Αίτηση από: L. Μ. Ν., Νομική Αρωγή αρ.226/25, 9/1/2026
print
Τίτλος:
Αίτηση από: L. Μ. Ν., Νομική Αρωγή αρ.226/25, 9/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Νομική Αρωγή αρ.226/25

 

9 Ιανουαρίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΑΡ.1 ΤΟΥ 2003 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2002 (Ν. 165(Ι)/2002)

 

Αίτηση από:

 

L. Μ. Ν.

                                                                                                                                    Αιτήτρια

 

 

Αιτήτρια εμφανίζονται αυτοπροσώπως

Κος Ν. Νικολάου, Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

Κα V. Klavdianou, μεταφραστής για πιστή μετάφραση από Lingala στα Ελληνικά και αντίστροφα              

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Η αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα αίτηση για παροχή δωρεάν νομικής αρωγής, προκειμένου να διορίσει δικηγόρο για να χειριστεί την προσφυγή αρ.2857/24 που ήδη καταχώρησε κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.23/07/24, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλαν.

Ως προκύπτει από το σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας, η αιτήτρια κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 03/05/22 και στις 30/05/22 υπέβαλε αίτηση ασύλου, η απόφαση επί της οποίας είναι η επίδικη στην προσφυγή 2857/24.

Η παρούσα στηρίζεται στους περί Νομικής Αρωγής Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Αρ.1) του 2003 και στον περί Νομικής Αρωγής Νόμο του 2002, Ν. 165(Ι)/2002, στις διατάξεις του άρθρου 6Β (2) (α) και 6Β (2) (ββ), που ορίζει τα ακόλουθα:

«(2) Παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε αιτητή διεθνούς προστασίας, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος -

[…]

(α) Κατά δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του εν λόγω αιτητή, την οποία απόφαση ο Προϊστάμενος έλαβε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, 12Βδις, 12Βτετράκις, 12Δ ή 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, ή

υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(αα) Η δωρεάν νομική αρωγή αφορά μόνο την πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και όχι την εκδίκαση έφεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά της δικαστικής απόφασης η οποία εκδίδεται στα πλαίσια της εν λόγω πρωτοβάθμιας εκδίκασης, ούτε άλλο ένδικο μέσο∙ και

(ββ) κατά την κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου, η προσφυγή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας:

Νοείται ότι οι διατάξεις της παραγράφου (ββ) εφαρμόζονται χωρίς να περιορίζουν αυθαίρετα την παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη.»

Κατά την εξέταση αιτήσεως νομικής αρωγής το Δικαστήριο προβαίνει σε εκ πρώτης όψεως εξέταση της υπόθεσης, χωρίς να αποφασίζεται οριστικά η τύχη της προσφυγής που σε κάθε περίπτωση έχουν δικαίωμα να καταχωρήσουν ή να προωθήσουν (αν έχει καταχωρηθεί) με ίδια μέσα ο αιτητής, δεδομένου ότι το αποτέλεσμα της δεν επηρεάζει και δεν προδικάζει την έκβαση της (βλ. Durgo Man v. Δημοκρατίας, Νομ. Αρ. 278/09, ημ.15/07/09).

Στην απόφαση στην αίτηση Νομικής Αρωγής αρ.31/2013, SINGH KHUSHWANT του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

«Όπως νομολογιακά έχει αποφασιστεί, ο Νόμος δίνει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει, κατά πόσον «είναι πιθανό να εκδοθεί θετική δικαστική απόφαση». Είναι, επίσης, πάγια γραμμή της Νομολογίας, ότι ο Αιτητής δεν πρέπει να στερείται, χωρίς επαρκή λόγο, του δικαιώματός του να ακουστεί η προσφυγή του από το Ανώτατο Δικαστήριο, έχοντας τη βοήθεια συνηγόρου.  Από την άλλη, όμως, δεν είναι επιτρεπτή η παροχή νομικής αρωγής ανεξέλεγκτα, με συνακόλουθο την σπατάλη δημοσίου χρήματος με την καταχώρηση προσφυγών, οι οποίες δεν έχουν πιθανότητα επιτυχίας.

[…]

Παρεμβάλλω ότι είναι βασική αρχή πως το Δικαστήριο, εξετάζοντας αιτήσεις αυτής της μορφής και ασκώντας την ευρεία διακριτική του εξουσία, δεν προβαίνει σε οριστικά συμπεράσματα ως προς το αποτέλεσμα της ίδιας της προσφυγής, αλλά παραμένει στην πιθανολόγηση έκδοσης θετικής απόφασης.

[…]. Τελικό, λοιπόν, κριτήριο είναι η πιθανότητα έκδοσης θετικής δικαστικής απόφασης και, κατά την εξέταση μιας τέτοιας πιθανότητας, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει για την οριστική τύχη της προσφυγής, αλλά, όπως είναι καθήκον του, σταθμίζει τα ενώπιόν του στοιχεία, προκειμένου να κρίνει κατά πόσον οι απαραίτητες προϋποθέσεις του Νόμου ικανοποιούνται, για να συνεκτιμήσει την πιθανότητα έκδοσης θετικής δικαστικής απόφασης στην αναμενόμενη να καταχωρηθεί προσφυγή.».

Από τα συνημμένα στο Σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα προκύπτουν τα ακόλουθα.

Στα πλαίσια της αίτησης διεθνούς προστασίας η αιτήτρια ανέφερε ότι ο σύζυγος της ήθελε να τη σκοτώσει, δεν είχε υποστήριξη από την οικογένεια της, η μητέρα της έχει αποβιώσει και οι αδελφές τις είναι νεότερες της. Ως περαιτέρω αναφέρει, όταν ήταν 4 μηνών έγκυος, ο σύζυγος της την κακοποίησε και έτσι πήγε νοσοκομείο και έχασε το παιδί (που κυοφορούσε). Τότε αποφάσισε να φύγει από τη ΛΔΚ, λόγω του ότι φοβάται τον σύζυγο της και για τη ζωή της και ήρθε «εδώ για να είναι ασφαλής».

Στη συνέντευξη που ακολούθησε η αιτήτρια ανέφερε ότι οι γονείς της απεβίωσαν σε αυτοκινητιστικό ατύχημα, οι οποίοι, καθώς ήταν επιχειρηματίες, ταξίδευαν συχνά, έχει συγγενείς στη ΛΔΚ, οι οποίοι όμως δεν γνωρίζει που βρίσκονται. Αμέσως μετά όμως ανέφερε ότι έχει τέσσερα παιδιά, τα οποία διαμένουν σήμερα με τις τρείς αδελφές τις (ηλικίας 13, 17 και 27 ετών), στο μέρος από το οποίο κατάγονται (Town Bandundu, Kuilu Region). Έχει ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση του 1999 και δεν έχει εργαστεί ποτέ στη χώρα καταγωγής της, διέμενε δε κατά τα τελευταία 6 χρόνια προτού φύγει από τη ΛΔΚ στην Κινσάσα, με τον σύζυγο της.

Αναφορικά με τους λόγους που έφυγε από τη ΛΔΚ η αιτήτρια ανέφερε ότι ήταν εξαιτίας προβλημάτων, καθότι, όταν οι γονείς της απεβίωσαν και η ίδια κάλεσε τις αδελφές της να μείνουν μαζί της, ο σύζυγος της άρχισε να χτυπά την ίδια και τις αδελφές της, αυτή κατέληξε στο νοσοκομείο, όπου απέβαλε το κυοφορούμενο παιδί της και ένα άτομο από το νοσοκομείο τη βοήθησε να έρθει στην Κύπρο. Το άτομο αυτό, ως αναφέρει η αιτήτρια, της ανέφερε ότι, καθότι είναι η μεγαλύτερη από τα αδέλφια της, θα βοηθήσει να έρθει στην Κύπρο και να φέρει και τις αδελφές της και τις πήρε όλες μαζί σε εκκλησία όπου διέμεναν. Τα παιδιά της διέμεναν με τον σύζυγο της, δεν ήθελε να τα αφήσει, ως ανέφερε, όμως «δεν [μπορούσε] να [κάνει] τίποτε πλέον» και έτσι έφυγε από η ΛΔΚ, οι δε αδελφές της, που – ως αναφέρει η αιτήτρια – συνέχισαν να λαμβάνουν απειλές, μετοίκησαν μαζί με τα παιδιά της αιτήτριας πίσω στη γενέτειρα τους.

Ερωτώμενη για τον θάνατο των γονιών της αιτήτρια ανέφερε ότι συνέβη σε δυστύχημα σε επαγγελματικό ταξίδι το 2021. Ερωτώμενη για τον πατέρα των παιδιών της ανέφερε ότι δεν ήταν σύζυγος της, τον γνώρισε το 2007, ήταν καλός στην αρχή όμως, μετά τον θάνατο των γονιών της άρχισε να της συμπεριφέρεται άσχημα. Σχετικά με τα παιδιά της ανέφερε ότι έχει 4, ηλικίας 7, 4 και 2 χρονών και ένα που ήταν 7 μηνών κατά τη συνέντευξη, το οποίο γεννήθηκε στη Δημοκρατία με πατέρα τον φίλο της. Ερωτώμενη για την κακοποίηση που υπέστη ανέφερε ότι διήρκησε για 2-3 μήνες, το 2021, ότι ο σύζυγος της τη χτυπούσε μπροστά στα παιδιά της, δεν τον κατήγγειλε στις Αρχές και δεν έφευγε από το σπίτι γιατί, ως ανέφερε, δεν είχε που να πάει. Ερωτώμενη για το περιστατικό της αποβολής ανέφερε ότι ο σύζυγος της τη χτύπησε και της πήρε τα παιδιά. Σε επόμενη ερώτηση αν τα παιδιά είναι μαζί του η αιτήτρια απάντησε αρνητικά, αναφέροντας ότι τα παιδιά είναι με τον αδελφό της. Ερωτώμενη αν ο σύζυγος της τους αναζητά μετά που έφυγαν τα αδέλφια με τα παιδιά της και πήγαν στη γενέτειρα τους και η ίδια έφυγε από τη ΛΔΚ, η αιτήτρια απάντησε ότι πληροφορήθηκε από φίλους ότι τους αναζητά, χωρίς όμως να αναφέρει κάτι άλλο σχετικά. Σε ερώτηση αν επικοινωνεί με τα παιδιά της απάντησε θετικά, αναφέροντας ότι δεν «ζούνε καλά με την αδελφή και τον αδελφό [της] και έχουν σταματήσει το σχολείο». Ερωτώμενη για τις συνέπειες τυχόν επιστροφής της στη ΛΔΚ η αιτήτρια ανέφερε ότι θα πεθάνει και σε ερώτηση αν μπορεί να επιστρέψει και να ζήσει με ασφάλεια σε άλλη περιοχή της χώρας η αιτήτρια απάντησε αρνητικά.

Η Υπηρεσία Ασύλου, εξετάζοντας τα λεγόμενα της αιτήτριας, σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, ως ακολούθως.

1.    Ταυτότητα, προφίλ και χώρα καταγωγής και τόπος διαμονής της αιτήτριας

2.    Ισχυριζόμενες απειλές από τον σύζυγο της

Εκ των ως άνω ισχυρισμών έγινε αποδεκτός ο 1ος, απορρίφθηκε όμως ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός ως αναξιόπιστος.

Επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, ως κρίθηκε, η αιτήτρια υπήρξε ασαφής, χωρίς να είναι σε θέσει να παραθέσει επαρκείς και λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με το πότε ο σύζυγος της άρχισε να τη χτυπά, πως ακριβώς έγιναν οι επιθέσεις, τι ακριβώς έγινε και πότε σχετικά με το περιστατικό όπου κατ’ ισχυρισμό απέβαλε το παιδί που αυτή κυοφορούσε, πως αντέδρασαν τα αδέλφια της, τα οποία - ως ισχυρίστηκε – διέμεναν μαζί της τον τότε χρόνο, γιατί δεν κατάγγειλε το συμβάν στις Αρχές και πως και υπό ποιες συνθήκες δέχθηκε, σύμφωνα με τα λεγόμενα της, βοήθεια από άτομο για το οποίο ουδέν ανέφερε, προκειμένου να ταξιδέψει στην Κύπρο. Ομοίως δεν ήταν σε θέση η αιτήτρια να περιγράψει τη (πολυετή) σχέση της με τον κατ’ ισχυρισμό διώκτη της, για τον οποίο αρχικά ανέφερε ότι ήταν σύζυγος της και ακολούθως ανέφερε ότι δεν ήταν παρά μόνο πατέρας των παιδιών της, ο οποίος «απλά εμφανίστηκε στην οικογένεια της» (ερ.30 – 3Χ). Επί όλων των ως άνω, ως κρίθηκε, το αφήγημα της αιτήτριας στερούνταν λεπτομερειών και βιωματικών στοιχείων, έβριθε κενών και είχε αντιφάσεις. Δεδομένου ότι – ως κρίθηκε – το αφήγημα της αιτήτριας αποτελεί το μόνο τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματος της, δεν έγινε έρευνα σε πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής (ΠΧΚ) και ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου στη βάση των ως άνω αποδεκτών ισχυρισμών, κατόπιν επισκόπησης και αξιολόγησης της κατάστασης ασφαλείας στην Κινσάσα (τόπος διαμονής της), σε συνάρτηση με το προφίλ της, περιλαμβανομένου του ότι η αιτήτρια έχει ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, είναι υγιής ενήλικη γυναίκα, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, διατηρεί δε επικοινωνία με τα αδέλφια και τα παιδιά της, η Υπηρεσία κατέληξε ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα κατά την επιστροφή της αύτη να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη. Σημειώνεται ότι, δεδομένου ότι η αιτήτρια έχει τέκνο γεννηθέν στη Δημοκρατία, στα πλαίσια της ως άνω εκτίμησης κινδύνου ο λειτουργός της Υπηρεσίας ανέτρεξε και εντόπισε πληροφορίες (ΠΧΚ) σχετικά με τις συνθήκες που αφορούν ανύπαντρές μητέρες, εκ των οποίων, ως κρίθηκε, προκύπτει ότι, παρότι η κατάσταση τους είναι ευάλωτη, εντούτοις φαίνεται να έχουν γίνει πρόσφατα βήματα για ενδυνάμωση της στήριξης που λαμβάνουν από την πολιτεία, περιλαμβανομένης παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών, εκπαίδευσης και στήριξης από ΜΚΟ. Το τέκνο δε της αιτήτριας που γεννήθηκε στη Δημοκρατία φαίνεται να είναι σε θέση να αιτηθεί και να λάβει υπηκοότητα της ΛΔΚ κατά την επιστροφή τους.

Συνεπεία των ως άνω η αίτηση διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε ως αβάσιμη και κατά της αιτήτριας εκδόθηκε απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της.

Στην αιτήτρια μεταφράστηκε το σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα και της δόθηκε η ευκαιρία να αναφέρει οτιδήποτε επιθυμεί, αφότου της εξηγήθηκαν οι προϋποθέσεις που θέτει η οικεία νομοθεσία για την έγκριση αιτήσεων ως η παρούσα, ως και ανωτέρω καταγράφεται. Τοποθετούμενη προφορικά η αιτήτρια ανέφερε ότι ζητά βοήθεια και σε ερωτήσεις σχετικά με τον πατέρα του τέκνου (που γεννήθηκε στη Δημοκρατία) είπε ότι αυτός επέστρεψε στη ΛΔΚ (είναι ομοεθνής της) και δεν διατηρούν επαφή έκτοτε.

Έχοντας διέλθει με προσοχή του περιεχομένου του σημειώματος του Γεν. Εισαγγελέα, των συνημμένων σ’ αυτό εγγράφων αλλά και των δηλώσεων της αιτήτριας στα πλαίσια της παρούσης, προχωρώ σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων σε συνάρτηση με το νομικό πλαίσιο επί αιτήσεων νομικής αρωγής, ως ανωτέρω καταγράφεται.

Αρχίζοντας από το ζήτημα της αξιοπιστίας του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού σημειώνω τα εξής.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, σελ.98, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής: «[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […]

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»  

Ενόψει των ως άνω θα συμφωνήσω με το σύνολο των ευρημάτων και της κατάληξης των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού της αιτήτριας, ως στα ερ.92-93 καταγράφονται και παρατίθενται εν συντομία ανωτέρω. Τούτο γιατί, πολύ απλά, το σύνολο του αφηγήματος της αιτήτριας βρίθει κενών και εξόφθαλμων αντιφάσεων και στερείται κάθε εύλογα αναμενόμενου ψήγματος βιωματικής λεπτομέρειας σχετικά με το σύνολο των όσων ισχυρίστηκε αναφορικά τόσο με τον κατ’ ισχυρισμό θάνατο των γονιών της, τη σχέση της με τον κατ’ ισχυρισμό διώκτη της (σύζυγο), τα παιδιά τους, την κακοποίηση που υπέστη, τα συμβάντα και τη χρονική αλληλουχία αυτών, το που και με ποιους διαμένουν σήμερα τα παιδιά της αλλά και τον τρόπο που έφυγε από τη χώρα και το άτομο από το οποίο δέχτηκε βοήθεια προς τούτο. Δεν έχω τίποτε να προσθέσω λοιπόν στα όσα επί τούτου λεπτομερώς καταγράφονται στην έκθεση της Υπηρεσίας, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω εδώ, δεδομένου ότι πιο πάνω καταγράφονται και στα πλαίσια της παρούσης, πέραν του να υιοθετήσω αυτά ως έχουν και να σημειώσω ότι τυχόν αποδοχή του αφηγήματος της αιτήτριας ως αυτό αναφέρθηκε από την ίδια θα ισοδυναμούσε με αφελή ανεπιφύλακτη αποδοχή του, ενάντια σε κάθε εύλογα κριτική θεώρηση των ισχυρισμών της.

Για σκοπούς πληρότητας σημειώνω ότι αναφορά της UNFPA σημειώνει ότι η έμφυλη βία (GBV) εξακολουθεί να καθιστά ευάλωτες τις γυναίκες και τα κορίτσια που διαβιούν στη χώρα.[1] Μορφές βίας που καταγράφονται περιλαμβάνουν βιασμό, σεξουαλική δουλεία, εμπορία ανθρώπων, αναγκαστικό γάμο, γάμο ανηλίκων, ενδοοικογενειακή βία και σεξουαλική εκμετάλλευση.[2] Εκ τούτου λοιπόν δεν θα πρέπει να αμφισβητείται ότι τα όσα αναφέρει η αιτήτρια περί κακοποίησης της από τον πατέρα των παιδιών της συνάδει με διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ). Όμως εν προκειμένω η καταφανής έλλειψη εσωτερικής συνοχής των λεγομένων της, ως ανωτέρω εξηγώ, δεν μπορεί να υπερκερασθεί από το ότι – ως γενική πληροφορία -  επιβεβαιώνεται ότι συμβάντα ως αυτά που η αιτήτρια εδώ περιγράφει λαμβάνουν χώρα στη ΛΔΚ, δεδομένου του ότι αν το ότι συνάδει μια πληροφορία που δίδει ένας αιτητής με ΠΧΚ θεωρείτο αρκετό – άνευ ετέρου - για να ανατραπεί ένα εύρημα περί παντελούς ελλείψεως εσωτερικής συνοχής, θα οδηγούσε σε αποδοχή ισχυρισμών που στερούνται καταφανώς κάθε ψήγματος βιωματικού στοιχείου αλλά και εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών και θα απέληγε τελικώς, θεωρώ, σε «αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης» (βλ. ανωτέρω απόσπασμα από εγχειρίδιο EASO). Ως εξάλλου στο ίδιο εγχειρίδιο, σελ.97, αναφέρεται «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.».

Συμφωνώ λοιπόν με την κατάληξη της Υπηρεσίας για απόρριψη του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού της αιτήτριας ως αναξιόπιστου.

Σε σχέση δε με το ζήτημα του ότι η αιτήτρια είναι ανύπαντρη μητέρα αλλά και του ίδιου του ανήλικου τέκνου της, πτυχή η οποία εξετάστηκε ενδελεχώς και από την Υπηρεσία (βλ. ερ.84-88), σημειώνω τα εξής.

Αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες στην Κινσάσα, που ήταν και ο τόπος διαμονής της αιτήτριας, εντοπίζονται τα εξής.

Έκθεση της Αυστριακής ACCORD (Νοέμβριος 2020) αναφέρει ότι στη ΛΔΚ οι γυναίκες είναι σαφώς αντικείμενο διακρίσεων.[3]

Σε έκθεση της Υπηρεσίας Ασύλου της Δανίας αναφέρεται ότι «[η] Ελβετική Κρατική Γραμματεία για τη Μετανάστευση ορίζει μια ανύπαντρη γυναίκα στο πλαίσιο της Κινσάσα ως ενήλικη γυναίκα με ή χωρίς παιδιά, που συντηρείται χωρίς άνδρα σύντροφο.[4] […] Οι ανύπαντρες γυναίκες χωρίς το υποστηρικτικό δίκτυο που προσφέρει ένας άνδρας συχνά αντιμετωπίζονται αρνητικά (σ.σ. από την κοινωνία), βρίσκονται σε πιο ευάλωτη θέση και πολλές αποφασίζουν να κάνουν συναλλακτικό σεξ για να αποκτήσουν πρόσβαση σε καταφύγιο και εργασία.,[5]

[…]

[Οι] ανύπαντρες γυναίκες συχνά θεωρείται ότι είναι ιερόδουλες στην Κινσάσα και συνεπώς, η σεξουαλική συναλλαγή αναμένεται από αυτές [και] βρίσκονται σε μια πιο ευάλωτη θέση, υπόκεινται σε άτυπη φορολογία από την αστυνομία ή άλλους επιθεωρητές προκειμένου να έχουν πρόσβαση στην τοπική αγορά. Στις χήρες και γυναίκες που ηγούνται νοικοκυριών παρουσιάζονται λιγότερες ευκαιρίες, καθώς είναι γενικά πιο ευάλωτες και χαρακτηρίζονται από υψηλότερα ποσοστά φτώχειας και ακραίας φτώχειας […]». [6]

Σε έρευνα του DIS αναφέρεται ότι «[…] ένα πρόσωπο χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Kinshasa θα έχει σοβαρές δυσκολίες στην προσαρμογή και ενσωμάτωση, καθώς χωρίς οικογένεια και χωρίς διασυνδέσεις με την Εκκλησία θα είναι κάπως σαν εγκαταλελειμμένος, αφού στη ΛΔΚ, η κρατική κοινωνική συνδρομή δε λειτουργεί δεόντως.».[7]

Σε έκθεση του Danish Immigration Service (DIS), μετά από συνέντευξη με καθηγητή του Πανεπιστημίου της Κινσάσα, αναφέρεται ότι «ένα άτομο χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Κινσάσα θα έχει σοβαρές δυσκολίες προσαρμογής και ενσωμάτωσης, γιατί χωρίς την οικογένεια και χωρίς διασυνδέσεις με την Εκκλησία, το άτομο θα νιώθει εγκαταλελειμμένο επειδή στη ΛΔΚ η κοινωνική βοήθεια που παρέχεται από το κράτος δεν λειτουργεί σωστά. Υπάρχει σχεδόν ένα κενό εδώ, και αυτό ισχύει και για τους ανθρώπους που έρχονται από μακριά για να εγκατασταθούν στην πρωτεύουσα, καθώς και για τους ανθρώπους εκεί. Οι υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας υπάρχουν αλλά δεν είναι στο ύψος των καθηκόντων τους. Ένα τέτοιο άτομο αντιμετωπίζει πρώτα τα προβλήματα της στέγασης, πρόσβασης σε εργασία και μετά (σ.σ. αντιμετωπίζει) το πρόβλημα των πόρων. Επιπλέον, το άτομο θα έχει προβλήματα με την διασφάλιση των απαραίτητων ως προς το ζην και την πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη σε περίπτωση ασθένειας. Στη ΛΔΚ, η οικογένεια και η εκκλησία αποτελούν ή πρακτικά παίζουν τον ρόλο της άτυπης κοινωνικής ασφάλισης. Ίσως πρέπει επίσης να αναφέρουμε εδώ τις ρίζες της ανεργίας των νέων και της αστικής ληστείας (συμμοριών) και του εγκλήματος, γνωστές στην Κινσάσα ως "Kuluna": πολλοί νέοι, χωρίς δουλειά, συχνά υπό την επήρεια ναρκωτικών, επιδίδονται σε κατακριτέες πράξεις. Έτσι, ο κίνδυνος είναι πολύ υψηλός για ένα άτομο χωρίς υποστήριξη, να τολμήσει να εγκατασταθεί στην Κινσάσα, εξαιτίας της αστικής ληστείας και της οικονομικής ανέχειας».[8]

Τα ως άνω στοιχεία δεικνύουν αυξημένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης γυναίκας χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο. Δεν θεωρώ όμως ότι εν προκειμένω η αιτήτρια υπάγεται στο ως άνω προφίλ αυξημένου κινδύνου, δεδομένου ότι είναι ηλικίας 38 ετών σήμερα, υγιής, με δευτεροβάθμια εκπαίδευση και διαθέτει επαρκές υποστηρικτικό δίκτυο στη ΛΔΚ (αδέλφια), με τα οποία άλλωστε διαμένουν εδώ και χρόνια τα υπόλοιπα παιδιά της, ο δε πατέρας του ανηλίκου, ως η ίδια ανέφερε, έχει ήδη επιστρέψει στη ΛΔΚ. Τα ως άνω δεδομένα συνηγορούν υπέρ του ότι η αιτήτρια (και το ανήλικο τέκνο αυτής) διατηρούν εύλογες πιθανότητες να εξασφαλίσουν στέγαση και στήριξη κατά την επιστροφή τους και ότι οι όποιες δυσκολίες αντιμετωπίσουν δεν θα καθιστούσαν τη ζωή τους ανυπόφορη και δεν θα τους εξέθεταν σε κινδύνους που υπερβαίνουν τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει ο τοπικός πληθυσμός. Σημειώνω ότι, ως και στην αιτ. σκέψη 35 της Οδ.2011/95/ΕΕ αναφέρεται, «[οι] κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη.».

Η ύπαρξη του ανήλικο τέκνου της αιτήτριας δημιουργεί βεβαίως ζήτημα βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου αυτού και συνεπώς θα πρέπει να εξεταστεί πως επηρεάζεται υπό τις περιστάσεις εκάστης περίπτωσης. Ως λέχθηκε στην απόφαση του ΔΕΕ C-112/20, M. A., ημ.11/03/21, « […] τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού πριν εκδώσουν απόφαση περί επιστροφής, συνοδευόμενη από απαγόρευση εισόδου, ακόμη και όταν ο αποδέκτης της αποφάσεως αυτής δεν είναι ένας ανήλικος, αλλά ο πατέρας του ανηλίκου αυτού. ». Όμως όπου ουδείς εκ των εμπλεκομένων (γονέων και του ανήλικου τέκνου) έχει ή διατηρεί δικαίωμα διαμονής ή προσδοκία (ως εν προκειμένω) στη Δημοκρατία, η εξέταση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού έχει να κάνει και συνάρταται με μια των εκ του νόμου πτυχών προστασίας, ήτοι του προσφυγικού, της συμπληρωματικής προστασίας και της προστασίας από επαναπροώθηση. Συνεπώς, παρότι οι ως άνω πτυχές προστασίας και οι ανάγκες τέτοιας προστασίας εκτιμώνται, έχοντας κατά νου το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου, η όποια προστασία ήθελε κριθεί ότι χρήζει να αποδοθεί δεν μπορεί να είναι κάτι πέραν και επιπλέον των ως άνω τριών πτυχών προστασίας και, συνεπώς, το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου, ιδίως όταν ουδέν συγκεκριμένο αναφέρεται περί τούτου, δεν συνιστά θεωρώ αυθύπαρκτη βάση προστασίας και μια τέτοια υπόθεση δεν μπορεί να εξετάζεται επί πάσης πτυχής, χωρίς να έχει αναφερθεί κάτι συγκεκριμένο σχετικά. Εν προκειμένω δεν διαπιστώνω τη συνδρομή οιασδήποτε προϋπόθεσης, ως ανωτέρω εξηγώ, που να εμποδίζει την επιστροφή του ανήλικου τέκνου της αιτήτριας μαζί μ’ αυτή στη ΛΔΚ.

Συνεπεία των ως άνω διαπιστώσεων μου είναι κατάληξη μου ότι δεν τέθηκε ενώπιον μου κάποιο στοιχείο – τουλάχιστον στα πλαίσια της εκ πρώτης όψεως θεώρησης και αξιολόγησης των στοιχείων που συνθέτουν την παρούσα, ως απαιτείται στα πλαίσια εξέτασης αιτήσεως Νομ. Αρωγής - που να δεικνύει ότι η προσφυγή που καταχώρησε και συνδέεται με την παρούσα διατηρεί πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας. Σημειώνω βεβαίως ότι το αποτέλεσμα της παρούσας δεν προδικάζει - σε κάθε περίπτωση - το αποτέλεσμα της προσφυγής που αυτή καταχώρησε, την οποία η αιτήτρια έχει κάθε δικαίωμα να προωθήσει με ίδια μέσα.

Η αίτηση απορρίπτεται.

Τα έξοδα των μεταφραστών να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.

                                                                                                                

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] UNFPA DRC, Gender Based Violence in the Democratic Republic of the Congo : Key Facts and Priorities of humanitarian actors, 2019: https://www.humanitarianresponse.info/sites/www.humanitarianresponse.info/files/documents/files/endsgbvoslo_advocacy_note_may2019.pdf (ημ. πρόσβασης 19/07/23)

[2] Ό.π..

[3] ACCORD – Austrian Centre for Country of Origin & Asylum Research and Documentation: Anfragebeantwortung zu DR Kongo: Situation alleinstehender Frauen mit Kindern, insbesondere im Hinblick auf Arbeitsmarkt, Wohnversorgung und Sozialhilfe [a-11424], 25 November 2020
 https://www.ecoi.net/en/document/2043986.html (ημ. πρόσβασης 19/07/23)

[4] Swiss State Secretatiat (SEM), Focus RD Congo; Situation des femmes seules à Kinshasa, 15 January 2016, σελ. 16, https://www.ecoi.net/en/document/1102702.html (ημ.  πρόσβασης 22/03/23)

[5] The Danish Immigration Service, ‘Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic conditions in Kinshasa’, October 2022, https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/notat-drc-kinshasa.pdf σελ. 29 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/07/2023)

[6] The Danish Immigration Service, ‘Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic conditions in Kinshasa’, October 2022, Annex 2: Interview notes, An international humanitarian organisation in the Democratic Republic of Congo (DRC) Skype-interview, 29 July 2022, https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/notat-drc-kinshasa.pdf  παρα. 11, σελ. 41 (ημ. πρόσβασης 19/07/2023)

[7] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), 48 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf (ημ.  πρόσβασης 19/07/2023)

[8] DIS – Danish Immigration Service (Author): Democratic Republic of the Congo; Socioeconomic conditions in Kinshasa , October 2022 https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf σελ. 48-49 (ημ. πρόσβασης 21/07/23)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο