S.L.T. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 1255/2023, 14/1/2026
print
Τίτλος:
S.L.T. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 1255/2023, 14/1/2026

 ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπoθ. Αρ.: 1255/2023 

14 Ιανουαρίου 2026 

[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ.] 

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

Μεταξύ: 

S.L.T.

Αιτήτρια 

-και- 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου 

Καθ' ων η Αίτηση 

 

Η Αιτήτρια εμφανίζεται αυτοπροσώπως.

Ν. Νικολάου (κος) για Ν. Ιερωνυμίδης (κος), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση.  

[Παρών ο κος Κ. Σφέτσος για πιστή μετάφραση από ελληνικά σε γαλλικά και αντίστροφα]

Α Π Ο Φ Α Σ Η 

 

Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ Δ. ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 13/04/2023 σύμφωνα με την οποία το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε.

 

Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο Α στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:

 

Η Αιτήτρια είναι ενήλικας, υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής «ΛΔΚ»), η οποία σύμφωνα με δηλώσεις της εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της στις 06/09/2020 και μέσω Τουρκίας μετέβη στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου από όπου στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές. Στις 22/10/2020 συμπλήρωσε και υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας.

 

Στις 20/10/2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό, παρέχοντάς της δωρεάν βοήθεια διερμηνέα. Στις 31/01/2023, ο αρμόδιος λειτουργός συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγείτο την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας και στις 10/02/2023, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας, αποφασίζοντας παράλληλα και την επιστροφή της στη ΛΔΚ.  

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 13/04/2023 παραλήφθηκε από την Αιτήτρια ιδιοχείρως θέτοντας την υπογραφή της μετά από πλήρη επεξήγηση του περιεχομένου της από διερμηνέα σε γλώσσα κατανοητή από την Αιτήτρια.

 

Εμπρόθεσμα η Αιτήτρια, χωρίς την βοήθεια συνηγόρου, καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, προβάλλοντας πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι νομικούς λόγους προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης.

 

Με γραπτή αγόρευση η Αιτήτρια επανέλαβε τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, κάνοντας αναφορά σε θέματα υγείας που αντιμετωπίζει στη Δημοκρατία και ειδικότερα σε πονοκεφάλους και πίεση για τα οποία λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή.   

 

Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση, μέσω της δικής τους αγόρευσης, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη, σύμφωνη με τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και των Κανονισμών, είναι αποτέλεσμα ορθής ενάσκησης των εξουσιών με τις οποίες περιβάλλονται οι Καθ' ων η αίτηση, κατ' εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου και λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα, αφού αξιολογήθηκαν όλα τα σχετικά γεγονότα και στοιχεία της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη, καλούν τέλος το Δικαστήριο όπως απορρίψει την προσφυγή της Αιτήτριας.

 

Δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018 κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω πιο κάτω όλους τους ισχυρισμούς που αυτή πρόβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας.

 

Με την αίτηση της για παροχή διεθνούς προστασίας, η Αιτήτρια κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της καθότι δέχθηκε σωματική επίθεση από το αφεντικό της για άγνωστο λόγο με αποτέλεσμα τον τραυματισμό της σε λαιμό, σαγόνι και κεφάλι. Προσπάθησε αρκετές φορές να τον καταγγείλει, ανεπιτυχώς λόγω της δύναμης που αυτός έχει. 

Στα πλαίσια αξιολόγησης ευαλωτότητας, η Αιτήτρια προέβαλε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω του ξυλοδαρμού που δέχθηκε από φρουρούς του αφεντικού της. Κατά δήλωσή της ενώ βρισκόταν στην οικία όπου εργαζόταν ως νταντά, είδε τον εργοδότη της να ανοίγει μία πόρτα μέσω ενός συστήματος αναγνώρισης δακτυλικών αποτυπωμάτων. Όταν άνοιξε η πόρτα δήλωσε ότι είδε ένα χώρο που προσομοίαζε με νεκροτομείο, και αρκετά πτώματα. Αμέσως εκείνη φώναξε και άρχισε να τρέχει, όμως την έπιασαν οι φρουροί και ο εργοδότης της έδωσε εντολή να την ξυλοκοπήσουν έως ότου μιλήσει, εξαπολύοντας απειλές θανάτου. Λόγω του ξυλοδαρμού έχασε τις αισθήσεις της, και όταν επανήλθε βρισκόταν στο συγκεκριμένο σπίτι, τη παρουσία γιατρού. Λόγω του ότι δεν είχε νέα της για κάποιες μέρες, η γιαγιά της άρχισε να την ψάχνει, και επισκέφθηκε το σπίτι στο οποίο εργαζόταν. Οι φρουροί την έβαλαν στο σπίτι με την βία, όμως κατάφερε να ξεφύγει και να ενημερώσει περαστικούς. Το αφεντικό της αντιλήφθηκε τι συνέβαινε και την μετέφερε στον αστυνομικό σταθμό όπου την κατήγγειλε για κλοπή. Στον αστυνομικό σταθμό κατάφερε να δώσει ένα χαρτί με το τηλέφωνο της γιαγιάς της, η οποία ειδοποιήθηκε και μετέβη στον σταθμό απαιτώντας όπως η εγγονή της μεταφερθεί σε νοσοκομείο. Στο νοσοκομείο συνέχισε να λαμβάνει απειλές από το αφεντικό της, και ενημέρωσε την γιαγιά της η οποία προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία και απεκστάλησαν αστυνομικοί να την προσέχουν. Παρέμεινε για μία (1) εβδομάδα στο νοσοκομείο, και στη συνέχεια μετέβη στο σπίτι της γιαγιάς της όπου συνέχισε να δέχεται απειλές, με αποτέλεσμα να μετακινηθούν σε άλλη περιοχή της Kinshasa. Όταν επέστρεψε η σύζυγος του αφεντικού της ζήτησε να της μιλήσει και τη βοήθησε να φύγει από την χώρα.

Ο λειτουργός διαπίστωσε ότι η Αιτήτρια ήταν συνεργάσιμη με άμεση απόκριση στα ερωτήματα που της τέθηκαν, ωστόσο, σε επαναξιολόγηση της εντοπίστηκαν κάποια χαρακτηριστικά μετατραυματικού στρες (PTSD[1]) και ως εκ τούτου αξιολογήθηκε ως μεσαίου κινδύνου άτομο.

 

Στα πλαίσια της συνέντευξής της επί του αιτήματος της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε την Κinshasa ως τόπος καταγωγής της, ενήλικη, παντρεμένη από το 2009, ο σύζυγός της βρίσκεται σήμερα στο Βέλγιο. Επιπρόσθετα, δήλωσε ότι έχει ένα (1) παιδί το οποίο βρίσκεται στις Ηνωμένες Πολιτείες με τον πατέρα του. Ως προς την πατρική της οικογένεια, δήλωσε ότι η μητέρα της απεβίωσε, έχει 8 αδέρφια και ο πατέρας της εξακολουθεί να διαμένει στην πρωτεύουσα Kinshasa. Ως προς το μορφωτικό της επίπεδο, δήλωσε ότι δεν ολοκλήρωσε την δευτεροβάθμια εκπαίδευση, και ως προς την εργασιακή της πείρα ανέφερε ότι εργαζόταν ως νταντά (babysitter) από το 2017 έως το 2020.   

 

Αναφορικά με τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια, κατά την ελεύθερη αφήγηση, ισχυρίστηκε ότι εργαζόταν ως νταντά. Το 2020 η γυναίκα για την οποία εργαζόταν εγκλωβίστηκε στην Ευρώπη λόγω της πανδημίας του κορονοϊού και των απαγορευτικών μέτρων, και η Αιτήτρια παρέμεινε με τα παιδιά. Ένα βράδυ, ενώ η Αιτήτρια βρισκόταν στο πίσω μέρος του σπιτιού, είδε τον σύζυγο της εργοδότριάς της να εισέρχεται σε ένα κοντέινερ, με τη χρήση δακτυλικών αποτυπωμάτων, το οποίο φαινόταν σαν ψυγείο αντικρίζοντας στο πάτωμα το σώμα μιας γυναίκας ακρωτηριασμένο. Η Αιτήτρια ούρλιαξε και άρχισε να τρέχει, ενώ ο εργοδότης της πέταξε και την πέτυχε με κάποιο αντικείμενο στο κεφάλι, και έστειλε έναν φρουρό να την πιάσει. Ο φρουρός την χτύπησε στο λαιμό, με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να χάσει τις αισθήσεις της. Όταν συνήλθε η Αιτήτρια βρισκόταν ακόμη στην οικία των εργοδοτών της υπό την φροντίδα γιατρού, και σε κάποια στιγμή οδηγήθηκε στην αστυνομία όπου τους ζητήθηκε να την μεταφέρουν σε νοσοκομείο λόγω οιδήματος στο πρόσωπο. Λόγω της άρνησης του να την μεταφέρει στο νοσοκομείο κατέληξε στο σπίτι της γιαγιά της, η οποία την συνόδευσε στο νοσοκομείο.  Ενόσω βρισκόταν στο νοσοκομείο άρχισε να λαμβάνει απειλές. Όταν επέστρεψε η σύζυγος του εργοδότη της, την επισκέφθηκε στο νοσοκομείο και συνομίλησε με την γιαγιά της, ενώ παράλληλα απέσυρε την καταγγελία περί κλοπής κοσμημάτων την οποία ο σύζυγός της είχε καταχωρήσει στην αστυνομία, ενέργειες με τις οποίες ο σύζυγός της διαφωνούσε. Λόγω της κλιμάκωσης των απειλών, η σύζυγος βοήθησε την γιαγιά της να την μεταφέρει στην περιοχή Kingabwa, Limete commune όπου λάμβανε ιατρική φροντίδα και προχώρησε στη διευθέτηση του ταξιδιού προς εγκατάλειψη της χώρας.

 

Ερωτηθείσα, στη συνέχεια, αν υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος λόγος που την ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα της, η Αιτήτρια πρόβαλε ότι το 2019 ταξίδεψε στην Brazzaville μεταφέροντας αποσκευή που της δόθηκε, αγνοώντας το περιεχόμενο αυτής. Μετά τα όσα συνέβησαν το 2020 στην οικία των εργοδοτών της, συνειδητοποίησε ότι εμπλέκονταν σε δίκτυο εμπορίου ανθρωπίνων γυναικείων οργάνων, καθότι κατά καιρούς έβλεπε ανθρώπους να μπαινοβγαίνουν στην οικία μεταφέροντας φορητά ψυγεία (ice boxes). Ανακάλεσε περιπτώσεις όπου την υποχρέωσαν να μεταφέρει αυτά τα κουτιά, το περιεχόμενο των οποίων αγνοούσε, και της έλεγαν να μην ανησυχεί διότι κανείς δεν επρόκειτο να τη σταματήσει.

 

Σε ερωτήσεις αναφορικά με την εργασία της ως νταντά, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ξεκίνησε να εργάζεται το 2012, και στην συγκεκριμένη οικία το 2017. Όπως υποστήριξε φρόντιζε επί καθημερινής βάσεως τα δίδυμα παιδιά της οικογένειας τα οποία ήταν επτά (7) ετών. Ως προς τους εργοδότες της, η Αιτήτρια δήλωσε το όνομα του εργοδότη της και της συζύγου του, προβάλλοντας ότι το μόνο που γνωρίζει για αυτόν είναι ότι εμπλέκεται σε εμπόριο ανθρώπινων οργάνων, και η σύζυγός του ταξίδευε συχνά και ασχολείτο με το εμπόριο ρούχων, παπουτσιών και κοσμημάτων.

 

Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με το φερόμενο εμπόριο ανθρωπίνων οργάνων, η Αιτήτρια δήλωσε πως της απαγορευόταν η πρόσβαση στο πίσω μέρος του σπιτιού και δεν γνώριζε τι συνέβαινε στο σπίτι. Το 2020 η εργοδότρια της είχε αποκλειστεί και αναγκάστηκε να μείνει στην οικία και τότε άρχισε να παρατηρεί πρόσωπα να μπαινοβγαίνουν μεταφέροντας κουτιά. Εκείνη την μέρα είδε τον εργοδότη της να ανοίγει το κοντέινερ (container) μέσω ενός συστήματος αναγνώρισης δακτυλικών αποτυπωμάτων και είδε μέσα μια γυναίκα ακρωτηριασμένη (breastless). Ως περαιτέρω πρόσθεσε, πριν από εκείνη εργαζόταν μία άλλη κοπέλα η οποία εξαφανίστηκε, και όπως θυμάται οι γονείς της την έψαχναν στην συγκεκριμένη οικία. Κληθείσα στη συνέχεια να περιγράψει τι συνέβη όταν αντίκρυσε το εσωτερικό του κοντέινερ, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ούρλιαξε, ήταν σε κατάσταση σοκ, την άκουσε το αφεντικό της το οποίο της πέταξε κάτι στο κεφάλι. Ακολούθως, την έπιασε ο φρουρός και την κτύπησε στο λαιμό. Όταν ανέκτησε τις αισθήσεις της, βρισκόταν ακόμα στην οικία και κάποιος γιατρός την φρόντιζε. Στη συνέχεια την μετέφερε στην αστυνομία όπου αρνήθηκε να ακολουθήσει τις οδηγίες των αστυνομικών και να την μεταφέρει στο νοσοκομείο, το οποίο έπραξε η γιαγιά της η οποία την μετέφερε στο Νοσοκομείο Bondeko. Ως υποστήριξε η Αιτήτρια, την κατηγόρησε για κλοπή των κοσμημάτων της συζύγου του, η οποία με την επιστροφή της [η σύζυγος] αντιλήφθηκε την αθωότητά της. Πήγε στην αστυνομία να αποσύρει την καταγγελία, ωστόσο, ο σύζυγος ήταν εναντίον των ενεργειών της συζύγου του και συνέχισε να την απειλεί.    

 

Σε ερωτήσεις αναφορικά με την μεταφορά φορητών ψυγείων, η Αιτήτρια δήλωσε ότι προέβη στην εν λόγω ενέργεια το 2018 και το 2019, κάποιες φορές μόνη και κάποιες με την συνοδεία των εργοδοτών της σε διαφορετικές βάρκες. Ως υποστήριξε, αγνοούσε το περιεχόμενο τους, προβάλλοντας, ωστόσο, ότι μια μέρα της λέχθηκε ότι μπορεί να καταλήξει στη φυλακή με αυτά που μεταφέρει. Η γιαγιά της προσπάθησε να το αναφέρει στις αρχές, μαζί με καταγγελία για τις απειλές που λάμβαναν, ωστόσο δεν κλήθηκε για ανάκριση εγκαταλείποντας εν τέλει την προσπάθεια.

 

Ως προς τις απειλές που δέχθηκε, η Αιτήτρια προέβαλε ότι οι απειλές ξεκίνησαν όταν βρισκόταν στο νοσοκομείο και συνίσταντο σε απειλές θανάτου. Η Αιτήτρια υποστήριξε, ότι ο εργοδότης της έστειλε άτομα στο νοσοκομείο για να την απειλήσουν, ενώ προσπάθησε να επηρεάσει τους γιατρούς. Τότε οι νοσοκόμες την ενημέρωσαν ως προς την ανάγκη να μεταβεί σε άλλο νοσοκομείο. Το 2021 εξακολουθούσε να λαμβάνει απειλητικές κλήσεις από ανώνυμα άτομα και προέβη σε αλλαγή κάρτας SIM με αποτέλεσμα να σταματήσουν. Κληθείσα να δώσει πληροφορίες αναφορικά με τις απειλές που δέχθηκε κατ’ ίδιαν, η Αιτήτρια διευκρίνισε ότι καθώς η ίδια νοσηλευόταν, τις περισσότερες απειλές τις δέχθηκε η γιαγιά της, με την ίδια απλά να παρακολουθεί από το δωμάτιο του νοσοκομείου. Πρόσθεσε ότι επρόκειτο περί προφορικών απειλών και δηλώσεων όπως «είσαι κλέφτρα» και «θα σε σκοτώσουμε» από άτομα άγνωστα στην ίδια.

 

Σε περίπτωση επιστροφής της η Αιτήτρια πρόβαλε φόβο προς το συγκεκριμένο άτομο καθώς γνωρίζει τις δραστηριότητες του.   

 

Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός, στην εισηγητική του έκθεση απομόνωσε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς από τις δηλώσεις της Αιτήτριας, πρώτον ως προς την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής, και δεύτερον ως προς την ισχυριζόμενη ανακάλυψη ότι τα αφεντικά της εμπλέκονταν σε εμπόριο οργάνων, και την σωματική επίθεση και απειλές που δέχθηκε από το αφεντικό της.

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθότι κρίθηκε ότι πληρούνταν η εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων της Αιτήτριας.

 

Όσον αφορά τα προσκομισθέντα ιατρικά έγγραφα, ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε ότι επιβεβαιώνουν υψηλά επίπεδα συγκεκριμένων ορμονών (του θυροειδούς) και υψηλή αρτηριακή πίεση. Δεν αποδεικνύουν, ωστόσο, ότι η Αιτήτρια υποφέρει από κάποια σοβαρή ασθένεια, ούτε ότι έχει εισαχθεί σε νοσοκομείο ή χρήζει επείγουσας θεραπείας.

 

Αντιθέτως, ο δεύτερος ισχυρισμός απορρίφθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό ως αναξιόπιστος. Ειδικότερα, ως προς την εσωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός, εξετάζοντας τις δηλώσεις της Αιτήτριας έκρινε ότι οι δηλώσεις της ήταν γενικές, και δεν παρείχε συγκεκριμένες και επαρκείς πληροφορίες. Συγκεκριμένα, αναφορικά με το περιστατικό της φερόμενης ανακάλυψης εμπορίας ανθρωπίνων οργάνων η Αιτήτρια δεν παρέθεσε επαρκείς πληροφορίες και λεπτομέρειες που να στοιχειοθετούν τον ισχυρισμό της παρόλο που της δόθηκε η ευκαιρία, αντ’ αυτού επανέλαβε τις ίδιες γενικές αρχικές δηλώσεις της.

 

Ομοίως, κρίθηκαν και οι δηλώσεις της αναφορικά με την αντίδραση του εργοδότη της. Η Αιτήτρια προέβαλε γενικές πληροφορίες, επαναλαμβάνοντας ότι φώναξε, το αφεντικό της πέταξε κάτι στο κεφάλι και ο φρουρός την χτύπησε στον λαιμό. Αναφορικά με την μεταφορά των φορητών ψυγείων, δήλωσε άγνοια ως προς το περιεχόμενο τους, ενώ οι αναφορές της κρίθηκαν ως γενικές, χωρίς επαρκείς και συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Επισημαίνεται ότι απουσίαζε η αναφορά σε οποιαδήποτε προστατευτικά μέτρα, πληροφορία αναμενόμενη λόγω της ιδιαιτερότητας του φορτίου και της φύσης της δραστηριότητας.

 

Αναφορικά με τις φερόμενες απειλές, ο λειτουργός έκρινε τις δηλώσεις της ως ασαφείς και αόριστες, καθώς σε ερωτήσεις ως προς τα άτομα που την απείλησαν, η Αιτήτρια απαντούσε γενικόλογα με τη χρήση αόριστων αντωνυμιών όπως «μερικοί» και «κάποιοι» που συνεργάζονταν με το αφεντικό της. Ομοίως γενικόλογες κρίθηκαν και οι δηλώσεις της που αφορούσαν το περιεχόμενο των απειλών, καθώς ως ισχυρίστηκε απείλησαν να την κτυπήσουν και να την σκοτώσουν. Τέλος, επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τις δηλώσεις της, με την αλλαγή κάρτας SIM το 2021 δεν έλαβε άλλα απειλητικά μηνύματα.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός προέβη σε έρευνα αναφορικά με την εμπορία οργάνων στη ΛΔΚ χωρίς οποιαδήποτε ευρήματα. Ωστόσο, παρέθεσε πληροφορίες από έκθεση της Interpol όπου σύμφωνα με αυτή υπάρχει συσχετισμός της εμπορίας προσώπων με απώτερο σκοπό την εμπορία οργάνων από άτομα που προέρχονται από την Βόρεια και τη Δυτική Αφρική.

 

Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει του μόνου αποδεδειγμένου ισχυρισμού και λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών περιστάσεων της Αιτήτριας και της γενικότερης κατάστασης ασφαλείας στη ΛΔΚ, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν προκύπτουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής της, η Αιτήτρια θα έλθει αντιμέτωπη με πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης.

 

Ως εκ τούτου, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του ίδιου Νόμου, το δε αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών πρόσωπο, να εκτελεί καθήκοντα Προϊστάμενου, υιοθέτησε την εισήγηση και απέρριψε το αίτημα της Αιτήτριας.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.

 

Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία.   Ο/Η αιτητής/τρια  έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του/της ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του/της αιτητή/τριας, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας, το Δικαστήριο μελετώντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, αποδέχεται τον ισχυρισμό της Αιτήτριας σχετικά με τα προσωπικά της στοιχεία, τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής καθώς δεν προέκυψαν περί του αντιθέτου στοιχεία και σύμφωνα με την έκθεση/εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, οι δηλώσεις της Αιτήτριας επιβεβαιώθηκαν και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές. Επιπρόσθετα, υιοθετεί και συντάσσεται με την αξιολόγηση των ιατρικών εγγράφων, και την κατάληξη ότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε ένδειξη που να παραπέμπει σε σοβαρή πάθηση ή άμεση και επείγουσα ανάγκη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης ή θεραπείας.

 

Ομοίως, κρίνω ορθή την κατάληξη της αξιολόγησης του αρμόδιου λειτουργού όσον αφορά τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, περί ανακάλυψης φερόμενης εμπλοκής του αφεντικού της Αιτήτριας σε εμπορία οργάνων και την σωματική επίθεση και τις απειλές που δέχθηκε από τον τελευταίο. Από το αφήγημα της Αιτήτριας παρατηρώ ότι περιορίστηκε σε γενικόλογες και αόριστες πληροφορίες, ενώ οι δηλώσεις της στερούνται περιγραφικότητας, παραστατικότητας και λεπτομερειών. Επιπρόσθετα, παρατηρείται επανάληψη των δηλώσεων καθ’ όλη τη διάρκεια της συνέντευξης, χωρίς εμπλουτισμό περιεχομένου με εξειδικευμένες λεπτομέρειες, που να συνηγορεί σε προσωπικό βίωμα. Συμφωνώ με την εκτίμηση του λειτουργού ότι λόγω της ιδιαίτερα εύθραυστης φύσης «του φορτίου» θα λαμβάνονταν συγκεκριμένα προστατευτικά μέτρα, ωστόσο, η Αιτήτρια δεν αναφέρθηκε σε κανένα μέτρο παρά μόνο τη χρήση διαφορετικής βάρκας σε περίπτωση που την συνόδευαν τα αφεντικά της στις μεταφορές.

 

Περαιτέρω, παρατηρώ ότι και οι δηλώσεις της αναφορικά με την επίθεση που δέχθηκε από το αφεντικό της και τον φρουρό του είναι ιδιαίτερα συνοπτικές, χωρίς περιγραφικό στοιχείο που να αναδεικνύει προσωπικό βίωμα. Επιπρόσθετα, εντοπίζονται αντιφάσεις καθώς στην αρχική της αίτηση δήλωσε ότι δέχθηκε σωματική επίθεση από το αφεντικό της για άγνωστο λόγο, ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι δέχθηκε επίθεση λόγω της ανακάλυψης του περιεχομένου του κοντέινερ. Επίσης, στην αρχική της αίτηση δεν αναφέρθηκε σε επίθεση από φρουρό, ισχυρισμός ο οποίος προβλήθηκε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. Αντιφάσεις εντοπίζονται και στις δηλώσεις της αναφορικά με τις απειλές που δέχθηκε, καθώς στο έντυπο ευαλωτότητας ανέφερε ότι κατόπιν αναφοράς στην αστυνομία για τις απειλές που δεχόταν ενόσω βρισκόταν στο νοσοκομείο, οι αρχές έστειλαν άτομα για προστασία της. Εν αντιθέσει, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης υποστήριξε ότι το αφεντικό της έστειλε άτομα στο νοσοκομείο να απειλήσουν την ίδια και να επηρεάσουν γιατρούς, χωρίς να γίνεται καμία αναφορά στην παρουσία αστυνομικών.     

 

Προχωρώντας στην εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, το παρόν Δικαστήριο προέβη σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές, χωρίς ωστόσο να εντοπιστούν συγκεκριμένες πληροφορίες για την παρουσία και το επίπεδο έντασης του φαινομένου της εμπορίας οργάνων στη ΛΔΚ. Αναφορά γίνεται σε εμπόριο ανθρώπων, όπου σύμφωνα με έκθεση (2024) του U.S. Department of State, η κυβέρνηση της ΛΔΚ δεν πληροί πλήρως τα ελάχιστα πρότυπα για την εξάλειψη της εμπορίας ανθρώπων, αλλά καταβάλλει σημαντικές προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση.[2] Αυτές οι προσπάθειες περιλάμβαναν την καταδίκη περισσότερων διακινητών, την εκπαίδευση των αξιωματούχων επιβολής του νόμου και της δικαστικής εξουσίας σχετικά με τον νόμο κατά της εμπορίας ανθρώπων του 2022, και την επέκταση των εθνικών προσπαθειών ευαισθητοποίησης του κοινού.[3] Ως προς την εμπορία οργάνων, σύμφωνα με άρθρο της Deutsche Welle (DW) «αν και οι λεπτομέρειες σχετικά με τον παράνομο κόσμο της εμπορίας ανθρώπινων οργάνων είναι ασαφείς, πιστεύεται ότι η Αίγυπτος, η Λιβύη, η Νότια Αφρική, η Κένυα και η Νιγηρία είναι οι χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο στην Αφρική».[4]

 

Από το ιστορικό της Αιτήτριας, όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου και από την ανωτέρω αξιολόγηση των ισχυρισμών της, προκύπτει ότι ορθά και μετά από δέουσα έρευνα κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι δε στοιχειοθέτησε κανέναν ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Τα όσα ανέφερε δεν θα μπορούσαν να την εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.

 

Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.

 

Εξετάζοντας πλήρως την υπόθεση, διαπιστώνω ότι ορθά κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στην Αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα της.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του  Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής της στην Kinshasa, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[…]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

 

Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Kinshasa της ΛΔΚ, τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας.

 

Αναφορικά με την γενικότερη κατάσταση ασφαλείας, σύμφωνα με την ιστοσελίδα Global Conflict Tracker, o στρατός της ΛΔΚ και οι κάτοικοι της ανατολικής περιφέρειας της χώρας συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν αυξανόμενες επιθέσεις από τις Συμμαχικές Δημοκρατικές Δυνάμεις (ADF) που συνδέονται με το Ισλαμικό Κράτος. Οι ανταλλαγές πυρών, οι επιθέσεις με πυραύλους και οι αψιμαχίες μεταξύ της M23, στρατευμάτων της Ρουάντα, δυνάμεων της ΛΔΚ και άλλων ομάδων πολιτοφυλακής παραμένουν συνήθεις ενέργειες.[5]

Αναφορικά δε με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν και ορισμένα αριθμητικά δεδομένα. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πρωτεύουσα Kinshasa της ΛΔΚ, τόπος συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 02/01/2026), καταγράφηκαν 46 περιστατικά πολιτικής βίας[6] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 56 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[7] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 18,552,800 (2026) κατοίκους.[8]

Τα εν λόγω στοιχεία, εξεταζόμενα συνδυαστικά με τον εκτιμώμενο πληθυσμό της Kinshasa για το έτος 2026 (18,552,800 κατοίκους)[9], καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πολιτεία, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

 

Δεδομένου ότι στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι στην πόλη Kinshasa, η κατάσταση ασφαλείας καταγράφεται ως σταθερή, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών της περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ.

 

Κατά συνέπεια, η διαπίστωση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα αλλά ούτε του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας κρίνονται εύλογα επιτρεπτές ενόψει όλων των στοιχείων που η διοίκηση είχε ενώπιον της.

 

Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός της για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση της συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη.

 

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €500 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

Α. AΓΡΟΤΗ, Δ. ΔΔΔΠ

 

 



[1] Post Traumatic Stress Disorder

[2] U.S. Department of State, 2024 Trafficking in Persons Report: Democratic Republic of the Congo, https://www.state.gov/reports/2024-trafficking-in-persons-report/democratic-republic-of-the-congo/, [Ημερομηνία Πρόσβασης: 13/01/2026]

[3] Ibid

[4] Deutsche Welle, Illegal Organ Traffickers in Africa Prey on World’s Poor, 18/09/2024, https://www.dw.com/en/illegal-organ-traffickers-in-africa-prey-on-worlds-poor/a-70242247 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 13/01/2026]

[5] Global Conflict Tracker, Conflict in the Democratic Republic of Congo, 16/12/2025, https://www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congo [Ημερομηνία Πρόσβασης: 13/01/2026]

[6] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).

[7] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer  (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Democratic Republic Congo, Kinshasa) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 13/01/2026]

[8] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa [Ημερομηνία Πρόσβασης: 13/01/2026]

[9] Ibid


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο