ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
08 Ιανουαρίου 2026
[Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
N.Ε.Α.
(μέσω Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού)
Αιτητής
-και-
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
....................
Π. Γιαννακάς (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Μ. Καρπούζη (κα) Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ. Κατσαρίδης Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής ζητεί τη δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 08/05/2023, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 25/05/2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία ως μη πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου, είναι άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερημένη παντός νομίμου αποτελέσματος.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο η οποία εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, καθώς και από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φακέλου (εφεξής «δ.φ.») της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στο πλαίσιο των διευκρινίσεων της παρούσας προσφυγής, τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:
Ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας, κάτοχος διαβατηρίου με αριθμό B00715324, γεννηθείς στις 09/04/2005. Στις 03/05/2022 υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας. Στις 05/05/2022 διενεργήθηκε συνέντευξη ευαλωτότητας του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό στο Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα (ΚεΠΥ «Πουρνάρα»).
Στις 03/05/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή, ο οποίος στο μεταξύ είχε ενηλικιωθεί, χωρίς την παρουσία λειτουργού των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας (ΥΚΕ), από αρμόδια λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, αναφορικά με το αίτημά του για διεθνή προστασία και τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του.
Στις 08/05/2023, ο/η αρμόδιος/α λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, αναφορικά με τη συνέντευξη του Αιτητή, εισηγούμενος/η την απόρριψη του αιτήματός του για διεθνή προστασία και την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του. Στις 28/05/2023, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή.
Στις 25/05/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της απόφασής της αναφορικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από αυτόν αυθημερόν. Η τελευταία αυτή απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
Νομικοί Ισχυρισμοί
Από πλευράς του Αιτητή εγείρονται, με την παρούσα προσφυγή, διάφοροι λόγοι ακύρωσης της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης. Ειδικότερα, ο Αιτητής, δια του συνηγόρου του, προβάλλει μέσω της γραπτής του αγόρευσης συγκεκριμένους ισχυρισμούς, οι οποίοι, κατά τον ίδιο, καθιστούν την προσβαλλόμενη απόφαση παράνομη και ακυρωτέα.
Πρώτος λόγος ακύρωσης που προβάλλεται αφορά το ακατάλληλο της συνέντευξης του Αιτητή ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και/ή της σχετικής Έκθεσης–Εισήγησης. Ειδικότερα, υποστηρίζεται ότι η συνέντευξη ήταν σύντομη από άποψη χρονικής διάρκειας, δεν υποβλήθηκαν στον Αιτητή ουσιώδεις και κρίσιμες ερωτήσεις και δεν λήφθηκαν υπόψη πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση στη χώρα καταγωγής του, ιδίως σε σχέση με τα κοινωνικά δικαιώματα.
Περαιτέρω, ο Αιτητής προβάλλει ότι, μολονότι κατά τον χρόνο της συνέντευξης είχε μόλις ενηλικιωθεί, δεν εκπροσωπήθηκε από λειτουργό των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας (ΥΚΕ), γεγονός που, κατά τον ισχυρισμό του, επηρέασε την πληρότητα και την ποιότητα της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός του.
Δεύτερος λόγος ακύρωσης που προβάλλεται είναι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000), ως έχει τροποποιηθεί, καθώς και κατά παράβαση των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου.
Τρίτος λόγος ακύρωσης συνίσταται στον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας, κατά παράβαση των άρθρων 26 και 28 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου.
Τέταρτος λόγος ακύρωσης αφορά πλάνη περί τα πράγματα και περί το νόμο, καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών νομοθετικών διατάξεων, με αποτέλεσμα τη μη αναγνώριση των πραγματικών αναγκών διεθνούς προστασίας του Αιτητή.
Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι τυχόν επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ήτοι στη Νιγηρία, παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης, καθότι υφίσταται πραγματικός κίνδυνος να υποστεί σοβαρές συνέπειες για τη ζωή και τα δικαιώματά του, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Από την άλλη πλευρά, οι Καθ’ ων η Αίτηση αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι νόμιμη, αιτιολογημένη και ορθή, ενώ οι ισχυρισμοί του Αιτητή είναι αόριστοι, γενικοί και ατεκμηρίωτοι και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να απορριφθούν.
Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η Αίτηση υποστηρίζουν ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει, ούτε να αποδείξει την ύπαρξη βάσιμου λόγου δίωξης για οποιονδήποτε από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου [Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί].
Τέλος, οι Καθ’ ων η Αίτηση αναφέρουν ότι το αίτημα του Αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της προβλεπόμενης από τον νόμο διαδικασίας και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί το αποτέλεσμα ενδελεχούς έρευνας, ορθής αξιολόγησης όλων των σχετικών στοιχείων και ορθής εφαρμογής του νόμου. Υπό τα δεδομένα αυτά, υποστηρίζουν ότι νομίμως και ευλόγως απέρριψαν το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Στη βάση της σχετικής νομολογίας (βλ. Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, Αναθεωρητική Έφεση αρ. 95/2012, ημερ. 06/07/2018, ECLI:CY:AD:2018:C344, και Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598), το Δικαστήριο εξετάζει μόνο τους ισχυρισμούς του Αιτητή οι οποίοι εξειδικεύονται δεόντως στο εισαγωγικό δικόγραφο και αναπτύσσονται επαρκώς στις επακολουθήσασες αγορεύσεις. Οι εν λόγω ισχυρισμοί, όπως προβάλλονται εν προκειμένω, άπτονται κατ’ ουσίαν της ουσιαστικής αξιολόγησης του αιτήματος του Αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας και της ορθότητας των σχετικών διαπιστώσεων της Διοίκησης.
Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση του ισχυρισμού που προβάλλεται εκ μέρους του Αιτητή περί ελλείψεως δέουσας έρευνας, λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 [Ν. 73(Ι)/2018], έχει αρμοδιότητα να εξετάζει την παρούσα υπόθεση επί της ουσίας και να ελέγχει όχι μόνο τη νομιμότητα, αλλά και την ουσιαστική ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Η ανωτέρω αρμοδιότητα εδράζεται στο γεγονός ότι η παρούσα προσφυγή αφορά αίτηση η οποία, από πλευράς χρόνου υποβολής, πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 11(2) και (3) του πιο πάνω Νόμου, διατάξεις οι οποίες παρέχουν στο Δικαστήριο τόσο την εξουσία όσο και την υποχρέωση να προβεί σε πλήρη έλεγχο της προσβαλλόμενης πράξης, υπό το πρίσμα των πραγματικών περιστατικών και των εφαρμοστέων διατάξεων.
Υπό το ανωτέρω πλαίσιο, υπενθυμίζεται ότι έχει πλειστάκις νομολογηθεί πως η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία διεξαγωγής της διοικητικής έρευνας ανάγονται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης. Περαιτέρω, η έρευνα κρίνεται επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε ουσιώδους γεγονότος που σχετίζεται με το εξεταζόμενο θέμα, ενώ το κριτήριο της πληρότητάς της συνίσταται στη συλλογή και αξιολόγηση των αναγκαίων στοιχείων που επιτρέπουν την εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά., Α.Ε. 1518/01.11.1996· Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.07.1997, Α.Ε. 2371· Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας, ημερ. 25/06/1999).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Αιτητή, όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση του αρμόδιου λειτουργού της EUAA, αλλά και όπως προκύπτουν από τον Διοικητικό Φάκελο της υπόθεσης, ο οποίος κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 κατά το στάδιο των Διευκρινήσεων, και τα οποία δεν αμφισβητούνται, ο Αιτητής είναι ενήλικο πρόσωπο και υπήκοος Νιγηρίας.
Κατά την καταγραφή του αιτήματός του για παροχή διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας διαμάχης που αφορούσε τη γη του πατέρα του με τον αδελφό του τελευταίου, τον οποίο αναφέρει άλλοτε ως θείο του. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο εν λόγω συγγενής τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει, επειδή ο πατέρας του αρνήθηκε να του παραδώσει τα σχετικά έγγραφα ιδιοκτησίας, γεγονός που οδήγησε, σε μία περίπτωση, σε σωματική επίθεση εναντίον του και σε τραυματισμό του. Όπως ανέφερε, η μητέρα του, φοβούμενη για την ασφάλειά του, συγκέντρωσε χρήματα προκειμένου να εγκαταλείψει τη χώρα (Ερ. 1 δ.φ.).
Κατά τη συμπλήρωση του εντύπου ευαλωτότητας, ημερομηνίας 05/05/2022, επανέλαβε ότι οι λόγοι εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του συνδέονται με τη διαμάχη γης μεταξύ του πατέρα του και του θείου του. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι στις 04/03/2022 ο θείος του του επιτέθηκε χρησιμοποιώντας ένα μπουκάλι, προκαλώντας του τραυματισμό στο στήθος, και ότι ακολούθως οι γονείς του τον βοήθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα (Ερ. 30 δ.φ.).
Κατά τη συνέντευξή του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας, γεννηθείς στην περιοχή Owa-Alero, όπου και διέμενε μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του. Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση, ανέφερε ότι οι γονείς του και η αδελφή του απεβίωσαν τον Ιούνιο του 2022, όταν ο ίδιος βρισκόταν ήδη στην Κύπρο, συνεπεία πυρκαγιάς που εκδηλώθηκε στην οικία τους. Δήλωσε ότι είναι Χριστιανός στο θρήσκευμα και ότι ομιλεί τις γλώσσες Αγγλικά και Ika. Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, ανέφερε ότι ολοκλήρωσε τη γυμνασιακή εκπαίδευση το έτος 2019. Δεν εργαζόταν στη χώρα καταγωγής του και συντηρείτο οικονομικά από τους γονείς του.
Σε σχέση με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, επανέλαβε ότι αυτοί αφορούν τις κτηματικές διαφορές του πατέρα του με τον θείο του. Ειδικότερα, δήλωσε ότι ο θείος του επιθυμούσε να ιδιοποιηθεί τη γη του πατέρα του, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε, καθότι η επίμαχη γη αποτελούσε το μοναδικό μέσο οικονομικής επιβίωσης της οικογένειας. Όταν ο θείος του πληροφορήθηκε ότι ο πατέρας του είχε μεταβιβάσει τη γη στον ίδιο, εξοργίστηκε και, τον Ιανουάριο του 2022, άρχισε να τον απειλεί ότι θα τον σκοτώσει.
Ο Αιτητής αναφέρθηκε σε περιστατικό που έλαβε χώρα τον Φεβρουάριο του 2022, κατά το οποίο ο θείος του, ενώ ο ίδιος βρισκόταν μόνος στην οικία τους, του επιτέθηκε με σπασμένο μπουκάλι, τραυματίζοντάς τον στο στήθος και στο χέρι. Όπως ανέφερε, μεταφέρθηκε από τον πατέρα του στο γενικό νοσοκομείο της περιοχής Alero, όπου έτυχε ιατρικής φροντίδας. Μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο επέστρεψε στην οικία του και, λόγω του φόβου της μητέρας του για τη σωματική του ακεραιότητα, καθότι ήταν ο μοναδικός υιός της οικογένειας, άρχισε να σχεδιάζεται η αποχώρησή του από τη χώρα.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν γνωρίζει πώς αντέδρασαν οι γονείς του μετά την ανωτέρω επίθεση και ότι το περιστατικό δεν καταγγέλθηκε στην αστυνομία, αφενός λόγω της απόστασης του πλησιέστερου αστυνομικού σταθμού και αφετέρου επειδή θεωρήθηκε ότι δεν επρόκειτο για σοβαρή υπόθεση. Ερωτηθείς εάν συνέβη οποιοδήποτε άλλο περιστατικό στην οικογένειά του μετά την αναχώρησή του από τη χώρα, απάντησε ότι οι διαμάχες με τον θείο του συνεχίστηκαν. Τέλος, ανέφερε ότι ούτε ο ίδιος ούτε ο θείος του διαθέτουν οποιοδήποτε νόμιμο έγγραφο κατοχής της επίμαχης γης.
Κληθείς να αποκριθεί ως προς το τι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν θα καταφέρει να επιβιώσει, καθότι δεν θα έχει οποιοδήποτε πρόσωπο να τον βοηθήσει και ότι, σε περίπτωση που ο θείος του τον εντοπίσει, υπάρχει ενδεχόμενο να του επιτεθεί.
Ερωτηθείς σχετικά με το ενδεχόμενο εσωτερικής μετεγκατάστασης σε άλλη περιοχή εντός της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, αναφέροντας ότι οι εργασιακές ευκαιρίες είναι περιορισμένες και ότι τα επίπεδα των μισθών είναι χαμηλά.
Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου σχημάτισε την εισήγησή του επί τη βάσει δύο ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή: αφενός, ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας και ότι η περιοχή καταγωγής και διαμονής του μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα ήταν η Owa-Alero, στην περιοχή Ika North-East LGA της Πολιτείας Delta, και, αφετέρου, ότι υφίσταται δίωξη εκ μέρους του θείου του, με σκοπό την κατάσχεση της περιουσίας του πατέρα του.
Ο πρώτος ισχυρισμός, ο οποίος δεν αμφισβητείται, έγινε δεκτός ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστος. Αντιθέτως, ο δεύτερος ισχυρισμός απορρίφθηκε ως εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστος, καθότι κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να τον τεκμηριώσει με συγκεκριμένο, σαφή και επαρκή τρόπο.
Ειδικότερα, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε τις αναμενόμενες πληροφορίες σχετικά με την αντίδραση των γονέων του μετά την καταγγελλόμενη επίθεση του θείου του, παρότι οι ίδιοι, κατά τους ισχυρισμούς του, ήταν εκείνοι που τον μετέφεραν τραυματισμένο στο νοσοκομείο. Περαιτέρω, ως ασυνεπείς κρίθηκαν οι δηλώσεις του αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους δεν καταγγέλθηκε το περιστατικό στις αστυνομικές αρχές, καθώς αφενός ανέφερε ότι δεν θεωρήθηκε σοβαρό, αφετέρου όμως δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα προκειμένου να προστατευθεί.
Επιπλέον, ο Αιτητής δεν παρέθεσε οποιεσδήποτε πληροφορίες σχετικά με τις απειλές που, κατά τους ισχυρισμούς του, δέχονταν οι γονείς του, ούτε κατόρθωσε να εξηγήσει με επάρκεια και ευλογοφάνεια για ποιο λόγο οι γονείς του επέλεξαν να αποχωρήσει ο ίδιος από τη χώρα, αντί να παραχωρήσουν στον θείο του την επίμαχη έκταση γης. Τέλος, ως ασαφής και ατεκμηρίωτη κρίθηκε η δήλωσή του ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, ο θείος του ενδεχομένως να του επιτεθεί, δεδομένου ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τι απέγινε η επίμαχη γη, ενώ, όπως δήλωσε, ούτε ο ίδιος ούτε ο θείος του κατέχουν οποιοδήποτε έγγραφο κατοχής που να τεκμηριώνει ότι η εν λόγω γη ανήκει στον Αιτητή.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού, κρίθηκε ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής κατά τη συνέντευξή του αποτελούν το μοναδικό στοιχείο προς υποστήριξη του αιτήματός του και ότι δεν υπήρχαν εύλογοι λόγοι για περαιτέρω επαλήθευση ή ανάλυση των ισχυρισμών αυτών μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης από τη χώρα καταγωγής του. Υπό το φως των ανωτέρω, ο ισχυρισμός περί δίωξης απορρίφθηκε στο σύνολό του.
Ακολούθως, προβαίνοντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει του αποδεκτού ισχυρισμού του Αιτητή, οι Καθ’ ων η Αίτηση έκριναν ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Τέλος, στο πλαίσιο της νομικής ανάλυσης, διαπιστώθηκε ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.
Αξιολογώντας, λοιπόν, τα όσα έχουν ανωτέρω παρατεθεί, υπό το φως των σχετικών νομοθετικών προνοιών, και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του αρμόδιου λειτουργού της EUAA όσο και τους ισχυρισμούς του Αιτητή, όπως αυτοί αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, το Δικαστήριο καταλήγει στα εξής:
Ως προς τον αποδεκτό ισχυρισμό που αφορά τα προσωπικά στοιχεία, το γενικό προφίλ και την καταγωγή του Αιτητή, συμφωνώ με το σχετικό συμπέρασμα του λειτουργού και υιοθετώ τη θέση των Καθ’ ων η Αίτηση. Κρίνομαι, δηλαδή, ότι ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας, με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής την Owa Alero στην πολιτεία Delta της χώρας καταγωγής του.
Ομοίως, το Δικαστήριο συμφωνεί με τη θέση των Καθ’ ων η Αίτηση ως προς τη μη αποδοχή του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, ο οποίος αφορά τον κατ’ ισχυρισμό κίνδυνο που απορρέει από τις κτηματικές διαφορές του πατέρα του με τον θείο του. Περαιτέρω, υιοθετείται το σκεπτικό και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, με αποτέλεσμα να κρίνεται ότι ορθώς ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστος.
Η συμφωνία αυτή εδράζεται πρωτίστως στις διαπιστώσεις που καταγράφονται στην Έκθεση–Εισήγηση. Από τα στοιχεία προκύπτει ότι ο Αιτητής περιέγραψε στη συνέντευξη επίθεση με σπασμένο μπουκάλι τον Φεβρουάριο του 2022, ενώ στο έντυπο ευαλωτότητας είχε αναφερθεί τραυματισμός με μπουκάλι στις 04/03/2022. Περαιτέρω, δεν παρασχέθηκαν σαφείς πληροφορίες ως προς την αντίδραση των γονέων του μετά το περιστατικό, ούτε ως προς τις συγκεκριμένες απειλές που αυτοί δέχονταν. Οι διαφοροποιήσεις αυτές αφορούν ουσιώδη στοιχεία του αφηγήματος και πλήττουν τον πυρήνα της εσωτερικής συνέπειας.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η απουσία καταγγελίας στις αστυνομικές αρχές αποδόθηκε από τον Αιτητή στην απόσταση του πλησιέστερου σταθμού και στην αντίληψη ότι το ζήτημα δεν ήταν σοβαρό. Η εξήγηση αυτή εμφανίζεται δυσχερώς συμβιβάσιμη με τον ταυτόχρονο ισχυρισμό ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα ακριβώς για λόγους προστασίας της ζωής του από τον ίδιο θείο. Η αντίφαση μεταξύ της υποτίμησης του κινδύνου και της επιλογής φυγής καταδεικνύει έλλειψη ευλογοφάνειας.
Επιπρόσθετα προς τα όσα κατέγραψε ο λειτουργός, από το πρακτικό της συνέντευξης εντοπίζονται και άλλα σημεία που ενισχύουν την κρίση αναξιοπιστίας. Ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν γνώριζε πώς αντέδρασαν οι γονείς του μετά την επίθεση, παρότι ήταν εκείνοι που τον μετέφεραν στο νοσοκομείο και συμμετείχαν, κατά τους ισχυρισμούς του, στον σχεδιασμό της εξόδου του από τη χώρα. Επίσης, δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει βασικές λεπτομέρειες, όπως τη συχνότητα και το περιεχόμενο των απειλών του θείου του, τον τρόπο με τον οποίο πληροφορήθηκε ότι η γη είχε «γραφεί» στο όνομά του, καθώς και τον λόγο για τον οποίο οι γονείς του προτίμησαν τη φυγή του αντί οποιαδήποτε άλλη λύση εντός της Νιγηρίας.
Ιδιαίτερη ασάφεια παρατηρείται στις δηλώσεις του αναφορικά με την ιδιοκτησία της επίμαχης γης. Ο Αιτητής ανέφερε ότι κανένας εκ των δύο μερών δεν κατέχει νόμιμο τίτλο, γεγονός που αποδυναμώνει το κίνητρο στοχοποίησής του προσωπικά. Παρά ταύτα, προέβαλε φόβο μελλοντικής επίθεσης χωρίς να γνωρίζει τι απέγινε η γη μετά τον τραυματισμό και χωρίς να συνδέει τον κίνδυνο με συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα.
Περαιτέρω, παρατηρείται διαφοροποίηση μεταξύ των αρχικών δηλώσεων και των μεταγενέστερων: άλλοτε γίνεται λόγος για «θείο», άλλοτε για «αδελφό του πατέρα», χωρίς να αποσαφηνίζεται η ακριβής σχέση· το περιστατικό επίθεσης καταγράφεται με διαφορετικό αντικείμενο (μπουκάλι/σπασμένο μπουκάλι) και με διαφορετική ημερομηνία· ενώ δεν δίνονται επαρκείς πληροφορίες για την ιατρική περίθαλψη, τη διάρκεια νοσηλείας ή οποιοδήποτε μεταγενέστερο γεγονός που να δικαιολογεί κλιμάκωση του κινδύνου.
Πέραν των ανωτέρω, το Δικαστήριο εντοπίζει από το πρακτικό της συνέντευξης και επιπλέον πτυχές που δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο προηγούμενης αξιολόγησης. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν γνωρίζει εάν υφίσταται σήμερα οποιαδήποτε δικαστική ή διοικητική διαδικασία στη Νιγηρία σε σχέση με την επίμαχη γη, ούτε εάν ο θείος του προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια καταχώρισης ή διεκδίκησης μετά τον θάνατο των γονέων του. Η πλήρης αυτή άγνοια για την εξέλιξη του ζητήματος υποδηλώνει ότι ο ισχυρισμός δεν στηρίζεται σε τρέχοντα και προσωπικά βιώματα.
Επιπρόσθετα, παρατηρείται ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια το είδος της απειλής που επικαλείται, εάν δηλαδή αυτή συνιστά στοχευμένη εγκληματική ενέργεια, κοινωνική πίεση ή απλή οικογενειακή φιλονικία. Ερωτηθείς να εξηγήσει τον λόγο για τον οποίο θεωρεί ότι ο θείος του εξακολουθεί να τον στοχοποιεί, περιορίστηκε σε γενική αναφορά ότι «μπορεί να του επιτεθεί αν τον δει», χωρίς να συνδέει τον φόβο με συγκεκριμένα γεγονότα ή με οποιαδήποτε νέα περιστατικά.
Περαιτέρω, από τη συνέντευξη προκύπτει ότι ο Αιτητής δεν γνώριζε βασικά στοιχεία αναφορικά με τη διαδρομή που ακολούθησε για να εξέλθει από τη χώρα, όπως το πρόσωπο που οργάνωσε το ταξίδι, το ύψος των χρημάτων που καταβλήθηκαν ή τη χώρα πρώτης διέλευσης. Η αδυναμία αυτή, αν και αφορά περιφερειακές πτυχές, επηρεάζει τη συνολική εικόνα αξιοπιστίας και την ικανότητα του Αιτητή να παρουσιάσει ένα συνεκτικό και τεκμηριωμένο αφήγημα.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παραθέσει αναμενόμενες και εύλογες πληροφορίες για γεγονότα που βίωσε ο ίδιος, ούτε να εξηγήσει ικανοποιητικά την έλλειψη προσφυγής σε κρατική προστασία. Ως εκ τούτου, η εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού περί δίωξης πλήττεται αποφασιστικά.
Ωστόσο, ως Δικαστήριο ουσίας, συνεκτιμάται ότι ο πυρήνας του αιτήματος αφορά δίωξη από μη κρατικό παράγοντα. Τέτοια δίωξη δύναται να θεμελιώσει καθεστώς διεθνούς προστασίας μόνο εφόσον αποδειχθεί ότι το Κράτος της Νιγηρίας δεν ήταν σε θέση ή δεν επιθυμούσε να παράσχει αποτελεσματική προστασία,[1] ζήτημα για το οποίο ο Αιτητής δεν προέβαλε συγκεκριμένα στοιχεία, ούτε προκύπτει από τον φάκελο ότι εξαντλήθηκαν εναλλακτικά μέτρα.(Βλ. απόφαση ΕΔΑΔ Α.Α. κατά Ελβετίας, no. 58802/12 σκ. 36 και 59)
Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι η διαμάχη γης συνοδευόταν από οποιοδήποτε νόμιμο τίτλο κατοχής υπέρ του Αιτητή ή του πατέρα του. Η έλλειψη εγγράφων, σε συνδυασμό με τις ασάφειες, τις αντιφάσεις και την περιορισμένη γνώση βασικών γεγονότων, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να σχηματίσει ασφαλή κρίση ότι ο Αιτητής είναι ο πραγματικός δικαιούχος της γης και ότι στοχοποιείται ειδικά για τον λόγο αυτό.
Κατ’ ακολουθίαν, και προβαίνοντας σε δική του αξιολόγηση κινδύνου με βάση τα αποδεκτά και μη αποδεκτά στοιχεία, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν τεκμηριώθηκε στον απαιτούμενο βαθμό ο ισχυρισμός πραγματικού κινδύνου δίωξης δυνάμει του άρθρου 3, ούτε κίνδυνος σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Επομένως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός ορθώς θεωρήθηκε αναξιόπιστος και δεν μπορεί να θεμελιώσει ανάγκη διεθνούς προστασίας.
Τέλος, ως προς τον ισχυρισμό ότι η επιστροφή του στη Νιγηρία θα παραβιάσει την αρχή της μη επαναπροώθησης, το Δικαστήριο, εξετάζοντας το ζήτημα αυτοτελώς, κρίνει ότι ο κίνδυνος που προβάλλεται παραμένει υποθετικός και δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένα, εξατομικευμένα δεδομένα ικανά να ενεργοποιήσουν την προστασία των άρθρων 2 και 3 της ΕΣΔΑ.
Επιπλέον, λαμβάνω υπόψη τα προβλεπόμενα στο άρθρο 18(3)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, σύμφωνα με το οποίο, κατά την ουσιαστική αξιολόγηση αίτησης διεθνούς προστασίας, συνεκτιμάται, μεταξύ άλλων, η ατομική κατάσταση και οι προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, περιλαμβανομένων παραγόντων όπως το προσωπικό ιστορικό και ιδίως το φύλο και η ηλικία. Συναφώς, σημειώνεται ότι ο Αιτητής είναι ενήλικο πρόσωπο, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο και δυνατότητα επικοινωνίας στην αγγλική και στην τοπική γλώσσα Ika, και, ως εκ τούτου, ήταν εύλογα αναμενόμενο να είναι σε θέση να διατυπώσει και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με την απαιτούμενη σαφήνεια, συνέπεια και ευλογοφάνεια, κατά τρόπο που να παραπέμπει σε γνήσια βιωματικά περιστατικά.
Εντούτοις, από την ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιαστική εξέταση του πρακτικού της συνέντευξης προκύπτει ότι ο Αιτητής περιορίστηκε σε γενικές και αόριστες αναφορές ως προς τη σημερινή βάση του φόβου του. Ειδικότερα, όταν κλήθηκε να εξηγήσει γιατί θεωρεί ότι εξακολουθεί να υφίσταται προσωπική στοχοποίησή του, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει οποιαδήποτε πρόσφατη ή επίκαιρη ενέργεια του θείου του που να καταδεικνύει πρόθεση βλάβης προς τον ίδιο, αλλά παρέμεινε σε υποθετικές εκτιμήσεις περί μελλοντικής συνάντησης.
Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να περιγράψει με συγκεκριμένο τρόπο το πλαίσιο ζωής του στη Νιγηρία μετά την ενηλικίωσή του, ούτε πώς διαμορφώθηκαν οι προσωπικές του περιστάσεις μετά τον καταγγελλόμενο θάνατο των μελών της οικογένειάς του. Δεν ήταν σε θέση να δώσει πληροφορίες για το εάν διαθέτει δίκτυο υποστήριξης από άλλους συγγενείς, την εκκλησιαστική του κοινότητα ή κοινωνικούς φορείς στην Ika North-East, στοιχεία που είναι ουσιώδη για την εκτίμηση εξατομικευμένου κινδύνου.
Επιπρόσθετα, από τις απαντήσεις του Αιτητή αναφορικά με το αίτημά του προκύπτει έλλειψη κατανόησης βασικών εννοιών της διεθνούς προστασίας. Ερωτηθείς να εξηγήσει ποιο συγκεκριμένο δικαίωμά του παραβιάστηκε ή για ποιον λόγο δεν θα μπορούσε να τύχει προστασίας από κρατικούς ή κοινοτικούς μηχανισμούς στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δεν ανέδειξε οποιοδήποτε προσωπικό ή εξατομικευμένο στοιχείο που να διαφοροποιεί την περίπτωσή του από μία συνήθη ιδιωτική περιουσιακή διαφορά.
Μια ιδιωτική περιουσιακή διαφορά, κατά πάγια αρχή του προσφυγικού δικαίου, εμπίπτει κατ’ αρχήν στο πεδίο της αστικής ή ποινικής δικαιοδοσίας της χώρας καταγωγής και δεν δύναται, αφ’ εαυτής, να θεμελιώσει λόγο διεθνούς προστασίας. Τέτοια διαφορά θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας μόνον κατ’ εξαίρεση, εφόσον ο αιτών αποδείξει με πειστικά και συγκεκριμένα στοιχεία ότι χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για συστηματική δίωξη για λόγους που εμπίπτουν στα άρθρα 9 και 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ή ότι το κράτος της χώρας καταγωγής του αρνείται προκλητικά να του παράσχει προστασία λόγω συγκεκριμένης ιδιότητάς του κατά την έννοια του άρθρου 6 της ίδιας Οδηγίας, ή ακόμη ότι η απώλεια της περιουσίας του τον οδηγεί σε κατάσταση απόλυτης εξαθλίωσης ασύμβατης με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, κατά τα νομολογιακώς κριθέντα (βλ. αποφάσεις ΔΕΕ C-608/22, AH, και C-609/22, FN, σκέψη 59).
Τέτοιες περιστάσεις, ωστόσο, δεν προκύπτουν από τα στοιχεία του φακέλου στην παρούσα υπόθεση, ούτε τεκμηριώθηκαν από τις δηλώσεις του ίδιου του Αιτητή.
Ως έχει δε νομολογιακά κριθεί, η αόριστη επίκληση κινδύνου, χωρίς επαρκώς τεκμηριωμένους και εξατομικευμένους ισχυρισμούς, δεν είναι ικανή να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης(βλ. απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας στην υπόθεση υπ’ αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερ. 31.07.2020). Συνεπώς, και υπό το φως της αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου ως δικαστηρίου ουσίας, υιοθετώ τα συμπεράσματα της Υπηρεσίας Ασύλου και κρίνω ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή δεν θεμελιώθηκε επαρκώς για σκοπούς αναγνώρισης διεθνούς προστασίας.
Γενικότερα, από τα όσα προέβαλε ο Αιτητής ενώπιον τόσο της Διοίκησης όσο και του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει ότι αντιμετώπισε ή ότι σήμερα αντιμετωπίζει κίνδυνο ο οποίος να εντάσσεται στο πεδίο εφαρμογής της έννοιας του πρόσφυγα, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Αντιθέτως, ο πυρήνας του αιτήματος αφορά διένεξη ιδιωτικού χαρακτήρα με συγγενικό πρόσωπο στη συγκεκριμένη περιοχή της Ika North-East LGA της Πολιτείας Delta, χωρίς σύνδεση με τους εξαντλητικά προβλεπόμενους λόγους της Σύμβασης.
Ο Αιτητής ουδόλως κατόρθωσε να τεκμηριώσει με πειστικό και επαρκώς εξατομικευμένο τρόπο τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν, κατά τρόπο που να συνιστά δίωξη κατά την έννοια του άρθρου 3Γ ή σοβαρή βλάβη κατά το άρθρο 19 του Νόμου. Ομοίως, δεν προσδιόρισε λόγο δίωξης που να σχετίζεται με φυλή, θρησκεία, εθνικότητα, πολιτική πεποίθηση ή ένταξη σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, ούτε προέβαλε στοιχεία που να καταδεικνύουν πραγματική αδυναμία παροχής προστασίας από το Κράτος της Νιγηρίας στη δηλωθείσα περιοχή διαμονής του.
Κατ’ επέκταση, προβαίνοντας σε πλήρη ουσιαστική επαναξιολόγηση της υπόθεσης, κρίνω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα ούτε εκείνες για παροχή επικουρικής προστασίας, ελλείψει εξατομικευμένου και πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα και στην περιοχή καταγωγής του.
Σημειώνεται ότι κατά τη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, καθοριστικό ρόλο φέρει η αξιοπιστία ενός αιτούντος άσυλο. Προς τούτο τονίζω ότι ο όρος «αξιοπιστία» δεν ορίζεται από το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου. Η χρήση του όρου, από το άρθρο 4(5)(ε) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/EE, αναφέρεται στη γενική αξιοπιστία ενός αιτούντος, αλλά αυτό είναι στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου κανόνα που διέπει τη μη επιβεβαίωση πτυχών των δηλώσεων του αιτούντος. Κατά συνέπεια, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας αφορά τη διαδικασία έρευνας για το εάν το σύνολο ή μέρος των δηλώσεων του αιτούντος ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν από αυτόν σχετικά με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς (material facts) μπορούν να γίνουν δεκτά προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο αιτητής εμπίπτει στις προϋποθέσεις παραχώρησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Αυτή η αξιολόγηση μπορεί να περιλαμβάνει την επαλήθευση εάν οι δηλώσεις του αιτούντος είναι συνεπείς, επαρκώς λεπτομερείς, εύλογες και συμβατές με τα έγγραφά του, τις πηγές πληροφόρησης και κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο που αποκτήθηκε. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας δεν σημαίνει ότι σε όλες τις περιπτώσεις ο υπεύθυνος λήψης αποφάσεων θα προβεί σε επαλήθευση και θα καταλήξει με απόλυτη βεβαιότητα αναφορικά με την αληθοφάνεια των δηλώσεων του αιτούντος. Η Ύπατη Αρμοστεία των Η.Ε. για τους Πρόσφυγες έχει ορίσει την αξιοπιστία ως εξής: «Ο αιτών άσυλο κρίνεται αξιόπιστος, όταν έχει προβάλει ισχυρισμούς που παρουσιάζουν συνοχή και είναι εύλογοι, που δεν είναι αντιφατικοί με τα κοινά τοις πάσι γεγονότα και κατά συνέπεια μπορεί να οδηγήσουν τον υπεύθυνο της συνέντευξης στη δημιουργία πεποίθησης για το βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης που εκφράζει.». Η ως άνω προσέγγιση υιοθετήθηκε και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Υπόθεση JK και Others v Sweden, αριθμός αίτησης 59166/12, παρ. 53.
Στο εγχειρίδιο της EASO με τίτλο «Δικαστική Ανάλυση - Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου (2018)», αναφέρεται στη σελ.98, ενότητα 4.5.3 ότι: «Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Περαιτέρω, στην προηγούμενη σελίδα του πιο πάνω εγχειριδίου, αναφέρεται ότι: «Γενικά είναι εύλογο να αναμένεται η αίτηση διεθνούς προστασίας να είναι τεκμηριωμένη και να περιλαμβάνει επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες, τουλάχιστον όσον αφορά τα πλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της αίτησης. Η μη επαρκής παροχή λεπτομερειών μπορεί επίσης να ισοδυναμεί με αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) ως έλλειψη 'λυσιτελών στοιχείων'.».
Υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών και θεωρητικών κατευθύνσεων, το Δικαστήριο προβαίνει σε ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του κατά πόσον η αφήγηση του Αιτητή αντικατοπτρίζει το είδος αφηγήματος που θα αναμενόταν εύλογα από πρόσωπο στην ατομική του κατάσταση, το οποίο περιγράφει πραγματική προσωπική εμπειρία. Η αξιοπιστία του αιτούντος συνιστά, όπως έχει τονισθεί, καθοριστικό φίλτρο για τη διαπίστωση των υλικών γεγονότων και για την ουσιαστική υπαγωγή τους στις προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Εφαρμόζοντας την ανωτέρω προσέγγιση στη συγκεκριμένη υπόθεση, το Δικαστήριο υιοθετεί την κρίση της Υπηρεσίας Ασύλου ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν συνοδευόταν από επαρκώς λεπτομερείς, εύλογες και συμβατές με τα κοινώς γνωστά δεδομένα πληροφορίες, ώστε να αποτελέσει λυσιτελές στοιχείο κατά την έννοια του άρθρου 4(5) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Η μη επαρκής παροχή συγκεκριμένων στοιχείων, ιδίως ως προς πτυχές που ανάγονται στην προσωπική γνώση του Αιτητή, ισοδυναμεί με έλλειψη λυσιτελών αποδεικτικών στοιχείων, γεγονός που δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, να σχηματίσει πεποίθηση περί βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο, εξετάζοντας αυτοτελώς το πρακτικό της συνέντευξης, διαπιστώνει ότι ο Αιτητής δεν ανέδειξε με επαρκή τρόπο το προσωπικό και εξατομικευμένο στοιχείο του προβαλλόμενου κινδύνου, ούτε κατέδειξε ότι η κατ’ ισχυρισμό απειλή από μη κρατικό παράγοντα συνδέεται με κάποιον από τους εξαντλητικά προβλεπόμενους λόγους του άρθρου 3Δ του Νόμου. Η φύση δε του αφηγήματος παραπέμπει σε ιδιωτική περιουσιακή διένεξη, για την οποία δεν καταδείχθηκε πραγματική αδυναμία παροχής αποτελεσματικής κρατικής προστασίας στη χώρα και στην περιοχή καταγωγής του.
Κατ’ επέκταση, συμφωνώντας με τον ορισμό αξιοπιστίας όπως αυτός έχει υιοθετηθεί από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση JK and Others v. Sweden, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι δηλώσεις του Αιτητή δεν μπορούσαν να οδηγήσουν στη δημιουργία πεποίθησης περί βάσιμου φόβου δίωξης. Ως Δικαστήριο ουσίας, καταλήγει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος πρόσφυγα δυνάμει του άρθρου 3, αλλά ούτε και εκείνες για παροχή επικουρικής προστασίας κατά το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου, ελλείψει τεκμηριωμένου και πραγματικού εξατομικευμένου κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία.
Το εμπόδιο αυτό, δηλαδή η έλλειψη αληθοφάνειας και αξιοπιστίας σε σχέση με τον πυρήνα του αιτήματος, αναγνωρίζεται ρητά από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως λόγος απόρριψης αιτήματος διεθνούς προστασίας (βλ. Edward Eskandaz ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, αρ. 1673/2010, απόφαση ημερ. 04.07.2013).
Συναφώς, κατά την απόφαση του ΔΕΕ, C- 277/11 M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, αποφ, ημερ. 22/11/2012, η αξιολόγηση μιας αίτησης διεθνούς προστασίας πρέπει να πραγματοποιείται σε «δύο αυτοτελή στάδια», όπου το πρώτο στάδιο «αφορά τη διαπίστωση της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν τη βασιμότητα της αιτήσεως», ενώ το δεύτερο στάδιο «αφορά τη νομική εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, προκειμένου να αποφασισθεί αν πληρούνται, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 9 και 10 ή 15 της οδηγίας 2004/83 για την παροχή διεθνούς προστασίας». Η εξακρίβωση των πραγματικών (ή ουσιωδών) περιστατικών είναι ύψιστης σημασίας για την αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου που δύναται να αντιμετωπίσει ο εκάστοτε αιτών, εφόσον από αυτά θα προκύψουν γεγονότα που πιθανόν να τεκμηριώνουν παρελθούσα δίωξη ή γεγονότα που στην συνολική αξιολόγηση της αίτησης είναι καθοριστικά ως προς την ύπαρξη μελλοντικής δίωξης.[2]
Η ανωτέρω διάκριση, όπως διατυπώνεται στην απόφαση M., καταδεικνύει ότι η πλήρης και σαφής εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, επί των οποίων εδράζεται ο προβαλλόμενος κίνδυνος, αποτελεί αναγκαίο προαπαιτούμενο για τη νομική αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας. Στην παρούσα υπόθεση, η αδυναμία του Αιτητή να παραθέσει με σαφήνεια, συνέπεια και πειστικότητα τις ουσιώδεις πτυχές του ισχυρισμού του, δεν επιτρέπει τη διαμόρφωση ασφαλούς κρίσης ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων πραγματικών περιστατικών. Ως εκ τούτου, η αίτηση αποτυγχάνει ήδη στο πρώτο, ουσιαστικό στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης, και δεν καθίσταται δυνατή η περαιτέρω νομική της θεμελίωση υπό το φως των διατάξεων των άρθρων 9 και 10 ή, επικουρικώς, του άρθρου 15 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι σύμφωνα με το άρθρο 16 του Περί Προσφύγων Νόμου [Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί], αρχικά, το βάρος απόδειξης το φέρει ο αιτών άσυλο ο οποίος υποχρεούται να υποστηρίξει την αίτησή του με όλα τα έγγραφα και στοιχεία που έχει στην κατοχή του, αλλά και γενικότερα να βοηθήσει την Υπηρεσία Ασύλου με τον καλύτερο τρόπο να διαπιστώσει τα γεγονότα της υπόθεσης του. Ως έχει νομολογηθεί, ο αιτών διεθνούς προστασίας πρέπει να καταβάλει ειλικρινή προσπάθεια να θεμελιώσει την αφήγησή του, ότι δηλαδή υπήρξε θύμα δίωξης στην χώρα καταγωγής του, ώστε να πληροί της προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς Διεθνούς Προστασίας (βλ. WILLIAM CRISANTHA MAL FRANCIS KARUNARATHNA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α, Υπόθεση Αρ. 1875/2008, 1 Μαρτίου 2010).
Βεβαίως, ο Αιτητής δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει για την απόδειξη των ισχυρισμών του, τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, αυτό όμως δεν αίρει την υποχρέωσή του να επικαλεσθεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Ναι μεν τα αρμόδια όργανα της Διοίκησης οφείλουν να προβούν σε ενδελεχή εξέταση των προβαλλόμενων από τον Αιτητή ουσιωδών ισχυρισμών και να αιτιολογήσουν πλήρως και ειδικώς την τυχόν απορριπτική του αιτήματος απόφασή τους, όμως στην περίπτωση που δεν έχουν προβληθεί κατά τη διαδικασία ενώπιον της Διοίκησης, ουσιώδεις, υπό την ανωτέρω έννοια, ισχυρισμοί, αλλά γενικοί, αόριστοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί ή έχει γίνει μεν επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, τα οποία, ωστόσο, δεν στοιχειοθετούν λόγους υπαγωγής στο προστατευτικό καθεστώς της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, δεν απαιτείται ειδικότερη αιτιολογία για την απόρριψη του αιτήματος παροχής ασύλου.
Συναφώς επισημαίνεται ότι ούτε μπορεί να αναγνωριστεί στον Αιτητή το «ευεργέτημα της αμφιβολίας»[3] , όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων. Το ευεργέτημα της αμφιβολίας δίδεται μόνο «νοουμένου ότι ο αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα απ' αυτόν στοιχεία σε σχέση με την αίτησή του, τα οποία έχουν ελεγχθεί και, ο αρμόδιος λειτουργός ή/και ο Προϊστάμενος ικανοποιούνται ότι ο αιτητής είναι γενικά αξιόπιστος».[4] Εν προκειμένω, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε είτε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας είτε της παρούσας δικαστικής διαδικασίας οποιοδήποτε ειδικό ισχυρισμό περί δίωξης του στη χώρα καταγωγής. Όπως έχει εξάλλου νομολογηθεί, κρίση επί της αξιοπιστίας αιτητή και έγερση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο της αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή/τρία είναι επιτρεπτή (Βλ. σχετικά απόφαση στην υπόθεση Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 ΑΑΔ 358, καθώς και την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Khalil v. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 466/2010, 28.9.2012).
Γενικά είναι εύλογο να αναμένεται ότι ένα αίτημα για διεθνή προστασία θα παρουσιάζεται ουσιαστικά και με σαφήνεια και επαρκή λεπτομέρεια, τουλάχιστον όσον αφορά τα πιο σημαντικά γεγονότα της εν λόγω αξίωσης. Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία σχετικά με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (και προηγούμενα, της Οδηγίας 2004/83/ΕΕ), εναπόκειται, κατ' αρχήν, στον αιτούντα να προσκομίσει όλα τα αναγκαία στοιχεία προς στήριξη της αιτήσεώς του.
Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας υποβλήθηκαν στον Αιτητή ανοικτής φύσεως ερωτήματα, τα οποία είχε τη δυνατότητα να απαντήσει. Επιπλέον, ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις για να καλύψει τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική διαδικασία και επιπρόσθετα συνεργάστηκε με τον Αιτητή κατά το στάδιο προσδιορισμού των συναφών στοιχείων της αιτήσεως αυτής.[5] Επίσης, ο λειτουργός προέβη σε εκτενή ανάλυση των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή ώστε να αξιολογήσει τον πιθανό κίνδυνο που θα διατρέξει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, προβαίνοντας παράλληλα στη συνεκτίμηση των προσωπικών του περιστάσεων, καθώς και σε έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής, ως προνοείται στο άρθρο 18(3) του περί Προσφύγων Νόμου.
Παράλληλα, οι Καθ' ων η αίτηση αξιολόγησαν επαρκώς και δεόντως τις δηλώσεις και τα όσα παρέθεσε ο Αιτητής, συνεκτιμώντας την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές του περιστάσεις (άρθρο 13Α(9) του Περί Προσφύγων Νόμου). Επί των όσων ανέφερε ο Αιτητής, εύλογα παρατηρούνται ελλείψεις πληροφοριών και ευλογοφάνειας, ως επίσης έλλειψη σαφήνειας και συνέπειας στις δηλώσεις του που άπτονται των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και οδηγούν σε σαφές και βέβαιο συμπέρασμα ότι τα αποδεικτικά στοιχεία του Αιτητή στερούνται εσωτερικής αξιοπιστίας.
Εξάλλου, ούτε από άλλα στοιχεία που υπάρχουν στον φάκελο της υπόθεσης, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο Αιτητής τόσο ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου δια μέσου των συνηγόρων του, προκύπτουν κρίσιμα στοιχεία και περιστατικά που να θεμελιώνουν «σοβαρούς λόγους» οι οποίοι να οδηγούν στην κρίση ότι ο Αιτητής μπορεί εύλογα να κινδυνεύει, υπό το πρίσμα της ατομικής του κατάστασης, ότι πράγματι θα υπόκειται σε πράξεις δίωξης[6] στη χώρας καταγωγής του αλλά ούτε προκύπτει ότι θα υποστεί πράξεις οι οποίες να είναι αρκετά σοβαρές από τη φύση τους ή από την επανάληψη ώστε να αποτελούν σοβαρή παραβίαση των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή συσσώρευση μέτρων επαρκώς σοβαρών που επηρεάζουν ένα άτομο με παρόμοιο τρόπο.[7]
Περαιτέρω, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι η απουσία εκπροσώπησής του από λειτουργό των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας κατά τη συνέντευξη επηρέασε την πληρότητα ή την ποιότητα της εξέτασης του αιτήματός του. Από το περιεχόμενο της συνέντευξης δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής στερήθηκε της δυνατότητας να εκθέσει το σύνολο των λόγων της αίτησής του, ούτε ότι αντιμετώπισε οποιαδήποτε δυσχέρεια κατανόησης της διαδικασίας ή των ερωτημάτων που του υποβλήθηκαν. Αντιθέτως, προκύπτει ότι απάντησε με σαφήνεια και επάρκεια, χωρίς να αναδεικνύεται ανάγκη ειδικής υποβοήθησης ή παρέμβασης. Σημειώνεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της συνέντευξης, ο Αιτητής είχε ήδη ενηλικιωθεί, ενώ ουδέν στοιχείο προκύπτει που να καταδεικνύει ιδιαίτερη ευαλωτότητα ή αδυναμία αντίληψης της σημασίας της διαδικασίας. Υπό τα δεδομένα αυτά, κρίνεται ότι τηρήθηκαν οι ουσιώδεις διαδικαστικές εγγυήσεις και ότι δεν επήλθε οποιαδήποτε προσβολή του δικαιώματος ακρόασης του Αιτητή ικανή να επηρεάσει το κύρος της προσβαλλόμενης απόφασης, κρίση η οποία συνάδει και με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία τυχόν διαδικαστική πλημμέλεια κατά τη διεξαγωγή της προσωπικής συνέντευξης δεν συνεπάγεται ακυρότητα της απόφασης, εφόσον από το σύνολο των περιστάσεων προκύπτει ότι ο αιτητής είχε στην πράξη τη δυνατότητα να εκθέσει επαρκώς τους λόγους της αίτησής του (βλ. ΔΕΕ, C-517/17, Milkiyas Addis).
Σε ό,τι αφορά την πιθανότητα να υποστεί ο Αιτητής δίωξη, το στοιχείο του «βάσιμου» στον ορισμό του πρόσφυγα είναι κυρίως ζήτημα πραγματολογικής εκτίμησης κινδύνου. Στην εκτίμηση αυτή, λαμβάνεται υπόψη η ατομική κατάσταση του Αιτητή, όπως επίσης και πληροφορίες όσον αφορά τη γενική κατάσταση στη χώρα καταγωγής του. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αξιολόγηση επικεντρώνεται αρχικά στο κατά πόσον ένας τέτοιος φόβος είναι βάσιμος κατά το χρόνο λήψης της απόφασης επί της αίτησης διεθνούς προστασίας, δηλαδή ο βάσιμος φόβος του Αιτητή πρέπει να είναι τρέχων, και κατά δεύτερον, ο «βάσιμος φόβος» βασίζεται στην εκτίμηση του κινδύνου, η οποία είναι μελλοντοστραφής (άρθρο 4, παράγραφος 3, της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2013/32/ΕΕ).
Σε έρευνα (για λόγους πληρότητας) του παρόντος Δικαστηρίου σχετικά με τους ως άνω ισχυρισμούς του Αιτητή και τα όσα προβάλλει, καταρχάς, από πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα από τις αναφορές που υπάρχουν σε (ετήσια) έκθεση για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Νιγηρία για το έτος 2023[8], δεν φαίνεται να προκύπτει ενδεχόμενο δυσμενούς μεταχείρισής του (με βάση και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του) σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής.
Ειδικότερα δε, ως προς τα θέματα κληρονομιάς, περιουσίας και κτηματικής διαφοράς στη Νιγηρία, από πηγές πληροφόρησης προκύπτουν τα εξής:
Πηγές ανέφεραν διακοινοτική βία στην πολιτεία Delta που αφορούσε διαμάχες για γη μεταξύ κοινοτήτων στις περιοχές τοπικής αυτοδιοίκησης (LGAs) Ughelli South και Bomadi, στις τοπικές περιοχές LGAs Ughelli North και Ughelli South, καθώς και συγκρούσεις μεταξύ κτηνοτρόφων και γεωργών στην τοπική κυβερνητική περιοχή-LGA Ika South, στις LGAs Ika North-East και Ughelli North, και — ειδικότερα με εμπλοκή κτηνοτρόφων Fulani — στις LGAs Ethiope East και Ethiope West.[9]
Σύμφωνα με την έκθεση του State Department των Ηνωμένων Πολιτειών (USDOS) του 2023 σχετικά με τις πρακτικές για τα ανθρώπινα δικαιώματα στη Νιγηρία, "οι διαμάχες για τη γη, ο ανταγωνισμός σχετικά με τους πόρους που λιγοστεύουν και οι εθνοτικές εντάσεις καθώς και οι εντάσεις μεταξύ “εποίκων και ιθαγενών" οδήγησαν σε συγκρούσεις μεταξύ βοσκών και αγροτών στη Βόρεια Κεντρική περιοχή.[10] Στην ίδια έκθεση αναφέρεται ότι οι εθνοτικές ομάδες Tiv, Kwalla, Jukun, Fulani και Azara που ζουν κοντά στα σύνορα των πολιτειών Nasarawa, Benue και Taraba εμπλέκονται ιδιαίτερα στις συγκρούσεις.[11]
Η ετήσια έκθεση του Freedom House για τη Νιγηρία το 2023 περιέγραφε ότι αγρότες και Fulani αντιμετώπισαν βία, καθώς οι κοινότητες των Fulani ταξίδευαν νότια για να βρουν "νέα βοσκοτόπια".[12] Το σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσης στη Νιγηρία το 2023 από τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης (ΔΟΜ) επιβεβαίωσε περαιτέρω ότι η βία κατά των αγροτικών κοινοτήτων συνεχίστηκε λόγω του ανταγωνισμού για τη γη και ότι η βία αυξήθηκε λόγω των διαφορών που σχετίζονται με "τις ζημιές στις καλλιέργειες, τις κλοπές ζώων και τη ρύπανση του νερού".[13] Το Global Centre for the Responsibility to Protect (GCR2P) πρόσθεσε ότι "οι διαμάχες αυτές έχουν επιδεινωθεί από την κλιματική αλλαγή, την επέκταση της γεωργίας και την αυξανόμενη ερημοποίηση στη βόρεια Νιγηρία", η οποία έχει "οδηγήσει" τους κατά κύριο λόγο μουσουλμάνους κτηνοτρόφους Φουλάνι προς νότο σε περιοχές που καλλιεργούνται από κυρίως χριστιανικές κοινότητες, με αποτέλεσμα "βία μεταξύ κτηνοτρόφων και αγροτών" και "έχει επίσης επιδεινώσει τις θρησκευτικές και εθνοτικές εντάσεις".[14]
Οι περιπτώσεις βίας λόγω διαφορών γης, όπως αναφέρθηκαν από τις πηγές, περιλαμβάνουν:
- Τον Αύγουστο του 2023, τέσσερις άνθρωποι σκοτώθηκαν σε κοινοτικές συγκρούσεις λόγω διαφοράς ιδιοκτησίας γης μεταξύ δύο κοινοτήτων στην Πολιτεία Enugu.[15]
- Τον Μάιο του 2022, τρεις άνθρωποι σκοτώθηκαν σε συγκρούσεις μεταξύ νεαρών με "επικίνδυνα όπλα" για αμφισβητούμενη γη μεταξύ δύο αγροτικών κοινοτήτων στην Πολιτεία Oyo. [16]
- Μια κοινότητα στην Πολιτεία Enugu δέχτηκε επίθεση στις αρχές Απριλίου 2023 από ενόπλους που πυρπόλησαν σπίτια και οχήματα και άφησαν πίσω τους έναν "απροσδιόριστο αριθμό νεκρών" για μια 35ετή διαφορά γης μεταξύ δύο οικογενειών. Η περιοχή που δέχτηκε την επίθεση φέρεται να είχε μετατραπεί σε "πόλη-φάντασμα".[17]
- Ένα άρθρο του Φεβρουαρίου 2023 από τη ΜΚΟ με την ονομασία HumAngle, περιέγραφε τις "βίαιες διαμάχες" μεταξύ των κοινοτήτων Lunguda και Waja στην πολιτεία Adamawa από το 2018 και ότι η "επαναλαμβανόμενη βία έχει στοιχίσει πάνω από 100 ζωές" και "τεράστιο οικονομικό κόστος".[18]
- Τον Φεβρουάριο του 2023, στην Πολιτεία Anambra, αδιακρίτως πυροβολισμοί για μια εδαφική διαμάχη μεταξύ δύο κοινοτήτων άφησαν πίσω τους έξι νεκρούς και δύο τραυματίες.[19]
- Τον Ιούνιο του 2023, η κυβέρνηση της Πολιτείας Ekiti κάλεσε δημοσίως τους κατοίκους των παραμεθόριων πόλεων να αναπτύξουν ειρηνικές σχέσεις με τις γειτονικές πολιτείες για να "αποφευχθεί η αιματοχυσία".[20]
- Τον Αύγουστο του 2023, μια εδαφική διαμάχη μεταξύ δύο κοινοτήτων στην Πολιτεία Enugu άφησε πίσω της τέσσερις νεκρούς και σημαντικές οικονομικές και υλικές απώλειες.[21]
Αναφορικά με την δυνατότητα κρατικής προστασίας, παρατίθενται τα κάτωθι:
Σε έρευνα σχετικά με την ύπαρξη κρατικής προστασίας στη Νιγηρία, ανευρέθη ότι οι κρατικοί θεσμοί που είναι υπεύθυνοι για την παροχή προστασίας είναι οι δυνάμεις ασφαλείας της Νιγηρίας (κυρίως το NPF – Nigeria Police Force,[22] και δευτερευόντως το NAF – Nigeria Air Force[23]), το δικαστικό σύστημα και το NAPTIP (National Agency for the Prohibition of Trafficking in Persons) για τα θύματα εμπορίας ανθρώπων[24]. Το NPF είναι η κύρια υπηρεσία επιβολής του νόμου στη χώρα, με προσωπικό που αναπτύσσεται σε 36 πολιτείες. Το NPF διατηρεί τον νόμο και την τάξη σε κάθε πολιτεία και συμμετέχει σε επιχειρήσεις συνοριακής ασφάλειας, θαλάσσιων και αντιτρομοκρατικών επιχειρήσεων. Σύμφωνα με πληροφορίες, η αναλογία αστυνομίας προς πληθυσμό είναι σημαντικά κάτω από τα πρότυπα του ΟΗΕ.[25]
Η ικανότητα της κυβέρνησης της Νιγηρίας να προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα υπονομεύεται σε ορισμένες πολιτείες από την επικρατούσα ανασφάλεια, π.χ. τα κράτη που πλήττονται από τις συγκρούσεις μεταξύ κτηνοτρόφων και αγροτών, τη βία που σχετίζεται με την Μπόκο Χαράμ και τη γενική εγκληματικότητα.[26] Σύμφωνα με πληροφορίες, οι κρατικές δυνάμεις ασφαλείας στη βορειοανατολική περιοχή ήταν υπερτεταμένες λόγω της εξέγερσης της Boko Haram/ISWAP και, ως εκ τούτου, βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε τοπικές πολιτοφυλακές και σε ομάδες επαγρύπνησης. Η ανομία και η έλλειψη αστυνόμευσης έχουν περιγραφεί ως βασικοί παράγοντες για την αύξηση των ληστειών ή της εγκληματικής βίας. Η πρόσφατη εισαγωγή του νόμου για την αστυνομία της Νιγηρίας 2020 συνδέεται με μακροχρόνιες εκκλήσεις για αστυνομική μεταρρύθμιση.[27]
Σύμφωνα με έκθεση του EUAA δημοσιευθείσας το έτος 2021 αναφέρεται σχετικά με την ικανότητα της αστυνομίας να διατηρήσει το νόμο και την τάξη πως η αστυνομική δύναμη θεωρείται καταπιεστική και αναποτελεσματική, υποχρηματοδοτούμενη, ανεκπαίδευτη και επιρρεπής στην διαφθορά αυξάνοντας το βάρος του στρατού να αναλάβει τις επιχειρήσεις εσωτερικής ασφάλειας.[28]
Επίσης σύμφωνα με έκθεση του Freedom House η οποία καλύπτει το έτος 2024 αναφέρεται «πως υπήρξαν πολλές καταγγελίες για εκβιασμό και δωροδοκία εντός της αστυνομίας. Οι ομοσπονδιακές και πολιτειακές αρχές έχουν επικριθεί πως παραβλέπουν την δέουσα διαδικασία, με παρατεταμένη προφυλάκιση υπόπτων ακόμη και όταν τα δικαστήρια έχουν διατάξει την αποφυλάκισή τους με εγγύηση».[29]
Σε έτερη πηγή αναφέρεται ότι «η πρόσβαση στο δικαστικό σύστημα στη Νιγηρία για πολλούς πολίτες παρεμποδίζεται από το υψηλό κόστος της προσφυγής στο δικαστήριο. Επιπλέον, το δικαστικό σύστημα καθίσταται γενικά αναποτελεσματικό λόγω μεγάλου φόρτου υποθέσεων, της έλλειψης χρηματοδότησης και της χαμηλής ικανότητας ανθρώπινου δυναμικού, γεγονός που οδηγεί σε εξαιρετικά μεγάλους χρόνους διεκπεραίωσης. Αναφέρεται, επίσης, εκτεταμένη διαφθορά. Το 2017, το UNODC ανέφερε ότι «οι δικαστικοί υπάλληλοι στη Νιγηρία αντιπροσώπευαν τη δεύτερη πιο εύκολα επηρεασμένη ομάδα αξιωματούχων όσον αφορά τον κίνδυνο δωροδοκίας».[30]
Ομοίως, έκθεση του USDOS αναφέρει πως «το δικαστικό σύστημα ήταν ευαίσθητο σε πιέσεις από την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία καθώς και από επιχειρηματικά συμφέροντα. Υπήρξαν αναφορές ότι οι πολιτικοί ηγέτες επηρέασαν το δικαστικό σώμα, ιδιαίτερα σε κρατικό και τοπικό επίπεδο. Υπήρχε μια ευρέως διαδεδομένη κοινή αντίληψη ότι οι δικαστές δωροδοκούνται εύκολα».[31]
Λαμβάνοντας υπόψη τις ως άνω πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, το Δικαστήριο, προβαίνοντας σε ουσιαστική επαναξιολόγηση των δεδομένων του φακέλου, κρίνει ότι δεν προκύπτει πραγματικό ενδεχόμενο ο Αιτητής, με βάση το προσωπικό του προφίλ, να εκτεθεί σε δίωξη ή σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία. Τα περιστατικά βίας που καταγράφονται, ιδίως στην Πολιτεία Delta και στις περιοχές Ika North-East και Ika South, συνδέονται κυρίως με ευρύτερες διακοινοτικές συγκρούσεις μεταξύ γεωργών και κτηνοτρόφων Fulani και με εντάσεις ανταγωνισμού για φυσικούς πόρους, χωρίς να αναδεικνύεται στοχοποίηση προσώπων με χαρακτηριστικά αντίστοιχα με εκείνα του Αιτητή.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι πηγές πληροφόρησης περιγράφουν τις διαφορές γης και κληρονομιάς ως φαινόμενα κατ’ εξοχήν ιδιωτικού και κοινωνικού χαρακτήρα, τα οποία αντιμετωπίζονται κατά κανόνα μέσω αστικών ή τοπικών μηχανισμών επίλυσης διαφορών. Ο Αιτητής δεν ανέδειξε οποιαδήποτε ιδιαίτερη περίσταση που να καταδεικνύει ότι η δική του περίπτωση διαφοροποιείται από το ανωτέρω γενικό πλαίσιο και ότι μετατρέπεται σε δίωξη κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή σε σοβαρή βλάβη κατά το άρθρο 19.
Αξιολογώντας επίσης το ζήτημα της αποτελεσματικής κρατικής προστασίας, το Δικαστήριο συνεκτιμά ότι, παρά τις καταγεγραμμένες θεσμικές αδυναμίες του Nigeria Police Force και του δικαστικού συστήματος, οι ίδιες οι πηγές επιβεβαιώνουν τη λειτουργία θεσμών επιβολής του νόμου σε όλες τις πολιτείες και την ύπαρξη προγραμμάτων μεταρρύθμισης. Δεν προκύπτει από τις επίσημες εκθέσεις ότι υφίσταται απόλυτο κενό προστασίας έναντι στοχευμένης βίας από ιδιώτη, ούτε ότι ο Αιτητής θα ήταν εκ προοιμίου αποκλεισμένος από πρόσβαση σε ένδικα ή διοικητικά μέσα.
Υπό τα δεδομένα αυτά, συμφωνώντας με τα συμπεράσματα της Υπηρεσίας Ασύλου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο προβαλλόμενος κίνδυνος δεν συνδέεται με κανέναν από τους εξαντλητικά προβλεπόμενους λόγους του άρθρου 3(1) του Ν. 6(Ι)/2000, όπως φυλή, θρησκεία, εθνικότητα, πολιτική πεποίθηση ή ένταξη σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, ενώ ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός παραμένει ατεκμηρίωτος για σκοπούς ουσιαστικής θεμελίωσης φόβου. Κατ’ επέκταση, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος πρόσφυγα ούτε εκείνες για παροχή επικουρικής προστασίας, ελλείψει εξατομικευμένου και πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα και στην περιοχή καταγωγής του.
Συνεπακόλουθα, και λαμβανομένων υπόψη των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, όπως αυτά έγιναν αποδεκτά και αξιολογήθηκαν από το παρόν Δικαστήριο στο πλαίσιο της επί της ουσίας εξέτασης, κρίνεται ότι δεν υφίσταται το στοιχείο του βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης στο πρόσωπο του Αιτητή. Οι ισχυρισμοί που προέβαλε, και οι οποίοι ορθώς εκτιμήθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, δεν σχετίζονται με κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 για το καθεστώς των προσφύγων, ούτε δύνανται να χαρακτηρισθούν ως δίωξη κατά την έννοια του άρθρου 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου.
Ειδικότερα, ως προς τον προβαλλόμενο κίνδυνο που απορρέει από την κτηματική διαφορά του πατέρα του Αιτητή με τον θείο του στην περιοχή Ika North-East της Πολιτείας Delta, το Δικαστήριο υιοθετεί την κρίση ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν τεκμηριώθηκε με τρόπο που να αποκαλύπτει αυθεντικά βιωματικά περιστατικά. Η γενικότητα των δηλώσεων του Αιτητή και η αδυναμία του να συνδέσει τον φόβο του με συγκεκριμένες επίκαιρες περιστάσεις δεν επιτρέπουν τη δημιουργία της απαιτούμενης δικανικής πεποίθησης ότι, σε περίπτωση επιστροφής, θα στοχοποιηθεί προσωπικά από μη κρατικό παράγοντα χωρίς δυνατότητα προστασίας.
Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή —την ηλικία του ως νεαρού ενήλικα, το μορφωτικό του υπόβαθρο, την ικανότητα επικοινωνίας στις γλώσσες Αγγλικά και Ika, καθώς και την απουσία ενδείξεων ευαλωτότητας— το Δικαστήριο κρίνει ότι ήταν εύλογα αναμενόμενο να μπορούσε να παρουσιάσει με σαφήνεια τους λόγους που θεμελιώνουν προσφυγικό αίτημα. Εφόσον αυτό δεν κατέστη δυνατό, ο προβαλλόμενος κίνδυνος παραμένει αόριστος και μη εξατομικευμένος και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να θεμελιώσει ούτε καθεστώς πρόσφυγα ούτε επικουρική προστασία κατά το άρθρο 19.
Από το σύνολο των πληροφοριών χώρας που εξετάστηκαν από το ίδιο το Δικαστήριο, δεν προκύπτει ότι η κατάσταση στην Πολιτεία Delta ή το πλαίσιο περιουσιακών διαφορών στη Νιγηρία συνεπάγονται, αυτοτελώς και με βάση το προφίλ του Αιτητή, κίνδυνο σοβαρής παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων. Οι πηγές περιγράφουν ότι οι διαφορές γης αποτελούν συνήθως ζητήματα ιδιωτικού δικαίου και εγκληματικότητας, τα οποία προϋποθέτουν απόδειξη πραγματικής αδυναμίας του Κράτους να παράσχει αποτελεσματική προστασία, στοιχείο που δεν αποδείχθηκε στην παρούσα διαδικασία.
Ούτε, τέλος, ο Αιτητής κατόρθωσε, ενώπιον του Δικαστηρίου που εξετάζει επί της ουσίας, να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα και πειστικά πραγματικά περιστατικά την ύπαρξη φόβου δίωξης ικανού να ανατρέψει την κρίση των Καθ’ ων η Αίτηση. Η αόριστη επίκληση πιθανής επίθεσης από τον θείο του και οι αναφορές σε περιορισμένες εργασιακές ευκαιρίες και χαμηλούς μισθούς δεν συνιστούν πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 9 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ ούτε του άρθρου 3Γ του Νόμου.
Η νομική αυτή θέση ευθυγραμμίζεται με τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία δεν αρκεί η γενική επίκληση κινδύνου ή δυσμενών συνθηκών στη χώρα καταγωγής, αλλά απαιτείται εξατομικευμένος και αιτιολογημένος φόβος δίωξης ή σοβαρής βλάβης. (Βλ. ΕΔΔΑ, F.G. κατά Σουηδίας, αριθ. προσφ. 43611/11, απόφ. 23.3.2016 (Ολομ.), σκ. 113, 116· J.K. και Άλλοι κατά Σουηδίας, αριθ. προσφ. 59166/12, απόφ. 23.8.2016 (Ολομ.), σκ. 101, 116· K.A.B. κατά Σουηδίας, αριθ. προσφ. 886/11, απόφ. 5.9.2013, σκ. 75, 76· και ΔΕΕ, απόφ. της 14.5.2020, O.A. κατά Secretary of State for the Home Department, C‑255/19, σκ. 49, 50). Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούνται οι θεμελιώδεις προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου για παραχώρηση διεθνούς προστασίας στον Αιτητή, είτε υπό τη μορφή προσφυγικού καθεστώτος είτε υπό τη μορφή επικουρικής προστασίας.
Επιπρόσθετα, ούτε στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας εμπίπτει ο Αιτητής, καθεστώς το οποίο παραχωρείται όταν υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να θεωρηθεί ότι το πρόσωπο, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη. Όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου, η έννοια της σοβαρής βλάβης συνδέεται με κίνδυνο εκτέλεσης ή επιβολής θανατικής ποινής, με βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ή με σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου ως αποτέλεσμα αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύγκρουσης, κατά τα νομολογηθέντα και στην υπόθεση Elgafaji[32].
Στην προκείμενη περίπτωση, από την ουσιαστική εξέταση του διοικητικού φακέλου και των ισχυρισμών που έγιναν αποδεκτοί στο πρόσωπο του Αιτητή, δεν πιθανολογείται ότι αυτός θα εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης κάποιας από τις πιο πάνω μορφές. Ο προβαλλόμενος φόβος σχετίζεται με ενδεχόμενη βία από ιδιώτη, στο πλαίσιο περιουσιακής διένεξης, χωρίς να καταδεικνύεται ότι η κατάσταση ασφαλείας στη Νιγηρία και ειδικότερα στην Ika North-East LGA της Πολιτείας Delta δημιουργεί, αυτοτελώς, συνθήκες αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε κάθε άμαχος να διατρέχει κίνδυνο. Ούτε προέκυψαν στοιχεία ότι ο θάνατος των μελών της οικογένειάς του σε πυρκαγιά συνδέεται με στοχευμένη ενέργεια εναντίον του ιδίου.
Ειδικότερα, ενόψει των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή, το Δικαστήριο συνεκτιμά ότι πρόκειται για νεαρό ενήλικα, ο οποίος δεν ανέφερε προβλήματα υγείας, δεν έχει ιστορικό σύλληψης ή καταδίκης στη χώρα καταγωγής, και δεν εργαζόταν προηγουμένως. Παρά τη δήλωσή του περί περιορισμένων εργασιακών ευκαιριών και χαμηλών μισθών, οι παράγοντες αυτοί ανάγονται σε γενικές κοινωνικοοικονομικές δυσχέρειες και δεν συνιστούν «ουσιώδεις λόγους» κατά το άρθρο 19 του Νόμου. Δεν προσδιορίσθηκε οποιαδήποτε ιδιαίτερη επαγγελματική, ιατρική ή κοινωνική περίσταση που να καθιστά την περίπτωσή του εξαιρετική.
Κατ’ επέκταση, προβαίνοντας σε δική του αξιολόγηση κινδύνου ως απαιτείται από δικαστήριο ουσίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των εδαφίων (α) και (β) του άρθρου 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε εκείνες που σχετίζονται με το ενδεχόμενο σοβαρής και προσωπικής απειλής αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας. Συνεπώς, ο Αιτητής δεν δικαιολογεί παραχώρηση επικουρικής προστασίας.
Αναφορικά, τέλος, με την προστασία του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, το Δικαστήριο εξετάζει αυτοτελώς κατά πόσον υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης. Λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές του περιστάσεις, ήτοι η απουσία προβλημάτων υγείας, το νεαρό της ηλικίας του, το γεγονός ότι είναι χριστιανός και αγγλόφωνος, καθώς και ότι μετά τον θάνατο των γονέων του δεν προσδιόρισε ύπαρξη ή ανυπαρξία συγκεκριμένου υποστηρικτικού δικτύου.
Παρά ταύτα, δεν προκύπτει ότι οι περιστάσεις αυτές, μεμονωμένα ή συνδυαστικά, τον εκθέτουν σε κίνδυνο μεταχείρισης τέτοιας έντασης ώστε να ενεργοποιούνται οι διεθνείς υποχρεώσεις της Δημοκρατίας κατ’ εφαρμογή της Σύμβασης και της σχετικής νομολογίας του ΕΔΔΑ. Ο προβαλλόμενος κίνδυνος παραμένει συνδεδεμένος με ιδιωτική πράξη και δεν τεκμηριώθηκε οποιοδήποτε εξατομικευμένο στοιχείο που να υπερβαίνει το επίπεδο της γενικής εγκληματικότητας. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης στη βάση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.(βλ. αποφάσεις ΕΔΑΔ K.A.B. κατά Σουηδίας (886/11, 5.9.2013) F.G. κατά Σουηδίας (43611/11, 23.3.2016) A.A. και Άλλοι κατά Σουηδίας (14499/09, 3.10.2013))
Ως προς το άρθρο 19(γ) που αφορά το ενδεχόμενο σοβαρής και προσωπικής απειλής αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας και ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το «ΔΕΕ)» επεσήμανε σε απόφασή του ότι συνιστούν «[.] μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημ. 10/06/2021, CF, DN , σκέψη 43).
Επιπλέον, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28/11/2011), αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, εάν οι συγκρούσεις είναι τοπικές ή εκτεταμένες και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ: «ο όρος 'προσωπική' πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. C-465/07, Elgafaji,,ημερομηνίας 17/12/2009, παρ. 35). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση (παρ. 39) διευκρίνισε ότι: «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Νιγηρία, πρόσφατη έκθεση του ινστιτούτου Bertelsmann Stiftung για τη Νιγηρία αναφέρει πως το Ισλαμικό κράτος για την δυτική Αφρική και άλλες ομάδες της Boko Haram συνεχίζουν να θέτουν απειλές στα βορειοανατολικά της χώρας, ενώ άλλες μη κρατικές ένοπλες ομάδες έχουν επεκτείνει τις δραστηριότητες τους στην βορειοδυτική περιοχή, ενώ η σύγκρουση αγροτών-βοσκών συνεχίζεται στη βόρεια-κεντρική περιοχή και επεκτείνεται επίσης πέρα από αυτήν προς τα νότια, και υπάρχει αύξηση σε αυτονομιστική αναταραχή στα νοτιοανατολικά της χώρας. Η ανασφάλεια και το έγκλημα συνέχισαν να επικρατούν στην περιοχή Niger Delta, και πολιτική αναταραχή καταγράφεται στα νότια της χώρας ενόψει των γενικών εκλογών το 2023.[33] Bάσει του Portal RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, η Νιγηρία είναι αναμεμειγμένη σε δύο παράλληλες μη διεθνείς ένοπλες συρράξεις ενάντια στις μη κρατικές ένοπλες ομάδες Boko Haram και ISWAP (Islamic State in West Africa Province).[34]
Επιπροσθέτως, σύμφωνα με έκθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών η οποία συνοψίζει τις εξελίξεις στην Δυτική Αφρική κατά την χρονική περίοδο Ιουνίου -Δεκεμβρίου 2023 αναφέρεται πως η ανασφάλεια που προκαλείται από εγκληματικές ένοπλες ομάδες είναι αυξημένη στις βόρειες πολιτείες ενώ στις νοτιότερες παρέμεινε χαμηλή.[35]
Κατά το έτος 2024 η πολιτεία Borno αποτέλεσε την περισσότερο προσβεβλημένη πολιτεία στη Νιγηρία από θανατηφόρα βία σύμφωνα με την βάση δεδομένων Nigeria Watch(14η έκθεση της), με την πολιτεία Delta να μην συγκαταλέγεται βάσει της ανωτέρω πηγής πληροφόρησης μεταξύ των 5 πιο επικίνδυνων πολιτειών στην χώρα (Niger, Zamfara, Kaduna και Katsina) κατά το έτος 2024.[36] Έκθεση της EUAA(2025) η οποία εστιάζει στην κατάσταση ασφαλείας στην χώρα αναφέρει σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Νότια περιοχή (South-South στην οποία υπάγεται η πολιτεία Delta) πως οι κύριοι δρώντες των περιστατικών ανασφάλειας στην ανωτέρω περιοχή ήταν οι διακοινοτικές εντάσεις, η εγκληματική βία και η βία που σχετίζεται με συμμορίες/λατρευτικές ομάδες. Οι εγκληματικές δραστηριότητες περιλάμβαναν απαγωγές, ανθρωποκτονίες, ληστείες, καθώς και συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων ασφαλείας και “ληστών/ένοπλων ομάδων”. Η βία που σχετίζεται με λατρευτικές ομάδες/συμμορίες περιλάμβανε ομάδες όπως οι Eiye, οι Black Axe/Aye, οι Vikings/Bagger και οι Maphite. [37]
Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών, καταλήγω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, καθότι τα περιστατικά ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας συχνότητας ή έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο (σοβαρής και προσωπικής απειλής) εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην εν λόγω περιοχή επιστροφής του. Περαιτέρω, δεν υφίστανται ιδιαίτερες περιστάσεις που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον εν λόγω κίνδυνο που πιθανό να διατρέξει ο Αιτητής, ειδικά σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των περιστατικών που καταγράφηκαν, ως εκτίθενται πιο πάνω (βλ. και ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland). Πρόκειται για ενήλικο άτομο, με βασικό μορφωτικό επίπεδο, αυτόνομο, ικανό για εργασία, που δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε θέματα υγείας ή ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό/συγγενικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του.
Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών για τη χώρα και την περιοχή καταγωγής του Αιτητή, καταλήγω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Τα περιστατικά ασφαλείας που καταγράφονται στην Πολιτεία Delta και ειδικότερα στις περιοχές τοπικής αυτοδιοίκησης Ika North-East και όμορες LGAs δεν εμφανίζονται τέτοιας συχνότητας ή έντασης ώστε κάθε άμαχος να διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην εν λόγω περιοχή, στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει ο Αιτητής.
Περαιτέρω, δεν προκύπτουν ιδιαίτερες περιστάσεις που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον εν λόγω κίνδυνο σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας που έχει καθορισθεί νομολογιακά από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-901/19, CF και DN. Ο Αιτητής, όπως διαπιστώνεται από τα μη αμφισβητούμενα προσωπικά του στοιχεία, είναι νεαρό ενήλικο άτομο, αυτόνομο και ικανό για εργασία, χωρίς προβλήματα υγείας ή στοιχεία ευαλωτότητας, ενώ δεν κατέδειξε ότι η ιδιωτική διένεξη με τον θείο του συνδέεται με οποιαδήποτε μορφή συστημικής βίας ή ένοπλης σύγκρουσης.
Ακόμη, οι πληροφορίες χώρας καταγωγής καταδεικνύουν ότι οι βίαιες διαφορές γης αφορούν κυρίως συλλογικές ή διακοινοτικές εντάσεις και όχι εξατομικευμένη στοχοποίηση προσώπων με το κοινωνικό και θρησκευτικό προφίλ του Αιτητή. Η δε μη τεκμηρίωση πραγματικής αδυναμίας των κρατικών αρχών της Νιγηρίας να παράσχουν προστασία έναντι πράξεων ιδιώτη δεν επιτρέπει την ενεργοποίηση του συμπληρωματικού καθεστώτος.
Κατ’ επέκταση, λαμβάνοντας υπόψη και την αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου ως δικαστηρίου που εξετάζει επί της ουσίας, κρίνεται ότι δεν στοιχειοθετούνται ουσιώδεις λόγοι να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή βλάβη δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Ως εκ τούτου, δεν δικαιολογείται παραχώρηση επικουρικής προστασίας ούτε υπό το πρίσμα του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα, τόσο τη νομιμότητα, όσο και την ουσία της παρούσης, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτησή του. Ορθά η Διοίκηση, κατέληξε ότι τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης δεν στοιχειοθετούσαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να αναγνωριστεί στον Αιτητή το καθεστώς του πρόσφυγα, ως προβλέπεται στα άρθρα 3-3Δ του Νόμου, αφού δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης, για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, ούτε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου, αφού αυτός δεν κατάφερε να αποδείξει ότι «υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως η «σοβαρή βλάβη» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» καθορίζεται στο άρθρο 19(2) του ιδίου Νόμου.
Λαμβάνοντας υπόψη την ενώπιόν μου υπόθεση σε πληρότητα, συμφωνώ με τα συμπεράσματα των Καθ’ ων η Αίτηση ότι η αξιολόγηση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού ολοκληρώθηκε κατόπιν δέουσας και επαρκούς έρευνας. Από τον διοικητικό φάκελο προκύπτει ότι ο αρμόδιος λειτουργός έλαβε υπόψη τόσο τις δηλώσεις του ίδιου του Αιτητή όσο και αξιόπιστες πληροφορίες από την χώρα καταγωγής, αξιολογώντας αυτές αντικειμενικά και εξατομικευμένα, όπως επιτάσσει το άρθρο 18(3) του περί Προσφύγων Νόμου. Δεν εντοπίζεται πλημμέλεια στη μεθοδολογία συλλογής των πληροφοριών ούτε παράλειψη εξέτασης ουσιωδών παραγόντων που να καθιστά την κρίση εσφαλμένη.
Η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97, Α.Ε.2371, Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99). Είναι εμφανές πως, η Υπηρεσία Ασύλου διενήργησε τη δέουσα έρευνα όλων των ζητημάτων που έθεσε ο Αιτητής ενώπιον της. Οι Καθ' ων η Αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους, προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί αναιτιολόγητης απόρριψης και νομικής πλάνης, κρίνω ότι η προσβαλλόμενη πράξη περιέχει σαφή, λογική και επαρκή αιτιολογία. Η δε αιτιολογία συμπληρώνεται και από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου, ιδίως δε, το πρακτικό της συνέντευξης του Αιτητή και την εισήγηση του λειτουργού (Παναγιωτίδης v. Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ.ά.(1998) 3 ΑΑΔ 342, Θ. Χριστοφή & Σία Λτδ v. Yπουργού Οικονομικών κ.ά.(1998) 3 ΑΑΔ 427).
Σημειώνεται ότι ο Αιτητής δια της γραπτής του αγόρευσης περιορίζεται σε γενικές αναφορές περί επιδείνωσης της κατάστασης στη Νιγηρία και σε επίκληση ζητημάτων που αφορούν την IPOB και την ιστορική διένεξη της Biafra, τα οποία, όμως, δεν συνδέονται με τον πυρήνα των προσωπικών του ισχυρισμών, ήτοι την ιδιωτική οικογενειακή και περιουσιακή διένεξη μεταξύ του πατέρα του και του θείου του. Η επίκληση άσχετου υλικού δεν δύναται να υποκαταστήσει την ανάγκη στοιχειοθέτησης αιτιώδους συνδέσμου με το ατομικό προφίλ και τις συγκεκριμένες περιστάσεις του Αιτητή, όπως απαιτείται για σκοπούς αναγνώρισης διεθνούς προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, η γραπτή ή προφορική αγόρευση αποτελεί μέσο ανάπτυξης νομικών θέσεων και όχι μέσο προσαγωγής νέας μαρτυρίας, ενώ ο Αιτητής είχε τη δυνατότητα να προβεί στο αναγκαίο προς τούτο δικονομικό διάβημα για την υποστήριξη των ισχυρισμών του με παραδεκτά αποδεικτικά στοιχεία.(βλ. ISAAC ENDAH ABURI v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 71/2023, 25/9/2025)
Συνεπακόλουθα, ως προς τον προβαλλόμενο φόβο επαναπροώθησης και την επίκληση του άρθρου 19(2) του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και των άρθρων 2 και 3 της ΕΣΔΑ, δεν προκύπτει ότι η επιστροφή του Αιτητή στην Πολιτεία Delta θα τον εξέθετε, εκ μόνου λόγου παρουσίας, σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια της σχετικής νομολογίας Elgafaji–Diakite. Το διοικητικό όργανο αξιολόγησε το ζήτημα του non-refoulement εντός του ορθού νομικού πλαισίου και, εφόσον δεν καταδείχθηκαν αξιόπιστα και συναφή με τον ίδιο περιστατικά, ορθώς κατέληξε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις απαγόρευσης επιστροφής. Συνεπώς, οι θέσεις των Καθ’ ων γίνονται αποδεκτές και ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός παραμένει αναξιόπιστος χωρίς να θεμελιώνεται λόγος ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Τέλος, σημειώνεται (συναφώς) ότι σύμφωνα με το Διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών ημερομηνίας 30/05/2025 (Κ.Δ.Π. 145/2025), η χώρα καταγωγής του Αιτητή ορίζεται ως ασφαλής χώρα ιθαγένειας, χωρίς εν προκειμένω αυτός να έχει προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς/στοιχεία που αφορούν προσωπικά στον ίδιο και οι οποίοι να ανατρέπουν το τεκμήριο περί ασφαλούς χώρας ιθαγένειας (βλ. σχετική επιφύλαξη στο άρθρο 12Βτρις(6) του περί Προσφύγων Νόμου). Στην αξιολόγηση αυτή λαμβάνεται υπόψη και η ικανότητα του κράτους να παρέχει προστασία στους πολίτες του από παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους (βλ. άρθρο 12Βτρις(2) του περί Προσφύγων Νόμου). Ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να ανατρέψει αυτό το τεκμήριο, ενώ υπενθυμίζεται, σχετικά, ότι η διεθνής προστασία αποτελεί προστασία δευτερεύουσα εκείνης της χώρας καταγωγής.
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Λαμβανομένου υπόψη ότι, κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας προσφυγής, αυτή καταχωρήθηκε δια της Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον περί Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού (Διορισμός Επιτρόπου από το Δικαστήριο ως Αντιπρόσωπος Παιδιού) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014 (Κ.Δ.Π. 3/2014), και ειδικότερα τον Κανονισμό 6 αυτού, δεν επιδικάζονται έξοδα.
Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Άρθρο 6 οδηγία 2011/95/ΕΕ
[2] European Asylum Support Office - EASO, 'Δικαστική ανάλυση - Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου', 2018, σελ. 132 - 135
[3] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50.
[4] Βλ. Άρθρο 13(4) του περί Προσφύγων Νόμου.
[5] M. Κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, C‑277/11 22ας Νοεμβρίου 2012 υποσημείωση 82, σκέψη 65.
[6] Υπόθεση ΔΕΕ C‑199/12 to C‑201/12, Y and Z, 7 Νοεμβρίου 2013, παρ. 76
[7] Άρθρο 3Γ(1) του περί Προσφύγων Νόμου.
[8] U.S. Department of State, 2023 Country Reports on Human Rights Practices: Nigeria, April 22, 2024, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/nigeria [ημερ. πρόσβασης 20/06/2025]
[9] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Nigeria: Security Situation, November 2025
https://www.ecoi.net/en/file/local/2132070/2025_11_EUAA_COI_Report_Nigeria_Security_Situation.pdf, σελ149-150
[10] USDOS, Country Report on Human Rights Practices for 2022 – Nigeria, 20 March 2023, available at: https://www.state.gov/wp-content/uploads/2023/03/415610_NIGERIA-2022-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf p. 31, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025).
[11] USDOS, Country Report on Human Rights Practices for 2022 – Nigeria, 20 March 2023, available at: https://www.state.gov/wp-content/uploads/2023/03/415610_NIGERIA-2022-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf , p. 32, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025).
[12] Freedom House, Freedom in the World 2023 – Nigeria, 9 March 2023, available at: https://freedomhouse.org/country/nigeria/freedom-world/2023, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025).
[13] IOM, Nigeria Crisis Response Plan 2023, 30 January 2023, p. 4 , available at: https://crisisresponse.iom.int/sites/g/files/tmzbdl1481/files/appeal/pdf/2023_Nigeria_Crisis_Response_Plan_2023.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025).
[14] GCR2P, Atrocity Alert No. 348: Nigeria, Democratic Republic of the Congo and the Protection of Civilians, 24 May 2023 , available at: https://www.globalr2p.org/publications/atrocity-alert-no-348/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025).
[15] Guardian (The), Four die in land dispute, community clash in Enugu, 14 August 2023 , available at: https://guardian.ng/news/four-die-in-land-dispute-community-clash-in-enugu/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025).
[16] Cable (The), ‘Three killed’ in boundary dispute between Oyo communities, 17 May 2022 , available at: https://www.thecable.ng/three-killed-in-boundary-dispute-between-oyo-communities , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025).
[17] Daily Trust, How 35-Year-Old Land Dispute Resurfaces, Claims Lives In Enugu, 14 May 2023 , available at: https://dailytrust.com/how-35-year-old-land-dispute-resurfaces-claims-lives-in-enugu/ , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025).
[18] HumAngle, Once Intimate, Two Adamawa Communities Torn Apart By Land Dispute, 19 February 2023 , available at: https://humanglemedia.com/once-intimate-two-adamawa-communities-torn-apart-by-land-dispute/ , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025).
[19] People’s Gazette, Six killed over land dispute in fresh communal clash in Anambra, 7 February 2023, available at: https://gazettengr.com/six-killed-over-land-dispute-in-fresh-communal-clash-in-anambra/ , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025).
[20] Daily Post, Land Disputes: We cannot afford bloodshed with Ondo, Osun, EKSG warns, 13 June 2023, available at: https://dailypost.ng/2023/06/13/land-disputes-we-cannot-afford-bloodshed-with-ondo-osun-eksg-warns/ , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025).
[21] Vanguard, 4 die in communal land dispute in Enugu, 13 August 2023, available at: https://www.vanguardngr.com/2023/08/4-die-in-communal-land-dispute-in-enugu/#google_vignette , ((ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025).
[22] Nigeria Police Force, available at: Nigeria Police Force | Home (npf.gov.ng) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025).
[23] Nigeria Air Force, available at: https://airforce.mil.ng/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025).
[24] NAPTIP, available at: NAPTIP – National Agency For The Prohibition Of Trafficking In Persons (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025).
[25] Center of Strategic and International Studies (2020), Conduct is the Key: Improving Civilian Protection in Nigeria’, available at: Conduct Is the Key: Improving Civilian Protection in Nigeria (csis.org) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025).
[26] Georgetown Journal of International Affairs (2021), 'The Failure of Governance in Nigeria: An Epistocratic Challenge', available at: The Failure of Governance in Nigeria: An Epistocratic Challenge - Georgetown Journal of International Affairs (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025).
[27] Center of Strategic and International Studies (2020), Conduct is the Key: Improving Civilian Protection in Nigeria', available at: Conduct Is the Key: Improving Civilian Protection in Nigeria (csis.org) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025).
[28] EUAA – European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Nigeria - Security situation, June 2021
https://www.ecoi.net/en/file/local/2053722/2021_06_EASO_COI_Report_Nigeria_Security_situation.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025).
[29] Freedom House (Author): Freedom in the World 2024 - Nigeria, 2024
https://freedomhouse.org/country/nigeria/freedom-world/2025 [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης: 27.05.2025]
[30] European Asylum Support Office (2018), ‘Nigeria: Actors of Protection’, available at: 2018_EASO_COI_Nigeria_ActorsofProtection.pdf (europa.eu), σελ.34 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025).
[31] USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Nigeria, 23 April 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2107771.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025).
[32] ΔΕΕ, C‑465/07, Elgafaji, απόφ. 17.2.2009, EU:C:2009:94
[33] Bertelsmann Stiftung (Author): BTI 2024 Country Report Nigeria, 19 March 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2105924/country_report_2024_NGA.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025).
[34] https://www.rulac.org/browse/countries/nigeria#collapse1accord (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025).
[35] United Nations Security Council, 'Report of the Secretary - General on the activities of the United Nations Office for West Africa and the Sahel - S/2023/1075', 2 January 2024, παρ. 26, https://www.ecoi.net/en/file/local/2103398/N2342595.pdf [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης: 31.05.2025]
[36] Nigeria Watch, Fourteenth eport on Violence (2024), https://www.nigeriawatch.org/media/html/Reports/NGA-Watch-Report24.pdf , σελ.7
[37] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Nigeria: Security Situation, November 2025
https://www.ecoi.net/en/file/local/2132070/2025_11_EUAA_COI_Report_Nigeria_Security_Situation.pdf , σελ.149-150 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο