K.P ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1402/24, 14/1/2026
print
Τίτλος:
K.P ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1402/24, 14/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Υπόθεση Αρ.: 1402/24

 

14 Ιανουαρίου 2026

[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, ΔΔΔΔΠ.] 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

K.P

 

Αιτήτρια

-και-

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,

μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

  ....................

 

Γεωργία Καρατσιόλη (κα) για Ν.Α. Λοίζου και Χ. Γ. Χριστούδιας  (κος) Δικηγόροι για Αιτήτρια

Βασιλική Θώμα  (κα), δικηγόρος για τους Kαθ' ων η αίτηση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Δ. Κατσαρίδης Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό εξέταση προσφυγή, η Αιτήτρια ζητεί  την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 29/09/2024, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια 1 στις 12/03/2024, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της για χορήγηση διεθνούς προστασίας. Εναλλακτικά, ζητούν όπως η εν λόγω απόφαση τροποποιηθεί, ώστε να αναγνωριστούν ως πρόσφυγες σύμφωνα με το άρθρο 3 ή, επικουρικώς, ως δικαιούχοι συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 19 του σχετικού νομικού πλαισίου.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο, η οποία εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, καθώς και από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φακέλου (εφεξής «δ.φ.») της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στο πλαίσιο των διευκρινίσεων της παρούσας προσφυγής, τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:

Η Αιτήτρια εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές στις 04.11.2021 και υπέβαλε την ίδια ημέρα αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στην Υπηρεσία Ασύλου. Στις 05.11.2021, η Αιτήτρια έλαβε Βεβαίωση Υποβολής Αίτησης Διεθνούς Προστασίας (Confirmation of Submission of an Application for International Protection).

Ακολούθως, στις 23.05.2023, η Αιτήτρια υπεβλήθη σε συνέντευξη (interview) ενώπιον αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου.

Στις 20.09.2023, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου συνέταξε Έκθεση – Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με την αίτηση διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας.

Στις 29.09.2023, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την πιο πάνω εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας.

Η απορριπτική απόφαση, συνοδευόμενη από την αιτιολόγησή της, εκδόθηκε και κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 12.03.2024, παραλήφθηκε δε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από την ίδια την ίδια ημερομηνία.

Τέλος, στις 19.04.2024, καταχωρήθηκε η παρούσα Προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, με αριθμό υπόθεσης Δ.Δ.Π. 1402/24, με την οποία η Αιτήτρια ζητά την ακύρωση της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Η Αιτήτρια, δια του συνηγόρου της, παραθέτει στο εισαγωγικό δικόγραφο της προσφυγής αριθμό λόγων ακύρωσης, οι οποίοι, ωστόσο, δεν συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία, ούτε παραπέμπουν σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Με την ίδια γενικότητα και αοριστία προβάλλονται οι εν λόγω λόγοι και στη γραπτή αγόρευση που υποβλήθηκε εκ μέρους της, η οποία, στην ουσία, αναπαράγει επιγραμματικά τους λόγους ακύρωσης του εισαγωγικού δικογράφου, χωρίς περαιτέρω ανάπτυξη ή τεκμηρίωση.

Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση επισημαίνουν, πρωτίστως, την έλλειψη εξειδίκευσης και/ή τεκμηρίωσης των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης, κατά παράβαση του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, και υποβάλλουν ότι, για τον λόγο αυτό, οι λόγοι δεν πρέπει να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο.

Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η Αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, αντικρούοντας κάθε ισχυρισμό της Αιτήτριας και προβάλλοντας ότι: (α) η απόφαση εκδόθηκε από αρμόδιο όργανο, (β) τηρήθηκε η δέουσα διοικητική διαδικασία, όπως προκύπτει από τον φάκελο, (γ) η πράξη δεν πάσχει λόγω ελλείψεως πρακτικού, και (δ) η απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.

Τέλος, προβάλλεται ότι η επίδικη απόφαση είναι ορθά αιτιολογημένη και νομικά τεκμηριωμένη, καθώς εκδόθηκε κατόπιν ενδελεχούς εξέτασης του αιτήματος διεθνούς προστασίας και ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοστέες διατάξεις. Υποβάλλουν δε ότι, εκ των στοιχείων του φακέλου, δεν προκύπτει ότι στο πρόσωπο της Αιτήτριας συντρέχουν τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που να θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης, κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου [Νόμος 6(Ι)/2000].

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τη δικάσιμο της 22.09.2025, κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση του διοικητικού φακέλου, ο συνήγορος της Αιτήτριας προέβη σε απόσυρση όλων των νομικών ισχυρισμών που είχαν προβληθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης, πλην του ισχυρισμού περί έλλειψης επαρκούς έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου διοικητικού οργάνου. Ως εκ τούτου, οι λοιποί νομικοί ισχυρισμοί θεωρήθηκαν ως μη υφιστάμενοι και απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Καταρχάς και σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι λόγοι προσφυγής που δεν αναπτύσσονται στο πλαίσιο της αγόρευσης του αιτητή θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και με τους λόγους σε σχέση με τους οποίους δεν προβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματολογία προς υποστήριξή τους. (Βλ. συναφώς Υπόθεση Αρ. 692/89, Level Tachexcavs Ltd v. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, ημερ. 17.12.1990, (1990) 3 ΑΑΔ 4407, Α.Ε. Αρ. 2421, Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ. 24.1.2020 (2000) 3 ΑΑΔ 21, Υπόθεση Αρ. 1073/2004, Γεωργίας Αντωνίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ημερ. 6.2.2007).

Υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας, όλοι οι λόγοι προσφυγής που αναφέρονται ως τίτλοι στο πλαίσιο του δικογράφου της προσφυγής και δεν προωθούνται με τη γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες. 

Από τη συνολική ανάλυση της Γραπτής Αγόρευσης των Καθ’ ων η Αίτηση, διαπιστώνεται ότι οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλονται από την Αιτήτρια χαρακτηρίζονται από γενικότητα, ασάφεια και έλλειψη παραπομπής σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Η επιχειρηματολογία της δεν συνοδεύεται από εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν εξειδικεύει τα νομικά ή πραγματικά δεδομένα που υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς της και ως εκ τούτου δεν συνιστά επιτρεπτό λόγο ακύρωσης κατά το Διοικητικό Δίκαιο.

Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διοικητικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (βλέπε Κανονισμό 2 του περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον Αιτητή όχι μόνο με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. (Βλέπε, Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd ν. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598).

Όπως ορθά υποδεικνύεται από τους Καθ’ ων η Αίτηση, το κριτήριο του επιτρεπτού λόγου ακύρωσης απαιτεί πλήρη και επαρκή ανάπτυξη των νομικών ισχυρισμών, συνδυασμένων με ειδική αναφορά στα κρίσιμα πραγματικά δεδομένα. Αντίθετα, η Γραπτή Αγόρευση της Αιτήτριας περιέχει γενικές διατυπώσεις και απλή παράθεση νομικών διατάξεων, χωρίς συναρμογή με τα ουσιώδη πραγματικά δεδομένα του διοικητικού φακέλου (βλ. Α.Α.Κ. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ΑνΑΠ, Υπ. 949/20, 12.03.2021· H. B. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ΑνΑΠ, Υπ. 1003/2018, 11.10.2019).

Η πάγια νομολογία καθιστά σαφές ότι η αναγραφή των λόγων ακύρωσης με ευκρίνεια και πληρότητα είναι αναγκαία προϋπόθεση για να εξετάσει το Δικαστήριο εάν η απόφαση πάσχει κατά τρόπο ουσιώδη... «Οι τελικές αγορεύσεις που υποβάλλονται μετά την επίδοση των φακέλων εξειδικεύονται και συγκεκριμενοποιούνται επί ειδικά θέματα που προσδιορίζονται στην αίτηση που καλείται το δικαστήριο να επιλύσει». (Δημοκρατία v. Κουκούσκη, 1993, 3 Α.Α.Δ. 598)

Υπό το φως των ανωτέρω, εύλογα καταλήγει κανείς ότι οι προβληθέντες ισχυρισμοί της Αιτήτριας, όπως αυτοί εκτίθενται στη Γραπτή της Αγόρευση, απορρίπτονται στο σύνολό τους ως νομικά αβάσιμοι, ανεπαρκώς αιτιολογημένοι και μη δυνάμενοι να στηρίξουν αίτημα ακύρωσης της διοικητικής απόφασης. Η απουσία συνάρθρωσης νομικών επιχειρημάτων με τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης καθιστά την αίτηση ακύρωσης ατελέσφορη και μη επιδεκτική δικαστικής παρέμβασης. Ως εκ τούτου οι λόγοι που προβλήθηκαν από την Αιτήτρια απορρίπτονται εν συνόλω ως απαράδεκτοι, ασαφείς και ατεκμηρίωτοι.

Προχωρώντας, θα εξετάσω των γενικό ισχυρισμό που προβάλλει η συνήγορος της Αιτήτρια περί έλλειψης δέουσας έρευνας λαμβανομένης της δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο στις περιπτώσεις που απαριθμούνται υπό του άρθρου 11 του Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος του 2018 (Ν. 73(I)/2018) ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία. Ως εκ τούτου δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει την ουσιαστική ορθότητα της επίδικης πράξεως, δυνάμενη να προβεί σε νέα εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και των στοιχείων του φακέλου και αποφαίνεται αιτιολογημένως επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας του εκάστοτε προσφεύγοντος (βλ. Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 26/2020 Δημοκρατία ν. Singh, απόφαση ημερ. 10.9.2024).

Κατόπιν των ανωτέρω και λαμβανομένης υπόψη της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές περί τούτου διατάξεις του Νόμου και της Οδηγίας και είναι δια τούτο επί της ουσίας ορθή.

Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το επίδικο θέμα. Το  κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371,Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).  

Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (Βλ. αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).

Σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε η Αιτήτρια, όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση του αρμόδιου λειτουργού της EUAA και όπως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 1 κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων – στοιχεία τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν – διαπιστώνεται ότι, κατά την καταγραφή του αιτήματός της για διεθνή προστασία, (ερ.1 δ.φ.) η Αιτήτρια ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω κακομεταχείρισης από τη μητριά της.

Περαιτέρω, υποστήριξε ότι ο πατέρας και η μητριά της εξανάγκασαν τη βιολογική της μητέρα να εγκαταλείψει την οικογενειακή οικία, με αποτέλεσμα η ίδια να στερηθεί ουσιαστικής οικογενειακής προστασίας. Ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας και η μητριά της την πίεζαν να τελέσει γάμο με ηλικιωμένο άνδρα, τον οποίο δεν αγαπούσε και τον οποίο δεν επιθυμούσε να παντρευτεί.

Ανέφερε, επίσης, ότι λόγω της άρνησής της να συμμορφωθεί με την εν λόγω απαίτηση, οι ανωτέρω συνέχισαν να την παρενοχλούν, προκαλώντας διαρκή διατάραξη της ψυχικής της ηρεμίας. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι την απείλησαν πως θα της στερούσαν κάθε υποστήριξη για τη συνέχιση της εκπαίδευσής της, σε περίπτωση που δεν αποδεχόταν τον επιβαλλόμενο γάμο.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Αιτήτρια δήλωσε ότι αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της και να αιτηθεί διεθνή προστασία, καθώς δεν επιθυμούσε να επιστρέψει υπό τις συνθήκες αυτές.

Κατά το στάδιο της συνέντευξης της και ως προς τα προσωπικά τη στοιχεία κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης της η Αιτήτρια δήλωσε ότι, είναι υπήκοος της Δημοκρατίας της Λιβερίας, γεννηθείσα στις 02/04/1998 στη Μονρόβια, όπου και διέμενε μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της. Δήλωσε ότι είναι άγαμη και άτεκνη. Οι γονείς της είναι διαζευγμένοι και έχει έξι αδέλφια καθώς και τέσσερα ετεροθαλή αδέλφια. Ως προς το θρήσκευμά της, δήλωσε ότι είναι Χριστιανή.

Ως προς το μορφωτικό και εργασιακό της περιβάλλον η Αιτήτρια ανέφερε ότι αποφοίτησε από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (high school) και ότι ομιλεί την αγγλική γλώσσα. Δήλωσε ότι φοίτησε σε σχολή αεροπορικών σπουδών για περίοδο έξι μηνών, πλην όμως αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές της λόγω οικονομικών δυσκολιών, καθότι ο πατέρας της αδυνατούσε να καλύψει τα σχετικά έξοδα. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν εργάστηκε ποτέ στη χώρα καταγωγής της.

Κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι αναχώρησε από τη Λιβερία διότι η μητριά της επιδίωκε να την εξαναγκάσει σε γάμο με ηλικιωμένο άνδρα, περίπου 60–70 ετών. Ανέφερε ότι, όταν μετέβη να διαμείνει στην οικία του πατέρα της, η μητριά της σταμάτησε να εργάζεται και, επικαλούμενη οικονομικές δυσχέρειες, άρχισε να απαιτεί την τέλεση του εν λόγω γάμου.(ερ. 29 δ.φ.)

Η Αιτήτρια δήλωσε ότι αρνήθηκε, γεγονός που οδήγησε τη μητριά της να την εξαναγκάσει να εγκαταλείψει την πατρική οικία, με αποτέλεσμα να επιστρέψει στη βιολογική της μητέρα. Υποστήριξε ότι άτομα που φέρονται να σχετίζονται με τη μητριά της μετέβησαν στην οικία της μητέρας της προκειμένου να την πάρουν, περιγράφοντας περιστατικό κατά το οποίο άτομα με μοτοσικλέτες άνοιξαν το παράθυρο της οικίας και εισήλθαν στο σπίτι, γεγονός που την ανάγκασε να διαφύγε. (βλ.ερ.25 δ.φ.)

Κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξης, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε σειρά διευκρινιστικών ερωτήσεων προς την Αιτήτρια, ιδίως αναφορικά με τα περιστατικά που η ίδια επικαλέστηκε ως λόγους αναχώρησής της από τη χώρα καταγωγής της. Οι ερωτήσεις αυτές επικεντρώθηκαν, μεταξύ άλλων, στη χρονική ακολουθία των γεγονότων, στον αριθμό και την ταυτότητα των προσώπων που φέρονται να ενεπλάκησαν στα περιστατικά, στη συχνότητα των αναφερόμενων απειλών ή ενεργειών, καθώς και στο κατά πόσον η Αιτήτρια προσέφυγε ή επιχείρησε να προσφύγει στις αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής της.

Η Αιτήτρια απάντησε ότι, ως προς τα περιστατικά που περιέγραψε, δεν προέβη σε καταγγελία ενώπιον των αρχών, δηλώνοντας ότι κατά το αρχικό στάδιο δεν γνώριζε πώς να ενεργήσει και ότι στη συνέχεια δεν επανήλθε στις αρχές για το ίδιο ζήτημα. Σε ορισμένα σημεία της συνέντευξης, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παράσχει λεπτομερείς ή απολύτως συνεκτικές απαντήσεις, ιδίως ως προς την παρουσία συγκεκριμένων προσώπων και τη χρονική αλληλουχία ορισμένων περιστατικών, γεγονός το οποίο καταγράφηκε από τον λειτουργό.

Η Αιτήτρια δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Λιβερία, φοβάται ότι θα κινδυνεύσει σοβαρά η ζωή της, ισχυριζόμενη ότι η μητριά της ενδέχεται να την σκοτώσει, όπως – κατά τους ισχυρισμούς της – πιστεύει ότι συνέβη με τον αδελφό της. Ανέφερε ότι αισθάνεται πως δεν έχει κρατική ή οικογενειακή προστασία και ότι ο φόβος αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν επιθυμεί να επιστρέψει.

Στην Έκθεση – Εισήγηση που ετοιμάστηκε από τον αρμόδιο λειτουργό της EUAA, κατόπιν της προσωπικής συνέντευξης της Αιτήτριας, ο λειτουργός προέβη στη διαμόρφωση και αξιολόγηση τριών (3) ουσιωδών ισχυρισμών που προβλήθηκαν εκ μέρους της Αιτήτριας στο πλαίσιο της αίτησής της για διεθνή προστασία.

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ, καθώς και τη χώρα καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας. Ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε τα προσωπικά της στοιχεία, την οικογενειακή της κατάσταση, το μορφωτικό και κοινωνικό της υπόβαθρο, καθώς και τα προσκομισθέντα έγγραφα. Κατόπιν αξιολόγησης της εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας, ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθότι κρίθηκε ότι τα στοιχεία της Αιτήτριας ήταν επαρκώς τεκμηριωμένα και συμβατά με τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής.

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός που εξέτασε ο αρμόδιος λειτουργός αφορούσε τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι η μητριά της επιδίωκε να την εξαναγκάσει σε γάμο με ηλικιωμένο άνδρα. Κατά την εσωτερική αξιολόγηση του εν λόγω ισχυρισμού, ο λειτουργός έλαβε υπόψη τις δηλώσεις της Αιτήτριας όπως αυτές καταγράφηκαν τόσο στο στάδιο της ελεύθερης αφήγησης όσο και κατά τις επακόλουθες διευκρινιστικές ερωτήσεις.

Συγκεκριμένα, ο λειτουργός εστίασε στη συνοχή των δηλώσεων, στη λεπτομέρεια των περιγραφών, καθώς και στη χρονική αλληλουχία των γεγονότων που σχετίζονται με την υποτιθέμενη επιβολή του γάμου. Στο πλαίσιο αυτό, καταγράφηκε ότι η Αιτήτρια παρείχε ασαφείς και σε ορισμένα σημεία αντιφατικές πληροφορίες, ιδίως ως προς: τη χρονική στιγμή κατά την οποία της ανακοινώθηκε η απόφαση για τον γάμο, τον ρόλο και τη συμμετοχή συγκεκριμένων προσώπων, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκαν τα περιστατικά που επικαλέστηκε.

Ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παράσχει επαρκείς και συνεκτικές λεπτομέρειες, ικανές να θεμελιώσουν με σαφήνεια τον ισχυρισμό της, με αποτέλεσμα αυτός να μην κριθεί εσωτερικά αξιόπιστος.

Ως προς την εξωτερική αξιολόγηση, ο λειτουργός προέβη σε εξέταση των διαθέσιμων πληροφοριών χώρας καταγωγής (βλ.ερ.44-42 δ.φ.)αναφορικά με το φαινόμενο των πρόωρων ή εξαναγκαστικών γάμων στη Λιβερία. Στην Έκθεση–Εισήγηση καταγράφεται ότι, μολονότι από τις γενικές πληροφορίες προκύπτει πως τέτοιες πρακτικές υφίστανται σε ορισμένα κοινωνικά περιβάλλοντα, δεν κατέστη δυνατό να συνδεθούν οι γενικές αυτές πληροφορίες με την ατομική περίπτωση της Αιτήτριας, ούτε να επιβεβαιωθεί ότι η ίδια θα αντιμετώπιζε προσωπικά και άμεσα τέτοιο κίνδυνο. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός δεν κρίθηκε επαρκώς τεκμηριωμένος ούτε υπό το πρίσμα της εξωτερικής αξιοπιστίας.

Ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός που αξιολογήθηκε αφορούσε τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι η μητριά της ευθύνεται για τον θάνατο του αδελφού της. Κατά την εσωτερική αξιολόγηση του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να τον θεμελιώσει επαρκώς, ούτε να παρουσιάσει ένα συνεκτικό και πειστικό πραγματολογικό αφήγημα.

Ειδικότερα, οι σχετικές δηλώσεις της Αιτήτριας στηρίζονταν αποκλειστικά σε προσωπικές εκτιμήσεις, υποκειμενικές πεποιθήσεις και πληροφορίες που της μεταφέρθηκαν από τρίτα πρόσωπα, ιδίως από συγγενικά της πρόσωπα, χωρίς η ίδια να έχει άμεση γνώση των περιστάσεων του θανάτου. Η ίδια παραδέχθηκε ότι δεν γνωρίζει την ακριβή αιτία θανάτου του αδελφού της και ότι δεν διενεργήθηκε νεκροψία ή ιατροδικαστική εξέταση, γεγονός που καθιστά τον ισχυρισμό της εικαστικό.

Περαιτέρω, δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε αντικειμενικό ή επαληθεύσιμο στοιχείο προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού, όπως επίσημα έγγραφα, ιατρικές εκθέσεις ή άλλο αποδεικτικό υλικό. Αντιθέτως, από τις ίδιες τις δηλώσεις της Αιτήτριας προκύπτει ότι, παρόλο που φέρεται να διεξήχθη αστυνομική έρευνα κατόπιν αναφοράς συγγενικού της προσώπου, δεν εκδόθηκε οποιοδήποτε επίσημο πόρισμα ή αποτέλεσμα που να επιβεβαιώνει τις αιτιάσεις της.

Υπό τα δεδομένα αυτά, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που να μπορούν να γίνουν δεκτά στο πλαίσιο της εσωτερικής αξιολόγησης, αλλά σε εικασίες και μη επιβεβαιωμένες πληροφορίες, και ως εκ τούτου δεν πληροί τις απαιτήσεις εσωτερικής αξιοπιστίας.

Ως προς την εξωτερική αξιολόγηση, ο αρμόδιος λειτουργός ανέφερε ότι δεν εντοπίστηκαν πληροφορίες χώρας καταγωγής ή άλλα αντικειμενικά στοιχεία που να υποστηρίζουν τον ισχυρισμό περί στοχευμένης ανθρωποκτονίας ή πρακτικής που να συνδέεται με τα πρόσωπα που κατονομάστηκαν από την Αιτήτρια. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός κρίθηκε ότι αφορά ζήτημα καθαρά προσωπικής φύσεως, χωρίς επαρκή αντικειμενική τεκμηρίωση, και δεν έγινε αποδεκτός.

Κατά το στάδιο της αξιολόγησης του μελλοντικού κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε συνολική εκτίμηση, λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό της προφίλ, τους ουσιώδεις ισχυρισμούς που έγιναν αποδεκτοί, καθώς και τις διαθέσιμες και επικαιροποιημένες πληροφορίες χώρας καταγωγής.

Ειδικότερα, η αξιολόγηση στηρίχθηκε αποκλειστικά στα αποδεκτά πραγματικά στοιχεία της υπόθεσης, ήτοι την ταυτότητα της Αιτήτριας, το γενικό προσωπικό και κοινωνικό της προφίλ, καθώς και το γεγονός ότι είναι ενήλικη, άγαμη γυναίκα χωρίς τέκνα, υπήκοος Λιβερίας, με τόπο καταγωγής και τελευταίας διαμονής την πόλη Μονρόβια. Οι ισχυρισμοί που συνδέονταν με φερόμενες απειλές ή σοβαρά περιστατικά εις βάρος της εξετάστηκαν στο πλαίσιο της αξιολόγησης αξιοπιστίας και κρίθηκαν ως μη αποδεκτοί, και ως εκ τούτου δεν ελήφθησαν υπόψη κατά την εκτίμηση του κινδύνου.

Βάσει των ανωτέρω, και λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες χώρας καταγωγής αναφορικά με την κατάσταση ασφάλειας και τη θέση των γυναικών στη Λιβερία, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα (reasonable degree of likelihood) να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια, σε περίπτωση επιστροφής της, δίωξη ή σοβαρή βλάβη που να συνδέεται άμεσα και αιτιωδώς με κάποιον αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό της.

Περαιτέρω, σημειώθηκε ότι η γενική κατάσταση στη χώρα καταγωγής της, και ειδικότερα στη Μονρόβια, δεν χαρακτηρίζεται από συνθήκες γενικευμένης βίας ή αστάθειας τέτοιας έντασης που να καθιστούν κάθε άμαχο πολίτη, και δη πρόσωπο με το προφίλ της Αιτήτριας, αυτομάτως εκτεθειμένο σε πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο. Επιπλέον, δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια ανήκει σε κατηγορία προσώπων που, εκ του προφίλ τους και μόνο, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής τους.

Κατόπιν των ανωτέρω, ορθώς κρίθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται μελλοντικός κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια της εφαρμοστέας νομοθεσίας, στη βάση των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.

Κατόπιν της διαπίστωσης των πραγματικών περιστατικών και της αξιολόγησης του μελλοντικού κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη στη νομική υπαγωγή της υπόθεσης σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Προσφύγων Νόμου και της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, στηριζόμενος αποκλειστικά στους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς της Αιτήτριας.

Από τη νομική αξιολόγηση προέκυψε ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης, καθότι δεν διαπιστώθηκε πράξη δίωξης ούτε αιτιώδης σύνδεση με προστατευόμενο λόγο του άρθρου 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια ανήκει, βάσει των αποδεκτών χαρακτηριστικών της, σε ομάδα που εκτίθεται αυτοτελώς και συστηματικά σε δίωξη στη χώρα καταγωγής της.

Κατά συνέπεια, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς πρόσφυγα, εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας.

Ως προς το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε κατά πόσον, σε περίπτωση επιστροφής της στη Λιβερία, υφίσταται πραγματικός κίνδυνος να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως αυτή ορίζεται στην οικεία νομοθεσία. Με βάση την αξιολόγηση της γενικής κατάστασης ασφαλείας στη χώρα καταγωγής και την απουσία εξατομικευμένου κινδύνου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης συμπληρωματικής προστασίας.

Αξιολογώντας τα όσα έχουν ανωτέρω εκτεθεί, υπό το φως των εφαρμοστέων νομοθετικών διατάξεων, και μελετώντας επισταμένως τόσο την Έκθεση–Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και το σύνολο των ισχυρισμών της Αιτήτριας, όπως αυτοί προβλήθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία και εξετάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα.

Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό που αφορά τα προσωπικά στοιχεία, το γενικό προφίλ, καθώς και τη χώρα καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, το Δικαστήριο υιοθετεί πλήρως το συμπέρασμα του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, καθώς και τη σχετική θέση των Καθ’ ων η Αίτηση.

Οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίθηκαν συνεκτικές, σαφείς και ευλογοφανείς, ενώ υποστηρίζονται από τα προσκομισθέντα έγγραφα και επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου, καθώς και από τις διαθέσιμες αντικειμενικές πληροφορίες χώρας καταγωγής. Ειδικότερα, δεν αναδείχθηκαν αντιφάσεις ή ασάφειες που να πλήττουν την αξιοπιστία της ως προς την ταυτότητά της, την υπηκοότητά της, τον τόπο γέννησης και διαμονής της, την οικογενειακή της κατάσταση, καθώς και το μορφωτικό και κοινωνικό της υπόβαθρο.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η Αιτήτρια είναι υπήκοος της Δημοκρατίας της Λιβερίας, γεννηθείσα στη Μονρόβια, με το δηλωθέν προσωπικό και κοινωνικό προφίλ, και προχωρεί περαιτέρω στην εξέταση των λοιπών ουσιωδών ισχυρισμών της, όπως αυτοί προβλήθηκαν προς θεμελίωση του αιτήματός της για διεθνή προστασία.

Ως προς τον δεύτερο και τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, οι οποίοι εξετάζονται συνδυαστικά λόγω της μεταξύ τους πραγματικής και αιτιώδους συνάφειας, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τόσο τις δηλώσεις της Αιτήτριας κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και την αξιολόγηση που προέβη ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου στην Έκθεση–Εισήγησή του.

Ειδικότερα, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά την επίκληση εξαναγκασμού της Αιτήτριας σε γάμο με ηλικιωμένο άνδρα από τη μητριά της, ενώ ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά την αποδιδόμενη στη μητριά της ευθύνη για τον θάνατο του αδελφού της. Και οι δύο ισχυρισμοί αποδίδονται στο ίδιο πρόσωπο και προβάλλονται από την Αιτήτρια προς θεμελίωση του φόβου μελλοντικής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.

Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, κατά την εσωτερική αξιολόγηση των ισχυρισμών αυτών, ο αρμόδιος λειτουργός έλαβε υπόψη τις δηλώσεις της Αιτήτριας στο στάδιο της ελεύθερης αφήγησης καθώς και τις απαντήσεις της στις διευκρινιστικές ερωτήσεις, εστιάζοντας στη συνοχή, τη σαφήνεια και τη χρονική αλληλουχία των αναφερόμενων γεγονότων. Όπως ορθώς καταγράφεται στην Έκθεση–Εισήγηση, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παράσχει επαρκείς, συγκεκριμένες και συνεκτικές λεπτομέρειες αναφορικά με τα κρίσιμα περιστατικά που επικαλέστηκε, ενώ σε ορισμένα σημεία οι δηλώσεις της εμφάνιζαν ασάφειες ή αντιφάσεις.

Ειδικότερα, από το περιεχόμενο της συνέντευξης και την αποτύπωσή της στην Έκθεση–Εισήγηση προκύπτει ότι η Αιτήτρια, κατά την ελεύθερη αφήγησή της, παρέθεσε γενικές αναφορές ως προς τα περιστατικά που επικαλέστηκε, χωρίς να δύναται να προσδιορίσει με σαφήνεια κρίσιμα στοιχεία, όπως τον ακριβή χρόνο τέλεσης των γεγονότων, τη σειρά με την οποία αυτά έλαβαν χώρα, καθώς και τον συγκεκριμένο ρόλο και τη συμμετοχή των εμπλεκομένων προσώπων.

Κατά τη δε υποβολή διευκρινιστικών ερωτήσεων από τον αρμόδιο λειτουργό, η Αιτήτρια κλήθηκε επανειλημμένως να αποσαφηνίσει ουσιώδεις πτυχές των ισχυρισμών της, ιδίως ως προς τον τρόπο με τον οποίο της ανακοινώθηκε η απόφαση για τον γάμο, τις συνθήκες υπό τις οποίες φέρεται να εκδηλώθηκαν οι απειλές ή πιέσεις, καθώς και τη συχνότητα και ένταση των αναφερόμενων περιστατικών. Ωστόσο, οι απαντήσεις που παρείχε κρίθηκαν ελλιπείς, ασαφείς ή μεταβαλλόμενες, χωρίς να συνθέτουν μια συνεκτική και σαφώς προσδιορισμένη πραγματική βάση.

Περαιτέρω, όπως καταγράφεται στην Έκθεση–Εισήγηση, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να δώσει πειστικές εξηγήσεις ως προς επιμέρους ασυνέπειες που αναδείχθηκαν κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ούτε να τεκμηριώσει επαρκώς την αιτιώδη σύνδεση μεταξύ των επιμέρους περιστατικών που επικαλέστηκε και του φερόμενου φόβου της για μελλοντική βλάβη. Οι εν λόγω ασάφειες αφορούσαν, μεταξύ άλλων, τόσο τη χρονική διάρκεια της διαμονής της σε διαφορετικές οικίες όσο και τις περιστάσεις υπό τις οποίες φέρονται να έλαβαν χώρα συγκεκριμένα επεισόδια.

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η εσωτερική συνοχή των ισχυρισμών της Αιτήτριας, όπως αυτοί αποτυπώθηκαν στο σύνολο της συνέντευξης, δεν επαρκεί για να θεμελιώσει την αξιοπιστία τους ως προς τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται, γεγονός το οποίο ορθώς συνεκτιμήθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό κατά την αξιολόγηση των εν λόγω ισχυρισμών.

Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό περί ευθύνης της μητριάς της Αιτήτριας για τον θάνατο του αδελφού της, το Δικαστήριο σημειώνει ότι από το σύνολο των δηλώσεων της Αιτήτριας, όπως αυτές καταγράφηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία και αποτυπώθηκαν στον διοικητικό φάκελο, προκύπτει ότι οι σχετικές αναφορές της δεν εδράζονται σε άμεση και προσωπική γνώση των περιστάσεων του θανάτου, αλλά στηρίζονται κυρίως σε προσωπικές εκτιμήσεις, υποθέσεις και πληροφορίες που της μεταφέρθηκαν από τρίτα πρόσωπα.

Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια τον χρόνο, τον τόπο και τις ακριβείς συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε ο θάνατος του αδελφού της, ούτε να περιγράψει συγκεκριμένες ενέργειες ή περιστατικά που να καταδεικνύουν άμεση εμπλοκή της μητριάς της. Οι ισχυρισμοί της περιορίζονται σε γενικές αναφορές περί ευθύνης της τελευταίας, χωρίς να συνοδεύονται από συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα ή αντικειμενικά στοιχεία ικανά να τους προσδώσουν επαρκή αποδεικτική βαρύτητα.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο, η ίδια η Αιτήτρια ανέφερε ότι για τον εν λόγω θάνατο είχε διενεργηθεί αστυνομική έρευνα από τις αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής της, πλην όμως δεν προέκυψε οποιοδήποτε επίσημο πόρισμα ή συμπέρασμα που να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της περί εγκληματικής ενέργειας ή στοχευμένης πράξης εκ μέρους της μητριάς της. Ουδέν επίσημο έγγραφο, ιατροδικαστική έκθεση ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο προσκομίστηκε προς ενίσχυση των σχετικών αιτιάσεων.

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός παραμένει σε επίπεδο υποκειμενικής αντίληψης και εικασίας και δεν δύναται να θεωρηθεί επαρκώς τεκμηριωμένος, ούτε να ληφθεί υπόψη ως αξιόπιστο πραγματικό στοιχείο για τη θεμελίωση φόβου δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.

Ως προς την εξωτερική αξιολόγηση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής αναφορικά με κοινωνικές πρακτικές, όπως οι πρόωροι ή εξαναγκαστικοί γάμοι, καθώς και γενικότερες συνθήκες στη Λιβερία. Εντούτοις, ορθώς επισημάνθηκε ότι οι γενικές αυτές πληροφορίες δεν επαρκούν, αφ’ εαυτών, για να θεμελιώσουν εξατομικευμένο και προσωπικό κίνδυνο για την Αιτήτρια, ελλείψει αξιόπιστης σύνδεσης των γενικών δεδομένων με τα συγκεκριμένα περιστατικά που η ίδια επικαλείται.

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, το Δικαστήριο συμφωνεί με το συμπέρασμα του αρμόδιου λειτουργού ότι οι δεύτερος και τρίτος ουσιώδεις ισχυρισμοί δεν κατέστη δυνατό να θεμελιωθούν επαρκώς, ούτε από πλευράς εσωτερικής ούτε από πλευράς εξωτερικής αξιοπιστίας. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν δύνανται να ληφθούν υπόψη προς θεμελίωση βάσιμου φόβου δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι, σύμφωνα με τη μεθοδολογία της EUAA[1], η αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας επικεντρώνεται στην ύπαρξη ενός σαφούς, συνεκτικού και ευλογοφανούς αφηγήματος, ιδίως ως προς τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που προβάλλονται προς θεμελίωση ισχυρισμού περί δίωξης ή σοβαρής βλάβης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει τόσο από το περιεχόμενο της συνέντευξης όσο και από την Έκθεση–Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, οι δεύτερος και τρίτος ουσιώδεις ισχυρισμοί της Αιτήτριας χαρακτηρίζονται από γενικόλογες αναφορές, απουσία συγκεκριμένων και επαληθεύσιμων στοιχείων, καθώς και από ασάφειες και ανακολουθίες ως προς κρίσιμες πτυχές των επικαλούμενων περιστατικών.

Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να προσδιορίσει με επαρκή σαφήνεια τη χρονική αλληλουχία των επικαλούμενων γεγονότων, τον συγκεκριμένο τρόπο εκδήλωσης των φερόμενων πιέσεων ή απειλών, ούτε να τεκμηριώσει κατά τρόπο πειστικό και συνεκτικό τη σύνδεση των επιμέρους περιστατικών με τον προβαλλόμενο φόβο μελλοντικής βλάβης, υπό το πρίσμα κάποιου εκ των λόγων που απαριθμούνται στο άρθρο 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό περί ευθύνης της μητριάς της για τον θάνατο του αδελφού της, οι δηλώσεις της στηρίζονται σε υποκειμενικές εκτιμήσεις και πληροφορίες τρίτων, χωρίς άμεση γνώση των περιστάσεων και χωρίς προσκόμιση αντικειμενικών ή επαληθεύσιμων αποδεικτικών στοιχείων.

Υπό τα δεδομένα αυτά, και συμφωνώντας πλήρως με την τεκμηριωμένη αξιολόγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν πληρούν τις απαιτήσεις εσωτερικής αξιοπιστίας, κλονίζουν τον πυρήνα του αφηγήματος της Αιτήτριας και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να γίνουν αποδεκτοί ως αξιόπιστη πραγματική βάση για τη θεμελίωση αιτήματος διεθνούς προστασίας.

Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου [Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί], το βάρος απόδειξης φέρει καταρχάς ο αιτών διεθνή προστασία, ο οποίος υποχρεούται να υποστηρίξει την αίτησή του με όλα τα έγγραφα και στοιχεία που έχει στη διάθεσή του και, εν γένει, να συνδράμει την Υπηρεσία Ασύλου στην εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσής του. Όπως έχει παγίως νομολογηθεί, ο αιτών οφείλει να καταβάλει ειλικρινή και ουσιαστική προσπάθεια να θεμελιώσει την αφήγησή του περί δίωξης στη χώρα καταγωγής του, ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. βλ. WILLIAM CRISANTHA MAL FRANCIS KARUNARATHNA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α, Υπόθεση Αρ. 1875/2008, 1 Μαρτίου 2010).

Κατά την διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, καθοριστικό ρόλο παίζει η αξιοπιστία ενός αιτούντος άσυλο. Προς τούτο τονίζω ότι ο όρος «αξιοπιστία» δεν ορίζεται από το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου. Η χρήση του όρου, από το άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο (ε) της οδηγίας 2011/95/EE αναφέρεται στη γενική αξιοπιστία ενός αιτούντος, αλλά αυτό είναι στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου κανόνα που διέπει τη μη επιβεβαίωση πτυχών των δηλώσεων του αιτούντος. Κατά συνέπεια, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας αφορά τη διαδικασία έρευνας για το εάν το σύνολο ή μέρος των δηλώσεων του αιτούντος ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν από αυτόν σχετικά με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς (material facts) μπορούν να γίνουν δεκτά προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο Αιτητής εμπίπτει στις προϋποθέσεις παραχώρησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

Αυτή η αξιολόγηση μπορεί να περιλαμβάνει την επαλήθευση εάν οι δηλώσεις του αιτούντος είναι συνεπείς, επαρκώς λεπτομερείς, εύλογες και συμβατές με τα έγγραφά του, τις πηγές πληροφόρησης και κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο που αποκτήθηκε. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας δεν σημαίνει ότι σε όλες τις περιπτώσεις ο υπεύθυνος λήψης αποφάσεων θα προβεί σε επαλήθευση και θα καταλήξει με απόλυτη βεβαιότητα αναφορικά με την αλήθεια των δηλώσεων του αιτούντος. Η Ύπατη Αρμοστεία έχει ορίσει την αξιοπιστία ως εξής: «Ο αιτών άσυλο κρίνεται αξιόπιστος, όταν έχει προβάλει ισχυρισμούς που παρουσιάζουν συνοχή και είναι εύλογοι, που δεν είναι αντιφατικοί με τα κοινά τοις πάσι γεγονότα και κατά συνέπεια μπορεί να οδηγήσουν τον υπεύθυνο της συνέντευξης στη δημιουργία πεποίθησης για το βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης που εκφράζει.». Η ως άνω προσέγγιση υιοθετήθηκε και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Υπόθεση JK και Others v Sweden, αριθμός αίτησης 59166/12, Παρ. 53.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», αναφέρεται στην σελίδα 98, παράγραφος 4.5.3 ότι σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να γίνεται μια αντικειμενική και ισορροπημένη στάθμιση του κατά πόσον οι ισχυρισμοί του αιτητή αντικατοπτρίζουν αυτό που θα ήταν εύλογα αναμενόμενο από κάποιον με τις περιστάσεις του ο οποίος εκφράζει δια τούτων μια αληθινή προσωπική εμπειρία («Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.»). Περαιτέρω, στην προηγούμενη σελίδα του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι είναι γενικά εύλογο να αναμένεται ότι αίτημα θα πρέπει να παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και με επαρκείς λεπτομέρειες αλλιώς οι ελλείψεις αυτές στις λεπτομέρειες μπορεί να συνιστούν έλλειψη σχετικών στοιχείων («Η μη επαρκής παροχή λεπτομερειών μπορεί επίσης να ισοδυναμεί με αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) ως έλλειψη «λυσιτελών στοιχείων». 

Ακολούθως, κατά την απόφαση του ΔΕΕ, C – 277/11 M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, αποφ. ημερ. 22/11/2012 η αξιολόγηση μιας αίτησης διεθνούς προστασίας πρέπει να πραγματοποιείται σε δύο αυτοτελή στάδια: «Το πρώτο στάδιο αφορά τη διαπίστωση της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν τη βασιμότητα της αιτήσεως, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά τη νομική εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, προκειμένου να αποφασισθεί αν πληρούνται, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 9 και 10 ή 15 της οδηγίας 2004/83 για την παροχή διεθνούς προστασίας.» Η εξακρίβωση των πραγματικών (ή ουσιωδών) περιστατικών είναι ύψιστης σημασίας για την αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου που δύναται να αντιμετωπίσει ο εκάστοτε αιτών, εφόσον από αυτά θα προκύψουν γεγονότα που πιθανόν να τεκμηριώνουν παρελθούσα δίωξη ή γεγονότα που στην συνολική αξιολόγηση της αίτησης είναι καθοριστικά για μελλοντική δίωξη. 

Ενόψει των ανωτέρω, και στη βάση της συνολικής στάθμισης των δηλώσεων της Αιτήτριας, των τεκμηρίων που προσκομίστηκαν, καθώς και της εικόνας που η ίδια παρουσίασε κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας και της προσωπικής της συνέντευξης, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί που συνδέονται με τον πυρήνα του αιτήματός της για διεθνή προστασία, πλην εκείνου που αφορά την ταυτότητα, το γενικό προφίλ και τη χώρα καταγωγής της, δεν πληρούν τα κριτήρια εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας.

Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν κατέστησε δυνατή την ανάδειξη μιας συνεκτικής, σαφούς και λογικά συνεπούς αφήγησης ως προς τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε προς θεμελίωση φόβου δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Οι δηλώσεις της χαρακτηρίζονται από γενικόλογες αναφορές, ελλείψεις σε ουσιώδεις λεπτομέρειες και αδυναμία παροχής πειστικών εξηγήσεων για τις ασάφειες και τις ανακολουθίες που αναδείχθηκαν κατά τη διαδικασία των διευκρινιστικών ερωτήσεων.

Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν επιβεβαίωσε, μέσω αξιόπιστων στοιχείων ή συγκεκριμένων πραγματικών δεδομένων, ότι υπήρξε στο παρελθόν ή ότι ενδέχεται να καταστεί στο μέλλον αντικείμενο δίωξης ή σοβαρής βλάβης λόγω των περιστατικών που επικαλέστηκε. Οι ισχυρισμοί της, ιδίως ως προς τον φερόμενο εξαναγκασμό σε γάμο και την αποδιδόμενη στη μητριά της ευθύνη για τον θάνατο του αδελφού της, δεν υποστηρίχθηκαν από αντικειμενικά, επαληθεύσιμα στοιχεία ούτε κατέστη δυνατό να συνδεθούν πειστικά με τις γενικές πληροφορίες χώρας καταγωγής.

Υπό τις περιστάσεις αυτές, η κρίση περί αναξιοπιστίας των εν λόγω ισχυρισμών, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τη Διοίκηση και αποτυπώθηκε στην Έκθεση–Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, κρίνεται ορθή, επαρκώς αιτιολογημένη και εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας που αναγνωρίζεται στο πλαίσιο του άρθρου 16 του Ν. 6(Ι)/2000.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν δύναται να γίνει δεκτό πως η Αιτήτρια πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας βάσει των ισχυρισμών που προέβαλε και αξιολογήθηκαν ως ουσιώδεις. Η ελλιπής και ασυνεπής αφήγηση, σε συνδυασμό με την απουσία επαρκώς τεκμηριωμένου και αιτιολογημένου φόβου δίωξης ή σοβαρής βλάβης, οδηγεί στην απόρριψη του αιτήματος διεθνούς προστασίας στο στάδιο του ελέγχου αξιοπιστίας.

Γενικά, είναι εύλογο να αναμένεται ότι μια αίτηση διεθνούς προστασίας θα παρουσιάζεται με πληρότητα και επαρκή λεπτομέρεια, τουλάχιστον ως προς τα καθοριστικά γεγονότα που την στηρίζουν. Σύμφωνα με το άρθρο 4(1) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το βάρος της απόδειξης φέρει πρωτίστως ο αιτητής, ο οποίος οφείλει να προσκομίσει όλα τα απαραίτητα στοιχεία που διαθέτει για να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, ενώ τυχόν ελλιπείς ή ασαφείς αναφορές στις ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης συνιστούν, κατά την έννοια του άρθρου 4(5)(β), «έλλειψη σχετικών στοιχείων».

Στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τα προσωπικά δεδομένα της Αιτήτριας – ενήλικη γυναίκα, με ολοκληρωμένη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, γνώση της αγγλικής γλώσσας, χωρίς να προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο οποιαδήποτε διάγνωση ή ένδειξη σοβαρής ψυχοκοινωνικής ευαλωτότητας που να επηρεάζει ουσιωδώς την ικανότητά της να αφηγηθεί τα βιώματά της – θα ήταν εύλογα αναμενόμενο να είναι σε θέση να παρουσιάσει με σαφήνεια, συνοχή και επαρκή πραγματολογική ακρίβεια την προσωπική εμπειρία που επικαλείται προς θεμελίωση του αιτήματός της για διεθνή προστασία.

Εντούτοις, όπως προκύπτει από το σύνολο των δηλώσεών της κατά τη διοικητική διαδικασία και τη συνέντευξη, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να αποδώσει τα κρίσιμα περιστατικά με τρόπο που να αντανακλά βιωματική εμπειρία, ούτε να παράσχει συγκεκριμένες και σταθερές λεπτομέρειες ως προς τον χρόνο, τον τόπο και τις συνθήκες τέλεσής τους. Η αδυναμία αυτή συνεκτιμήθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό και, εν συνεχεία, από το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης της αξιοπιστίας των ουσιωδών ισχυρισμών της.

Η αφήγηση της Αιτήτριας, υπό το πρίσμα αυτό, δεν απέδωσε την απαιτούμενη εντύπωση αυθεντικής και βιωματικής προσωπικής εμπειρίας, όπως θα ήταν εύλογα αναμενόμενο από πρόσωπο που φέρεται να έχει υποστεί σοβαρές παραβιάσεις των δικαιωμάτων του, όπως εξαναγκασμό σε γάμο ή απειλές κατά της ζωής του. Όπως επισημαίνεται και στο εγχειρίδιο του EASO (σελ. 98, παρ. 4.5.3), απαιτείται «ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του κατά πόσον η αφήγηση του αιτούντος αντανακλά εκείνη που θα αναμενόταν από κάποιον στην προσωπική του θέση, ο οποίος αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία». Στην προκειμένη περίπτωση, η απουσία επαρκούς βιωματικής αποτύπωσης, η γενικότητα των αναφορών και η αδυναμία παροχής συγκεκριμένων και σταθερών λεπτομερειών, σε συνδυασμό με ασάφειες ως προς τον χρόνο, τον τρόπο και τις περιστάσεις των φερόμενων περιστατικών, υπονομεύουν την αξιοπιστία των ισχυρισμών της.

Κατά συνέπεια, η κρίση της Διοίκησης περί μη αποδοχής των σχετικών ισχυρισμών ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστων παρίσταται σύννομη και επαρκώς αιτιολογημένη. Η Αιτήτρια, μολονότι διέθετε το γνωστικό και μορφωτικό υπόβαθρο, καθώς και την ικανότητα επικοινωνίας στη γλώσσα της διαδικασίας, ώστε να διατυπώσει με σαφήνεια τα πραγματικά της βιώματα, δεν κατόρθωσε να καταβάλει ειλικρινή και συστηματική προσπάθεια προς στήριξη των ισχυρισμών της ούτε να θεμελιώσει εξατομικευμένο και αντικειμενικά επαληθεύσιμο φόβο δίωξης ή σοβαρής βλάβης στη χώρα καταγωγής της, κατά τρόπο που να πληροί τις προϋποθέσεις της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. βλ. William Crisantha Mal Francis Karunarathna ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. αρ. 1875/2008, ημερ. 1.3.2010· Farhan Khalil ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. αρ. 1119/2009, ημερ. 31.1.2012· UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status).

Ο βασικός λόγος για τον οποίο απορρίπτεται η αίτηση διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας είναι η μη απόδειξη της εσωτερικής αξιοπιστίας των κεντρικών της ισχυρισμών και η συνακόλουθη απουσία αληθοφάνειας ως προς τα φερόμενα περιστατικά. Όπως προκύπτει από την ανάλυση της συνέντευξης και του διοικητικού φακέλου, οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας πάσχουν σε επίπεδο λογικής συνοχής, λεπτομέρειας και προσωπικής εμπειρικής αποτύπωσης, ενώ εντοπίζονται ουσιώδεις ασάφειες και ελλείψεις ως προς τον τρόπο, τον χρόνο και τον φορέα της φερόμενης δίωξης. Ελλείψει πειστικής και αξιόπιστης θεμελίωσης, δεν δύναται να τύχει εφαρμογής η αρχή του ευεργετήματος της αμφιβολίας, όπως αυτή περιγράφεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου του Ύπατου Αρμοστή του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, καθόσον προϋποθέτει προηγούμενη διαπίστωση γενικής αξιοπιστίας του αιτούντος, βάσει συνεκτικής αφήγησης και ουσιαστικής συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η διοικητική διαδικασία πληρούσε τις επιταγές της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και του άρθρου 18(3)(α) του Περί Προσφύγων Νόμου, καθότι η Αιτήτρια κλήθηκε να απαντήσει σε ανοικτές και στοχευμένες ερωτήσεις με σκοπό την πλήρη διερεύνηση των ουσιωδών ισχυρισμών της. Ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε αναλυτική εξέταση κάθε ισχυρισμού ξεχωριστά, αντιπαρέβαλε τις δηλώσεις της με επικαιροποιημένες πληροφορίες χώρας καταγωγής και της παρείχε επανειλημμένες ευκαιρίες να διευκρινίσει ή να συμπληρώσει τις αναφορές της.

Εντούτοις, ορθώς κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας στερούνται της απαιτούμενης εσωτερικής συνοχής και δεν φέρουν τα χαρακτηριστικά αφήγησης που απορρέει από πραγματική βιωματική εμπειρία. Η απουσία στοιχείων περί εξατομικευμένου κινδύνου από συγκεκριμένο φορέα δίωξης, σε συνδυασμό με την έλλειψη αντικειμενικών αποδεικτικών στοιχείων, δεν επιτρέπουν τη διαπίστωση βάσιμου φόβου δίωξης ή σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια των άρθρων 2(δ), 9, 10 και 15 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Κατά συνέπεια, η κρίση της Διοίκησης ως προς την αξιοπιστία και την επάρκεια των ισχυρισμών της Αιτήτριας συνάδει με την πάγια νομολογία, σύμφωνα με την οποία είναι θεμιτή η απόρριψη αίτησης διεθνούς προστασίας όταν η αξιοπιστία του αιτούντος έχει ουσιωδώς κλονιστεί και δεν τεκμηριώνεται εξατομικευμένος και αντικειμενικά επαληθεύσιμος κίνδυνος. βλ. Edward Eskandaz ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, Υπ. Αρ. 1673/2010, 4.7.2013· Amiri (2009) 3 ΑΑΔ 358· Khalil ν. Δημοκρατίας, Υπ. Αρ. 466/2010, 28.9.2012).

Περαιτέρω, το Δικαστήριο σημειώνει ότι τα επικαλούμενα περιστατικά, όπως αυτά περιγράφηκαν από την Αιτήτρια, αφορούν κατ’ ουσίαν ενδοοικογενειακές εντάσεις και ιδιωτική διαφορά με συγγενικά της πρόσωπα. Τέτοια περιστατικά, ακόμη και εάν γίνουν δεκτά ως αληθή, δεν συνιστούν αφ’ εαυτών πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3Α του Περί Προσφύγων Νόμου, ελλείψει στοιχείων που να καταδεικνύουν συστηματική, σοβαρή και στοχευμένη παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων για λόγους που εμπίπτουν στους προστατευόμενους λόγους της Σύμβασης της Γενεύης.

Επιπροσθέτως, δεν τεκμηριώθηκε ότι οι φερόμενες πράξεις αποδίδονται σε κρατικό φορέα ή σε μη κρατικό φορέα έναντι του οποίου το κράτος καταγωγής αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να παράσχει επαρκή προστασία, όπως απαιτείται από το άρθρο 6 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας εντάσσονται στο πλαίσιο ιδιωτικής διαφοράς και δεν δύνανται να θεμελιώσουν διεθνή προστασία.

Περαιτέρω, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια στερήθηκε ή θα στερηθεί, σε περίπτωση επιστροφής της, της δυνατότητας προσφυγής στις αρμόδιες κρατικές αρχές για την παροχή προστασίας. Αντιθέτως, από τις ίδιες τις δηλώσεις της προκύπτει ότι απευθύνθηκε στις αστυνομικές αρχές της χώρας καταγωγής της, οι οποίες προέβησαν σε διερεύνηση των καταγγελλόμενων περιστατικών, χωρίς ωστόσο να προκύψει επίσημο πόρισμα που να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της.

Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν τεκμηριώνεται ότι το κράτος καταγωγής της Αιτήτριας είναι απρόθυμο ή ανίκανο να της παράσχει προστασία έναντι πράξεων που αποδίδονται σε ιδιώτες, όπως απαιτείται από το άρθρο 6 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Η απουσία αποτελέσματος ευνοϊκού για την ίδια από την αστυνομική διερεύνηση δεν ισοδυναμεί, αφ’ εαυτής, με έλλειψη κρατικής προστασίας.

Κατά συνέπεια, ακόμη και αν οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας εξετάζονταν υπό το πρίσμα ιδιωτικής διαφοράς, δεν προκύπτει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση φόβου δίωξης ή σοβαρής βλάβης λόγω αδυναμίας ή άρνησης του κράτους να παρέμβει.

Προχωρώντας σε ό,τι αφορά την πιθανότητα να υποστεί ο Αιτητής δίωξη, το στοιχείο του «βάσιμου» στον ορισμό του πρόσφυγα συνιστά πρωτίστως ζήτημα πραγματολογικής εκτίμησης κινδύνου. Η εν λόγω εκτίμηση λαμβάνει υπόψη τόσο την ατομική του κατάσταση όσο και τις επικρατούσες συνθήκες στη χώρα καταγωγής του, όπως αυτές αποτυπώνονται σε επίκαιρες και αξιόπιστες πληροφορίες. Ειδικότερα, αξιολογείται εάν, κατά τον χρόνο λήψης της παρούσας απόφασης, συντρέχει τρέχων και αντικειμενικά βάσιμος φόβος δίωξης, και περαιτέρω εάν η πιθανότητα υλοποίησης του φόβου αυτού είναι πραγματική υπό το πρίσμα μιας μελλοντοστραφούς προσέγγισης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4(3) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ.

Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι διαθέτει πρόσβαση σε ακριβείς, συγκρίσιμες και επικαιροποιημένες πληροφορίες για την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, προέβη σε αυτεπάγγελτη έρευνα στη βάση της υποχρέωσης του άρθρου 10(4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, συνεκτιμήθηκαν πηγές πληροφόρησης διεθνών οργανισμών, ανεξάρτητων οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και έγκυρων βάσεων δεδομένων, προς σχηματισμό πλήρους και αντικειμενικής εικόνας αναφορικά με τον βαθμό ενδεχόμενης έκθεσης του Αιτητή σε δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

Στο πλαίσιο της ως άνω αυτεπάγγελτης έρευνας, το Δικαστήριο εξέτασε, πρώτον, το ζήτημα των εξαναγκαστικών ή πρόωρων γάμων στη Λιβερία και, δεύτερον, το κατά πόσον πρακτικές ιδιωτικού χαρακτήρα, όταν αποδίδονται σε ιδιώτες, συνοδεύονται από έλλειψη αποτελεσματικής κρατικής προστασίας.

Από τις διαθέσιμες, αξιόπιστες και επικαιροποιημένες πληροφορίες χώρας καταγωγής, όπως αυτές προκύπτουν από εκθέσεις της EUAA (πρώην EASO), της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR)[2], της UNICEF[3][4], καθώς και από τις ετήσιες εκθέσεις του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών (U.S. Department of State – Human Rights Reports)[5][6], προκύπτει ότι οι εξαναγκαστικοί ή πρόωροι γάμοι εξακολουθούν να υφίστανται στη Λιβερία, ιδίως σε αγροτικές ή παραδοσιακές κοινότητες και σε περιβάλλοντα όπου επικρατούν έντονα εθιμικά πρότυπα.[7]

Ωστόσο, οι ίδιες πηγές καταδεικνύουν ότι το φαινόμενο αυτό δεν λαμβάνει χώρα κατά τρόπο γενικευμένο ή συστηματικό σε εθνικό επίπεδο, ούτε αφορά αδιακρίτως όλες τις γυναίκες. Αντιθέτως, συνδέεται με συγκεκριμένα κοινωνικά, οικογενειακά και τοπικά χαρακτηριστικά, τα οποία απαιτούν εξατομικευμένη τεκμηρίωση προκειμένου να στοιχειοθετηθεί προσωπικός κίνδυνος.

Περαιτέρω, από τις πληροφορίες της EUAA και της UNICEF προκύπτει ότι η λιβεριανή έννομη τάξη προβλέπει ρητή απαγόρευση των εξαναγκαστικών γάμων και περιλαμβάνει ποινικές διατάξεις για την προστασία των γυναικών και των ανηλίκων, ενώ παράλληλα λειτουργούν κρατικοί και ημικρατικοί μηχανισμοί προστασίας θυμάτων έμφυλης βίας. Υπό τα δεδομένα αυτά, παρά τις υφιστάμενες πρακτικές δυσχέρειες στην εφαρμογή του θεσμικού πλαισίου, δεν προκύπτει γενικευμένη ή συστηματική αδυναμία του κράτους να παρέχει προστασία. Αντιθέτως, υφίστανται ρητές νομοθετικές απαγορεύσεις, ποινικές διατάξεις με αυστηρές κυρώσεις, εξειδικευμένες δικαστικές δομές, κρατικά καταφύγια, καθώς και μηχανισμοί παραπομπής και υποστήριξης θυμάτων. Οι διαπιστούμενες αδυναμίες αφορούν κυρίως ζητήματα επάρκειας πόρων και εκπαίδευσης και δεν συνιστούν ένδειξη απουσίας πολιτικής βούλησης ή θεσμικών δομών προστασίας.[8][9][10]

Ως προς τον ισχυρισμό περί ιδιωτικής διαφοράς με συγγενικό πρόσωπο και ενδεχόμενης απουσίας κρατικής προστασίας, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες χώρας καταγωγής της EUAA, του UNHCR και του U.S. Department of State, τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας ή απειλών από ιδιώτες στη Λιβερία εμπίπτουν, κατ’ αρχήν, στην αρμοδιότητα των κρατικών αρχών επιβολής του νόμου.

Περαιτέρω, σε συνδυασμό με τα πορίσματα του risk assessment της Έκθεσης–Εισήγησης, οι σχετικές πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν καταγράφουν γενικευμένη πρακτική ανοχής ούτε πλήρη ή συστηματική αδυναμία των αρμόδιων αρχών να επέμβουν σε περιπτώσεις ιδιωτικών ή ενδοοικογενειακών διαφορών. Ομοίως, δεν τεκμηριώνεται ότι γυναίκες στη Λιβερία στερούνται, λόγω φύλου, πρόσβασης σε κρατική προστασία.

Αντιθέτως, από τις ίδιες πηγές προκύπτει ότι υφίστανται διαθέσιμα ένδικα και διοικητικά μέσα προστασίας, καθώς και αρμόδιοι κρατικοί μηχανισμοί στους οποίους δύνανται να αποταθούν τα θύματα, έστω και αν η αποτελεσματικότητα των μέσων αυτών δεν είναι πάντοτε ομοιόμορφη σε ολόκληρη την επικράτεια. Οι διαπιστούμενες αδυναμίες συνδέονται κυρίως με πρακτικά και λειτουργικά ζητήματα εφαρμογής και δεν συνιστούν ένδειξη γενικευμένης κρατικής αδυναμίας ή απροθυμίας παροχής προστασίας..[11][12]

Περαιτέρω, σύμφωνα με την Έκθεση της EUAA (Ιούλιος 2024), δεν τεκμηριώνεται γενικευμένη πρακτική ανοχής εκ μέρους των λιβεριανών αρχών έναντι πράξεων έμφυλης βίας ή ιδιωτικών διαφορών. Αντιθέτως, από τις διαθέσιμες πληροφορίες προκύπτει ότι υφίσταται θεσμικό και νομοθετικό πλαίσιο ποινικοποίησης των σχετικών πράξεων, καθώς και μηχανισμοί διερεύνησης και ποινικής δίωξης, οι οποίοι ενεργοποιούνται, έστω και με περιορισμένη αποτελεσματικότητα.

Οι ίδιες πηγές επισημαίνουν ότι η πρακτική εφαρμογή του πλαισίου αυτού αντιμετωπίζει σοβαρές δυσχέρειες, όπως ελλείψεις πόρων, καθυστερήσεις στη δικαιοσύνη, χαμηλά ποσοστά καταγγελιών λόγω κοινωνικού στίγματος ή φόβου αντιποίνων, καθώς και περιορισμένη καταδικαστική αποτελεσματικότητα. Ωστόσο, οι δυσχέρειες αυτές δεν συνιστούν ένδειξη πλήρους ή συστηματικής αδυναμίας του κράτους να παρέχει προστασία, αλλά αφορούν κυρίως λειτουργικές και πρακτικές ελλείψεις.

Επιπλέον, δεν προκύπτει από τις πληροφορίες χώρας καταγωγής ότι οι γυναίκες στερούνται, λόγω φύλου, πρόσβασης σε κρατική προστασία. Αντιθέτως, από το ισχύον νομικό πλαίσιο και από κοινωνικές έρευνες, όπως εκείνες του Afrobarometer, προκύπτει ότι σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού θεωρεί ότι οι αρχές, και ιδίως η αστυνομία, αντιμετωπίζουν σοβαρά καταγγελίες έμφυλης βίας, παρά τις διαπιστούμενες αδυναμίες στην πράξη.[13].

Περαιτέρω, σύμφωνα με το U.S. Department of State, 2023 Human Rights Report, η λιβεριανή έννομη τάξη ποινικοποιεί την ενδοοικογενειακή βία και τον βιασμό, ενώ προβλέπει τη λειτουργία εξειδικευμένων μηχανισμών αντιμετώπισης περιστατικών έμφυλης βίας, όπως η Women and Children Protection Section (WACPS) της αστυνομίας και το ειδικό δικαστήριο Court E. Οι ίδιες πηγές επισημαίνουν ότι η εφαρμογή του σχετικού πλαισίου παραμένει προβληματική και μη ομοιόμορφη, κυρίως λόγω περιορισμένων πόρων, καθυστερήσεων στη δικαιοσύνη και ανεπαρκούς επιβολής, ιδίως σε αγροτικές περιοχές.

Εντούτοις, δεν τεκμηριώνεται συστηματική άρνηση ή πλήρης αδυναμία των αρχών να παρέχουν προστασία. Αντιθέτως, καταγράφονται συλλήψεις, ποινικές διώξεις και παροχή υπηρεσιών υποστήριξης θυμάτων, με ενδεικτική την καταγραφή 1.975 υποθέσεων έμφυλης βίας κατά το έτος 2022, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι αρμόδιοι κρατικοί μηχανισμοί ενεργοποιούνται, έστω και με περιορισμένη αποτελεσματικότητα)[14]

Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση, δεν προκύπτει από τις αντικειμενικές και επικαιροποιημένες πληροφορίες χώρας καταγωγής ότι η Αιτήτρια, λόγω των περιστάσεων που επικαλείται, θα στερείτο πλήρως ή κατ’ ουσίαν αποτελεσματικής κρατικής προστασίας. Περαιτέρω, από τον διοικητικό φάκελο προκύπτει ότι η ίδια ανέφερε προηγούμενη εμπλοκή των αστυνομικών αρχών σε συναφές ζήτημα, χωρίς ωστόσο να τεκμηριώνεται πλήρης αδράνεια, άρνηση παρέμβασης ή απροθυμία παροχής προστασίας εκ μέρους των αρμόδιων αρχών.

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι γενικές πληροφορίες χώρας καταγωγής, σε συνδυασμό με το προσωπικό προφίλ και τους αποδεκτούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας, δεν επιβεβαιώνουν την ύπαρξη εξατομικευμένου, πραγματικού και αντικειμενικά βάσιμου κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στη Λιβερία, ούτε στοιχειοθετούν έλλειψη αποτελεσματικής κρατικής προστασίας σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε.

Το Δικαστήριο, στη βάση των αποδεκτών στοιχείων της παρούσας υπόθεσης, ήτοι της ταυτότητας, του προσωπικού προφίλ και της χώρας καταγωγής της Αιτήτριας, κρίνει ότι δεν προκύπτει οποιοσδήποτε εξατομικευμένος και βάσιμος ισχυρισμός ικανός να θεμελιώσει φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.

Η Αιτήτρια είναι ενήλικη υπήκοος της Λιβερίας, άγαμη, άτεκνη, χριστιανή, με τόπο γέννησης και τελευταίας διαμονής τη Μονρόβια. Από τον διοικητικό φάκελο προκύπτει ότι έχει ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, διαθέτει βασικό μορφωτικό και κοινωνικό υπόβαθρο και δεν περιέγραψε οποιαδήποτε μακροχρόνια ή συστηματική παραβίαση των δικαιωμάτων της κατά την παραμονή της στη χώρα καταγωγής της, πέραν των ισχυρισμών που εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστοι.

Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια στερείται παντελώς οικογενειακών ή κοινωνικών δεσμών στη χώρα καταγωγής της. Αντιθέτως, προκύπτει ότι διατηρεί οικογενειακό περιβάλλον και δεν τεκμηριώθηκε ότι βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους κοινωνικής απομόνωσης ή αδυναμίας επανένταξης.

Επιπλέον, από την αξιολόγηση που διενεργήθηκε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε ιδιαίτερη ευαλωτότητα της Αιτήτριας, σωματικής ή ψυχικής φύσεως, η οποία να επηρεάζει ουσιωδώς την ικανότητά της να διαβιώσει στη χώρα καταγωγής της ή να αυξάνει, καθ’ εαυτήν, τον κίνδυνο έκθεσής της σε πράξεις δίωξης.

Οι ισχυρισμοί που συνδέθηκαν με φόβο δίωξης – ήτοι ο φερόμενος εξαναγκασμός σε γάμο και η αποδιδόμενη σε συγγενικό πρόσωπο ευθύνη για σοβαρά περιστατικά – έτυχαν πλήρους και ενδελεχούς αξιολόγησης από τη Διοίκηση και κρίθηκαν, ορθώς, ως εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστοι. Κατά συνέπεια, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά το στάδιο της εκτίμησης του κινδύνου, το οποίο οφείλει να στηρίζεται αποκλειστικά σε αποδεκτά πραγματικά περιστατικά.

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, και λαμβάνοντας υπόψη τόσο το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας όσο και τις επικρατούσες συνθήκες στη χώρα καταγωγής της, όπως αυτές προκύπτουν από τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται τρέχων, πραγματικός και αντικειμενικά βάσιμος φόβος δίωξης, κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης και των εφαρμοστέων διατάξεων της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ

Κατά συνέπεια, στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών, δεν πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την υπαγωγή της Αιτήτριας σε καθεστώς πρόσφυγα.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον, βάσει των αποδεκτών στοιχείων του προφίλ της Αιτήτριας και των ισχυρισμών που η ίδια προώθησε, υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Λιβερία, θα αντιμετωπίσει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 19(2) του Περί Προσφύγων Νόμου.

Ειδικότερα, ως προς τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των άρθρων 19(2)(α) και (β), ήτοι κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, καθώς και κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου δεν τεκμηριώνεται παρελθούσα σοβαρή βλάβη, ούτε προκύπτει ότι η Αιτήτρια έχει στοχοποιηθεί ή ενδέχεται να στοχοποιηθεί στο μέλλον από οποιονδήποτε κρατικό ή μη κρατικό φορέα.

Όπως έχει παγίως νομολογηθεί, για την εφαρμογή των άρθρων 19(2)(α) και (β) απαιτείται υψηλός βαθμός εξατομίκευσης του επικαλούμενου κινδύνου, καθώς και επαρκής σύνδεση μεταξύ του προσωπικού προφίλ του αιτούντος και της πιθανολογούμενης σοβαρής βλάβης. Στην προκειμένη περίπτωση, οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας που συνδέθηκαν με φερόμενες απειλές ή σοβαρά περιστατικά κρίθηκαν εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστοι και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να αποτελέσουν βάση για τη διαπίστωση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο υπενθυμίζει τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία ενδεχόμενη απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αιτούντος δύναται, υπό προϋποθέσεις, να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 15(α) ή (β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και όταν προέρχεται από μη κρατικό φορέα, εφόσον στοιχειοθετείται πραγματικός, σοβαρός και εξατομικευμένος κίνδυνος (βλ. απόφαση ΔΕΕ, C-621/21, WS). Εν προκειμένω, ωστόσο, ελλείψει αξιόπιστων και αποδεκτών πραγματικών περιστατικών, δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων.

Το Δικαστήριο εξετάζει περαιτέρω κατά πόσον η επιστροφή της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της θα συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, το οποίο απαγορεύει απολύτως τα βασανιστήρια και την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.

Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, για να στοιχειοθετηθεί παραβίαση του άρθρου 3 σε περίπτωση απομάκρυνσης αλλοδαπού, απαιτείται να αποδεικνύεται ότι υφίσταται πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος υποβολής του σε μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο αυτό (βλ.Σόερινγκ κατά Ηνωμένου Βασιλείου), αιτ. αρ. 14038/88, Απόφαση 7.7.1989, (σαχάλ κατά Ηνωμένου Βασιλείου), αιτ. αρ. 22414/93, Απόφαση 15.11.1996, (Σάαντι κατά Ιταλίας), αιτ. αρ. 37201/06, Απόφαση 28.2.2008.).

Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην απόφαση N.A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αιτ. αρ. 25904/07, Απόφαση 17.7.2008, η γενική κατάσταση ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα καταγωγής, όσο προβληματική και αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει παραβίαση του άρθρου 3, ελλείψει συγκεκριμένων στοιχείων που να συνδέουν την κατάσταση αυτή με τον αιτούντα προσωπικά.

Ως προς ζητήματα υγείας, το Δικαστήριο υπενθυμίζει τη νομολογία Paposhvili κατά Βελγίου (Παποσβίλι κατά Βελγίου), αιτ. αρ. 41738/10, Απόφαση Μεγάλης Συνθέσεως 13.12.2016. και Savran κατά Δανίας, αιτ. αρ. 57467/15, Απόφαση Μεγάλης Συνθέσεως 7.12.2021, σύμφωνα με την οποία η απομάκρυνση αλλοδαπού ενδέχεται κατ’ εξαίρεση να εγείρει ζήτημα άρθρου 3 ΕΣΔΑ, όταν αποδεικνύεται ότι αυτή θα οδηγήσει σε σοβαρή, ταχεία και μη αναστρέψιμη επιδείνωση της κατάστασης υγείας του, με αποτέλεσμα έντονο πόνο ή σημαντική μείωση του προσδόκιμου ζωής. Στην παρούσα υπόθεση, ωστόσο, δεν προκύπτει οποιαδήποτε σοβαρή σωματική ή ψυχική πάθηση της Αιτήτριας, ούτε ανάγκη εξειδικευμένης ιατρικής φροντίδας που να μην δύναται να παρασχεθεί στη χώρα καταγωγής της.

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η επιστροφή της Αιτήτριας στη Λιβερία δεν συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(α) ή (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, ούτε παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C 285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών  8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011, αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki ElgafajiNoor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie,ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

Σημειώνεται ωστόσο κατά την πρόσφατη απόφαση C-901/19, CF και DN[15], το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχετική εκτίμηση απαιτεί ποιοτική και ποσοτική αξιολόγηση της γεωγραφικής έκτασης, της έντασης των βιαιοτήτων και της φύσης των επιθέσεων.

Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης  βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν και συγκεκριμένα στην Μοραβία.

Αναφορικά με την εξέλιξη ένοπλων συγκρούσεων στη Λιβερία, κατόπιν σχετικής έρευνας του Δικαστηρίου δεν ανευρεθήκαν πηγές που να καταγράφουν οιαδήποτε ένοπλη σύγκρουση, εσωτερική ή μη, στη χώρα, κατάληξη η οποία επιβεβαιώνεται και από τo War Watch, μια πρωτοβουλία της «Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights» για τον προσδιορισμό και την καταγραφή των ενόπλων συγκρούσεων,  όπου  η Λιβερία δε συμπεριλαμβάνεται στις χώρες που αντιμετωπίζουν εσωτερικές και/ή εξωτερικές ένοπλες συγκρούσεις[16].

Οι ανωτέρω εικόνα επιβεβαιώνεται και από αριθμητικά και ποιοτικά δεδομένα της πύλης ACLED (Armed Conflict Location & Event Data Project), σύμφωνα με τα οποία κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους σημειώθηκαν στη Λιβερία των περίπου 6.000.000 κατοίκων[17], 100 περιστατικά ασφαλείας τα οποία επέφεραν 22 απώλειες[18].

Στη δε επαρχία Montserrado συγκεκριμένα, επί της οποίας βρίσκεται η πρωτεύουσα Monrovia, το ACLED κατέγραψε 44 περιστατικά ασφαλείας τα οποία επέφεραν 4 απώλειες[19]. Τα εν λόγω περιστατικά περιλάμβαναν περιπτώσεις διαδηλώσεων, πολιτικής βίας και καταπίεσης, χωρίς ωστόσο να καταγράφονται περιστατικά ανταρσιών, φρικαλεοτήτων, τρομοκρατικής δραστηριότητας και/ή εξωτερικής στρατιωτικής παρέμβασης. Επισημαίνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Monrovia ανέρχεται σήμερα σε περίπου 1,855,880 κατοίκους[20]

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει την ύπαρξη του απαιτούμενου επιπέδου γενικευμένης βίας στην περιοχή επιστροφής, ούτε συντρέχουν επαρκείς εξατομικευμένες περιστάσεις που να ενεργοποιούν την αρχή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας. Ως εκ τούτου, η υπαγωγή της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας απορρίπτεται.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου και αφού εξέτασα τόσο τη νομιμότητα όσο και την ουσία της παρούσας διοικητικής απόφασης, καταλήγω ότι η αίτηση της Αιτήτριας εξετάστηκε πλήρως και επιμελώς σε κάθε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και ορθώς απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου.

Η Διοίκηση ορθώς κατέληξε ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν πληρούν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς πρόσφυγα, σύμφωνα με τα άρθρα 3 έως 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου, αφού δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους που αναγνωρίζονται από τη Σύμβαση της Γενεύης. Επιπλέον, δεν στοιχειοθετήθηκε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης υπό οποιοδήποτε σκέλος του άρθρου 19(2), ώστε να δικαιολογείται υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371, Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99). Είναι εμφανές πως, η Υπηρεσία Ασύλου διενήργησε τη δέουσα έρευνα όλων των ζητημάτων που έθεσε ο Αιτητής ενώπιον της. Οι Καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους, προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω,  ο λειτουργός παρείχε επαρκή αιτιολογία για το λόγο μη υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η δε αιτιολογία συμπληρώνεται και από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου, ιδίως δε την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, το πρακτικό της συνέντευξης και την εισήγηση του λειτουργού. (Παναγιωτίδης v. Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 342, Θ. Χριστοφή & Σία Λτδ v. Yπουργού Οικονομικών κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 427), 

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1000 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

 

Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ , Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 

 

 



[1] Βλ. Δικαστικής ανάλυσης για την αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου» της EUAA  φεβ.2023 παρ. 1.2.8. https://www.euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system

 

[3] UNICEF - Child Protection

Making Liberia a safe and inclusive place for children and young people is possible. https://www.unicef.org/liberia/child-protection

[5] USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Liberia, 23 April 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2107757.html 

[7] The African Women’s development and communications network https://femnet.org/wp-content/uploads/2022/09/LIBERIA.pdf 

[8] ΕΥΑΑ -COI QUERY – LIBERIA- Gender-based violence, including domestic violence and rape; information on prevalence, legislation, societal attitudes, access to state protection, and availability of support services; information on access to employment, housing and public services for victims who are single women without support network June 2021 – July 2024 https://www.ecoi.net/en/file/local/2112550/2024_07_EUAA_COI_Query_Response_Q44_Liberia_GBV_including_domestic_violence_and_rape.pdf

[9] RESEARCH ARTICLE Prospects for Accessing Justice for Sexual Violence in Liberia’s Hybrid System Freida M’Cormack https://www.africansecuritynetwork.org/assn/wp-content/uploads/2021/04/Frieda_Prospects-for-Accessing-Justice-for-Sexual-Violence-in-Liberias-Hybrid-System-1.pdf

[11] USDOS - US Department of State: 2024 Country Reports on Human Rights Practices: Liberia, 12 August 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2128519.htm

[13] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Liberia; Gender-based violence, including domestic violence and rape; information on prevalence, legislation, societal attitudes, access to state protection, and availability of support services; information on access to employment, housing and public services for victims who are single women without support network [Q44-2024], 17 July 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2112550/2024_07_EUAA_COI_Query_Response_Q44_Liberia_GBV_including_domestic_violence_and_rape.pdf 

[15] ΔΕΕ, CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland, C-901/19, απόφαση της 10.6.2021, σκέψεις 43–47.

[16] War  Watch, Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, Liberia, https://warwatch.ch/explore/, (14/01/2026)

[18] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής από 30/07/2025, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Liberia, View Country Profile, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/01/2026)

[19] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής από 30/07/2025, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Liberia, View Country Profile, Montserrado, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/01/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο