ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
13 Ιανουαρίου 2026
[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, ΔΔΔΔΠ]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
1. C.M.T
προσωπικά και ως κηδεμόνας του N.T.S
Αιτήτρια
-και-
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
....................
J. Betito (κος) για Πιερίδης & Πιερίδης (κος), Δικηγόροι για την Αιτήτρια
Μελίνα Βασιλείου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ. Κατσαρίδης Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: η Αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή αξιώνει την ακύρωση της απόφασης των Καθ'ων η αίτηση ημερομηνίας 07/06/2024, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 01/07/2024, και με την οποία έλαβε γνώση της απόρριψης της αίτησής της για παραχώρηση σε αυτήν καθεστώτος διεθνούς προστασίας καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμο.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Όπως εκτίθεται στην ένσταση που καταχωρίστηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, η Αιτήτρια είναι ενήλικας, υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (ΛΔΚ).
Στις 16/11/2022 η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας μετά την παράτυπη είσοδό της στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Την ίδια ημερομηνία, ήτοι στις 16/11/2022, η Αιτήτρια έλαβε Βεβαίωση Υποβολής Αίτησης Διεθνούς Προστασίας από το Επαρχιακό Γραφείο Αλλοδαπών ΚΕΠΥ Πουρνάρα Λευκωσίας.
Στις 04/06/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο Λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησής της για διεθνή προστασία.
Στις 07/06/2024 αρμόδιος Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε έκθεση και εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με τη συνέντευξη της Αιτήτριας. Την ίδια ημερομηνία, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας.
Στις 01/07/2024 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης αναφορικά με το αίτημα της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από την ίδια την Αιτήτρια την ίδια ημερομηνία.
Στις 29/07/2024 καταχωρήθηκε η παρούσα Προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.).
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΣΜΟΙ
Ο συνήγορος της Αιτήτριας, με την καταχώριση της παρούσας προσφυγής, προέβαλε πλειάδα λόγων ακύρωσης, οι οποίοι, εντούτοις, δεν αναπτύχθηκαν στη γραπτή της αγόρευση. Στην εν λόγω αγόρευση, η Αιτήτρια υποστηρίζει η προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, είναι παράνομη, αντισυνταγματική και στερείται επαρκούς και δεόντως αιτιολογίας, με αποτέλεσμα να μην παράγει έννομα αποτελέσματα.
Ειδικότερα, προβάλλει ότι οι καθ’ ων η αίτηση δεν άσκησαν ουσιαστικά και με ορθό τρόπο τη διοικητική και αποφασιστική τους αρμοδιότητα, ούτε τη διακριτική τους ευχέρεια, καθότι δεν προέβησαν σε επαρκή, αντικειμενική και ουσιαστική έρευνα και αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και των ισχυρισμών της. Κατά την άποψή της, η απόρριψη της αίτησής της εδράζεται σε αυθαίρετα και εσφαλμένα συμπεράσματα.
Η Αιτήτρια υποστηρίζει περαιτέρω ότι, κατά τη συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, παρουσίασε με ειλικρίνεια και πληρότητα όλα τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που αφορούν το πρόσωπό της και τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής της, πληρώντας τις προϋποθέσεις του άρθρου 18(5) του Περί Προσφύγων Νόμου, καθώς και τις κατευθυντήριες γραμμές της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες. Τονίζει δε ότι δεν ήταν αναγκαία η προσκόμιση έγγραφων αποδεικτικών στοιχείων προς υποστήριξη όλων των ισχυρισμών της.
Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι, ενώ έγινε δεκτό από τον αρμόδιο λειτουργό το υλικό γεγονός της καταγωγής της, απορρίφθηκε εσφαλμένα ο ισχυρισμός περί πραγματικού κινδύνου δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού ως ομοφυλόφιλου ή αμφιφυλόφιλου ατόμου, καθώς και λόγω της στοχοποίησής της από υψηλόβαθμο στρατιωτικό. Κατά την Αιτήτρια, οι κοινωνικές αντιλήψεις και πρακτικές στη χώρα καταγωγής της, σε συνδυασμό με τη γενικότερη πολιτική και κοινωνική κατάσταση, δημιουργούν σοβαρό και πραγματικό κίνδυνο δίωξης και κακομεταχείρισης.
Η Αιτήτρια προβάλλει επίσης ότι οι καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να συνεκτιμήσουν τον υπαρκτό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, περιλαμβανομένου του κινδύνου βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της Σύμβασης κατά των Βασανιστηρίων.
Επιπλέον, υποστηρίζει ότι δεν διενεργήθηκε επαρκής εξέταση της κατάστασης στη χώρα καταγωγής της, ιδίως σε σχέση με την πολιτική αστάθεια, τις βίαιες συγκρούσεις και τη μεταχείριση των ατόμων που ανήκουν στη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, ενώ αγνοήθηκαν αντικειμενικές και αξιόπιστες διεθνείς πηγές.
Τέλος, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι γενική και αόριστη, περιοριζόμενη σε απλή παράθεση νομοθετικών διατάξεων, χωρίς ειδική και εξατομικευμένη αιτιολόγηση ως προς το γιατί δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις παραχώρησης διεθνούς προστασίας και γιατί δεν συντρέχει κίνδυνος σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.
Οι Καθ’ ων η Αίτηση υπεραμύνονται της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης και, με τη γραπτή τους αγόρευση υποβάλλουν ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας, όπως προβάλλονται στην αίτηση ακύρωσης και επαναλαμβάνονται στη γραπτή της αγόρευση, είναι γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι και δεν στοιχειοθετούν οποιονδήποτε λόγο ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν πλήρους και ενδελεχούς εξέτασης της υπόθεσης, με βάση όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, τα πρακτικά της συνέντευξης, την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και το σύνολο του διοικητικού φακέλου. Η δε έρευνα που διενεργήθηκε ήταν νόμιμη, επαρκής και σύμφωνη με τον Περί Προσφύγων Νόμο, το Εγχειρίδιο της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και τις σχετικές Οδηγίες.
Οι ισχυρισμοί περί μη δέουσας έρευνας και πλημμελούς διαδικασίας δεν ευσταθούν, καθότι από τα πρακτικά της συνέντευξης προκύπτει ότι η Αιτήτρια εξετάστηκε διεξοδικά, της τέθηκαν επαρκείς διευκρινιστικές ερωτήσεις και της δόθηκε η δυνατότητα να αναπτύξει πλήρως το αίτημά της. Η δε αξιολόγηση της επάρκειας της έρευνας και των πραγματικών περιστατικών εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης και δεν υπόκειται σε κατ’ ουσίαν έλεγχο από το Δικαστήριο, ελλείψει πρόδηλης παρανομίας.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός περί έλλειψης αιτιολογίας απορρίπτεται ως αβάσιμος. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι σαφώς, ειδικώς και επαρκώς αιτιολογημένη, τόσο από το σώμα της όσο και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και της Έκθεσης/Εισήγησης, τα οποία νομίμως συμπληρώνουν την αιτιολογία της. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, δεν απαιτείται η αιτιολογία να εξαντλείται στο κείμενο της απόφασης.
Ως προς την αξιολόγηση της αξιοπιστίας, ορθά η Αιτήτρια κρίθηκε αναξιόπιστη, καθότι κατά την εξέταση της υπόθεσής της εντοπίστηκαν ουσιώδεις αντιφάσεις, ασάφειες και ελλείψεις ως προς τον πυρήνα των ισχυρισμών της, τις οποίες δεν κατόρθωσε να εξηγήσει επαρκώς. Η εκτίμηση της αξιοπιστίας ανήκει στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης και, εφόσον αιτιολογείται – όπως εν προκειμένω – δεν ελέγχεται κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο.
Επισημαίνεται ότι το βάρος απόδειξης φέρει η Αιτήτρια, η οποία δεν κατόρθωσε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους που εμπίπτουν στο άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου ούτε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις παροχής συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 του Νόμου. Δεν αποδείχθηκε πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος σοβαρής ή αδικαιολόγητης βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της.
Οι ισχυρισμοί περί πλημμελούς κατάρτισης του λειτουργού είναι αόριστοι και αναπόδεικτοι, ενώ η ίδια η Αιτήτρια υπέγραψε τα πρακτικά της συνέντευξης ως ορθά, γεγονός που επιβεβαιώνει την ορθή διεξαγωγή της διαδικασίας.
Ενόψει των ανωτέρω, ευσεβάστως υποβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι νόμιμη, δεόντως αιτιολογημένη και αποτέλεσμα ορθής αξιολόγησης των πραγματικών και νομικών δεδομένων της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, η αίτηση ακύρωσης της Αιτήτριας πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς, σημειώνεται ότι, παρόλο που στο δικόγραφο της προσφυγής προβάλλονται πλείστοι λόγοι ακυρώσεως, Ο συνήγορος της Αιτήτριας δεν προέβη σε πλήρη ανάπτυξή τους στο κείμενο της γραπτής της αγόρευσης. Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται εκ μέρους της Αιτήτριας, σε μεγάλο βαθμό, δεν συνοδεύονται από επαρκή αιτιολόγηση ή εξειδίκευση, ενώ τα ζητήματα που θίγονται εγείρονται με γενικότητα και αοριστία.
Σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, κάθε διάδικος υποχρεούται να εκθέτει στις έγγραφες προτάσεις του τα νομικά ζητήματα στα οποία στηρίζεται, αιτιολογώντας τα πλήρως. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένως αποφανθεί ότι δεν εξετάζονται νομικοί ισχυρισμοί οι οποίοι δεν τίθενται με σαφήνεια και ακρίβεια στην προσφυγή (βλ. Δημοκρατία ν. Κουκκουμά (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Οικονόμου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 530, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598). Η δικογραφία αποτελεί το όριο του δικαιοδοτικού ελέγχου και προσδιορίζει τα επίδικα θέματα, ενώ η εξέταση των λόγων ακυρώσεως από το Δικαστήριο προϋποθέτει πλήρως αιτιολογημένη νομική βάση (βλ. Δημοκρατία ν. Ιωσηφίδη (2013) 3 Α.Α.Δ. 59).
Η απλή και συνοπτική αναφορά στους λόγους ακύρωσης, χωρίς επαρκή ανάπτυξη και αιτιολόγηση, δεν ικανοποιεί την επιταγή του Κανονισμού 7, ο οποίος απαιτεί οι νομικοί ισχυρισμοί να διατυπώνονται πλήρως και κατά τρόπον που να καθιστούν εφικτή την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου (βλ. Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384, ANKIT v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Εσωτερικών, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας 29/2021, ημερ. 4.10.2021).
Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, λόγοι προσφυγής που δεν αναπτύσσονται στην αγόρευση του αιτητή θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και για ισχυρισμούς ως προς τους οποίους δεν προβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματολογία ή τεκμηριωμένη στήριξη (βλ. Kokos Athanasiou Motors Ltd ν. Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 21, Υπόθ. Αρ. 1073/2004, Γεωργίας Αντωνίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου ΦΠΑ, ημερ. 6.2.2007).
Υπό το φως των ανωτέρω, όλοι οι εγειρόμενοι λόγοι ακύρωσης απορρίπτονται ως αλυσιτελείς και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, λόγω της γενικότητας με την οποία προβάλλονται, εφόσον η Αιτήτρια δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε εξειδίκευσή τους σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Πολλώ δε μάλλον, δεν καταδεικνύεται με σαφήνεια ο πυρήνας του αιτήματος διεθνούς προστασίας, ώστε να τεκμηριώνεται η υπαγωγή του σε οποιοδήποτε από τα καθεστώτα προστασίας του περί Προσφύγων Νόμου.
Προχωρώντας θα εξετάσω τον γενικό ισχυρισμό που προβάλλει ο συνήγορος της Αιτήτριας, περί έλλειψης δέουσας έρευνας, λαμβανομένης υπόψιν και της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου όπου και σύμφωνα με τον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc). Επομένως, προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές περί τούτου διατάξεις του Νόμου και της Οδηγίας και είναι δια τούτο επί της ουσίας ορθή.
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε. Aρ.: 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 ΑΑΔ 345) JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, αρ. 128/2008 ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν ενώπιόν τους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε ο Αιτητής, όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση του αρμόδιου λειτουργού της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA), καθώς και όπως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και δεν αμφισβητούνται, κατά την καταγραφή του αιτήματος διεθνούς προστασίας του, η Αιτητής δήλωσε τι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή η ζωή της βρισκόταν σε κίνδυνο και ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν.( βλ.ερ.1 δ.φ.)
Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι εργαζόταν σε εστιατόριο, όπου γνώρισε μία γυναίκα η οποία ήταν λεσβία. Ανέφερε ότι ανέπτυξε ερωτική σχέση μαζί της και ότι η γυναίκα αυτή «την έκανε λεσβία». Δήλωσε ότι διέμεναν μαζί στο σπίτι της εν λόγω γυναίκας. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι, κατά τη διάρκεια ενός περιστατικού, ενώ βρίσκονταν γυμνές στο δωμάτιο, ένας άνδρας εισήλθε αιφνιδίως στον χώρο κρατώντας όπλο και πυροβόλησε τη σύντροφό της, με αποτέλεσμα τον θάνατό της. Υποστήριξε ότι η ίδια ήταν ο πραγματικός στόχος, αλλά κατάφερε να διαφύγει όταν ο δράστης αντιλήφθηκε ότι δεν είχε σκοτωθεί.
Περαιτέρω, δήλωσε ότι ο άνδρας αυτός την καταδίωξε, ότι την ακολούθησε, και ότι μετέβη στο σπίτι της, όπου παρενόχλησε την οικογένειά της. Ανέφερε ότι η μητέρα της μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και απεβίωσε, και ότι η οικογένειά της θεώρησε πως ο θάνατος της μητέρας οφειλόταν σε εκείνη.
Η Αιτήτρια δήλωσε επίσης ότι, όταν η οικογένειά της έμαθε για τον θάνατο της μητέρας της, ήθελε να την παραδώσει στον άνδρα που είχε σκοτώσει τη σύντροφό της. Υπό τον φόβο αυτό, ανέφερε ότι κατέφυγε σε φίλο του πατέρα της, ζητώντας βοήθεια.
Τέλος, δήλωσε ότι ο εν λόγω φίλος διευθέτησε την αναχώρησή της και την άφιξή της στην Κύπρο, προκειμένου να ζητήσει διεθνή προστασία.
Κατά το κρίσιμο στάδιο της προφορικής του συνέντευξης (βλ. ερ. 43-59 δ.φ.) και σχετικά με τα προσωπικά του στοιχεία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι υπήκοος Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, γεννηθείσα στις 03/03/1999 στην Kisangani, επαρχία Tshopo. Δήλωσε ότι είναι γυναίκα, χριστιανικού δόγματος και ανήκει στη φυλή Kusu. Ανέφερε ότι κατέχει διαβατήριο της χώρας καταγωγής της, το οποίο και είχε καταθέσει στην Υπηρεσία Ασύλου.
Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, η Αιτήτρια ανέφερε ότι είναι ελεύθερη, ωστόσο έχει ένα ανήλικο τέκνο, το οποίο γεννήθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία. Δήλωσε ότι ο πατέρας του παιδιού είναι επίσης αιτητής διεθνούς προστασίας, με τον οποίο δεν διατηρεί επίσημη σχέση και δεν συγκατοικεί. Ανέφερε ότι η μητέρα της απεβίωσε στο Κονγκό, ενώ τα αδέλφια της παραμένουν στη χώρα καταγωγής της.
Αναφορικά με το εκπαιδευτικό της επίπεδο, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στο Κονγκό και αποφοίτησε το έτος 2017. Δεν ανέφερε οποιαδήποτε άλλη επαγγελματική κατάρτιση ή ανώτερες σπουδές.
Σε σχέση με την εργασιακή της εμπειρία, η Αιτήτρια ανέφερε ότι εργαζόταν σε εστιατόριο στη χώρα καταγωγής της, όπου και γνώρισε τη γυναίκα με την οποία αργότερα διατηρούσε ερωτική σχέση. Μετά την άφιξή της στην Κυπριακή Δημοκρατία, δήλωσε ότι δεν εργάζεται, καθώς φροντίζει το ανήλικο παιδί της, ενώ οικονομικά υποστηρίζεται από τον πατέρα του παιδιού και φίλους.
Σχετικά με τους λόγους για τους οποίους φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια, κατά το σκέλος της ελεύθερης αφήγησής της, ανέφερε ότι διατηρούσε μυστική ερωτική σχέση με γυναίκα, η οποία ήταν σύζυγος ανώτερου στρατιωτικού αξιωματικού, τον οποίο αποκαλούσε General Salumu. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ο εν λόγω άνδρας τους εντόπισε στο σπίτι, εισήλθε ένοπλος στο δωμάτιο και, κατά τη διάρκεια συμπλοκής, πυροβόλησε θανάσιμα τη σύζυγό του.
Η Αιτήτρια υποστήριξε ότι η ίδια διέφυγε, ότι ο στρατιωτικός την αναζητούσε θεωρώντας την υπεύθυνη για τον θάνατο της συζύγου του και ότι μετέβη στο πατρικό της σπίτι, όπου φέρεται να απείλησε την οικογένειά της. Ανέφερε ότι η μητέρα της μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο λόγω έντονης πίεσης και απεβίωσε και ότι, κατόπιν αυτών, συγγενείς της ήθελαν να την παραδώσουν στον εν λόγω άνδρα. Δήλωσε ότι, με τη βοήθεια φίλου του πατέρα της, κατόρθωσε να φύγει από τη χώρα.
Κατά τη διάρκεια της διερεύνησης του ανωτέρω αφηγήματος, η Αιτήτρια επανέλαβε ότι ο φόβος της συνδέεται τόσο με τον εν λόγω στρατιωτικό όσο και με τη σεξουαλική της ταυτότητα, δηλώνοντας ότι διατηρούσε σχέσεις με γυναίκες ήδη πριν από τη συγκεκριμένη σχέση. Ωστόσο, κατά την εξέταση των λεπτομερειών, προέκυψαν ασάφειες και αντιφάσεις ως προς: τον χρόνο και τις συνθήκες συνειδητοποίησης του σεξουαλικού της προσανατολισμού, τον αριθμό και τη φύση των προηγούμενων σχέσεών της, τη γνώση ή μη τρίτων προσώπων για τη σχέση, την ταυτότητα, τον βαθμό επιρροής και τη δυνατότητα εντοπισμού της από τον φερόμενο στρατιωτικό, καθώς και τη μη προσφυγή της στις αρχές της χώρας καταγωγής της.
Ερωτηθείσα τι φοβάται ότι θα της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής της στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η Αιτήτρια ανέφερε ότι φοβάται πως ο εν λόγω στρατιωτικός θα την εντοπίσει και θα την σκοτώσει, καθώς την θεωρεί υπεύθυνη για τον θάνατο της συζύγου του, ενώ πρόσθεσε ότι λόγω της σεξουαλικής της ταυτότητας κινδυνεύει με σύλληψη και κοινωνικό αποκλεισμό.
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός, αφού κατέγραψε τα βασικά στοιχεία και το περιεχόμενο της συνέντευξης, προχώρησε σε αποδόμηση του αφηγήματος και διέκρινε τρεις (3) ουσιώδεις ισχυρισμούς που, κατά την κρίση του, συγκροτούν τον πυρήνα της αίτησης διεθνούς προστασίας και χρήζουν αξιολόγησης ως προς την αξιοπιστία, τη διασταύρωση με πληροφορίες χώρας καταγωγής και την αξιολόγηση κινδύνου.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά/βιογραφικά στοιχεία της Αιτήτριας (ταυτότητα, τόπο καταγωγής, οικογενειακή κατάσταση, εκπαίδευση, εργασία κ.λπ.), όπως αυτά καταγράφηκαν στο φάκελο και στη συνέντευξη. Κατά την αξιολόγηση αξιοπιστίας ως προς το ανωτέρω σκέλος, ο λειτουργός σημείωσε ότι η Αιτήτρια προσκόμισε έγγραφο ταυτοποίησης (διαβατήριο) και γενικώς οι αναφορές της στα βασικά βιογραφικά στοιχεία κρίθηκαν συνεκτικές, χωρίς να αναδεικνύονται ουσιώδεις ασυμφωνίες που να πλήττουν την αξιοπιστία του προσωπικού προφίλ της.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά τον ισχυριζόμενο σεξουαλικό προσανατολισμό/ταυτότητα της Αιτήτριας, ήτοι ότι είναι αμφιφυλόφιλο (bisexual) άτομο, και ότι το στοιχείο αυτό συνδέεται με το αίτημά της/τον φόβο της. Κατά την αξιολόγηση αξιοπιστίας, ο λειτουργός κατέγραψε ότι, παρότι η Αιτήτρια δήλωσε πως είναι αμφιφυλόφιλη, δυσκολεύτηκε να παράσχει ικανοποιητικές, σαφείς και επαρκείς πληροφορίες για ζητήματα που αφορούν την επίγνωση, την εξέλιξη και τη βίωση της σεξουαλικής της ταυτότητας.
Ειδικότερα, ο λειτουργός σημείωσε ότι εντοπίστηκαν ασάφειες/ελλείψεις/αντιφάσεις αναφορικά με: το πότε και πώς αντιλήφθηκε/διαμόρφωσε την ταυτότητά της, τη συναισθηματική/βιωματική διάσταση (π.χ. περιγραφή σχέσεων, σταθερότητα και συνέπεια στην αφήγηση), τη συνολική συνοχή της παρουσίασης σε σχέση με τον ισχυρισμό περί ταυτότητας, και κατέληξε ότι το σκέλος αυτό δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς στον βαθμό που να αίρει τις εύλογες αμφιβολίες. Στη συνέχεια, ο λειτουργός προέβη σε διασταύρωση των πιο πάνω με πληροφορίες χώρας καταγωγής (COI) ως προς τη θέση/μεταχείριση ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στη Λ.Δ. Κονγκό, σημειώνοντας στοιχεία περί κοινωνικού στίγματος, διακρίσεων και κινδύνων κακομεταχείρισης, καθώς και δυσχέρειας πρόσβασης σε προστασία/στήριξη, στο πλαίσιο της γενικότερης κοινωνικής και θεσμικής πραγματικότητας. Ωστόσο ο λειτουργός έκρινε ότι τα γενικά αυτά στοιχεία δεν αρκούν από μόνα τους για να θεμελιώσουν διεθνή προστασία στην παρούσα υπόθεση. Η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να αποδείξει, με αξιόπιστο και πειστικό τρόπο, ότι η ίδια προσωπικά εμπίπτει σε πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης, αποκλειστικά ή κυρίως λόγω του ισχυριζόμενου σεξουαλικού της προσανατολισμού.
Ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι κινδυνεύει από υψηλόβαθμο στρατιωτικό (τον οποίο κατονομάζει/περιγράφει ως «στρατηγό/General»), ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς της, τη θεωρεί υπεύθυνη για τον θάνατο της συζύγου του, με την οποία η Αιτήτρια φέρεται να διατηρούσε μυστική σχέση, και ότι εξ αυτού δέχεται απειλές και θα κινδυνεύσει σε περίπτωση επιστροφής.
Κατά την αξιολόγηση αξιοπιστίας, ο λειτουργός διαπίστωσε ότι, κατά τη διερεύνηση του αφηγήματος, η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς, ακριβείς και λογικά συνεκτικές πληροφορίες για κρίσιμα σημεία (ιδίως ως προς το «πώς», «πότε», «γιατί» και «με ποια αλληλουχία» συνέβησαν τα γεγονότα), ενώ ανέκυψαν εσωτερικές αντιφάσεις και ελλείψεις αιτιώδους συνάφειας σε πτυχές του περιστατικού και της μετέπειτα καταδίωξης/εντοπισμού της.
Επιπλέον, ο λειτουργός κατέγραψε αποκλίσεις μεταξύ όσων είχαν δηλωθεί στην αρχική αίτηση και όσων αναφέρθηκαν/εξειδικεύθηκαν στη συνέντευξη ως προς επιμέρους στοιχεία του συμβάντος και των απειλών, κρίνοντας ότι το ανωτέρω αποδυναμώνει την αξιοπιστία του πυρήνα του ισχυρισμού περί στοχοποίησης από τον εν λόγω στρατιωτικό.
Στη συνέχεια, ο λειτουργός προέβη σε διασταύρωση με τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής ως προς: τη γενικότερη κατάσταση στη Λ.Δ. Κονγκό, τις δυνατότητες κρατικής προστασίας/λειτουργίας αρχών, και την πραγματική δυνατότητα εντοπισμού/στοχοποίησης από πρόσωπο με ισχυρή επιρροή, και αξιολόγησε ότι, ενόψει των ελλείψεων και της μη επαρκούς τεκμηρίωσης, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν κατέστη δυνατόν να θεμελιωθεί ως αξιόπιστος και επαρκώς τεκμηριωμένος.
Στο σκέλος της αξιολόγησης κινδύνου, ο λειτουργός έλαβε ως αφετηρία ότι ο κίνδυνος επιστροφής εκτιμάται με βάση τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έχουν κριθεί αποδεκτά ή/και επαρκώς τεκμηριωμένα. Υπό το πρίσμα αυτό, και δεδομένου ότι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί που σχετίζονται με τη στοχοποίηση/δίωξη κρίθηκαν ότι δεν τεκμηριώθηκαν επαρκώς, η εκτίμηση κινδύνου δεν κατέληξε σε βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια της εφαρμοστέας νομοθεσίας.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο τα ανωτέρω μπορούν να υπαχθούν: είτε στις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος πρόσφυγα, είτε στις προϋποθέσεις συμπληρωματικής προστασίας.
Κατέληξε ότι, εφόσον η Αιτήτρια δεν απέδειξε, στο απαιτούμενο επίπεδο, βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους που προβλέπει ο Νόμος (ούτε και ότι οι ισχυρισμοί της είναι επαρκώς αξιόπιστοι/τεκμηριωμένοι), δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα.
Αναφορικά δε με το άρθρο 19 (συμπληρωματική προστασία/σοβαρή βλάβη), ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο, ανεξαρτήτως της μη πλήρωσης των προϋποθέσεων πρόσφυγα, υφίσταται πραγματικός κίνδυνος να υποστεί η Αιτήτρια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής. Κατέληξε ότι, με βάση τα δεδομένα που αξιολογήθηκαν ως αξιόπιστα/τεκμηριωμένα, δεν στοιχειοθετείται τέτοιος κίνδυνος κατά την έννοια του άρθρου 19, και ως εκ τούτου η αίτηση δεν μπορούσε να γίνει δεκτή ούτε υπό το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Αξιολογώντας, λοιπόν, τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως των εφαρμοστέων νομοθετικών προνοιών και λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, καθώς και μελετώντας επισταμένως τόσο την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, όπως αυτοί προβλήθηκαν και αναπτύχθηκαν τόσο κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας όσο και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, καταλήγω στα ακόλουθα.
Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αφορά τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας, τη χώρα καταγωγής της καθώς και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ορθώς η Διοίκηση αποδέχθηκε τον εν λόγω ισχυρισμό.
Ειδικότερα, από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου προκύπτει ότι η Αιτήτρια προσκόμισε έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο και παρείχε συνεκτικές και επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με την ταυτότητά της, την ιθαγένειά της, τον τόπο καταγωγής της και τα βασικά βιογραφικά της στοιχεία. Ως εκ τούτου, η αξιοπιστία της Αιτήτριας ως προς το συγκεκριμένο σκέλος δεν αμφισβητήθηκε και δεν ανέκυψαν ουσιώδεις ασάφειες ή αντιφάσεις που να δικαιολογούν διαφορετική κρίση.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, ο ισχυρισμός αυτός ορθώς κρίθηκε αποδεκτός τόσο από τον αρμόδιο λειτουργό όσο και από τη Διοίκηση και γίνεται δεκτός και από το Δικαστήριο.
Όσον αφορά τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αφορά τον ισχυριζόμενο σεξουαλικό προσανατολισμό της Αιτήτριας και την ιδιότητά της ως αμφιφυλόφιλου/ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμου, κρίνω ότι ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε ενδελεχή, αναλυτική και εξατομικευμένη εξέταση του σχετικού αφηγήματος και ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν στοιχειοθετείται ως αξιόπιστος. Τα πορίσματα της Διοίκησης επί του σημείου αυτού υιοθετούνται πλήρως και το Δικαστήριο συντάσσεται με αυτά.
Από το περιεχόμενο της προφορικής συνέντευξης της Αιτήτριας προκύπτουν ουσιώδεις ασάφειες, ελλείψεις και αντιφάσεις, οι οποίες υπονομεύουν την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού περί σεξουαλικού προσανατολισμού. Ειδικότερα, κατά την ανάπτυξη του αφηγήματός της, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να περιγράψει με επάρκεια και βιωματικό τρόπο τη διαδικασία συνειδητοποίησης της σεξουαλικής της ταυτότητας, περιοριζόμενη σε γενικόλογες και ασαφείς αναφορές, χωρίς σαφή χρονικό προσδιορισμό, χωρίς αναφορά σε εσωτερικές συγκρούσεις, συναισθήματα ή μεταβολές στην προσωπική της ζωή, όπως εύλογα θα αναμενόταν.
Περαιτέρω, οι δηλώσεις της ως προς την ερωτική σχέση που επικαλείται χαρακτηρίζονται από έλλειψη συγκεκριμένων και συνεκτικών στοιχείων, καθώς δεν μπόρεσε να δώσει σαφείς πληροφορίες για τη διάρκειά της, τις συνθήκες υπό τις οποίες εξελίχθηκε, ούτε να αποτυπώσει με πληρότητα τον συναισθηματικό της κόσμο και την προσωπική της εμπλοκή. Παρά τις διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να εξειδικεύσει την αφήγησή της ούτε να άρει τις εύλογες αμφιβολίες που ανέκυπταν κατά τη διερεύνηση του ισχυρισμού.
Ως προς δε τα ζητήματα διαφορετικότητας, ντροπής και κοινωνικού στίγματος, η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία για το πώς βίωσε ή αντιλήφθηκε τη θέση της στην κοινωνία της χώρας καταγωγής της λόγω του ισχυριζόμενου σεξουαλικού της προσανατολισμού. Οι αναφορές της παρέμειναν αποσπασματικές και δεν συνοδεύτηκαν από συγκεκριμένα περιστατικά ή προσωπικά βιώματα που να καταδεικνύουν ουσιαστική και διαρκή στοχοποίηση ή κοινωνικό αποκλεισμό.
Κατά συνέπεια, ορθώς ο λειτουργός έκρινε ότι ο ισχυρισμός αυτός στερείται εσωτερικής αξιοπιστίας, καθότι δεν πληροί τα εχέγγυα συνέπειας, σαφήνειας και ευλογοφάνειας που απαιτούνται για τη θεμελίωση κρίσιμου πραγματικού περιστατικού στο πλαίσιο εξέτασης αίτησης διεθνούς προστασίας.
Περαιτέρω, κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε διασταύρωση του ισχυρισμού με τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής (COI) αναφορικά με τη θέση και τη μεταχείριση ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Από τις εν λόγω πηγές προκύπτει ότι, πράγματι, τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα ενδέχεται να αντιμετωπίζουν κοινωνικό στίγμα, διακρίσεις και περιστατικά κακομεταχείρισης.
Ωστόσο, όπως ορθώς επισημάνθηκε στην Έκθεση/Εισήγηση, τα γενικά αυτά στοιχεία δεν επαρκούν από μόνα τους για τη θεμελίωση διεθνούς προστασίας, εφόσον δεν προηγείται η αξιόπιστη απόδειξη ότι η ίδια η Αιτήτρια εμπίπτει πράγματι στην εν λόγω κοινωνική ομάδα και ότι έχει γίνει ή είναι πιθανό να γίνει αντιληπτή ως τέτοια στη χώρα καταγωγής της. Ενόψει της μη θεμελίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, η επίκληση των γενικών συνθηκών που επικρατούν στη χώρα καταγωγής δεν δύναται να θεραπεύσει τις ουσιώδεις αδυναμίες του προσωπικού αφηγήματος.
Περαιτέρω, κρίνεται σκόπιμο να δοθεί εκτενέστερη ανάλυση στα στοιχεία εκείνα που οδήγησαν τον αρμόδιο λειτουργό, και ορθώς, στο συμπέρασμα περί έλλειψης τόσο εσωτερικής όσο και εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού της Αιτήτριας περί σεξουαλικού προσανατολισμού.
Καταρχάς, από το σύνολο των δηλώσεων της Αιτήτριας κατά τη συνέντευξη προκύπτει ότι η ίδια δεν αναπτύσσει με σαφήνεια ισχυρισμό περί σταθερής σεξουαλικής ταυτότητας, αλλά περιορίζεται κατ’ επανάληψη σε αναφορές σε σεξουαλική έλξη ή σε μεμονωμένη ερωτική εμπειρία. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, καθότι η εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας δεν ερείδεται σε απλή αναφορά ερωτικής έλξης ή περιστασιακής σχέσης, αλλά στη θεμελίωση προσωπικής ταυτότητας ή χαρακτηριστικού που δύναται να καταστήσει το άτομο μέλος συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας κατά την έννοια του Νόμου.
Εν προκειμένω, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να περιγράψει τη διαδικασία αυτοπροσδιορισμού ή εσωτερικής αποδοχής της υποτιθέμενης ταυτότητάς της. Οι απαντήσεις της παραμένουν επιφανειακές και εστιασμένες κυρίως στη φυσική ή συναισθηματική έλξη προς συγκεκριμένο πρόσωπο, χωρίς να συνοδεύονται από περιγραφή εσωτερικών διεργασιών, διλημμάτων, συγκρούσεων ή αλλαγών στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον εαυτό της. Η απουσία αυτή υπονομεύει καίρια τον ισχυρισμό περί σεξουαλικής ταυτότητας και ενισχύει την κρίση ότι πρόκειται για αφήγημα που δεν έχει αναπτυχθεί βιωματικά.
Περαιτέρω, αναδεικνύεται έλλειψη συνέπειας και συνοχής ως προς το πώς η Αιτήτρια αντιλαμβάνεται η ίδια τη θέση της στην κοινωνία της χώρας καταγωγής της. Παρότι επικαλείται φόβο λόγω της σχέσης της με γυναίκα, δεν κατόρθωσε να εξηγήσει με σαφήνεια εάν και κατά πόσο η ίδια είχε γίνει αντιληπτή από τρίτους ως ΛΟΑΤΚΙ+ άτομο, ούτε πώς και σε ποιο βαθμό αυτό επηρέασε τη ζωή της πριν από την αναχώρησή της. Οι αναφορές της σε κοινωνικό στίγμα ή πιθανές αντιδράσεις παραμένουν αφηρημένες και μη εξατομικευμένες, χωρίς συγκεκριμένα περιστατικά που να τεκμηριώνουν πραγματική και διαρκή στοχοποίηση.
Επιπλέον, κατά τη διερεύνηση του αφηγήματος, διαπιστώνεται ότι η Αιτήτρια δεν διαφοροποιεί επαρκώς μεταξύ φόβου που απορρέει από προσωπική σχέση και φόβου που συνδέεται με προστατευόμενο λόγο. Η σύνδεση του επικαλούμενου κινδύνου με τη σεξουαλική της έλξη παραμένει έμμεση και ασαφής, ενώ δεν τεκμηριώνεται ότι ο κίνδυνος, εφόσον υφίσταται, απορρέει από την ιδιότητά της ως μέλους συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας και όχι από μεμονωμένες προσωπικές περιστάσεις.
Τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με τις ήδη διαπιστωθείσες ασάφειες και ελλείψεις, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός περί σεξουαλικού προσανατολισμού στερείται εσωτερικής αξιοπιστίας, καθότι δεν πληροί τα απαιτούμενα εχέγγυα συνέπειας, σαφήνειας και ευλογοφάνειας.
Ως εκ τούτου, ορθώς ο λειτουργός προχώρησε στη διαπίστωση ότι, ελλείψει θεμελίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας, η επίκληση πληροφοριών χώρας καταγωγής για τη γενική κατάσταση των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων δεν δύναται να προσδώσει αξιοπιστία στον ισχυρισμό. Η εξωτερική αξιοπιστία προϋποθέτει την αποδοχή του προσωπικού αφηγήματος ως αξιόπιστου, στοιχείο που εν προκειμένω δεν συντρέχει.
Κατά συνέπεια, συμφωνώ πλήρως με την κρίση του αρμόδιου λειτουργού ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν στοιχειοθετείται ούτε από άποψη εσωτερικής ούτε από άποψη εξωτερικής αξιοπιστίας και ορθώς απορρίφθηκε.
Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις υποθέσεις X, Y, Z (C-199/12, C-200/12 και C-201/12) και A, B, C (C-148/13, C-149/13 και C-150/13), καθώς και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (I.K. κατά Ελβετίας, αριθ. 21417/17), η αξιολόγηση ισχυρισμών που ερείδονται στον σεξουαλικό προσανατολισμό πρέπει να διενεργείται με ιδιαίτερη προσοχή, χωρίς προσφυγή σε στερεότυπα και με σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια του αιτητή. Οι διεθνείς αυτές αποφάσεις καθιστούν σαφές ότι η έλλειψη λεπτομερούς ή βιωματικής αφήγησης δεν μπορεί να οδηγεί αυτομάτως σε αρνητικό συμπέρασμα, καθόσον η ντροπή, το στίγμα ή ο φόβος αποκάλυψης δύνανται να επηρεάζουν την πληρότητα της κατάθεσης.
Ωστόσο, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, στην παρούσα υπόθεση, οι αντιφάσεις, ασάφειες και ελλείψεις που χαρακτηρίζουν την αφήγηση της Αιτήτριας δεν περιορίζονται σε δευτερεύοντα ή περιφερειακά στοιχεία, αλλά αφορούν τον ίδιο τον πυρήνα του προβληθέντος ισχυρισμού.
Ειδικότερα, από το σύνολο των δηλώσεων της Αιτήτριας, όπως αυτές καταγράφηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία και αναπτύχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η ίδια δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει με συνεκτικό και σαφή τρόπο την ύπαρξη σταθερού σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας, αλλά περιορίστηκε κυρίως σε αναφορές σε σεξουαλική ή συναισθηματική έλξη προς συγκεκριμένο πρόσωπο. Η προσέγγιση αυτή, χωρίς περαιτέρω ανάπτυξη της διαδικασίας αυτοπροσδιορισμού ή εσωτερικής αποδοχής, δεν επαρκεί για τη θεμελίωση ιδιότητας που δύναται να καταστήσει την Αιτήτρια μέλος συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας κατά την έννοια της εφαρμοστέας νομοθεσίας.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να εξηγήσει με επάρκεια πώς και πότε η επικαλούμενη έλξη ή σχέση επηρέασε ουσιωδώς τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τον εαυτό της, ούτε πώς η ίδια προσδιορίζεται κοινωνικά ή προσωπικά σε σχέση με τον ισχυριζόμενο σεξουαλικό της προσανατολισμό. Η απουσία αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε λόγους ντροπής ή φόβου αποκάλυψης, αλλά συνδέεται με γενικότερη έλλειψη συνοχής και ευλογοφάνειας στην ανάπτυξη του αφηγήματος.
Επιπλέον, οι δηλώσεις της Αιτήτριας χαρακτηρίζονται από μεταβαλλόμενες και ασαφείς τοποθετήσεις ως προς το αν και σε ποιο βαθμό η ίδια είχε γίνει αντιληπτή από τρίτους ως ΛΟΑΤΚΙ+ άτομο στη χώρα καταγωγής της, καθώς και ως προς τις συνέπειες που αυτό είχε ή θα μπορούσε να έχει στην καθημερινή της ζωή. Το στοιχείο αυτό είναι κρίσιμο, καθόσον, σύμφωνα και με τη νομολογία που προαναφέρθηκε, η αξιολόγηση δεν εστιάζει μόνο στην εσωτερική αυτοαντίληψη, αλλά και στον πραγματικό κίνδυνο που απορρέει από την κοινωνική αντίληψη ή την απόδοση συγκεκριμένου χαρακτηριστικού στο πρόσωπο του αιτητή.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι διαπιστωθείσες αδυναμίες δεν μπορούν να θεραπευθούν με επίκληση γενικών πληροφοριών χώρας καταγωγής αναφορικά με τη θέση και τη μεταχείριση ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Όπως έχει επανειλημμένως κριθεί, οι γενικές συνθήκες στη χώρα καταγωγής δεν αρκούν, εάν δεν προηγείται η αξιόπιστη θεμελίωση ότι ο αιτητής προσωπικά εμπίπτει στην επίμαχη κατηγορία και εκτίθεται σε εξατομικευμένο κίνδυνο.(βλ. Α.Α. κατά Ελβετίας no 58802/12 σκ. 39 και 40 NA. v. the United Kingdom, no. 25904/07, §§ 114-115, 17 July 2008 J.K. και Άλλοι κατά Σουηδίας no. 59166/12 σκ 116)
Κατά συνέπεια, και λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική ευρωπαϊκή και διεθνή νομολογία, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο αρμόδιος λειτουργός δεν προσέγγισε τον ισχυρισμό με στερεοτυπικό τρόπο, ούτε απαίτησε μη εύλογο βαθμό λεπτομέρειας, αλλά αντιθέτως προέβη σε συνολική και εξατομικευμένη αξιολόγηση της αξιοπιστίας. Υπό το πρίσμα αυτό, η κρίση της Διοίκησης περί έλλειψης εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού κρίνεται νόμιμη, επαρκώς αιτιολογημένη και ορθή, και γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Διοίκηση ενήργησε ορθώς εφαρμόζοντας το μοντέλο DSSH (Difference, Stigma, Shame, Harm) κατά την αξιολόγηση του επίδικου ισχυρισμού. Το μοντέλο αυτό έχει τύχει ευρείας αποδοχής στη διεθνή πρακτική, έχει υποστηριχθεί από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και εφαρμόζεται σε σειρά κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως κατάλληλη μεθοδολογία εξέτασης αιτημάτων διεθνούς προστασίας που στηρίζονται στον σεξουαλικό προσανατολισμό. Εξάλλου, η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (A, B, C – C-148/13, C-149/13, C-150/13) έχει καταστήσει σαφές ότι η αξιολόγηση αξιοπιστίας σε τέτοιες υποθέσεις δεν μπορεί να βασίζεται σε στερεοτυπικές ερωτήσεις ή εξευτελιστικές πρακτικές, αλλά πρέπει να διενεργείται με σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και μέσω μεθοδολογιών που εστιάζουν στην εσωτερική συνοχή της αφήγησης.
Παράλληλα, το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου στις υποθέσεις HJ (Iran) και HT (Cameroon) [2010] UKSC 31 υπογράμμισε ότι δεν μπορεί να απαιτηθεί από αιτητή διεθνούς προστασίας να αποκρύπτει ή να αποσιωπά τον σεξουαλικό του προσανατολισμό προς αποφυγή δίωξης. Συναφώς, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η αξιολόγηση σε SOGI (σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου) υποθέσεις πρέπει να είναι εξατομικευμένη και ευαίσθητη, και ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να προβαίνουν σε ουσιαστική εκτίμηση των ισχυρισμών λαμβάνοντας υπόψη το νομικό και κοινωνικό πλαίσιο στη χώρα καταγωγής (βλ. I.K. v. Switzerland (dec.), no. 21417/17, 19.12.2017· A.N. v. France (dec.), no. 12956/15, 19.04.2016).
Υπό το φως αυτών των κατευθυντηρίων, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Διοίκηση, εφαρμόζοντας το μοντέλο DSSH, εστίασε σε κρίσιμες παραμέτρους – την αυτοαντίληψη της Αιτήτριας, το βίωμα της διαφορετικότητας, την εμπειρία κοινωνικού στίγματος και τις επικαλούμενες μορφές βλάβης – και ορθά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αφήγησή της ήταν αντιφατική, ασαφής και μη πειστική. Ως εκ τούτου, η χρήση του μοντέλου DSSH κρίνεται όχι μόνο δικαιολογημένη αλλά και πρόσφορη, και τα πορίσματα στα οποία κατέληξε η Διοίκηση, περί αναξιοπιστίας του ισχυρισμού, υιοθετούνται και από το Δικαστήριο.
Παρά ταύτα, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι στη θεωρία και σε τμήμα της διεθνούς πρακτικής έχουν διατυπωθεί επιφυλάξεις ως προς τον τρόπο χρήσης του μοντέλου DSSH, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος να λειτουργήσει με κανονιστικό τρόπο, να αναπαράγει στερεότυπα ή να αγνοήσει τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες κάθε αιτητή[1]. Ωστόσο, στην προκείμενη υπόθεση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Διοίκηση εφάρμοσε το εν λόγω μοντέλο με τρόπο συμβατό προς τις αρχές που έθεσε η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (υποθέσεις A, B, C) και του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου (HJ (Iran), HT (Cameroon)), δηλαδή χωρίς να βασιστεί σε στερεοτυπικές παραδοχές ή σε εξευτελιστικές πρακτικές, αλλά με γνώμονα την εσωτερική συνοχή και πειστικότητα της αφήγησης. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο υιοθετεί την αξιολόγηση της Διοίκησης και αποδέχεται ότι, εν προκειμένω, η εφαρμογή του DSSH οδήγησε σε εύλογο και αιτιολογημένο συμπέρασμα περί αναξιοπιστίας του ισχυρισμού.
Περαιτέρω, η ανωτέρω κατάληξη ενισχύεται και υπό το πρίσμα των αναγνωρισμένων δεικτών αξιοπιστίας, όπως αυτοί καταγράφονται στη διεθνή και ενωσιακή θεωρία και πρακτική, ήτοι της εσωτερικής συνέπειας, της εξωτερικής συνέπειας, της επάρκειας λεπτομέρειας και της πιθανοφάνειας[2].
Ειδικότερα, από το περιεχόμενο της συνέντευξης και τη συνολική εξέταση του φακέλου προκύπτει ότι η Αιτήτρια δεν παρουσίασε μία συνεκτική και σταθερή αφήγηση αναφορικά με τον ισχυριζόμενο σεξουαλικό της προσανατολισμό. Οι δηλώσεις της μεταβάλλονται ως προς τη φύση και τη σημασία της επικαλούμενης σχέσης με γυναίκα, καθώς άλλοτε την παρουσιάζει ως μεμονωμένη εμπειρία και άλλοτε ως καθοριστικό στοιχείο της ζωής της, χωρίς ωστόσο να αναπτύσσει με επάρκεια τον τρόπο με τον οποίο η σχέση αυτή οδήγησε σε αυτοπροσδιορισμό ή συγκρότηση σταθερής σεξουαλικής ταυτότητας.
Περαιτέρω, η Αιτήτρια παρέλειψε να δώσει σαφείς, συνεκτικές και επαρκείς λεπτομέρειες για τον πυρήνα του ισχυρισμού της, περιοριζόμενη σε γενικές αναφορές περί σεξουαλικής έλξης και συναισθηματικής εγγύτητας, χωρίς να είναι σε θέση να περιγράψει τη βιωματική διάσταση της διαδικασίας συνειδητοποίησης, τις εσωτερικές συγκρούσεις ή τις κοινωνικές συνέπειες που η ίδια επικαλείται. Οι απαντήσεις της παραμένουν αποσπασματικές και δεν συγκροτούν μία συνεχή και πιθανοφανή αφήγηση.
Επιπλέον, οι ισχυρισμοί της ως προς το εάν και σε ποιο βαθμό η σχέση αυτή ήταν γνωστή σε τρίτα πρόσωπα, καθώς και ως προς τις αντιδράσεις του οικογενειακού ή κοινωνικού της περιβάλλοντος, δεν παρουσιάζουν σταθερότητα ούτε σαφή χρονική και πραγματική αλληλουχία, γεγονός που πλήττει περαιτέρω την εσωτερική αξιοπιστία του αφηγήματος. Αντίστοιχα, η αδυναμία της να εξηγήσει πειστικά πώς η επικαλούμενη έλξη ή σχέση μεταφράστηκε σε πραγματικό και διαρκή κίνδυνο λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ενισχύει τις εύλογες αμφιβολίες ως προς την ευλογοφάνεια του ισχυρισμού.
Ως προς δε την εξωτερική αξιοπιστία, παρότι οι γενικές πληροφορίες χώρας καταγωγής καταδεικνύουν ότι τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα ενδέχεται να αντιμετωπίζουν κοινωνικό στίγμα και διακρίσεις στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν εναρμονίζονται με τρόπο εξατομικευμένο με τα δεδομένα αυτά, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η ίδια είχε γίνει ή θα καθίστατο αντιληπτή ως ΛΟΑΤΚΙ+ άτομο στο κοινωνικό της περιβάλλον. Η επίκληση γενικών συνθηκών δεν δύναται, συνεπώς, να υποκαταστήσει την έλλειψη αξιόπιστης προσωπικής αφήγησης.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η κρίση της Διοίκησης περί αναξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού δεν ερείδεται αποκλειστικά στη μεθοδολογία DSSH, αλλά εδράζεται και στις γενικές αρχές αξιολόγησης της αξιοπιστίας που διέπουν την εξέταση αιτήσεων διεθνούς προστασίας σε διεθνές και ενωσιακό επίπεδο, τις οποίες το Δικαστήριο υιοθετεί πλήρως.
Επιπροσθέτως, υπό το πρίσμα των γενικών αρχών του άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αναδιατύπωση) και της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η προσβαλλόμενη κρίση ερείδεται σε ατομική, αντικειμενική και αμερόληπτη αξιολόγηση, διενεργηθείσα με την απαιτούμενη αυστηρή και ενδελεχή εξέταση, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία και εστιάζοντας στα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Οι αρχές αυτές, που συγκροτούν το αναγκαίο πλαίσιο ελέγχου της αξιοπιστίας, έχουν ερμηνευθεί και αναδειχθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. μεταξύ άλλων CJEU, A, B και C, C-148/13, C-149/13, C-150/13, σκ. 70· Y και Z, C-71/11 και C-99/11, σκ. 77· Abdulla και λοιποί, C-175/08 κ.ε., σκ. 90· M.M., C-277/11, σκ. 88), καθώς και από τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία επιβάλλει «στενό έλεγχο» και «αυστηρή αξιολόγηση» σε ζητήματα που άπτονται του άρθρου 3 ΕΣΔΑ (βλ. ΕΔΔΑ, Shamayev κ.ά. κατά Γεωργίας και Ρωσίας, αριθ. 36378/02, §448· JK και λοιποί κατά Σουηδίας [GC], αριθ. 59166/12, §77).
Τέλος, καθόσον η Αιτήτρια δεν προσκόμισε επαρκή σχετικά στοιχεία ούτε παρείχε ικανοποιητικές εξηγήσεις για κρίσιμες ελλείψεις, δεν πληρούνται οι σωρευτικές προϋποθέσεις του άρθρου 4(5) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ιδίως ως προς τη συνοχή και την πιθανοφάνεια των δηλώσεών του και τη μη αντίθεσή τους προς τη διαθέσιμη ειδική και γενική πληροφόρηση, χωρίς να απαιτείται, βεβαίως, καθ’ εαυτήν η ύπαρξη εγγράφων για κάθε ισχυρισμό. Η εκτίμηση της αξιοπιστίας οφείλει να είναι ολιστική, σύμφωνα με τα άρθρα 4(1)–(4) της Οδηγίας και τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την οποία οι δηλώσεις του αιτητή μπορούν να γίνουν δεκτές μόνον εφόσον είναι συνεκτικές, εύλογες και δεν αντίκεινται στην αντικειμενική πληροφόρηση (βλ. CJEU, Shepherd, C-472/13· Fathi, C-56/17). Ως εκ τούτου, η διοικητική αξιολόγηση κρίνεται σύμφωνη με το εφαρμοστέο ενωσιακό πλαίσιο και τα πορίσματά της υιοθετούνται.
Επομένως η γενικότητα των απαντήσεων της Αιτήτριας, η έλλειψη επαρκούς συγκεκριμενοποίησης και η ασάφεια που χαρακτήρισε την περιγραφή της διαδικασίας συνειδητοποίησης του σεξουαλικού του προσανατολισμού οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει βάσιμο φόβο διώξεως απορρέοντα από τον εν λόγω ισχυρισμό. Το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας εναπόκειται πρωτίστως στον ίδιο τον Αιτητή, ο οποίος όφειλε να καταβάλει ειλικρινή και ουσιαστική προσπάθεια ώστε να καταδείξει ότι υπήρξε θύμα δίωξης στη χώρα καταγωγής του και, συνεπώς, ότι πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα ή, έστω, για τη χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας. Το Δικαστήριο κρίνει ότι στην παρούσα υπόθεση η Αιτήτρια απέτυχε να το πράξει.
Η ανωτέρω κατάληξη ερείδεται και στη συναφή νομολογία, σύμφωνα με την οποία ο αιτητής φέρει το βάρος να θεμελιώσει με ειλικρίνεια και σαφήνεια την αξίωσή του (βλ. William Crisantha Mal Francis Karumarathna ν. Δημοκρατίας, αρ. 1875/08, 1.3.2010· Farhan Khalil ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, αρ. 1119/2009, 31.1.2012· καθώς και το Εγχειρίδιο του Υπάτου Αρμοστή του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες). Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου [Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί], το βάρος απόδειξης φέρει καταρχήν ο αιτών άσυλο, ο οποίος υποχρεούται να υποστηρίξει την αίτησή του με όλα τα έγγραφα και στοιχεία που έχει στην κατοχή του και, ευρύτερα, να συνδράμει την Υπηρεσία Ασύλου με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ώστε να διαπιστωθούν τα κρίσιμα γεγονότα της υπόθεσής του.
Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας στερούνται της αναγκαίας συνοχής, λεπτομέρειας και αυθεντικής βιωματικής χροιάς που θα τις καθιστούσαν αξιόπιστες και ικανές να θεμελιώσουν βάσιμο φόβο δίωξης. Η γενικότητα και οι ασάφειες που επισημάνθηκαν ανωτέρω, σε συνδυασμό με την αδυναμία της να στηρίξει με πειστικό τρόπο τους ισχυρισμούς του, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα ούτε για υπαγωγή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Περαιτέρω, σημειώνεται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση τήρησαν τις θεσμοθετημένες διαδικασίες, παρείχαν στην Αιτήτρια την ευκαιρία να εκθέσει πλήρως την αφήγησή της και έλαβαν υπόψη όλα τα στοιχεία που η ίδια έθεσε ενώπιόν τους, καθώς και τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στη ΛΔΚ. Το γεγονός αυτό ενισχύει το συμπέρασμα ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και με επαρκή αιτιολόγηση.
Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, προκύπτει ότι οι Καθ’ ων αξιολόγησαν όλα τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που η Αιτήτρια προέβαλε. Εντούτοις, λόγω της αναξιοπιστίας που διαπιστώθηκε, τα εν λόγω περιστατικά δεν έγιναν αποδεκτά ως αποδεικτικά βάσης του αιτήματος. Επί της τοιαύτης βάσης, οι Καθ’ ων έκριναν ότι δεν υφίσταται πιθανότητα Η Αιτήτρια, σε περίπτωση επιστροφής της στη ΛΔΚ, να υποβληθεί σε μεταχείριση ικανή να συνιστά δίωξη ή σοβαρή βλάβη, κατά την έννοια του περί Προσφύγων Νόμου.
Συνάμα το Δικαστήριο δεν δύναται να αναγνωρίσει στην Αιτήτρια το λεγόμενο «ευεργέτημα της αμφιβολίας», όπως αυτό προβλέπεται στην παρ. 204 του Εγχειριδίου του Ύπατου Αρμοστή.[3] Η εφαρμογή του εν λόγω ευεργετήματος προϋποθέτει ότι ο αιτών έχει προσκομίσει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία και ότι, κατόπιν ελέγχου, κρίνεται γενικώς αξιόπιστος[4]. Στην προκειμένη περίπτωση, η Αιτήτρια δεν στήριξε με συγκεκριμένα δεδομένα τους ισχυρισμούς της περί δίωξης λόγω ομοφυλοφιλίας , ενώ οι ουσιώδεις αντιφάσεις και ασάφειες που διαπιστώθηκαν αποκλείουν την εφαρμογή του εν λόγω κανόνα. Η νομολογία έχει επανειλημμένως κρίνει ότι η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας ενός αιτούντος και η απόρριψη της αίτησής του για τον λόγο αυτό συνιστούν νόμιμη βάση (βλ. Ανωτ. Δικ. Amiri ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 ΑΑΔ 358· Khalil ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. αρ. 466/2010, 28.9.2012).
Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι, κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, ο Αιτητής είχε την ευκαιρία να απαντήσει σε ερωτήματα ανοικτής φύσεως, τα οποία τέθηκαν προς διερεύνηση τόσο του πυρήνα του αιτήματος όσο και των επιμέρους πτυχών του. Ο αρμόδιος λειτουργός υπέβαλε επαρκείς και στοχευμένες ερωτήσεις, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική μέθοδο, και συνεργάστηκε με τον Αιτητή στον προσδιορισμό των συναφών στοιχείων της αιτήσεως. Ακολούθως, προέβη σε εκτενή ανάλυση εκάστου ουσιώδους ισχυρισμού του, αξιολογώντας τον ενδεχόμενο κίνδυνο που θα διέτρεχε σε περίπτωση επιστροφής του, και αντιπαρέβαλε τα όσα προέβαλε με διαθέσιμες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής, κατά το άρθρο 18(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, η εξέταση του αιτήματος διεθνούς προστασίας οφείλει να διενεργείται σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του ενωσιακού δικαίου: (i) ατομική, αντικειμενική και αμερόληπτη αξιολόγηση (άρθρ. 10§3(α) Οδηγίας 2013/32/ΕΕ), (ii) ενδελεχή/εντατική εξέταση με βάση όλα τα σχετικά στοιχεία και επικαιροποιημένη πληροφόρηση για τη χώρα καταγωγής (άρθρ. 4 Οδηγίας 2011/95/ΕΕ· άρθρ. 10§3(β) Οδηγίας 2013/32/ΕΕ· ΔΕΕ, C-277/11, M.M., σκ. 64-68· ΔΕΕ, C-69/10, Aydin Salahadin Abdulla and Others (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-175/08, C-176/08, C-178/08 και C-179/08) Torubarov, C-556/17), (iii) τήρηση των εγγυήσεων της προσωπικής συνέντευξης και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (άρθρ. 14-16 Οδηγίας 2013/32/ΕΕ), με ρητή αποφυγή στερεοτυπικών ή εξευτελιστικών ερωτήσεων και πρακτικών (ΔΕΕ, A, B και C, C-148/13, C-149/13, C-150/13) και μη προσφυγή σε ψυχομετρικά «τεστ» για επαλήθευση σεξουαλικού προσανατολισμού (ΔΕΕ, C-473/16, F), (iv) ολιστική στάθμιση των ενδείξεων αξιοπιστίας χωρίς να αποδίδεται αυτοτελές καθοριστικό βάρος σε τυχόν καθυστερημένη επίκληση (A, B και C, σκ. 72-73· ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, §93). Υπό τα ανωτέρω, και ενόψει της υποχρέωσης συνεργασίας της Διοίκησης με τον αιτητή στο στάδιο διαπίστωσης των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών (άρθρ. 4§1-2 Οδηγίας 2011/95/ΕΕ· ΔΕΕ, M.M.), προκύπτει ότι η αρμόδια αρχή τήρησε τις επιταγές της δίκαιης και ενδελεχούς εξέτασης, παρέχοντας ειδική και επαρκή αιτιολογία.
Σε ό,τι αφορά την πιθανότητα δίωξης, το στοιχείο του «βάσιμου» στον ορισμό του πρόσφυγα συνιστά πρωτίστως ζήτημα πραγματολογικής εκτίμησης κινδύνου. Κατά την εν λόγω εκτίμηση, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 3 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αναδιατύπωση), συνεκτιμώνται αφενός η ατομική κατάσταση του αιτούντος, αφετέρου δε οι γενικές πληροφορίες αναφορικά με τη χώρα καταγωγής της. Η εξέταση είναι μελλοντοστραφής και απαιτεί τη διαπίστωση ότι ο φόβος παραμένει τρέχων κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης.
Το Δικαστήριο, εκπληρώνοντας το καθήκον αυτεπάγγελτης έρευνας που του αναγνωρίζεται από το άρθρο 10 παρ. 3 στοιχ. β΄ της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, προέβη σε συνεκτίμηση επικαιροποιημένων και αξιόπιστων πηγών πληροφόρησης αναφορικά με τη νομική και κοινωνική θέση των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στη ΛΔΚ. Δεδομένου ότι η κατ’ ισχυρισμό απειλή κατά της Αιτήτριας απορρέει από τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, η εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας επικεντρώνεται στο κατά πόσον η αντικειμενική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής δικαιολογεί τον φόβο της για δίωξη ή κακομεταχείριση από κρατικούς ή μη κρατικούς δρώντες, υπό συνθήκες όπου το κράτος δεν δύναται ή δεν προτίθεται να του παράσχει προστασία.
Ως αναφέρει το Freedom House, παρόλο που η ομοφυλοφιλία δεν ποινικοποιείται ρητά, τα ΛΟΑΤΚ+ άτομα περιθωριοποιούνται[5]. Πέραν τούτου, τα ΛΟΑΤΚ+ άτομα συχνά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν νομικές διακρίσεις βάσει νόμων περί δημοσίας αιδούς και άλλων ευρύτερων νομοθετικών διατάξεων ενώ ορισμένες από τις διατάξεις παραμένουν ανοιχτές σε ερμηνείες οδηγώντας σε διώξεις και ποικίλες παραβιάσεις των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων[6]. Ως έχει παρατηρηθεί από την τοπική οργάνωση Rainbow Sunrise Mapambazuko (RSM), η οποία έχει ως στόχο την προώθηση των δικαιωμάτων της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας στη ΛΔΚ και την Αφρική, καθώς και από το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο των Ηνωμένων Εθνών (Committee on Economic, Social and Cultural Rights), το Άρθρο 176 του Ποινικού Κώδικα χρησιμοποιείται συχνά προς τον σκοπό της ποινικοποίησης των ομόφυλων σχέσεων.[7]
Η περιοδική έκθεση που κατέθεσε η ΛΔΚ στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ τον Νοέμβριο του 2024, έδειξε ότι η κυβέρνηση σημείωσε μικρή πρόοδο στην αντιμετώπιση παραβιάσεων δικαιωμάτων. Ειδικότερα, παρότι κατά την εξέταση της προηγούμενης περιοδικής της έκθεσης, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό έλαβε υπόψη της συστάσεις που αφορούσαν και την προστασία των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, η θέση της ΛΔΚ σε αυτά τα ζητήματα παραμένει ως είχε.[8]
Ως αναφέρει η επιτροπή CESCR του ΟΗΕ, η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα αντιμετωπίζει στιγματισμό και διακρίσεις κατά την απόλαυση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών τους δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης στην εργασία, τη στέγαση, την υγειονομική περίθαλψη και την εκπαίδευση[9]. Σε πληροφορίες που παρουσιάστηκαν ενώπιον του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ τον Αύγουστο του 2024 από τοπικούς, μη κυβερνητικούς οργανισμούς της ΛΔΚ, αναφέρεται ότι, αν και δεν υπήρχε ρητή ποινικοποίηση των σχέσεων του ίδιου φύλου, το 75% των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στη ΛΔΚ δεν είχαν πρόσβαση σε υπηρεσίες όπως η εκπαίδευση, η εργασία, η στέγαση, η υγειονομική περίθαλψη και η κοινωνική ασφάλιση, λόγω συστηματικού στιγματισμού και διακρίσεων ενώ οι θρησκευτικοί ηγέτες και οι κυρίαρχες πολιτισμικές πεποιθήσεις για την μαγεία συνέβαλαν στον στιγματισμό και την περιθωριοποίηση αυτών των ατόμων[10]. Επιπλέον, τόσο τα μέσα ενημέρωσης όσο και οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, χρησιμοποιούνται για να προωθήσουν βία και διακρίσεις εναντίον των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων[11].
Ο αυτοπροσδιορισμός ως ΛΟΑΤΚ+ θεωρείται «πολιτισμικό ταμπού»[12]. Σύμφωνα με την έκθεση του United States Department of State, δημοσιευθείσα το 2024, άτομα της εν λόγω κοινότητας υπόκεινται σε παρενόχληση, στιγματισμό και βία συμπεριλαμβανομένου του «διορθωτικού βιασμού» («corrective rape») από κρατικούς και μη κρατικούς φορείς[13]. Περαιτέρω δε, η ως άνω έκθεση σημειώνει ότι τοπικοί οργανισμοί ανέφεραν αρκετές περιπτώσεις όπου ΛΟΑΤΚ+ άτομα υποβλήθηκαν σε ψυχιατρική θεραπεία ή θρησκευτικά τελετουργικά για να «αλλάξουν» τον σεξουαλικό προσανατολισμό του ατόμου. Σε κάποιες περιπτώσεις, υπέστησαν και σωματική βία[14].
Σε σχετικό σημείωμα της ACCORD, αναφέρεται ότι τον Φεβρουάριο του 2022, η Διεθνής Ένωση ILGA σε συνεργασία με τη μη κυβερνητική οργάνωση WEKA Organisation (WEO) που εδρεύει στη ΛΔΚ δημοσίευσε μια έκθεση («shadow report») για την προαναφερθείσα Επιτροπή για την Κρατική Έκθεση για την εφαρμογή του Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, η οποία αναφέρει ότι, κατόπιν έρευνας που έγινε στην χώρα περί το 2015 η κοινωνία παραμένει βαθιά ομοφοβική, εφόσον 96% των Κονγκολέζων δεν πιστεύουν ότι η ομοφυλοφιλία πρέπει να γίνεται αποδεκτή, ενώ παρόμοιο ποσοστό δεν θα ανεχόταν ομοφυλόφιλους γείτονες[15]. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι το 2021 καταγγέλθηκαν 179 περιστατικά σε τοπικές οργανώσεις, καταγράφοντας 226 παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚ+ ατόμων[16].
Σύμφωνα με την έκθεση του Προγράμματος Ανάπτυξης του ΟΗΕ (UNDP), οι περισσότεροι ηγέτες της ΛΔΚ «αναγνωρίζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα όλων των Κονγκολέζων γενικά, κάτι που περιλαμβάνει και τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα», ωστόσο δεν αναγνωρίζουν ρητά τα δικαιώματα που σχετίζονται με την ταυτότητα φύλου και τον σεξουαλικό προσανατολισμό[17]. Πηγές παραπέμπουν σε τοπικές οργανώσεις οι οποίες αναφέρουν ότι οι αρχές σπανίως προέβαιναν στην διερεύνηση, δίωξη ή τιμωρία οργάνων του κράτους που πραγματοποιούσαν παραβιάσεις δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚ+ ατόμων[18]. Περαιτέρω, πηγές αναφέρουν πως τα περισσότερα ΛΟΑΤΚΙ άτομα δεν υποβάλλουν καταγγελίες στις αρχές λόγω φόβου αντιποίνων και περαιτέρω στοχοποίησης.[19] Όπως αναφέρεται σε έκθεση του Καναδικού Συμβουλίου για τη Μετανάστευση και τους Πρόσφυγες, σύμφωνα εκπρόσωπο της τοπικής οργάνωσης Rainbow Sunrise (RSM), δεν υπάρχουν υπηρεσίες υποστήριξης για μέλη σεξουαλικών μειονοτήτων και μειονοτήτων λόγω φύλου στη ΛΔΚ[20].
Λαμβάνοντας υπόψη τα ήδη καταγεγραμμένα στοιχεία αναφορικά με τη θέση και τη μεταχείριση των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, προκύπτει ότι η χώρα παρουσιάζει, σε γενικό επίπεδο, ένα δυσμενές κοινωνικό και θεσμικό περιβάλλον για τα άτομα αυτά, το οποίο χαρακτηρίζεται από εκτεταμένο κοινωνικό στιγματισμό, διακρίσεις, καθώς και από περιστατικά παραβιάσεων θεμελιωδών δικαιωμάτων, τόσο από κρατικούς όσο και από μη κρατικούς φορείς. Υπό το πρίσμα αυτό, ένας ισχυρισμός που ερείδεται σε σεξουαλικό προσανατολισμό και φόβο δίωξης δεν μπορεί εκ πρώτης όψεως να θεωρηθεί απίθανος ή ασύμβατος με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής.
Ωστόσο, η εξωτερική αξιοπιστία, όπως αυτή προκύπτει από τις πληροφορίες χώρας καταγωγής, δεν είναι από μόνη της επαρκής για τη θεμελίωση δικαιώματος διεθνούς προστασίας. Το κρίσιμο ζήτημα συνίσταται στο κατά πόσο η γενική αυτή εικόνα συνδέεται κατά τρόπο πειστικό, συγκεκριμένο και εξατομικευμένο με την προσωπική περίπτωση της Αιτήτριας.
Στην προκειμένη υπόθεση, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, να θεμελιώσει εσωτερικά αξιόπιστο αφήγημα αναφορικά ούτε με την επικαλούμενη σεξουαλική της ταυτότητα ούτε με την ύπαρξη εξατομικευμένου κινδύνου δίωξης λόγω αυτής. Από το σύνολο των στοιχείων δεν προέκυψαν συγκεκριμένα περιστατικά προσωπικής στοχοποίησης, βλάβης ή απειλών που να συνδέονται άμεσα με τον ισχυριζόμενο σεξουαλικό της προσανατολισμό, αλλά κυρίως γενικές και αφηρημένες αναφορές στη στάση της κοινωνίας της χώρας καταγωγής απέναντι στα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα.
Κατά συνέπεια, ενώ η γενική κατάσταση στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό καταδεικνύει ότι ένα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομο θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να αντιμετωπίζει αυξημένο κίνδυνο δίωξης ή κακομεταχείρισης, στην υπό κρίση περίπτωση η έλλειψη εσωτερικής αξιοπιστίας του προβληθέντος ισχυρισμού δεν επιτρέπει τη σύνδεση της αντικειμενικής αυτής πραγματικότητας με τη συγκεκριμένη προσωπική κατάσταση της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου, η ύπαρξη δυσμενών συνθηκών στη χώρα καταγωγής δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να καταστήσει βάσιμο τον συγκεκριμένο ισχυρισμό. Νομολογιακά έχει γίνει δεκτό ότι η αξιολόγηση του κινδύνου στηρίζεται όχι μόνο σε ατομικά στοιχεία αλλά και σε γενικές πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής (βλ. ΔΕΕ, Fathi, C-56/17, Shepherd, C-472/13· ΕΔΔΑ, J.K. κ.ά. κατά Σουηδίας, [GC], αρ. 59166/12, 23.8.2016).
Η ύπαρξη γενικού πλαισίου όμως δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της Αιτήτριας. Καίτοι οι συνθήκες στη ΛΔΚ μπορούν να θεωρηθούν ως θετικός δείκτης εξωτερικής αξιοπιστίας, η αφήγηση της Αιτήτριας, όπως προεκτέθηκε, πάσχει από ουσιώδεις ασάφειες, αντιφάσεις και ελλείψεις, οι οποίες δεν του επιτρέπουν να εδραιώσει την εσωτερική του αξιοπιστία. Συναφώς, το ΔΕΕ έχει κρίνει ότι η κρίσιμη εκτίμηση πρέπει να βασίζεται σε όλα τα σχετικά στοιχεία, με γνώμονα την ατομική αξιολόγηση και τη συνοχή της αφήγησης (βλ. M. κατά Minister for Justice, C-277/11, 22.11.2012, C-148/13 έως C-150/13, A, B, C, C-560/14, M). Στην παρούσα υπόθεση, οι προσωπικές δηλώσεις της Αιτήτριας παραμένουν η μόνη βάση των ισχυρισμών της· ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας, οι δηλώσεις αυτές δεν μπορούν να στηρίξουν αίτημα διεθνούς προστασίας, ακόμη και ενόψει των γενικώς γνωστών δυσμενών συνθηκών στη χώρα καταγωγής.
Κατά τούτο ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας απορρίπτεται ως αναξιόπιστος.
Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αφορά τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι κινδυνεύει από υψηλόβαθμο στρατιωτικό πρόσωπο στη χώρα καταγωγής της, το οποίο, κατά τα λεγόμενά της, τη θεωρεί υπεύθυνη για τον θάνατο της συζύγου του και επιδιώκει να της προκαλέσει σοβαρή βλάβη, κρίνω ότι ο αρμόδιος λειτουργός ορθώς και νομίμως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός αυτός στερείται αξιοπιστίας. Η κρίση αυτή της Διοίκησης υιοθετείται πλήρως.
Από τη συνολική εξέταση της προφορικής συνέντευξης και του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η Αιτήτρια δεν παρουσίασε μία συνεκτική, σαφή και ευλογοφανή αφήγηση αναφορικά με τα κρίσιμα περιστατικά που συνθέτουν τον εν λόγω ισχυρισμό. Ειδικότερα, εντοπίζονται ουσιώδεις ασάφειες και ελλείψεις ως προς τον χρόνο, τον τόπο και τις ακριβείς συνθήκες του φερόμενου περιστατικού ανθρωποκτονίας, καθώς και ως προς τη δική της παρουσία και διαφυγή από τον χώρο.
Περαιτέρω, οι δηλώσεις της Αιτήτριας δεν είναι συνεπείς ως προς τη μεταγενέστερη συμπεριφορά του φερόμενου στρατιωτικού και τον τρόπο με τον οποίο αυτός υποτίθεται ότι την αναζήτησε ή την εντόπισε. Η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να εξηγήσει με πειστικό τρόπο πώς και βάσει ποιων συγκεκριμένων στοιχείων ο εν λόγω στρατιωτικός θα μπορούσε να γνωρίζει την ταυτότητά της, τον τόπο διαμονής της ή τις κινήσεις της, ούτε πώς θα είχε τη δυνατότητα να συνεχίσει να την στοχοποιεί σε βάθος χρόνου.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στο γεγονός ότι η Αιτήτρια δεν προσκόμισε ούτε ανέφερε συγκεκριμένα περιστατικά προσωπικής βλάβης, πέραν γενικών αναφορών σε φόβο και απειλές, ενώ δεν κατόρθωσε να περιγράψει με σαφήνεια συγκεκριμένες ενέργειες που να συνιστούν άμεση και εξατομικευμένη στοχοποίηση. Οι αναφορές της παραμένουν σε μεγάλο βαθμό υποθετικές και εικαστικές, χωρίς επαρκή σύνδεση με πραγματικά, εξακριβώσιμα γεγονότα.
Επιπλέον, διαπιστώνεται απουσία λογικής αλληλουχίας και αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των επιμέρους στοιχείων του αφηγήματος. Η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να εξηγήσει πειστικά τη μετάβαση από το φερόμενο αρχικό περιστατικό στην υποτιθέμενη ευρεία και διαρκή καταδίωξη από πρόσωπο με ισχυρή επιρροή, ούτε να καταδείξει γιατί η ίδια θα αποτελούσε διαρκή στόχο, ιδίως ενόψει της έλλειψης οποιασδήποτε επίσημης ή ανεπίσημης ενέργειας σε βάρος της.
Περαιτέρω, στοιχείο που ενισχύει ουσιωδώς την κρίση περί έλλειψης αξιοπιστίας του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού αποτελεί το γεγονός ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παράσχει στοιχειώδη, σαφή και συνεπή περιγραφή ούτε του προσώπου του φερόμενου ως υψηλόβαθμου στρατιωτικού, ούτε της συζύγου του, με την οποία ισχυρίζεται ότι διατηρούσε ερωτική σχέση.
Ειδικότερα, παρά τη σημασία που αποδίδει η ίδια στον εν λόγω στρατιωτικό ως τον βασικό φορέα του επικαλούμενου κινδύνου, οι δηλώσεις της αναφορικά με την ταυτότητα, την εμφάνιση, τον βαθμό, τη θέση ή τα βασικά χαρακτηριστικά του προσώπου αυτού παραμένουν αόριστες, αποσπασματικές και ενίοτε αντιφατικές, χωρίς να επιτρέπουν τον στοιχειώδη προσδιορισμό του. Η αδυναμία αυτή κρίνεται ιδιαιτέρως προβληματική, εφόσον πρόκειται για πρόσωπο το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στα γεγονότα που επικαλείται και φέρεται να αποτελεί την κύρια πηγή του φόβου της.
Αντίστοιχα, σοβαρές αδυναμίες εντοπίζονται και ως προς τις δηλώσεις της Αιτήτριας σχετικά με τη γυναίκα με την οποία ισχυρίζεται ότι διατηρούσε δεσμό. Η Αιτήτρια δεν μπόρεσε να δώσει συνεκτική και επαρκή περιγραφή ούτε των βασικών στοιχείων της ταυτότητάς της ούτε της φύσης και εξέλιξης της μεταξύ τους σχέσης. Οι αναφορές της περιορίζονται σε γενικόλογες περιγραφές, χωρίς σαφή χρονικό προσδιορισμό, χωρίς συγκεκριμένα βιωματικά στοιχεία και χωρίς πειστική αποτύπωση της προσωπικής τους σύνδεσης.
Η αδυναμία αυτή να αποδοθούν με σαφήνεια και συνέπεια βασικά χαρακτηριστικά δύο κεντρικών προσώπων του αφηγήματος —και δη προσώπων που φέρονται να συνδέονται άμεσα τόσο με τον επικαλούμενο δεσμό όσο και με τον ισχυριζόμενο κίνδυνο— υπονομεύει καίρια την ευλογοφάνεια του ισχυρισμού. Κατά την κοινή πείρα, θα ήταν εύλογο να αναμένεται ότι ένα άτομο που φέρεται να είχε στενή προσωπική σχέση και να βίωσε γεγονότα τέτοιας βαρύτητας θα μπορούσε να παραθέσει τουλάχιστον βασικές, συνεκτικές και αναγνωρίσιμες πληροφορίες για τα πρόσωπα αυτά. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η εν λόγω αδυναμία δεν μπορεί να θεωρηθεί δευτερεύουσα ή επουσιώδης, αλλά αφορά τον ίδιο τον πυρήνα του ισχυρισμού περί στοχοποίησης.
Περαιτέρω, όπως ορθώς επισημαίνεται στην Έκθεση/Εισήγηση, η Αιτήτρια δεν προσέφυγε στις αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής της ούτε εξήγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο ή αναποτελεσματικό στη δική της περίπτωση, περιοριζόμενη σε γενικές αναφορές περί διαφθοράς ή φόβου. Η έλλειψη αυτή ενισχύει τις εύλογες αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία και τη σοβαρότητα του επικαλούμενου κινδύνου.
Ως προς δε την εξωτερική αξιοπιστία, παρότι οι πληροφορίες χώρας καταγωγής καταδεικνύουν γενικευμένα προβλήματα ασφάλειας και αδυναμίες των θεσμών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό[21][22], δεν προκύπτει από τις πηγές αυτές ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υφίσταται πραγματική και εξατομικευμένη δυνατότητα στοχοποίησης της Αιτήτριας από το πρόσωπο που επικαλείται, ιδίως υπό το φως της μη θεμελίωσης αξιόπιστου προσωπικού αφηγήματος.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας, που αφορά την επικαλούμενη στοχοποίηση από υψηλόβαθμο στρατιωτικό, ορθώς κρίθηκε αναξιόπιστος, τόσο από άποψη εσωτερικής όσο και εξωτερικής αξιοπιστίας, και δεν δύναται να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Το Δικαστήριο συμφωνεί πλήρως με την κατάληξη αυτή της Διοίκησης.
Γενικά, είναι εύλογο να αναμένεται ότι μια αξίωση για διεθνή προστασία θα παρουσιάζεται με σαφήνεια και επαρκή λεπτομέρεια, τουλάχιστον όσον αφορά τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά. Κατά πάγια νομολογία αναφορικά με το άρθρο 4 παρ. 1 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (και προηγουμένως της Οδηγίας 2004/83/ΕΕ), εναπόκειται, κατ’ αρχήν, στον αιτούντα να προσκομίσει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη στήριξη της αιτήσεώς του. Η ανεπάρκεια λεπτομερειών συνιστά, κατά το άρθρο 4 παρ. 5 στοιχ. β΄ της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, «έλλειψη σχετικών στοιχείων».
Λαμβάνοντας υπόψη τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας, ήτοι την ηλικία της, το μορφωτικό της επίπεδο, καθώς και το γεγονός ότι δεν υφίστανται ενδείξεις ευαλωτότητας, κρίνω ότι θα ήταν εύλογα αναμενόμενο να είναι σε θέση να στηρίξει την αίτησή της προβάλλοντας γνήσια προσωπική εμπειρία. Ωστόσο, οι δηλώσεις και οι επεξηγήσεις της δεν προσδίδουν την απαραίτητη βιωματική χροιά που θα ενίσχυε την αξιοπιστία των ισχυρισμών της.
Η γενικότητα των απαντήσεών της, η έλλειψη λεπτομερειών και οι ουσιώδεις αντιφάσεις σε καίρια σημεία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης απορρέοντα από τον συγκεκριμένο ισχυρισμό της. Το βάρος απόδειξης για την παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας εναπόκειται πρωτίστως στον αιτούντα, ο οποίος οφείλει να καταβάλλει ειλικρινή προσπάθεια να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του περί δίωξης στη χώρα καταγωγής, ώστε να πληροί τις προϋποθέσεις είτε για αναγνώριση ως πρόσφυγας είτε για χορήγηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Στην παρούσα υπόθεση, η Αιτήτρια απέτυχε να πράξει τούτο. (βλ. William Crisantha Mal Francis Karumarathna ν. Δημοκρατίας, αρ. 1875/08, 1.3.2010· Εγχειρίδιο Ύπατου Αρμοστή ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες· Farhan Khalil ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, αρ. 1119/2009, 31.1.2012).
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου [Ν. 6(Ι)/2000, ως τροποποιήθηκε], το αρχικό βάρος απόδειξης φέρει ο αιτών άσυλο, ο οποίος υποχρεούται να υποστηρίξει την αίτησή του με όλα τα έγγραφα και στοιχεία που έχει στην κατοχή του και, γενικότερα, να συνδράμει την Υπηρεσία Ασύλου με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ώστε να διαπιστωθούν τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσής του. Κατά πάγια νομολογία, ο αιτών διεθνούς προστασίας οφείλει να καταβάλει ειλικρινή προσπάθεια να θεμελιώσει το αφήγημά του, ήτοι ότι υπήρξε θύμα δίωξης στη χώρα καταγωγής του, προκειμένου να πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας (βλ. William Crisantha Mal Francis Karunarathna ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, αρ. 1875/2008, 1.3.2010).
Κατά τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η αξιοπιστία του αιτούντος. Ο όρος «αξιοπιστία» δεν ορίζεται ρητώς στο Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου· ωστόσο, στο άρθρο 4 παρ. 5 στοιχ. ε΄ της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ γίνεται αναφορά στη γενική αξιοπιστία του αιτούντος στο πλαίσιο μη επιβεβαίωσης πτυχών των δηλώσεών του. Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας αφορά τη διερεύνηση του κατά πόσο οι δηλώσεις και τα αποδεικτικά στοιχεία του αιτούντος, αναφορικά με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του (material facts), μπορούν να γίνουν δεκτά ώστε να διαπιστωθεί αν πληροί τις προϋποθέσεις για διεθνή προστασία.
Η αξιολόγηση αυτή περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την εξέταση αν οι δηλώσεις του αιτούντος είναι συνεπείς, επαρκώς λεπτομερείς, εύλογες και συμβατές με τα προσκομισθέντα έγγραφα, τις διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης και κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Δεν απαιτείται πλήρης και απόλυτη βεβαιότητα περί της αλήθειας των ισχυρισμών, αλλά, όπως έχει ορίσει η Ύπατη Αρμοστεία, αξιοπιστία υπάρχει όταν ο αιτών προβάλει ισχυρισμούς συνεκτικούς, εύλογους και μη αντιφατικούς με τα κοινά τοις πάσι γεγονότα, ώστε να δημιουργείται στον αποφασίζοντα πεποίθηση για τον βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης που επικαλείται. Η ως άνω προσέγγιση υιοθετήθηκε και από το ΕΔΔΑ στην υπόθεση JK and Others v. Sweden, αριθμ. αίτησης 59166/12, παρ. 53.
Στο Εγχειρίδιο της EUAA/EASO («Δικαστική Ανάλυση – Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας», 2018, σελ. 97-98), αναφέρεται ότι απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική εκτίμηση κατά πόσο η αφήγηση του αιτούντος αντανακλά την αφήγηση που θα ανέμενε κανείς από πρόσωπο το οποίο περιγράφει γνήσια προσωπική εμπειρία. Ειδικότερα, είναι εύλογο να αναμένεται ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας θα είναι τεκμηριωμένη και θα περιλαμβάνει επαρκείς λεπτομέρειες τουλάχιστον για τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά. Η έλλειψη τέτοιων λεπτομερειών ισοδυναμεί με «έλλειψη λυσιτελών στοιχείων» κατά το άρθρο 4 παρ. 5 στοιχ. β΄ της Οδηγίας.
Συναφώς, το ΔΕΕ στην υπόθεση C-277/11 M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform (22.11.2012) διευκρίνισε ότι η αξιολόγηση αίτησης διεθνούς προστασίας περιλαμβάνει δύο διακριτά στάδια: πρώτον, τη διαπίστωση της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν τη βασιμότητα της αιτήσεως· δεύτερον, τη νομική εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων προκειμένου να διαπιστωθεί αν πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις παραχώρησης διεθνούς προστασίας. Η εξακρίβωση των ουσιωδών περιστατικών είναι καθοριστική για την αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο αιτών.
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι η Διοίκηση εκπλήρωσε την υποχρέωση συνεργασίας της, καθόσον συνεργάστηκε εκτενώς με την Αιτήτρια στην εντόπιση και αξιολόγηση των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών. Αντιθέτως, η Αιτήτρια δεν ανέτρεψε το αρχικό βάρος απόδειξης που φέρει, ούτε υποστήριξε την αίτησή της με επαρκή στοιχεία ή συνεκτικούς ισχυρισμούς, ώστε να καταστεί δυνατή η τεκμηρίωση βάσιμου φόβου δίωξης.
Συναφώς επισημαίνεται ότι ούτε μπορεί να αναγνωριστεί στην Αιτήτρια «το ευεργέτημα της αμφιβολίας»[23], όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου, για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων. Το ευεργέτημα της αμφιβολίας δίδεται μόνο εκεί όπου ο Αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία σε σχέση με την αίτησή του/ης, τα οποία έχουν ελεγχθεί και, ο αρμόδιος λειτουργός ή/και ο Προϊστάμενος ικανοποιούνται ότι είναι γενικά αξιόπιστος/η[24]. Εν προκειμένω, η Αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε είτε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας είτε της παρούσας δικαστικής διαδικασίας οποιοδήποτε ειδικό ισχυρισμό περί δίωξης. Όπως έχει εξάλλου νομολογηθεί, κρίση επί της αξιοπιστίας αιτητή και έγερση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο της αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή/τρία είναι επιτρεπτή (Βλ. σχετικά απόφαση στην υπόθεση Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 ΑΑΔ 358, καθώς και την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Khalil v. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 466/2010, 28.9.2012).
Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας υποβλήθηκαν στην Αιτήτρια ανοικτής φύσεως ερωτήματα, τα οποία είχε τη δυνατότητα να απαντήσει. Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις για να καλύψει τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική διαδικασία και επιπρόσθετα συνεργάστηκε με την Αιτήτρια κατά το στάδιο προσδιορισμού των συναφών στοιχείων της αιτήσεως αυτής[25]. Ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε εκτενή ανάλυση ενός εκάστου ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας ώστε να αξιολογήσει τον πιθανό κίνδυνο που θα διατρέξει σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, προβαίνοντας παράλληλα σε έρευνα και αντιστοίχισή τους με διαθέσιμες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής ως προνοείται στο άρθρο 18(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου.
Παράλληλα οι Καθ' ων η Αίτηση αξιολόγησαν επαρκώς και δεόντως τις δηλώσεις και τα έγγραφα που παρέθεσε ο Αιτητής συνεκτιμώντας την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές του περιστάσεις (άρθρο 13 Α (9) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 (6(I)/2000). Επί των όσων ανέφερε εύλογα παρατηρούνται ασυνέπειες και ανακολουθίες που άπτονται των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και οδηγούν σε σαφές και βέβαιο συμπέρασμα ότι τα αποδεικτικά στοιχεία του αιτούντος στερούνται εσωτερικής αξιοπιστίας.
Εξάλλου, ούτε από τα λοιπά έγγραφα που περιλαμβάνονται στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε η Αιτήτρια τόσο ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου δια μέσου της συνηγόρου της, προκύπτουν κρίσιμα στοιχεία ή συγκεκριμένα περιστατικά που να θεμελιώνουν «σοβαρούς λόγους» ικανούς να οδηγήσουν στην κρίση ότι η Αιτήτρια δύναται ευλόγως να φοβάται, υπό το πρίσμα της ατομικής της κατάστασης, ότι πράγματι θα υποστεί πράξεις δίωξης από το πρόσωπο που η ίδια κατονομάζει ως υψηλόβαθμο στρατιωτικό ή από άλλους συναφείς φορείς.[26]
Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια έχει υποστεί στο παρελθόν ή ότι διατρέχει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο να υποστεί πράξεις οι οποίες, είτε από τη φύση τους είτε από την επανάληψή τους, να συνιστούν πράξεις δίωξης ή σοβαρή παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ούτε προκύπτει συσσώρευση μέτρων επαρκώς σοβαρών που να επηρεάζουν την Αιτήτρια κατά τρόπο αντίστοιχο με εκείνον που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση βάσιμου φόβου δίωξης.
Υπό τα δεδομένα αυτά, και ελλείψει συγκεκριμένων, αξιόπιστων και εξατομικευμένων στοιχείων που να στηρίζουν τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, το Δικαστήριο συμφωνεί ότι δεν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις για την αποδοχή του εν λόγω ισχυρισμού.
Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή του ισχυρισμού της Αιτήτριας ότι τον στοχοποιεί συγκεκριμένο υψηλόβαθμο στρατιωτικό πρόσωπο στη χώρα καταγωγής της και ότι διατρέχει σοβαρό κίνδυνο στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα:
Αν και η κατάσταση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ασφάλειας στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό χαρακτηρίζεται από βαθιά και χρόνια προβλήματα, όπως συστηματική βία στην ανατολική περιφέρεια, παραβιάσεις δικαιωμάτων από ένοπλες ομάδες και κρατικές δυνάμεις[27], καθώς και σοβαρά περιστατικά σεξουαλικής βίας και ανεξέλεγκτης βίας σε βάρος αμάχων[28][29], οι σχετικές αυτές γενικές πληροφορίες δεν συνδέονται με την ύπαρξη ή τη στοχοποίηση από συγκεκριμένο πρόσωπο, όπως υψηλόβαθμο στρατηγό ή άλλο στρατιωτικό παράγοντα, με τον τρόπο που ισχυρίζεται η Αιτήτρια. Συγκεκριμένα:
Δεν υπάρχουν τεκμηριωμένες αναφορές ή αξιόπιστα δημοσιευμένα στοιχεία από διεθνείς οργανισμούς, αξιόπιστες ειδησεογραφικές πηγές, ανεξάρτητες ανθρωπιστικές ή νομικές εκθέσεις που να περιγράφουν την ύπαρξη ή δραστηριότητα καταγεγραμμένου στρατιωτικού παράγοντα που να αντιστοιχεί στον «στρατηγό» που επικαλείται η Αιτήτρια. Η απουσία αυτή επιβεβαιώνει την κρίση του αρμόδιου λειτουργού ότι λόγω προσωπικού χαρακτήρα των ισχυρισμών δεν υπάρχουν αναφορές τρίτων που να στηρίζουν ή να επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και δράση του εν λόγω προσώπου.
Αν και η Λ.Δ. Κονγκό αντιμετωπίζει σοβαρά ζητήματα ανεξέλεγκτης βίας από διάφορες ένοπλες ομάδες και παραστρατιωτικούς σχηματισμούς, γεγονός που καθιστά την κατάσταση επισφαλή για γενικούς πληθυσμούς σε πολλές περιοχές της χώρας[30], αυτές οι γενικές πληροφορίες δεν αποδεικνύουν εξατομικευμένο κίνδυνο που να απορρέει από στοχοποίηση συγκεκριμένου ατόμου σε βάρος της Αιτήτριας.
Όπως γίνεται δεκτό και στην Έκθεση/Εισήγηση, λόγω του προσωπικού χαρακτήρα της διήγησης και της αδυναμίας παροχής επαρκών, συνεκτικών και επαληθεύσιμων στοιχείων, δεν είναι δυνατόν να διασταυρωθούν οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ή COI για να στηρίξουν τον εν λόγω ισχυρισμό.
Λαμβανομένου υπόψη ότι δεν προκύπτει από τις εξωτερικές πηγές ή από αξιόπιστες τρίτες αναφορές η ύπαρξη συγκεκριμένου και εν ενεργεία στρατιωτικού παράγοντα που να στοχοποιεί την Αιτήτρια με την περιγραφόμενη μέθοδο, η εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού κρίθηκε ανύπαρκτη. Η κρίση αυτή της Διοίκησης στηρίζεται στο συνδυασμό της απουσίας τεκμηριώσιμων στοιχείων και στην έλλειψη στοιχείων από εξωτερικές πηγές που να επιβεβαιώνουν την υπό κρίση στοχοποίηση.
Επιπλέον, η Αιτήτρια δεν παρουσίασε περαιτέρω στοιχεία ή μαρτυρία ικανά να καλύψουν τις ελλείψεις που εντοπίστηκαν από τους Καθ’ ων η Αίτηση. Ως εκ τούτου, οι αντιφάσεις που αναδείχθηκαν παραμένουν και η κρίση της Διοίκησης θεωρείται ορθή (βλ. F.E.E. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, αρ. 2407/22, 21.02.2023).
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο συμφωνεί πλήρως με την αξιολόγηση της Διοίκησης ότι, υπό το φως των διαθέσιμων εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, δεν στοιχειοθετείται εξωτερική αξιοπιστία υπέρ του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού.
Προχωρώντας το Δικαστήριο, στη βάση των αποδεκτών στοιχείων της παρούσας υπόθεσης, ήτοι της ταυτότητας, του προσωπικού προφίλ, της χώρας καταγωγής και του τόπου τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, κρίνει ότι δεν προκύπτει οποιοσδήποτε εξατομικευμένος και βάσιμος ισχυρισμός ικανός να θεμελιώσει κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.
Η Αιτήτρια είναι ενήλικη γυναίκα, υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, γεννηθείσα στην Kisangani, από την οποία αποχώρησε σε πολύ νεαρή ηλικία. Τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής της ήταν η Kinshasa, και συγκεκριμένα ο Δήμος Kalamu, όπου μεγάλωσε και διέμενε μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα. Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, δήλωσε ότι οι γονείς της έχουν αποβιώσει, πλην όμως διαθέτει αδέλφια τα οποία διαμένουν στην Kinshasa, χωρίς να προκύπτει ότι στερείται παντελώς οικογενειακού ή κοινωνικού πλαισίου στήριξης. Αναφορικά με το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο, ανέφερε ότι έχει ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ ως προς την εργασιακή της εμπειρία προκύπτει ότι εργαζόταν πριν από την αναχώρησή της από τη χώρα. Τέλος, δεν προκύπτει ότι πάσχει από οποιαδήποτε σοβαρή σωματική ή ψυχιατρική πάθηση, ούτε ότι εμπίπτει σε αναγνωρισμένη κατηγορία ευαλωτότητας.
Περαιτέρω, η Αιτήτρια είναι μητέρα ανήλικου τέκνου, το οποίο γεννήθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία και η τύχη του συνδέεται άρρηκτα με εκείνη της μητέρας του. Ωστόσο, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι το ανήλικο τέκνο αντιμετωπίζει ιδιαίτερες ανάγκες υγείας ή άλλες ειδικές περιστάσεις που να διαφοροποιούν την αξιολόγηση κινδύνου. Ούτε τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένα στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι η επιστροφή του ανηλίκου στη χώρα καταγωγής της μητέρας του θα το εξέθετε σε πραγματικό, εξατομικευμένο και επικείμενο κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας που θα μπορούσαν να συνδέονται με κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης —και ειδικότερα εκείνοι που αφορούν τον ισχυριζόμενο σεξουαλικό προσανατολισμό και την επικαλούμενη στοχοποίηση από υψηλόβαθμο στρατιωτικό πρόσωπο— κρίθηκαν, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστοι και ορθώς απορρίφθηκαν. Το Δικαστήριο ενστερνίζεται πλήρως την εκτίμηση αυτή.
Κατά συνέπεια, δεν υφίστανται αποδεκτά πραγματικά περιστατικά που να καταδεικνύουν ότι η Αιτήτρια ή το ανήλικο τέκνο της έχουν υποστεί στο παρελθόν πράξεις δίωξης ή ότι διατρέχουν, κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης, πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο να υποστούν τέτοιες πράξεις σε περίπτωση επιστροφής τους. Τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν δεν συνιστούν υπόθεση δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη το ατομικό προφίλ της Αιτήτριας, το μορφωτικό της επίπεδο, την επαγγελματική της εμπειρία, την απουσία τεκμηρίωσης στοχοποίησης από κρατικό ή μη κρατικό δρώντα, καθώς και τη μη συνδρομή ειδικής ευαλωτότητας, το Δικαστήριο δεν πείθεται ότι υφίσταται πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος να υποστεί η ίδια ή το ανήλικο τέκνο της σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής τους στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(α) ή (β) του Περί Προσφύγων Νόμου.
Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και τη γενικότερη κοινωνικοοικονομική κατάσταση στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.[31][32][33] Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η εφαρμογή του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ προϋποθέτει την ύπαρξη προσωπικού, πραγματικού και επικείμενου κινδύνου απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης και δεν αρκεί η επίκληση δυσμενών συνθηκών διαβίωσης ή γενικευμένης φτώχειας (βλ. Vilvarajah κ.ά. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 13163/87· N. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 26565/05· Salah Sheekh κατά Κάτω Χωρών, αρ. 1948/04).
Ομοίως, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η χορήγηση διεθνούς ή συμπληρωματικής προστασίας προϋποθέτει εξατομικευμένο κίνδυνο, ο οποίος δεν δύναται να συναχθεί αποκλειστικά από τη γενική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής (βλ. ΔΕΕ, Y και Z, C-71/11 και C-99/11· M.M., C-277/11· O.A., C-255/19).
Το Δικαστήριο λαμβάνει, επίσης, ιδιαιτέρως υπόψη ότι στην αίτηση διεθνούς προστασίας περιλαμβάνεται και ανήλικο τέκνο της Αιτήτριας. Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση M.A. κατά ?tat belge (C-112/20), το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη σε κάθε απόφαση που το αφορά άμεσα ή έμμεσα. Η αρχή αυτή αποτυπώνεται και στην αιτιολογική σκέψη 18 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, η οποία επιτάσσει την εξέταση της οικογενειακής ενότητας, της ευημερίας και της κοινωνικής ανάπτυξης του ανηλίκου, καθώς και ζητημάτων ασφάλειας και προστασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, δεν προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο που να διαφοροποιεί ουσιωδώς τη θέση του ανηλίκου από εκείνη της μητέρας του. Το ανήλικο τέκνο εξαρτάται πλήρως από την Αιτήτρια, την οποία συνοδεύει, και δεν εμφανίζει ατομικά χαρακτηριστικά που να το καθιστούν ιδιαιτέρως ευάλωτο ή εκτεθειμένο σε εξατομικευμένο κίνδυνο. Δεν προσκομίστηκαν στοιχεία που να καταδεικνύουν ειδικές ανάγκες υγείας, ψυχολογικής στήριξης ή άλλες περιστάσεις που να διαφοροποιούν την αξιολόγηση της περίπτωσής του.
Περαιτέρω, δεν προέκυψε ότι το ανήλικο τέκνο έχει υποστεί στο παρελθόν ή ότι ενδέχεται να υποστεί, σε περίπτωση επιστροφής στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, ιδιαίτερη στοχοποίηση, κακομεταχείριση ή απειλή κατά της ασφάλειας ή της ευημερίας του, ανεξάρτητα από τους ισχυρισμούς της μητέρας του, οι οποίοι, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, κρίθηκαν μη αξιόπιστοι.
Κατά συνέπεια, και υπό την εφαρμογή της αρχής του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν διαπιστώνονται περιστάσεις που να καθιστούν την επιστροφή του ανηλίκου, μαζί με τη μητέρα του, ασύμβατη με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την Οδηγία 2011/95/ΕΕ ή από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν στοιχειοθετείται πραγματικός και σοβαρός κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης για την Αιτήτρια ούτε για το ανήλικο τέκνο της σε περίπτωση επιστροφής τους στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και ότι, ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις ούτε για αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα ούτε για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας.
Επιπλέον, από το σύνολο των στοιχείων του διοικητικού φακέλου δεν προέκυψε οποιαδήποτε ευαλωτότητα υγείας της Αιτήτριας ή του ανήλικου τέκνου της, ούτε ανάγκη για ειδική, συνεχή ή σωτήρια ιατρική ή ψυχιατρική υποστήριξη, τέτοιας φύσεως που να εγείρει απαγόρευση επιστροφής δυνάμει του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε ιατρική γνωμάτευση ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο που να καταδεικνύει ότι η επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής θα συνεπαγόταν πραγματικό, σοβαρό και επικείμενο κίνδυνο ουσιώδους επιδείνωσης της υγείας ή έκθεση σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση.
Υπό το πρίσμα αυτό, και σύμφωνα με τα αυστηρά κριτήρια που έχουν τεθεί από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στις υποθέσεις Paposhvili κατά Βελγίου (αρ. 41738/10), M.O. κατά Ελβετίας (αρ. 41282/16) και Savran κατά Δανίας (αρ. 57467/15), δεν στοιχειοθετείται περίπτωση που να εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ λόγω λόγων υγείας.
Συνεπώς, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας —ούτε του ανήλικου τέκνου της— σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας κατά την έννοια των παραγράφων (α) και (β) του άρθρου 19(2) του Περί Προσφύγων Νόμου. Ως εκ τούτου, η αρχή της μη επαναπροώθησης δεν παρεμποδίζει την επιστροφή της Αιτήτριας και του ανήλικου τέκνου της στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C 285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011, αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. υπόθεση C465/07, Elgafaji, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Σημειώνεται ωστόσο κατά την πρόσφατη απόφαση C-901/19, CF και DN, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχετική εκτίμηση απαιτεί ποιοτική και ποσοτική αξιολόγηση της γεωγραφικής έκτασης, της έντασης των βιαιοτήτων και της φύσης των επιθέσεων.
Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν και συγκεκριμένα στην Kinshasa.
Όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ανευρέθηκε ότι δεν δραστηριοποιούνται μη κρατικοί ένοπλοι φορείς στην Κινσάσα, αλλά μόνον στις ανατολικές περιοχές της ΛΔΚ.[34]
Σύμφωνα με την διαδραστική πύλη RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, η Λ.Δ. του Κογκό είναι αναμεμειγμένη σε διάφορες μη - διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις στην επικράτειά της εναντίον αριθμού μη κρατικών ένοπλων ομάδων».[35] Το International Crisis Group, για το 2025, σημειώνει ότι ένοπλες συγκρούσεις εξακολουθούν να εντοπίζονται σε περιοχές της Λ.Δ. του Κογκό όπως το Noth Kivu, το South Kivu και το Ituri.[36]
Σύμφωνα με άρθρο του Al Jazeera, δημοσιευθέν στις 24 Μαρτίου 2025, η βία έχει αυξηθεί στις ανατολικές επαρχίες από τους αντάρτες της M23 και καταγράφεται μεγάλος εκτοπισμός στην περιοχή.[37] Τον Ιανουάριο, η M23 κατέλαβε τον έλεγχο της Goma, της πρωτεύουσας του North Kivu, πριν καταλάβει το Bukavu, την πρωτεύουσα του γειτονικού South Kivu, τον Φεβρουάριο.[38] Έκτοτε συνέχισαν την ανάπτυξη τους προς τα δυτικά.[39] Το AP News σε άρθρο δημοσιευθέν στις 17 Φεβρουαρίου 2025, επιβεβαιώνει πως τον Φεβρουάριο η M23 πήρε τον έλεγχο της Bukavu, πρωτεύουσα του South Kivu.[40]
Η έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας που καλύπτει το 2024 και δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 2025, αναφέρει ότι οι επιθέσεις κατά αμάχων συνεχίστηκαν καθώς κλιμακώθηκε η σύγκρουση μεταξύ ένοπλων ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων.[41] Τουλάχιστον 100 άμαχοι σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα αδιάκριτων βομβαρδισμών από τις κυβερνητικές δυνάμεις και τις ένοπλες ομάδες ενώ κυβερνητικές δυνάμεις εκτέλεσαν εξωδικαστικά 250 άτομα.[42] Υπήρξε ανησυχητική αύξηση των αναφερόμενων περιπτώσεων σεξουαλικής και έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής βίας που σχετίζεται με τη σύγκρουση και περισσότεροι από 7 εκατομμύρια άνθρωποι είχαν εκτοπιστεί στο εσωτερικό της χώρας - το 80% των οποίων είχε διαφύγει από τις ένοπλες συγκρούσεις - και ζούσαν σε άθλιες συνθήκες.[43]
Σύμφωνα με το Centre for Documentation and Research (CEDOCA) σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Λ.Δ. του Κονγκό, στην Κινσάσα, καταγράφηκαν κατά το 2024 διάσπαρτα περιστατικά ασφαλείας, όπως διαδηλώσεις, μία απόπειρα πραξικοπήματος, μία απόδραση από τη φυλακή Makala και ορισμένα επεισόδια στην αγροτική περιφέρεια της κομητείας Maluku λόγω της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στην γειτονική επαρχία Mai‑Ndombe.[44] Η επαρχία της Κινσάσα θεωρείται ως μη επηρεαζόμενη από ένοπλες συγκρούσεις.[45]
Ένα σημείωμα ανάλυσης του Ebuteli, ενός Κονγκολέζικου ινστιτούτου έρευνας για την πολιτική, τη διακυβέρνηση και τη βία, δημοσιευθέν τον Φεβρουάριο του 2025, με τίτλο «Κινσάσα, μεταξύ ύφεσης και αναζωπύρωσης των εντάσεων», αναφέρει ότι η Κινσάσα από το 2023 μέχρι σήμερα «έχει βιώσει πολλές πράξεις βίας οι οποίες απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή από την εθνική κοινή γνώμη και τις δημόσιες αρχές» και ότι «η δεύτερη μεγαλύτερη μητρόπολη της υποσαχάριας Αφρικής παραμένει εύθραυστη από άποψη ασφάλειας.»[46] Ενδεικτικά αναφέρεται ότι τον Ιανουάριο του 2025, ταραχοποιοί εισέβαλαν σε πρεσβείες και προκάλεσαν εμπρησμούς κατά τη διάρκεια μαζικών διαδηλώσεων ενάντια στην επίθεση των ανταρτών του M23 στην ανατολική περιοχή της χώρας.[47]
Για λόγους πληρότητας της έρευνας θα παρατεθούν ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα. Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 10/10/2025), στην επαρχία Κινσάσα, καταγράφηκαν 37 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 41 θάνατοι.[48] Σημειώνεται πως ο πληθυσμός για την επαρχία Κινσάσα σύμφωνα με επίσημες προβλέψεις για το 2020 ανήλθε σε 14,565,700 κατοίκους.[49]
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει την ύπαρξη του απαιτούμενου επιπέδου γενικευμένης βίας στην περιοχή επιστροφής, ούτε συντρέχουν επαρκείς εξατομικευμένες περιστάσεις που να ενεργοποιούν την αρχή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας. Ως εκ τούτου, η υπαγωγή της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας απορρίπτεται.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου και αφού εξέτασα τόσο τη νομιμότητα όσο και την ουσία της παρούσας διοικητικής απόφασης, καταλήγω ότι η αίτηση της Αιτήτριας εξετάστηκε πλήρως και επιμελώς σε κάθε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και ορθώς απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου.
Η Διοίκηση ορθώς κατέληξε ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν πληρούν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς πρόσφυγα, σύμφωνα με τα άρθρα 3 έως 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου, αφού δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους που αναγνωρίζονται από τη Σύμβαση της Γενεύης. Επιπλέον, δεν στοιχειοθετήθηκε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης υπό οποιοδήποτε σκέλος του άρθρου 19(2), ώστε να δικαιολογείται υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371, Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99). Είναι εμφανές πως, η Υπηρεσία Ασύλου διενήργησε τη δέουσα έρευνα όλων των ζητημάτων που έθεσε ο Αιτητής ενώπιον της. Οι Καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους, προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, ο λειτουργός παρείχε επαρκή αιτιολογία για το λόγο μη υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η δε αιτιολογία συμπληρώνεται και από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου, ιδίως δε την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, το πρακτικό της συνέντευξης και την εισήγηση του λειτουργού. (Παναγιωτίδης v. Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 342, Θ. Χριστοφή & Σία Λτδ v. Yπουργού Οικονομικών κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 427),
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1000 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ , Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1] βλ. ΕΟU ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2273/2023, 28/2/2025, όπου η έντιμη συνάδελφος Δικαστής κα Ε. Ρήγα επεσήμανε τον κίνδυνο το εν λόγω μοντέλο να λειτουργήσει με κανονιστικό τρόπο, να ομογενοποιήσει τις εμπειρίες των αιτητών και να ενισχύσει στερεοτυπικές αντιλήψεις.
[2] Βλ. Δικαστικής ανάλυσης για την αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου» της EUAA φεβ.2023 παρ. 1.2.8. https://www.euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system
[3] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50
[4] Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου
[5] Freedom House, Freedom in the World 2024, Democratic Republic of the Congo, https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2024
[6] Reuters, As Pope Francis visits Congo, LGBT+ activists cheer for perceived ally, 1 Φεβρουαρίου 2023, https://www.reuters.com/world/africa/pope-francis-visits-congo-lgbt-activists-cheer-perceived-ally-2023-02-01/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/08/2025); UNDP, Inclusive Governance Initiative: Democratic Republic of the Congo Baseline Report, 2022, σελ. 6, https://www.undp.org/sites/g/files/zskgke326/files/2022-07/UNDP-CD-%20igi-drc-baseline-report.pdf
[7] ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation, Anfragebeantwortung zur Demokratischen Republik Kongo: Lage homosexueller Personen (Diskriminierung, Repressionen) [a-11950], 20 Ιουλίου 2022, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/document/2078844.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/08/2025); United Nations - Committee on Economic, Social and Cultural Rights, Concluding observations on the sixth periodic report of the Democratic Republic of the Congo, E/C.12/COD/CO/6, 28 Μαρτίου 2022, https://digitallibrary.un.org/record/3969917?ln=en&v=pdf , παρ. 28 - 29 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/08/2025)
[8] United Nations Human Rights Council, National report submitted pursuant to Human Rights Council resolutions 5/1 and 16/21- Democratic Republic of the Congo, 29 Αυγούστου 2024, σελ. 17, https://docs.un.org/en/A/HRC/WG.6/47/COD/1
[9] United Nations - Committee on Economic, Social and Cultural Rights, Concluding observations on the sixth periodic report of the Democratic Republic of the Congo, E/C.12/COD/CO/6, 28 Μαρτίου 2022, https://digitallibrary.un.org/record/3969917?ln=en&v=pdf , παρ. 28
[10] United Nations General Assembly, Summary of stakeholders' submissions on the Democratic Republic of the Congo*Report of the Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights, A/HRC/WG.6/47/COD/3, 30 Αυγούστου 2024, παρ. 13, διαθέσιμο σε: g2415753.pdf
[11] United Nations General Assembly, Summary of stakeholders' submissions on the Democratic Republic of the Congo*Report of the Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights, A/HRC/WG.6/47/COD/3, 30 Αυγούστου 2024, παρ. 13, διαθέσιμο σε: g2415753.pdf
[12] United States Department of State (USDOS), Democratic Republic of the Congo 2022 Human Rights Report, 20 Μαρτίου 2023, σελ. 43, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2023/03/415610_CONGO-DEM-REP-2022-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pd
[13] United States Department of State (USDOS), Democratic Republic of the Congo 2023 Human Rights Report, 23 Απριλίου 2024, σελ. 51, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf
[14] United States Department of State (USDOS), Democratic Republic of the Congo 2023 Human Rights Report, 23 Απριλίου 2024, σελ. 52, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf
[15] LGA World / WEO - WEKA Organisation: Shadow report on social, economic and cultural rights of LGBTI people in the Democratic Republic of Congo; Submitted for the DRC review at the 71st Session of the Committee on Economic, Social and Cultural Rights (CESCR), Φεβρουάριος 2022, όπως παρατίθεται σε: ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation: Anfragebeantwortung zur Demokratischen Republik Kongo: Lage homosexueller Personen (Diskriminierung, Repressionen) [a-11950], 20 Ιουλίου 2022, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/document/2078844.htm
[16] ILGA World / WEO - WEKA Organisation: Shadow report on social, economic and cultural rights of LGBTI people in the Democratic Republic of Congo; Submitted for the DRC review at the 71st Session of the Committee on Economic, Social and Cultural Rights (CESCR), Φεβρουάριος 2022, όπως παρατίθεται σε: ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation: Anfragebeantwortung zur Demokratischen Republik Kongo: Lage homosexueller Personen (Diskriminierung, Repressionen) [a-11950], 20 Ιουλίου 2022, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/document/2078844.html
[17] UNDP, Inclusive Governance Initiative: Democratic Republic of the Congo Baseline Report, 2022, σελ. 5, https://www.undp.org/sites/g/files/zskgke326/files/2022-07/UNDP-CD-%20igi-drc-baseline-report.pdf
[18] United States Department of State (USDOS), Democratic Republic of the Congo 2023 Human Rights Report, 23 Απριλίου 2024, σελ. 51, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf
[19] Belgium, CEDOCA, Republique Democratique du Congo: Minorit?s sexuelles et de genre, 15 Δεκεμβρίου 2023, σελ. 13, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._les_minorites_sexuelles_et_de_genre_20231215.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/08/2025); European Union Agency for Asylum (EUAA), Democratic Republic of the Congo (DRC) COI Query Situation of LGBTIQ people; legislation and implementation; treatment by the state; treatment by society; availability of state protection; access to support services, 14 Φεβρουαρίου 2024, σελ. 7, https://lifos.migrationsverket.se/dokument?documentAttachmentId=50185
[20] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Democratic Republic of the Congo: Treatment of individuals based on their sexual orientation, gender identity and expression, and/or sex characteristics (SOGIESC) by society and authorities, including legislation, state protection and support services (2020-February 2022) [COD200957.E], 22 Μαρτίου 2022, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458565&pls=1
[21] Βλ. 2024 Country Reports on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo https://www.state.gov/reports/2024-country-reports-on-human-rights-practices/democratic-republic-of-the-congo
[22] AMNESTY INTERNATIONAL- DEMOCRATIC REPUBLIC OF THE CONGO 2024 https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo
[23] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50.
[24] Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου
[25] M. Κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, C‑277/11 22ας Νοεμβρίου 2012 υποσημείωση 82, σκέψη 65.
[27] UNHR- Serious human rights concerns as situation in eastern DRC deteriorates further
18 February 2025 https://www.ohchr.org/en/press-briefing-notes/2025/02/serious-human-rights-concerns-situation-eastern-drc-deteriorates
[28] Human Rights Watch - Democratic Republic of Congo https://www.hrw.org/africa/democratic-republic-congo
[29] 2024 Country Reports on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo https://www.state.gov/reports/2024-country-reports-on-human-rights-practices/democratic-republic-of-the-congo
[30] UNHC- DRC: UN report raises spectre of war crimes and crimes against humanity in North and South Kivu
05 September 2025 https://www.ohchr.org/en/press-releases/2025/09/drc-un-report-raises-spectre-war-crimes-and-crimes-against-humanity-north
[31] ACCORD – Austrian Centre for Country of Origin & Asylum Research and Documentation: Anfragebeantwortung zu DR Kongo: Situation alleinstehender Frauen mit Kindern, insbesondere im Hinblick auf Arbeitsmarkt, Wohnversorgung und Sozialhilfe [a-11424], 25 November 2020
https://www.ecoi.net/en/document/2043986.html
[32] The Danish Immigration Service, ‘Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic conditions in Kinshasa’, October 2022, https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/notat-drc-kinshasa.pdf σελ. 29
[33] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), 48 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf σελ. 17
[34] βλ. ενδεικτικά RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, UN Security Council Resolutions για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό στη διεύθυνση: https://www.securitycouncilreport.org/un-documents/democratic-republic-of-the-congo/ , καθώς και το πλέον πρόσφατο ψήφισμα που υιοθετήθηκε στις 30/06/2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.securitycouncilreport.org/atf/cf/%7B65BFCF9B-6D27-4E9C-8CD3-CF6E4FF96FF9%7D/s_res_2641.pdf, HRW, Democratic Republic of Congo, Events of 2021, 13 January 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.hrw.org/world-report/2022/country-chapters/democratic-republic-congo, UNHCR, Attacks by armed groups displace 20 000 civilians in eastern DRC, 16 July 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.unhcr.org/news/briefing/2021/7/60f133814/attacks-armed-group-displace-20000-civilians-eastern-drc.html , USAID, Democratic Republic of the Congo – Complex Emergency, Fact Sheet #3, 13 May 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.usaid.gov/sites/default/files/documents/2022-05-13_USG_Democratic_Republic_of_the_Congo_Complex_Emergency_Fact_Sheet_3_0.pdf και CFA, Global Conflict Tracker, Center for Preventive Action, Instability in the Democratic Republic of Congo, last updated 03 August 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congo (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2025)
[35] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, Τελευταία ενημέρωση : Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2023, https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord
[36] International Crisis Group, Tracking Conflict Worldwide, Democratic Republic of Congo, https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/database?location[]=7&created=
[37] Al Jazeera, Mapping the human toll of the conflict in DR Congo, 24 Μαρτίου 2025, Mapping the human toll of the conflict in DR Congo | Interactive News | Al Jazeera
[38] Al Jazeera, Mapping the human toll of the conflict in DR Congo, 24 Μαρτίου 2025, Mapping the human toll of the conflict in DR Congo | Interactive News | Al Jazeera
[39] Al Jazeera, Mapping the human toll of the conflict in DR Congo, 24 Μαρτίου 2025, Mapping the human toll of the conflict in DR Congo | Interactive News | Al Jazeera
[40] AP News, Rwanda-backed M23 rebels occupy a 2nd major city in Congo’s mineral-rich east, 17 Φεβρουαρίου 2025, Rwanda-backed rebels reach the center of east Congo’s Bukavu | AP News
[41] Amnesty International, The State Of The World’s Human Rights, Απρίλιος 2025, σελ. 146, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2025/04/WEBPOL1085152025ENGLISH.pdf
[42] Amnesty International, The State Of The World’s Human Rights, Απρίλιος 2025, σελ. 146, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2025/04/WEBPOL1085152025ENGLISH.pdf
[43] Amnesty International, The State Of The World’s Human Rights, Απρίλιος 2025, σελ. 146, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2025/04/WEBPOL1085152025ENGLISH.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/10/2025)
[44] Belgium, CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation s?curitaire, 25 Φεβρουαρίου 2025, σελ. 2, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf
[45] Belgium, CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation s?curitaire, 25 Φεβρουαρίου 2025, σελ. 2, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf
[46] Ebuteli, Kinshasa, entre accalmie et resurgence des tensions, Φεβρουάριος 2025, σελ. 6, https://files.ebuteli.org/assets/2b3f3601-71f9-4f47-b307-b11faf8fce25
[47] Reuters, Congo protesters storm Kinshasa embassies over conflict in east, 28 Ιανουαρίου 2025, https://www.reuters.com/world/africa/congo-protesters-attack-kinshasa-embassies-over-conflict-east-2025-01-28/
[48] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of the Congo, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer
[49] City Population, Africa - Congo (Dem. Rep.): Provinces - Kinshasa [Table], https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο