πρώην εργοδότριά της βασιζόταν σε δικές της εικασίες. Μη ευλογοφανείς κρίθηκαν οι ισχυρισμοί της ως προς την πνευματική ασθένεια που έχει υποστεί εξαιτίας της πρώην εργοδότριάς της, όπως επίσης και οι συναφείς της δηλώσεις ως προς το γεγονός ότι η τελευταία φορά που δέχθηκε απειλές ήταν τον Φεβρουάριο του 2022, ενώ εξακολουθούσε να διαμένει στη χώρα της μέχρι τις αρχές Ιουνίου του 2022, χωρίς να έχει υποστεί οτιδήποτε εκείνο το διάστημα.
Αξιολογώντας την εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν οποιαδήποτε ανάλυση μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.
Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών, ήτοι των προσωπικών στοιχείων της Αιτήτριας και του γεγονότος ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της για να διασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον, οι Καθ' ων η αίτηση λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, το γεγονός ότι δεν διαπιστώθηκε πως είχε υποστεί στη χώρα καταγωγής της οποιαδήποτε μορφή δίωξης ή σοβαρής βλάβης, καθώς και διαθέσιμες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, έκριναν ότι, δεν προκύπτουν εύλογοι και βάσιμοι λόγοι ότι σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη ΛΔΚ, και συγκεκριμένα στην κοινότητα Ngaliema της Kinshasa, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο βλάβης.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση κρίθηκε ότι από τα στοιχεία και το προφίλ της Αιτήτριας, τις δηλώσεις της και την ανάλυση κινδύνου δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξής της σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, προσθέτοντας ότι δεν προέκυψε κίνδυνος σοβαρής βλάβης ούτε στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου, σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της. Σε σχέση δε με τις προϋποθέσεις ένταξης της Αιτήτριας στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε ότι δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής λόγω αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς και εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, αφού η χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα η κοινότητα Ngaliema της Kinshasa στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Η Αιτήτρια, κατά την ακροαματική διαδικασία ημερομηνίας 11/04/2025 ενώπιον του Δικαστηρίου, επανέλαβε ότι βρισκόταν σε κίνδυνο στη χώρα καταγωγής της εξαιτίας απειλών που λάμβανε από την σύζυγο του πρώην εργοδότη της, επειδή υποψιαζόταν ότι η Αιτήτρια διέθετε σχέση με τον τελευταίο. Κατά τους ισχυρισμούς της, η εν λόγω γυναίκα την κτυπούσε και προέβαινε σε μάγια εναντίον της.
Κατά την ακροαματική διαδικασία ημερομηνίας 02/07/2025 ενώπιον του Δικαστηρίου, η Αιτήτρια επιχείρησε να προσαγάγει έγγραφο που δεν ήταν μεταφρασμένο και το οποίο κατά τους ισχυρισμούς της, συνιστά ένταλμα αναζήτησής της στη χώρα καταγωγής της, ημερομηνίας 02/07/2022. Κατόπιν προφορικής μετάφρασής του από τον διερμηνέα που ήταν παρών κατά την ακροαματική διαδικασία, προκύπτει ότι πρόκειται για ένταλμα αναζήτησης εξαιτίας απειλών θανάτου. Ερωτηθείσα η Αιτήτρια για ποιο λόγο δεν το προσκόμισε νωρίτερα και για ποιο λόγο δεν ανέφερε κατά τη συνέντευξή της ότι αναζητείται από τις αρχές της χώρας της, η Αιτήτρια επικαλέστηκε ότι ήταν άρρωστη όταν διενεργήθηκε η συνέντευξή της. Αφού διαπιστώθηκε ότι η Αιτήτρια αδυνατούσε να παράσχει επαρκείς εξηγήσεις ως προς το εν λόγω έγγραφο και για τους λόγους που ισχυρίζεται ότι αναζητείται στη χώρα της, και λαμβάνοντας υπόψη την προφορική μετάφραση που διενεργήθηκε από τον διερμηνέα που ήταν παρών κατά τη διαδικασία, διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για έγγραφο με μειωμένη αποδεικτική αξία και ως εκ τούτου δεν έγινε αποδεκτό.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.
Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο αιτητής έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξή του ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του αιτητή, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.
Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας, το Δικαστήριο μελετώντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, αποδέχεται τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας σχετικά με την ταυτότητα, το προφίλ, την περιοχή καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής της, ως καταγράφεται στην Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού. Διαπιστώνεται ότι η Αιτήτρια υπέπεσε σε αντιφατικές αναφορές ως προς την περιοχή στην οποία διέμενε τους τελευταίους μήνες προτού αναχωρήσει από τη χώρα καταγωγής της, πλην όμως κρίνω ορθή την αποδοχή της κοινότητας Ngaliema στην επαρχία της Kinshasa ως τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της, καθώς η εν λόγω περιοχή συνιστά την περιοχή καταγωγής της και σε αυτή διέμενε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της. Άλλωστε αυτήν κατονόμασε ως τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της στην ενότητα παράθεσης των προσωπικών της στοιχείων.
Ομοίως, κρίνεται ότι ορθά έγινε αποδεκτός και ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός, που αφορά στο γεγονός ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της προκειμένου να διασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον.
Εξετάζοντας τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, ο οποίος και απορρίφθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση, διαπιστώνω ότι πράγματι οι δηλώσεις της Αιτήτριας στα πλαίσια της συνέντευξής της, χαρακτηρίζονται γενικότερα από έλλειψη σαφήνειας, συνοχής και λεπτομέρειας, ενώ παράλληλα εντοπίζονται αντιφάσεις. Πρωτίστως, διαπιστώνονται οι ακόλουθες αντιφάσεις ως προς τις περιστάσεις κατά τις οποίες δημιουργήθηκε στη σύζυγο του πρώην εργοδότη της η εντύπωση ότι αυτός και η Αιτήτρια διέθεταν σχέση, γεγονός που σηματοδότησε και την έναρξη των κατ΄ ισχυρισμόν προβλημάτων μαζί της. Αρχικά, στην συνέντευξη ευαλωτότητας, η Αιτήτρια ανέφερε ότι μία ημέρα που ο εργοδότης της προσπάθησε να την εξαναγκάσει σε σεξουαλική πράξη, τους είχε δει η σύζυγός του και της δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι είχαν σχέση (βλ. ερυθρά 18-19 του διοικητικού φακέλου). Κατά την ελεύθερη αφήγησή της στη συνέντευξή της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ενόσω εργαζόταν στην εν λόγω οικία, τα προβλήματα με την σύζυγο του πρώην εργοδότη της ξεκίνησαν το δεύτερο μήνα της εργοδότησής της, όταν αυτή ξεκίνησε να υποψιάζεται ότι διαθέτουν σχέση (βλ. ερυθρό 34 x1 του διοικητικού φακέλου). Σε διευκρινιστική ωστόσο ερώτηση που της είχε τεθεί σε κατοπινό στάδιο της συνέντευξής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εν λόγω γυναίκα είχε ενημερωθεί για τη σχέση τους από τρίτα πρόσωπα (βλ. ερυθρό 33 του διοικητικού φακέλου). Ακόμη και όταν κλήθηκε να σχολιάσει τις αντιφάσεις που εντοπίστηκαν στα λεγόμενά της, η Αιτήτρια δεν παρέθεσε κάποια ευλογοφανή εξήγηση (βλ. ερυθρό 32 του διοικητικού φακέλου).
Περαιτέρω, η Αιτήτρια υπέπεσε σε αντιφατικές αναφορές ως προς την επαγγελματική ιδιότητα της συζύγου του πρώην εργοδότη της, καθώς άλλοτε αναφέρει ότι είναι αστυνομικός, και άλλοτε, στρατιώτης (βλ. ερυθρά 19, 30 x1, 31, 32, 33 x3 και 34 x1 του διοικητικού φακέλου), ενώ οι σχετικές της αναφορές για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε με την σύζυγο του πρώην εργοδότη της στερούνταν λεπτομερειών. Ως προς τις κατ΄ ισχυρισμόν απειλές που λάμβανε, περιέπεσε σε χρονική αντίφαση για το πότε ξεκίνησαν, καθώς κατά την ελεύθερη αφήγησή της, τοποθετεί χρονικά την έναρξη των προβλημάτων τον δεύτερο μήνα της εργοδότησής της (ήτοι τον Οκτώβριο του 2021) (βλ. ερυθρό 34 x1 του διοικητικού φακέλου), ενώ σε μετέπειτα στάδιο της συνέντευξης ανέφερε ότι τον Νοέμβριο του 2021, ήταν που ξεκίνησε να λαμβάνει απειλές (βλ. ερυθρό 33 του διοικητικού φακέλου).
Ακολούθως, ως προς τα δύο περιστατικά της απαγωγής της, κατά την ελεύθερη αφήγησή της, ανέφερε ότι σύμφωνα με τα λεγόμενα των απαγωγέων της, είχαν οδηγίες να την σκοτώσουν, ενώ σε μετέπειτα στάδιο της συνέντευξής της, κατά τρόπο αντιφατικό, δήλωσε ότι οι απαγωγείς της δεν είχαν πρόθεση να την σκοτώσουν. Από τα όσα παρέθεσε ως προς τα εν λόγω περιστατικά, παραμένουν αδιευκρίνιστες οι περιστάσεις κατά τις οποίες αφέθηκε τελικά ελεύθερη χωρίς να υποστεί οποιαδήποτε βλάβη, ενώ μάλιστα, οι ισχυρισμοί της ότι για τις απαγωγές της ευθύνεται η σύζυγος του πρώην εργοδότη της, βασίζονται σε εικασίες της Αιτήτριας. Ουδόλως παραγνωρίζεται άλλωστε ότι ως περαιτέρω σημείο αναξιοπιστίας, κρίνεται και το γεγονός ότι δεν αναφέρθηκε καθόλου στα περιστατικά της απαγωγής της κατά τη συνέντευξη ευαλωτότητας, παρόλο που ρωτήθηκε συγκεκριμένα εάν είχε υποστεί οτιδήποτε περαιτέρω που να συνδέεται με την σύζυγο του πρώην εργοδότη της (βλ. ερυθρά 18-19 του διοικητικού φακέλου).
Οι απειλές που είχαν ξεκινήσει εναντίον της περί τα τέλη του 2021 κατά τη διάρκεια της εργοδότησής της, διήρκησαν μέχρι τον Φεβρουάριο του 2022, ενώ η ίδια αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα της περί τις αρχές Ιουνίου του 2022. Πέραν της πνευματικής ασθένειας που κατά τρόπο μη ευλογοφανή ισχυρίζεται ότι της έχει προκαλέσει η σύζυγος του πρώην εργοδότη της, όλο αυτό το χρονικό διάστημα που βρισκόταν στη χώρα της, δεν προκύπτει να έχει υποστεί οποιαδήποτε σοβαρή βλάβη εξαιτίας των προβλημάτων που αντιμετώπιζε με την εν λόγω γυναίκα. Μάλιστα, ακόμη και όταν κλήθηκε να εξηγήσει για ποιο λόγο αποφάσισε εν τέλει να εγκαταλείψει τη χώρα της τον Ιούνιο του 2022, έστω και εάν η τελευταία φορά που είχε λάβει απειλές ήταν τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους, η Αιτήτρια κατά τρόπο αντιφατικό δήλωσε ότι μετακινείτο σε διάφορες τοποθεσίες, με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατόν να εντοπιστεί και να συνεχιστούν οι απειλές εναντίον της.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, διαπιστώνω ότι πρόκειται για ισχυρισμό προσωπικής φύσεως που αφορά προσωπικού χαρακτήρα περιστατικά τα οποία δεν είναι δυνατόν να εντοπισθούν και να επιβεβαιωθούν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, δεδομένης της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται.
Μελετώντας τον διοικητικό φάκελο, διαπιστώνω ότι οι Καθ' ων η αίτηση, συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιόν τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και, στη βάση αυτών, εξέδωσαν αιτιολογημένη απόφαση. Συνεπώς, από το ιστορικό της Αιτήτριας όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, έχοντας κατά νου τα δεδομένα που προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο και από την ανωτέρω αξιολόγηση των ισχυρισμών της, ορθά κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.
Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.
Εξετάζοντας πλήρως την υπόθεση, διαπιστώνω ότι ορθά κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στην Αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα της.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην επαρχία Kinshasa της ΛΔΚ, στην οποία βρίσκεται η περιοχή καταγωγή και ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής της Αιτήτριας.
Σύμφωνα με την ιστοσελίδα RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, η ΛΔΚ εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εντός των εδαφών της εναντίον ορισμένων μη κρατικών ένοπλων ομάδων, μεταξύ των οποίων οι ADF (Allied Democratic Forces), Mai-Mai Yakutumba, FDLR (Forces d?mocratiques de lib?ration du Rwanda), CODECO (Coop?rative de d?veloppement ?conomique du Congo) και M23[1]. Ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών (UN Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo- MONUSCO) υποστηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ[2], και το Συμβούλιο Ασφαλείας, με το ψήφισμά του υπ’ αρ. 2765 (2024), αποφάσισε την επέκταση της εντολής της MONUSCO μέχρι τις 20/12/2025[3]. Οι περιοχές Kivu, Kasai και Ituri είναι αυτές οι οποίες πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις ένοπλες συγκρούσεις, αν και η βία είναι εκτεταμένη και επηρεάζει ολόκληρη τη χώρα[4]. Ειδικά στην Kinshasa, οι προαναφερόμενες οργανώσεις, δεν παρουσιάζονται δρώσες[5].
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 07/11/2025), στην επαρχία Kinshasa καταγράφηκαν 39 περιστατικά πολιτικής βίας[6], από τα οποία προκλήθηκαν 41 θανάτοι[7]. Συγκεκριμένα στην κοινότητα Ngaliema της επαρχίας Kinshasa, που συνιστά κατά τις δηλώσεις της Αιτήτριας που έχουν γίνει αποδεκτές τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της πριν την αναχώρησή της από τη χώρα της, κατά την ίδια περίοδο αναφοράς, καταγράφηκαν 2 περιστατικά πολιτικής βίας, από τα οποία προκλήθηκε 1 θάνατος[8]. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, ο πληθυσμός της Κinshasa το 2023, ανερχόταν στους 16,316,000 κατοίκους[9].
Τούτων λεχθέντων, προκύπτει πως στην Kinshasa, στην οποία βρίσκεται ο τόπος καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, δεν λαμβάνει χώρα εσωτερική ένοπλη σύρραξη υπό το σύνηθες νόημα στην καθημερινή γλώσσα, όπου οι τακτικές δυνάμεις ασφαλείας της χώρας καταγωγής συγκρούονται με ένοπλες δυνάμεις αυτονομιστών (Απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση, Diakite, C‑285/12, ημερ. 30.1.2014, σκέψη 19).
Δεδομένου ότι στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι στην επαρχία της Kinshasa, η κατάσταση ασφαλείας καταγράφεται ως σταθερή, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών της περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ, ωστόσο και εκ του περισσού σημειώνω ότι η Αιτήτρια είναι ενήλικη υγιής γυναίκα, νεαρή σε ηλικία, μορφωμένη, ικανή προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της.
Κατά συνέπεια, η διαπίστωση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα, αλλά ούτε του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, κρίνονται εύλογα επιτρεπτές, ενόψει όλων των στοιχείων που η διοίκηση είχε ενώπιον της.
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός της για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση της συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου. Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη.
Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €500 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, ‘Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo’, Last updated: Tuesday 14th February 2023, διαθέσιμο σε https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord (ημερομηνία πρόσβασης 17/11/2025)
[2] Ο.π.
[3] UNSC, S/RES/2765 (2024) διαθέσιμο σε https://digitallibrary.un.org/record/4069994?v=pdf (ημερομηνία πρόσβασης 17/11/2025)
[4] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, ‘Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo’, Last updated: Tuesday 14th February 2023, διαθέσιμο σε https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord (ημερομηνία πρόσβασης 17/11/2025)
[5] Βλ. σχετικά Global Protection Cluster, https://www.globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-02/points_saillants-situation_de_protection_decembre_2023_vf.pdf, Παρουσία των ανωτέρω ομάδων στην Kinshasa δε μαρτυρείται ούτε κατά την πρόσφατη επιστολή ομάδας ειδικών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας UNSC, 'Letter dated 15 December 2023 from the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo addressed to the President of the Security Council' (2023), διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2103043/N2336437.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 17/11/2025)
[6] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests)
[7] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project (βλ. πλατφόρμα Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής και είναι διαθέσιμη στον διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data (Latest update: 07/11/2025), COUNTRY: Democratic Republic of the Congo, Kinshasa) (ημερομηνία πρόσβασης 17/11/2025)
[8] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project (βλ. πλατφόρμα Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής και είναι διαθέσιμη στον διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data (Latest update: 07/11/2025), COUNTRY: Democratic Republic of the Congo, Kinshasa, Ngaliema) (ημερομηνία πρόσβασης 17/11/2025)
[9] CIA, The World Factbook, DRC, https://www.cia.gov/the-world-factbook/countries/congo-democratic-republic-of-the/#people-and-society (ημερομηνία πρόσβασης 17/11/2025)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο