V.C.C. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3646/23, 20/1/2026
print
Τίτλος:
V.C.C. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3646/23, 20/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 3646/23

20 Ιανουαρίου, 2026

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

V.C.C.

Αιτητής,

και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η αίτηση

 

Ο. Ηλιάδης (κος) για Α. Λαζάρου (κα), Δικηγόροι για τον Αιτητή

Μ. Φιλίππου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

Ρ. Ευαγγέλου (κος) για πιστή διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται παράνομη, άκυρη, και στερούμενη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος, η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 28.8.2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023.

 

 

 

 

Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από τη Νιγηρία. Εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία από τις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση περιοχές και περί τις 26.4.2022, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 20.6.2023 και 17.8.2023, πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις του Αιτητή από λειτουργό, ο οποίος στις 28.8.2023 υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή και επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 28.8.2023. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 6.9.2023, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

Νομικοί Ισχυρισμοί

2. Ο Αιτητής περιορίζει τους ισχυρισμούς του στην πλημμελή αξιολόγηση της αξιοπιστίας του και των προσωπικών του περιστάσεων και, κατ’ επέκταση, στην παραβίαση του δικαιώματός του να υπαχθεί στο καθεστώς του πρόσφυγα, υποστηρίζοντας ότι ενδέχεται να υποστεί δίωξη τόσο από την κοινωνία όσο και από τις κρατικές αρχές λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι κατά τη διοικητική διαδικασία δεν του υποβλήθηκαν ουσιώδεις ερωτήσεις, οι απαντήσεις στις οποίες θα ήταν καθοριστικές για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του, γεγονός που, κατά τους ισχυρισμούς του, καταδεικνύει έλλειψη δέουσας έρευνας και, συνακόλουθα, προσήκουσας αιτιολογίας της επίδικης απόφασης.

3. Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση υπεραμύνονται της επίδικης διοικητικής απόφασης, επισημαίνοντας ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του, καθόσον υπέπεσε σε αντιφάσεις και παρείχε ανεπαρκή και μη ευλογοφανή πληροφόρηση αναφορικά με τον επικαλούμενο φόβο δίωξής του. Ειδικότερα, παραπέμποντας σε συγκεκριμένες δηλώσεις του, προβάλλουν ότι οι αναφορές του χαρακτηρίζονταν από στερεοτυπικές και επιπόλαιες εκφράσεις, οι οποίες δεν ανέδειξαν το έμφυτο στοιχείο της σεξουαλικής ταυτότητας ενός ατόμου. Περαιτέρω, με αναφορά στα τέσσερα συστατικά στοιχεία του εφαρμοζόμενου μοντέλου αξιολόγησης ισχυρισμών περί σεξουαλικού προσανατολισμού, καταλήγουν ότι ο Αιτητής δεν προέβαλε αισθήματα διαφορετικότητας, στιγματισμού ή ντροπής, ενώ, επιπλέον, δεν τεκμηριώθηκε το στοιχείο της επικαλούμενης βλάβης. Ως προς τον ισχυρισμό περί ελλιπούς αιτιολογίας, παραπέμπουν στην εμπεριστατωμένη, κατά τους ισχυρισμούς τους, έκθεση του Προϊσταμένου, η οποία αποτέλεσε την αιτιολογική βάση της επίδικης διοικητικής απόφασης.

Το νομικό πλαίσιο

2.             Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».

3.             Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2023 έχει ως ακολούθως:

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

4.             Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

 

5.             Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

 

6.             Σύμφωνα δε με το άρθρο 3Γ του ιδίου νόμου:

 

«3Γ.-(1) Οι πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης πρέπει:

 

(α) να είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ή

 

(β) να αποτελούν σώρευση διαφόρων μέτρων συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή, ούτως ώστε να θίγεται ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με το αναφερόμενο στην παράγραφο (α).

 

7.             Δυνάμει του άρθρο 3Δ(1) του περί Προσφύγων Νόμου (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου):

 

«3Δ.-(1) Κατά την αξιολόγηση των λόγων της δίωξης, η Υπηρεσία Ασύλου λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα:

[...]

 

(δ) Η ομάδα θεωρείται ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα όταν, μεταξύ άλλων:

 

(i)               τα μέλη της ομάδας αυτής έχουν κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί ή έχουν από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση, ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τις αποκηρύξει και

 

(ii)               η ομάδα έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην οικεία χώρα, διότι γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο.

 

Ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα μπορεί να περιλαμβάνει ομάδα που βασίζεται στο κοινό χαρακτηριστικό του γενετήσιου προσανατολισμού. Ο γενετήσιος προσανατολισμός δεν μπορεί να νοηθεί ότι περιλαμβάνει πράξεις που θεωρούνται αξιόποινες κατά το κυπριακό δίκαιο. Λαμβάνονται δεόντως υπόψη πτυχές συνδεόμενες με το φύλο, συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητας του φύλου, κατά τον καθορισμό της ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ή τον προσδιορισμό χαρακτηριστικού αυτής της ομάδας.».

 

8.             Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:

«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών

16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).

(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-

(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».

9.             Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

 

Κατάληξη

10.          Ως προς τους εγειρόμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την ενώπιόν του αίτηση διεθνούς προστασίας εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc (Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

 

11.          Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτών. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

12.          Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών του Αιτητή, προκύπτει ότι κατά την καταγραφή της αίτησής του για διεθνή προστασία αυτός ανέφερε ότι στις 29.9.2021 βρέθηκε ένοχος λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, ως αμφιφυλόφιλο άτομο. Η ομοφυλοφιλία και η αμφιφυλοφιλία αποτελούν αδίκημα στη Νιγηρία και τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης έως και δεκατεσσάρων ετών, ενώ στην κοινότητά του, Ubachima I, Awo-Omamma, η προβλεπόμενη τιμωρία είναι θάνατος διά λιθοβολισμού.

 

13.          Κατά τους ισχυρισμούς του, στις 29.9.2021, ο ίδιος και ο σύντροφός του δέχθηκαν δίωξη από τους νέους της κοινότητάς τους, επειδή εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης. Ο Αιτητής κατάφερε να διαφύγει, ενώ ο σύντροφός του δέχθηκε χτυπήματα στην πλάτη με ματσέτες (machetes), μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου και απεβίωσε. Ο Αιτητής υποστηρίζει ότι οι νέοι της κοινότητάς του εξακολουθούν να τον αναζητούν, απειλώντας να τον σκοτώσουν, και ότι γι’ αυτό αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα του για λόγους ασφάλειας και ελευθερίας.

 

14.          Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης του ημερομηνίας 20.6.2023, ο Αιτητής, αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, δήλωσε ότι γεννήθηκε το 1997 στην περιοχή Awo Omamma της πολιτείας Imo, και το 2019 μετακόμισε στην περιοχή Umuna Orlu της ίδιας πολιτείας (Imo) όπου και διέμενε μέχρι να εγκαταλείψει τη χώρα του. Επίσης δήλωσε ότι είναι εθνοτικής καταγωγής Igbo, χριστιανός στο θρήσκευμα, και ότι ομιλεί την αγγλική και Igbo. Παρακολούθησε μαθήματα στον τομέα της Επιτραπέζιας Σελιδοποίησης (Desktop Publishing). Ως προς το επαγγελματικό του υπόβαθρο, ανέφερε ότι εργαζόταν ως λειτουργός ιατρικών αρχείων (medical records officer) στο Imo State University Teaching Hospital κατά τα έτη 2019–2021, ενώ παράλληλα εργαζόταν υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης ως συνεργάτης εταιρείας προώθησης προϊόντων και υπηρεσιών. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι οι γονείς του και τα τρία αδέρφια του εξακολουθούν να διαμένουν στην περιοχή Ubachima, Awo Omamma, ενώ διατηρεί επικοινωνία μαζί με τον αδερφό του και τους γονείς του.

 

15.          Ερωτηθείς αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα του, ο Αιτητής, κατά την ελεύθερη αφήγησή του, δήλωσε ότι φοβάται πως, εάν επιστρέψει στη Νιγηρία, κινδυνεύει να συλληφθεί, κακοποιηθεί ή και να σκοτωθεί λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, ως αμφιφυλόφιλο άτομο. Ανέφερε ότι από το 2013, μέσω διαδικτυακής εφαρμογής συνομιλιών, άρχισε να αναπτύσσει ενδιαφέρον για άνδρες και να εξερευνά τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, κάτι που κράτησε μυστικό λόγω του θρησκευόμενου και αυστηρού οικογενειακού του περιβάλλοντος. Ισχυρίστηκε ότι το 2016 σύναψε την πρώτη του ερωτική σχέση με άνδρα, και ότι στις 29.9.2021, κατά τη διάρκεια ερωτικής συνεύρεσης στο χωριό του (Ubachima), δέχθηκαν επίθεση από τρεις άνδρες της κοινότητας. Ο ίδιος διέφυγε, ενώ ο σύντροφός του τραυματίστηκε σοβαρά. Όπως δήλωσε, το περιστατικό διαδόθηκε άμεσα, ο αδελφός του τον προειδοποίησε να μην επιστρέψει και από τότε τον αναζητούν, γεγονός που τον οδήγησε να εγκαταλείψει τη χώρα, λαμβανομένης και της ποινικοποίησης της ομοφυλοφιλίας στη Νιγηρία.

 

16.          Κατά το στάδιο υποβολής διευκρινιστικής φύσεως ερωτημάτων επί των βασικών παραμέτρων του αφηγήματός του, ο Αιτητής ανέφερε ότι αυτοπροσδιορίζεται ως ομοφυλόφιλος, καθώς δεν ελκύεται από γυναίκες. Η πρώτη συνειδητοποίηση, όπως υποστήριξε, έλαβε χώρα το 2013 μέσω διαδικτυακής εφαρμογής συνομιλιών, όταν άρχισε να αναπτύσσει ερωτικές σκέψεις για άντρες και εξοικειώθηκε με ερωτικού περιεχομένου υλικό. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε σε διαδικτυακή γνωριμία με άτομο ονόματι Β., 21 ετών, φοιτητή του Πανεπιστημίου Abuja, όταν ο ίδιος ήταν 16 ετών.

 

17.          Ο Αιτητής δήλωσε ότι το 2016 γνώρισε τον J. στο ινστιτούτο Christ of King, με τον οποίο είχε την πρώτη του ερωτική επαφή, σε σχέση που διήρκησε έξι μήνες. Επίσης, ανέφερε τη γνωριμία του με τον C. τον Αύγουστο 2021 μέσω Facebook, με τον οποίο συνομιλούσε αποκλειστικά διαδικτυακά και συναντήθηκε μόνο την ημέρα του επίμαχου περιστατικού.

 

18.          Ως προς τα συναισθήματα που του δημιουργούσε η συνειδητοποίηση του προσανατολισμού του, ισχυρίστηκε ότι λόγω της χριστιανικής του ανατροφής βίωνε έντονη εσωτερική σύγκρουση και φόβο «καταστροφής». Ανέφερε ότι, μετά την αποφοίτηση από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, απευθύνθηκε σε ιερέα-ψυχολόγο για να διαχειριστεί τον εθισμό του σε ερωτικού περιεχομένου υλικό. Κατά τη συνέντευξη του στις 17.8.2023, κλήθηκε να εξηγήσει τη δήλωσή του ότι «δεν γεννήθηκε ομοφυλόφιλος» και ανέφερε ότι η ανατροφή που έλαβε από τη μητέρα του επηρέασε αρνητικά την ικανότητά του να συνδεθεί συναισθηματικά με γυναίκες. Επανέφερε επίσης τον ρόλο του στην εκκλησία και την απαγόρευση συζητήσεων περί γυναικών. Σε ερωτήσεις σχετικά με τα αισθήματά του προς τον εαυτό του, δήλωσε ότι δεν αισθανόταν άσχημα ούτε κατέκρινε τον εαυτό του, αλλά δεν αποκάλυπτε τον προσανατολισμό του λόγω των θρησκευτικών διδαχών. Υποστήριξε ότι ο εθισμός στα ερωτικού περιεχομένου βίντεο ενίσχυσε την επιθυμία του να βιώσει όσα παρακολουθούσε. Κλήθηκε επίσης να αποσαφηνίσει την αντίφαση μεταξύ αμφιφυλοφιλίας και ομοφυλοφιλίας κατά την καταγραφή της αίτησής του. Ανέφερε ότι ελκύεται αποκλειστικά από άντρες, αλλά δήλωνε αμφιφυλόφιλος στις διαδικτυακές εφαρμογές και στο περιβάλλον του για λόγους κοινωνικής κάλυψης, καθώς θεωρούσε ότι ήταν «λιγότερο κακό». Τέλος, ο Αιτητής υποστήριξε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, κινδυνεύει να δολοφονηθεί από νεαρούς της κοινότητάς του ή να συλληφθεί και να κρατηθεί από τις αρχές λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού.

 

19.          Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς: ο πρώτος αναφορικά με την ιθαγένεια, την περιοχή καταγωγής, Awo Omamma, Imo State και τελευταίου τόπου διαμονής, Umuna Orlu, Imo State. Ο δεύτερος ως προς τον σεξουαλικό του προσανατολισμό ως ομοφυλόφιλο άτομο, και ο τρίτος ως προς τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης του Αιτητή λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού.

 

20.          Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς κρίθηκε ότι τεκμηριώθηκε επαρκώς τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία. Αντιθέτως, ο δεύτερος και ο τρίτος ισχυρισμός έτυχαν απόρριψης.

 

21.          Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, οι Καθ’ ων η αίτηση εφάρμοσαν το μεθοδολογικό μοντέλο DSSH (Difference, Stigma, Shame and Harm) και έκριναν κατόπιν ανάλυσης των κριτηρίων του ανωτέρω μοντέλου, σε συνάρτηση με τις δηλώσεις και αποκρίσεις του Αιτητή, ότι τα στοιχεία του δεν πληρούνται στο σύνολό τους. Κρίθηκε ότι δεν στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική του αξιοπιστία, καθώς ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός του, ενώ υπέπεσε σε αντιφάσεις, ασυνέπειες, ανακρίβειες και οι δηλώσεις του στερούνται ευλογοφάνειας.

 

22.          Πιο συγκεκριμένα, ως προς το στοιχείο της διαφορετικότητας διαπιστώθηκε ότι μέσα από τις δηλώσεις του Αιτητή, δεν διαφαίνεται η αίσθηση της διαφορετικότητας, ενώ ως υποστήριξε η συνειδητοποίηση της σεξουαλικότητας του προέκυψε από τις ταινίες ερωτικού περιεχομένου μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου που παρακολουθούσε. Επιπρόσθετα, παρουσίασε αντίφαση ως προς την σεξουαλική του ταυτότητα, καθώς αρχικά δήλωσε αμφιφυλόφιλος και στη συνέχεια ομοφυλόφιλος, ενώ οι δηλώσεις του χαρακτηρίζονται από στερεοτυπικά στοιχεία και έλλειψη ευλογοφάνειας.

 

23.          Ως προς το επόμενο κριτήριο του ανωτέρω μοντέλου, ήτοι της ντροπής και του στίγματος, διαπιστώθηκε ότι παρά το ότι ο Αιτητής αναφέρθηκε στην επικινδυνότητα που επικρατεί στην Νιγηρία, εντούτοις δεν επέδειξε αισθήματα ντροπής, απομόνωσης ή δυσκολίας λόγω της διαφορετικότητάς του. Δεν έκανε καμία αναφορά σε ενδεχόμενο στιγματισμό, ενώ οι δηλώσεις του χαρακτηρίζονται από επιπολαιότητα, ανακρίβεια, και γενικότητα.

 

24.          Σε ό,τι αφορά στο τελευταίο κριτήριο της βλάβης εκ του σεξουαλικού του προσανατολισμού, κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι ο Αιτητής έχει πλήρη αντίληψη της επικρατούσας κατάστασης στη χώρα καταγωγής του ως προς την αντιμετώπιση των ομοφυλόφιλων ατόμων από το κράτος και την κοινωνία. Ωστόσο, οι αναφορές του στους λόγους που η κοινωνία και οι αρχές της χώρας ποινικοποιούν την ομοφυλοφιλία είναι αόριστες και γενικές παραγνωρίζοντας τον στιγματισμό των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων που εκτός από τον φόβο σύλληψης από τις αρχές, δύναται να προκαλέσει θλίψη, εξασθένηση και ψυχική ταλαιπωρία. Επιπρόσθετα, ο Αιτητής παρουσίασε με ασάφεια τον τρόπο που προστάτευε ο ίδιος τον εαυτό του.

 

25.           Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του, παρατέθηκαν πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με την ποινικοποίηση και την μεταχείριση των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στη Νιγηρία. Δεδομένου ότι δεν θεμελιώθηκε η εσωτερική αξιοπιστία, ο υπό κρίση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.

 

26.          Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξαν ότι, εφόσον η γενεσιουργός αιτία της επικαλούμενης δίωξης του Αιτητή ανάγεται στον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ο οποίος, κατόπιν αξιολόγησης, δεν έγινε αποδεκτός, δεν δύναται να γίνει δεκτή ούτε η ισχυριζόμενη δίωξη που ερείδεται σε αυτόν. Περαιτέρω, οι δηλώσεις του Αιτητή που αφορούν το εν λόγω σκέλος του αφηγήματός του κρίθηκαν ως αντιφατικές, μη ευλογοφανείς και στερούμενες επαρκών πληροφοριών. Ειδικότερα, η αναφορά του σε συνάντηση με άνδρα σε υπό ανέγερση κτίριο, ήτοι σε δημόσιο χώρο, όπου, κατά τους ισχυρισμούς του, δέχθηκαν επίθεση από τρία άτομα, αξιολογήθηκε ως επιπόλαιη και μη ευλογοφανής. Λαμβανομένης υπόψη της αντιμετώπισης της ομοφυλοφιλίας στη Νιγηρία, καθώς και της ίδιας της δήλωσής του ότι γνώριζε τις πιθανές επιπτώσεις, θα αναμενόταν από τον Αιτητή να είχε επιδείξει αυξημένα και καταλληλότερα μέτρα αυτοπροστασίας. Εν κατακλείδι, οι Καθ’ ων η Αίτηση επεσήμαναν ότι, όπως ο ίδιος ο Αιτητής δήλωσε, μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα δεν συνέβη οποιοδήποτε άλλο περιστατικό σε βάρος του, ενώ παράλληλα προέβαλε ότι ζούσε ευτυχισμένος και εργαζόταν κανονικά.

 

27.          Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, κρίθηκε ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής στις συνεντεύξεις αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του, και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.

 

28.          Με βάση τον μόνο αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι της χώρας καταγωγής, του τελευταίου τόπου διαμονής και του προφίλ του Αιτητή, και λαμβάνοντας υπόψιν τις πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του και στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του, κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι σε περίπτωση επιστροφής του, δεν θα αντιμετωπίσει κίνδυνο βλάβης.

 

29.          Στο πλαίσιο της νομικής ανάλυσης, οι Καθ΄ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν προκύπτει δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης αυτού δυνάμει του άρθρου 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικά σχετικά με ενδεχόμενη υπαγωγή του στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, από τις πληροφορίες που παρατέθηκαν σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή καταγωγής του Αιτητή, διαπιστώθηκε ότι δεν προκύπτει η ύπαρξη ένοπλης σύρραξης σε αυτήν.

 

30.          Κατά την παρούσα δικαστική διαδικασία, ο Αιτητής προσκόμισε με το εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας ένορκη δήλωση στην οποία κάνει αναφορά στους λόγους που τον οδήγησαν να εγκαταλείψει την χώρα του. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 η σχετική νομοθεσία της Νιγηρίας, βάσει της οποίας απαγορεύονται οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις. Ως Τεκμήριο 2 επισυνάπτεται ιατρική αναφορά σύμφωνα με την οποία ο Αιτητής υπέστη εξάρθρωση του δεξιού ώμου και του αριστερού γόνατος, και πολλαπλούς μώλωπες σε πλάτη, μηρό και χέρια, καθόσον ισχυρίζεται μετά από επίθεση που δέχθηκε από νεαρά άτομα στην Ubachima I Awo-Omama. Τέλος, ως Τεκμήριο 3 επισυνάφθηκε αντίγραφο άρθρου εφημερίδας, στο οποίο γίνεται αναφορά στην επίθεση που δέχθηκε ο Αιτητής και ο εκλιπών σύντροφός του από όχλο.

 

31.          Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, στις 14.3.2025, ο Αιτητής προσκόμισε ως Τεκμήριο 2 Πιστοποιητικό Πολιτικής Συμβίωσης με ομοεθνή του, αναγνωρισμένο πρόσφυγα, και ως Τεκμήριο 3 επιστολή της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με τη χορήγηση προσφυγικού καθεστώτος στον συμβίο του. Εν συνεχεία, ανέφερε ότι διατηρεί επικοινωνία με τη μητέρα του, την οποία ενημέρωσε για το Σύμφωνο Συμβίωσης, γεγονός που, όπως υποστήριξε, προκάλεσε τον εκνευρισμό της, καθότι δεν ανέμενε αυτή την εξέλιξη. Ο Αιτητής επανέλαβε επίσης τα όσα είχε αναφέρει κατά τις συνεντεύξεις του σχετικά με το περιστατικό στο υπό ανέγερση κτίριο, όπου, όπως ισχυρίστηκε, δέχθηκαν επίθεση. Προέβαλε ότι είχε αιτηθεί ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου την υποβολή αποδεικτικών στοιχείων προς τεκμηρίωση των δηλώσεών του, τα οποία, τελικώς, παρέδωσε στον δικηγόρο του. Τέλος, αναφορικά με την επικοινωνία που είχε μέσω της εφαρμογής WhatsApp με συγκεκριμένο άνδρα, ανέφερε ότι δεν έχει πλέον πρόσβαση στο σχετικό υλικό λόγω απώλειας του κινητού τηλεφώνου και του ηλεκτρονικού υπολογιστή του.

 

32.          Κατά την ακροαματική διαδικασία της 12.6.2025, ο Αιτητής, κατόπιν σχετικών ερωτήσεων, ανέφερε ότι γνώρισε τον συμβίο του τον Ιούνιο του 2023, κατά τη διάρκεια της «πορείας περηφάνιας», όπου και αντάλλαξαν αριθμούς τηλεφώνου. Από τον χρόνο εκείνο άρχισαν να επικοινωνούν σε καθημερινή βάση και η μεταξύ τους σχέση εξελίχθηκε σταδιακά, προκαλώντας στον Αιτητή συναισθήματα χαράς και αγάπης. Περαιτέρω, ο Αιτητής υποστήριξε ότι δεν διατηρεί πλέον επικοινωνία με κανένα πρόσωπο στη χώρα καταγωγής του, καθώς η μητέρα του, όταν πληροφορήθηκε τη σύναψη του Συμφώνου Συμβίωσης, διέκοψε κάθε επαφή μαζί του.

 

33.          Κατά την ακροαματική διαδικασία στις 10.12.2025 παρευρέθηκε και ο συμβίος του Αιτητή, όπου δόθηκε η δυνατότητα υποβολής περαιτέρω διευκρινιστικών ερωτημάτων τόσο προς τον Αιτητή όσο και προς τον σύντροφο του. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας και των αποκρίσεών τους παρέθεσαν πληροφορίες αναφορικά με την γνωριμία τους, την εξέλιξη της σχέσης τους, την καθημερινότητα τους και τα μελλοντικά τους σχέδια. Ο Αιτητής επανέλαβε τον ίδιο πυρήνα ως προς την αίτησή του που πρόβαλε κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία.

 

34.          Προχωρώντας στην de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν του Δικαστηρίου δεδομένων, όπως προβλέπεται από τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, συντάσσομαι καταρχάς ως προς τη διάκριση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι την υπηκοότητα, την περιοχή καταγωγής, Awo Omamma, Imo State και τελευταίου τόπου διαμονής, Umuna Orlu, Imo State. Επιπλέον, γίνεται δεκτό ότι η αξιοπιστία του ως προς τον εν λόγω ουσιώδη ισχυρισμό στοιχειοθετείται καθώς αφενός, οι συναφείς αναφορές του παρατίθενται με συνοχή και συνέπεια ενώ επιβεβαιώνονται εν μέρει και από το προσκομισθέν από αυτόν διαβατήριο (βλ. ερ. 5 του διοικητικού φακέλου - στο εξής: o δ.φ.), από αντίγραφο του πιστοποιητικού γέννησης (βλ. ερ. 37 δ.φ.), και από αντίγραφο εγγράφου της τοπικής κυβέρνησης της πολιτείας Imo της Νιγηρίας (βλ. ερ. 36 δ.φ.), από τα οποία επιβεβαιώνονται στοιχεία της ταυτότητάς του. Επιπρόσθετα, ο Αιτητής προσκόμισε αντίγραφα πιστοποιητικών εκπαίδευσης (βλ. ερ. 30-33 δ.φ.) από εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας του. Τέλος, τα στοιχεία που παρέθεσε επιβεβαιώνονται και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες εντοπίζονται και στο δ.φ. της υπόθεσης (βλ. ερ. 53 έως 51). 

 

35.          Επισημαίνεται ότι καμία αναφορά δεν έγινε στα ανωτέρω έγγραφα από τους Καθ’ ων η αίτηση, στοιχεία τα οποία προσκομίσθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία και θα έπρεπε να ληφθούν υπόψιν και να αξιολογηθούν.

 

36.          Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, αναφορικά με τον ισχυριζόμενο σεξουαλικό του προσανατολισμό, και σχετικά με το μοντέλο ανάλυσης που χρησιμοποιήσαν οι Καθ' ων η αίτηση [Difference, Stigma, Shame and Harm (DSSH) model], σημειώνεται ο σκεπτικισμός γύρω από τη χρήση του, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθούν στερεότυπα και να καταλήξει η αξιολόγηση αξιοπιστίας του Αιτητή σε ένα κατάλογο τυποποιημένων στοιχείων που ένας αιτών θα πρέπει ή όχι να πληροί, εις βάρος της εξατομικευμένης εξέτασης.[1] Χωρίς το εν λόγω μοντέλο να αποκλείεται ως καθοδηγητική μέθοδος για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του Αιτητή, εν προκειμένω, το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τον εν λόγω ισχυρισμό στη βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας, χωρίς να γίνεται ειδική αναφορά στο εν λόγω μοντέλο για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω. Προς τούτο επισημαίνονται τα κάτωθι. Αρχικώς, παρατηρείται πως κατά την συνέντευξή του, ο Αιτητής υπεβλήθη σε πλήθος ερωτήσεων ανοικτού τύπου, αλλά και σε μεγάλο αριθμό διευκρινιστικών και κλειστού τύπου ερωτήσεων, ώστε να μπορέσει ο ίδιος να αναπτύξει με επαρκή λεπτομέρεια, τόσο τις εμπειρίες και τα βιώματά του, όσο και τις σκέψεις και τα συναισθήματά του και να αποσαφηνίσει τους ισχυρισμούς του περαιτέρω. Επίσης, ορθώς δεν τέθηκαν ερωτήσεις παρεμβατικές στην ιδιωτική ζωή του Αιτητή (βλ. σχετικά την απόφαση του ΔΕΕ της 2ας Δεκεμβρίου 2014, C-148/13 έως C-150/13, A, B, C, A B and C, ECLI:EU:C:2014:2406). Επισημαίνεται εξάλλου πως δεν αναμένεται από όλα τα ΛΟΑΤΚI+ άτομα να βιώσουν με τον ίδιο τρόπο την σεξουαλικότητά τους, η αντίδραση απέναντι στην διαφορετικότητα εξαρτάται από διάφορους παράγοντες όπως τα προσωπικά βιώματα, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση και το πολιτισμικό πλαίσιο της χώρας διαμονής. Τα συναισθήματα που αναπτύσσονται κατά την διαδικασία της συνειδητοποίησης της σεξουαλικότητας είναι υποκειμενικά και προσωπικά. Μπορεί να υπάρχουν κάποια κοινά συναισθήματα και εμπειρίες (π.χ. απόρριψης, ντροπής) μεταξύ των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αποδυναμώνεται η αξιοπιστία ενός ισχυρισμού περί σεξουαλικού προσανατολισμού όταν ένα άτομο έτυχε θετικών εμπειριών ή ευτυχία σχετικά με τη σεξουαλικότητά του στην χώρα καταγωγής του.[2]

 

37.          Στην προκείμενη περίπτωση, από το σύνολο των δηλώσεων του Αιτητή προέκυψε συνεκτική, σαφής και λεπτομερής αφήγηση ικανή να θεμελιώσει, με βιωματικούς όρους, τον προβαλλόμενο σεξουαλικό του προσανατολισμό. Ειδικότερα, ο Αιτητής παρέθεσε επαρκείς πληροφορίες για τη διαδικασία διαμόρφωσης και εξέλιξης της σεξουαλικής του ταυτότητας, και την εσωτερική σύγκρουση που βίωσε με την διαπίστωση αυτή. Επιπρόσθετα, υπήρξε συνεπώς συνεκτικός και σαφής ως προς τις σχέσεις του και την προσωπική του ζωή, τις προκλήσεις και τα διλήμματα που αντιμετώπισε λόγω των κοινωνικών και θρησκευτικών αντιλήψεων, και την ανάγκη απόκρυψης της σεξουαλικότητάς του λόγω αυτών.

 

38.          Ως προς τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας (Τεκμήριο 2 και Τεκμήριο 3), προκύπτει ότι ο Αιτητής συνήψε Σύμφωνο Συμβίωσης, στη Δημοκρατία, με ομοεθνή του αναγνωρισμένο πρόσφυγα. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 ο W.D.A. σύνηψε Σύμφωνο Πολιτικής Συμβίωσης με τον V.C.C. ενώπιον του Ληξίαρχου της Επαρχίας Λευκωσίας. Το συγκεκριμένο τεκμήριο φέρει ημερομηνία 8.1.2025, σφραγίδα του Έπαρχου Λευκωσίας και υπογραφή του κ. Α.Χ. Το Τεκμήριο 3 αφορά την επιστολή ενημέρωσης της Υπηρεσίας Ασύλου, όπου σύμφωνα με αυτή χορηγείται στον συμβίο του Αιτητή προσφυγικό καθεστώς.

 

39.          Υπενθυμίζεται, ότι ως αναφέρθηκε ανωτέρω, κατά την δικάσιμο ημερομηνίας 10.12.2025 τόσο ο Αιτητής όσο και ο συμβίος του, παρέθεσαν με συνοχή και συνέπεια πληροφορίες αναφορικά με την γνωριμία τους, την ανάπτυξη και εξέλιξη της σχέσης τους. Οι δηλώσεις τους χαρακτηρίζονται από σαφήνεια και συνοχή, χωρίς να εντοπίζονται αντιφάσεις, ανακρίβειες και υπεκφυγές. Συναφώς, υπό το φως των ανωτέρω, ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή γίνεται αποδεκτός στο σύνολό του.

 

40.          Αναφορικά με τον τρίτο, ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή περί ισχυριζόμενου φόβου δίωξής του λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, επισημαίνεται ότι λανθασμένως οι Καθ’ ων η αίτηση συμπλέκουν το «φόβο δίωξής» του με την αξιολόγηση των συνθηκών που τον προκαλούν καθώς ο πρώτος διερευνάται κατά την αξιολόγηση κινδύνου και ερμηνεύεται κατά τη νομική ανάλυση. Οι δε ουσιώδεις ισχυρισμοί, των οποίων η αξιοπιστία αξιολογείται, αφορούν κυρίως παρελθοντικά περιστατικά και ενίοτε παρούσες καταστάσεις και/ή συνθήκες. Εν προκειμένω ως νέος ουσιώδης ισχυρισμός δέον να αξιολογηθεί το προβληθέν περιστατικό παρελθούσας δίωξης του Αιτητή, ήτοι η δίωξή του από μέλη της κοινότητας του τα οποία εντόπισαν το ίδιο και το σύντροφό του κατά την ερωτική πράξη φοβεύοντας τον τελευταίας και προκαλώντας τον τραυματισμό του Αιτητή.

 

41.          Ο Αιτητής αναφέρθηκε συναφώς σε προκαθορισμένη συνάντηση με άντρα με απώτερο σκοπό την ερωτική συνεύρεση σε υπό ανέγερση δημόσιο κτίριο, κατά την οποία έγιναν αντιληπτοί από τρίτα πρόσωπα και διώχθηκαν. Κατόπιν σχετικού διευκρινιστικού ερωτήματος, ο Αιτητής δήλωσε ότι το συγκεκριμένο κτίριο είναι ‘εντοπίσιμο’ (trackable) και ότι εκεί συχνάζουν άτομα για να καπνίσουν (“It is trackable. It is 15 minutes walk. People come to smoke there. It is a place you hide to smoke”, βλ. ερ. 15 δ.φ.). Η συγκεκριμένη δήλωση πλήττει περαιτέρω την αξιοπιστία, καθώς διαφαίνεται γνώση ως προς την χρήση του συγκεκριμένου κτιρίου από καπνιστές, ωστόσο, επιλέχθηκε από τον ίδιο ως σημείο συνάντησης για ερωτική συνεύρεση, δεδομένο που δεν παρίσταται ευλογοφανές. Δεδομένης της ανωτέρω γνώσης, καθώς και της αντιμετώπισης της ομοφυλοφιλίας στη Νιγηρία και της ενημέρωσης του Αιτητή για τις συνέπειες μιας τέτοιας πράξης, θα αναμένετο ο ίδιος να ήταν πιο προσεκτικός και να λάμβανε καταλληλότερα μέτρα προστασίας.    

 

42.          Σημειώνεται περαιτέρω ότι ο Αιτητής υπέπεσε σε ουσιώδη αντίφαση κατά τη δικάσιμο της 10.12.2025 αναφορικά με τον φερόμενο τραυματισμό και τη νοσηλεία του συνεπεία της εν λόγω επίθεσης. Υπενθυμίζεται ότι ο Αιτητής, με το εισαγωγικό δικόγραφο, προσκόμισε ιατρική έκθεση ημερομηνίας 29.9.2021, στην οποία γίνεται αναφορά σε εξάρθρωση δεξιού ώμου, εξάρθρωση αριστερού γονάτου, καθώς και σε πολλαπλούς μώλωπες στη ράχη, στους μηρούς και στα άνω άκρα, ως αποτέλεσμα επίθεσης που φέρεται να δέχθηκε από ομάδα νέων στην περιοχή Ubachima I Awo-Omama (ερ. 101 δ.φ.). Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της ακρόασης, ο Αιτητής δήλωσε ότι κατάφερε να διαφύγει από το σημείο της επίθεσης πηδώντας από παράθυρο και απομακρυνόμενος τρέχοντας, ενώ, κατόπιν σχετικών διευκρινιστικών ερωτήσεων, υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν δέχθηκε σωματική επίθεση, αλλά ότι οι μώλωπες προκλήθηκαν από προσκρούσεις σε δέντρα και θάμνους κατά τη διαφυγή του. Οι δηλώσεις αυτές αναιρούν ευθέως τα αναφερόμενα στο προσκομισθέν ιατρικό έγγραφο και πλήττουν τόσο την αξιοπιστία του Αιτητή όσο και τη γνησιότητα και αποδεικτική αξία του εν λόγω πιστοποιητικού. Ειδικότερα, ο ίδιος αρνήθηκε ότι υπέστη σωματική επίθεση, προβάλλοντας ότι οι μώλωπες καθώς και ο τραυματισμός στο γόνατο προέκυψαν αποκλειστικώς κατά τη διαφυγή του, αναιρώντας κατ’ ουσίαν το περιεχόμενο της ιατρικής έκθεσης, στην οποία γίνεται ρητή μνεία σε εξάρθρωση αριστερού γονάτου, δεξιού ώμου και πολλαπλούς μώλωπες. Δεν παρίσταται ευλογοφανές ότι τόσο εκτεταμένες και σοβαρές σωματικές βλάβες θα μπορούσαν να προκληθούν απλώς κατά τη διαφυγή του Αιτητή, ενώ αυτός έτρεχε προκειμένου να απομακρυνθεί από το σημείο. Παρά το γεγονός ότι η εν λόγω επίθεση υπήρξε σταθερό σημείο αναφοράς τόσο ενώπιον της διοίκησης όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, ωστόσο οι ανωτέρω επισημάνσεις θίγουν την αξιοπιστία του.

43.          Ως προς το αντίγραφο δημοσιεύματος που προσκόμισε ο Αιτητής με το εισαγωγικό δικόγραφο, παρατηρείται ότι επισημαίνεται ότι έγγραφα των οποίων η γνησιότητα των οποίων δε δύναται να επιβεβαιωθεί, εκτιμώνται ελεύθερα σε συνάρτηση με τα λοιπά στοιχεία που έχει ενώπιόν του το Δικαστήριο. Κατά πάγια νομολογημένη αρχή ο δικαστής δεν υποχρεούται να αποφασίζει επί τεχνικών θεμάτων, όπως εν προκειμένω η γνησιότητα ενός εγγράφου, αλλά ούτε έχει τη δυνατότητα προς τούτο αφού δεν έχει την απαιτούμενη τεχνογνωσία για να προβεί σε ένα τέτοιο εγχείρημα (βλ. Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 3866, Λάμπρου Λάμπρος v. Κυπριακής Δημοκρατίας και Άλλου, (2009) 3 Α.Α.Δ. 79). Τελικώς και η γνησιότητα των εγγράφων θα διασταυρωθεί μέσω των προφορικών ισχυρισμών, άλλως αυτά θα ενισχύσουν προφορικούς ισχυρισμούς, αλλά δεν επαρκούν αφ' εαυτών για να τους αποδείξουν.  Ως εκ τούτου, το παρόν Δικαστήριο συναξιολογεί καταρχάς τα εν λόγω έγγραφα ακόμα και στις περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί η γνησιότητά τους (Βλ. Απόφαση του ΔΕΕ της 10.6.2021, την υπόθεση C 921/19, LH κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2021:478, σκέψεις 44 και 66). Επισημαίνεται ως προς το υπό εξέταση έγγραφο, ότι από αυτό απουσιάζουν βασικά στοιχεία ταυτότητας, και ειδικότερα το όνομα του ενημερωτικού μέσου καθώς και του δημοσιογράφου που φέρεται να συνέταξε το άρθρο. Περαιτέρω, δεν αποσαφηνίστηκε ο τρόπος με τον οποίο το εν λόγω έγγραφο περιήλθε στην κατοχή του Αιτητή, ούτε αιτιολογήθηκε η ετεροχρονισμένη και καθυστερημένη προσκόμισή του, καθόσον αυτό φέρει ημερομηνία 29.9.2021, ήτοι την ίδια ημερομηνία κατά την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, έλαβε χώρα η φερόμενη επίθεση. Επισημαίνεται ότι η γνησιότητα και η εγκυρότητα του εν λόγω δημοσιεύματος δεν δύνανται να επιβεβαιωθούν. Ως εκ τούτου, η αποδεικτική του αξία κρίνεται μειωμένη, τόσο λόγω της μη ανεξαρτησίας της πηγής όσο και λόγω της μη επιβεβαιωμένης γνησιότητάς του, σε συνδυασμό με τον ετεροχρονισμό της προσκόμισής του χωρίς να δοθούν από τον Αιτητή επαρκείς και πειστικές εξηγήσεις. Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να εξηγήσει πώς τρίτο πρόσωπο θα μπορούσε να έχει γνώση προσωπικών και ειδικών πτυχών του αφηγήματός του, εάν ο ίδιος δεν είχε προηγουμένως παράσχει τις σχετικές πληροφορίες, γεγονός που εντείνει τις αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου. Υπό το φως των ανωτέρω, το προσκομισθέν δημοσίευμα δεν ενισχύει, αλλά αντιθέτως πλήττει την αξιοπιστία του Αιτητή. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός περί παρελθούσας δίωξης δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται.

 

44.          Προχωρώντας στην αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του, με βάση τους αποδεκτούς ισχυρισμούς του Αιτητή, το παρόν Δικαστήριο προέβη σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές με τα ακόλουθα ευρήματα: 

 

45.          Σύμφωνα με το νομοθετικό πλαίσιο στη Νιγηρία οι ομοφυλοφιλικές συμπεριφορές, οι γάμοι μεταξύ ομοφυλόφιλων και η εγγραφή ΛΟΑΤΚΙ+ οργανώσεων ποινικοποιούνται.[3] Όσοι καταδικάζονται για σχέσεις μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου μπορούν να φυλακιστούν έως και δεκατέσσερα χρόνια, και δώδεκα βόρειες πολιτείες διατηρούν την θανατική ποινή για ομοφυλοφιλικές δραστηριότητες.[4]

 

46.          Επιπρόσθετα, έκθεση (2024) του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ (U.S. Department of State, USDOS), αναφέρει ότι άτομα ΛΟΑΤΚΙ+ υπόκεινται σε βία, απειλές (συμπεριλαμβανομένου του εκβιασμού) και παρενόχληση, με βάση τον πραγματικό ή τον υποτιθέμενο σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα ή έκφραση φύλου, μεταξύ άλλων και από κρατικούς φορείς.[5] Επιπρόσθετα, στην ίδια πηγή, αναφέρεται ότι άτομα ΛΟΑΤΚΙ+ υπόκεινται διακρίσεις στην απασχόληση, τη στέγαση και την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη.[6] Αντίστοιχα, σύμφωνα με έκθεση του Freedom House που εκδόθηκε το 2025, τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα αντιμετωπίζουν εκτεταμένες επίσημες και κοινωνικές διακρίσεις, υφίστανται επίσης επιθέσεις από αστυνομικούς κατά τη σύλληψή τους, απόπειρες εκβιασμού και διακρίσεις κατά την πρόσβαση σε δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες.[7]

 

47.         Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση (2025) του Υπουργείου Εσωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου (UK Home Office), «η σεξουαλική συνεύρεση μεταξύ ανδρών ποινικοποιείται και τιμωρείται με φυλάκιση έως και 14 ετών. Ο ισλαμικός νόμος/σαρία (sharia), ο οποίος είναι σε ισχύ για τον μουσουλμανικό πληθυσμό 12 βόρειων πολιτειών, ποινικοποιεί τις σεξουαλικές πράξεις μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου τόσο μεταξύ ανδρών όσο και μεταξύ γυναικών. Η μέγιστη ποινή και στις 12 πολιτείες για τους άνδρες είναι ο θάνατος. Οι ποινές για τις γυναίκες (lesbianism) περιλαμβάνουν θάνατο, μαστίγωμα και φυλάκιση».[8] 

 

48.         Η ανωτέρω πληροφορία επιβεβαιώνεται και από έκθεση (2023) του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ (U.S. Department of State), όπου σύμφωνα με αυτήν «ο νόμος ποινικοποιεί τον γάμο μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, τις σχέσεις μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, τη συμμετοχή σε ομάδες για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων και τη δημόσια επίδειξη «ερωτικής τρυφερότητας» μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου. Στις 12 πολιτείες της χώρας στις οποίες εφαρμόζεται ο ισλαμικός νόμος/σαρία (sharia) πέρα από ποινή φυλάκισης όσοι συλλαμβάνονται για ομοφυλοφιλική συμπεριφορά κινδυνεύουν να καταδικαστούν και σε θανατική ποινή δια λιθοβολισμού».[9]

 

49.         Εν κατακλείδι, σύμφωνα με επισκόπηση (2023) του διεθνούς συνδέσμου ILGA   (International Lesbian, Gay, Bisexual, Trans and Intersex Association, ILGA) το ποινικό δίκαιο στη Νιγηρία βασίζεται σε μια σειρά από ποικίλα νομικά πλαίσια. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι το πολιτειακό, ομοσπονδιακό και εθιμικό ή θρησκευτικό δίκαιο έχουν ποικίλους ρόλους, η ποινικοποίηση των συναινετικών σεξουαλικών πράξεων μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου αποτελεί κοινή προσέγγιση.[10]

 

50.         Σύμφωνα με το τελευταίο EUAA COI report, NIGERIA country focus (2025)[11], οι νόμοι της Νιγηρίας ποινικοποιούν τις σχέσεις μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, απαγορεύουν τους γάμους μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου και την καταχώριση οργανώσεων ΛΟΑΤΚΙ. Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, οι ομοσπονδιακοί, κρατικοί, εθιμικοί ή θρησκευτικοί νόμοι συμβάλλουν με διαφορετικούς τρόπους στην ποινικοποίηση των συναινετικών σεξουαλικών σχέσεων μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου. Η πηγή αναφέρει ότι η χώρα έχει βιώσει αύξηση των διακρίσεων στους νόμους και των βίαιων ενεργειών που στοχεύουν άτομα με βάση τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου. Το ίδιο δημοσίευμα τονίζει ότι όσοι βρεθούν ένοχοι για συμμετοχή σε σχέσεις μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου μπορεί να αντιμετωπίσουν ποινή φυλάκισης έως και 14 χρόνια, ενώ 12 βόρειες πολιτείες εξακολουθούν να επιβάλλουν τη θανατική ποινή για δραστηριότητες μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου.

 

51.         Για παράδειγμα, σύμφωνα με την ίδια πηγή, τον Μάιο του 2024, ένα σαρία δικαστήριο στην πολιτεία Μπαούτσι καταδίκασε έναν άνδρα σε θάνατο με λιθοβολισμό για συμμετοχή σε ομοφυλοφιλικές πράξεις. Το δημοσίευμα σημειώνει ότι τα θρησκευτικά δικαστήρια σε αυτές τις πολιτείες έχουν επίσης επιβάλει μαστίγωση σε άτομα.

 

52.         Η έκθεση αναφέρει ότι οι διακρίσεις από τις αρχές και την κοινωνία προς τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ περιγράφονται ως «πανταχού παρούσες». Οι αστυνομικοί συχνά διαπράττουν κακοποιήσεις κατά των ατόμων ΛΟΑΤΚΙ, συμπεριλαμβανομένων συλλήψεων, απόπειρες εκβιασμού και διακρίσεων. Το ίδιο δημοσίευμα περιγράφει ότι η πρωτοβουλία για τα Δικαιώματα Ισότητας (TIER) κατέγραψε πολλές περιπτώσεις εκβιασμού, παρενόχλησης και παράνομης κράτησης ατόμων ΛΟΑΤΚΙ από αξιωματούχους επιβολής του νόμου. Η πηγή αναφέρει επίσης ότι τα θύματα αποφεύγουν να αναφέρουν περιστατικά ή να ζητήσουν βοήθεια λόγω του στίγματος, του φόβου ότι θα αποκαλυφθούν κατά τη διάρκεια ερευνών ή ότι θα εκμεταλλευτούν από την αστυνομία. Μάλιστα, η ίδια έκθεση σημειώνει ότι τον Ιανουάριο του 2025, η Αστυνομία της Νιγηρίας διέταξε τη σύλληψη ατόμων που εμφανίστηκαν σε ιογενές βίντεο ως ΛΟΑΤΚΙ, χαρακτηρίζοντας την αυτοταυτοποίησή τους ως παραβίαση νόμων κατά των «ανώμαλων εγκλημάτων» και των γάμων μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου.

 

53.         Η ίδια πηγή αναφέρει ότι η ευρεία διάκριση κατά των σεξουαλικών μειονοτήτων στη Νιγηρία συνεχίζεται. Ο λόγος μίσους κατά των ατόμων ΛΟΑΤΚΙ παραμένει συχνός. Τον Ιούνιο του 2024, μια εκστρατεία παραπληροφόρησης ισχυρίστηκε ψευδώς ότι η Νιγηρία είχε νομιμοποιήσει τις σχέσεις μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου βάσει της συμφωνίας ΕΕ-ACP, προκαλώντας κύμα μίσους. Το δημοσίευμα επισημαίνει επίσης ότι οι θρησκευτικοί και κοινωνικοί κανόνες επηρεάζουν τις ομοφοβικές στάσεις, με θρησκευτικούς θεσμούς να προωθούν ομοφοβικά μηνύματα.

 

54.         Σύμφωνα με την έκθεση, τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ αντιμετωπίζουν συχνά παρενόχληση από περαστικούς, «area boys» και ομάδες γειτονιάς μέσω λόγου μίσους, λεκτικής κακοποίησης, σωματικής και σεξουαλικής βίας, βιαιοπραγιών από όχλο και εκβιασμού. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ δέχονται θανατηφόρα βία. Το δημοσίευμα αναφέρει ότι τον Αύγουστο του 2024, ο τρανς TikToker Ifeanyi Orazulike, γνωστός διαδικτυακά ως Abuja Area Mama, βρέθηκε νεκρός με σημάδια χτυπημάτων, μήνες αφότου είχε αναφέρει επίθεση με μαχαίρι. Επιπλέον, τον Ιούλιο του 2025, δύο μαθητές σε εσωτερικό σχολείο στο Κάνο δολοφονήθηκαν μετά από βίαιη επίθεση από ανώτερους συμμαθητές που τους κατηγόρησαν για «ανώμαλα εγκλήματα».

 

55.         Το ίδιο δημοσίευμα αναφέρει ότι τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ δέχονται επίσης επιθέσεις – κυρίως από μη κρατικούς φορείς – μέσω μιας πρακτικής γνωστής ως Kito. Τα θύματα παρασύρονται μέσω μέσων κοινωνικής δικτύωσης ή εφαρμογών γνωριμιών σε συναντήσεις όπου δέχονται επίθεση, εκβιασμό και κακοποίηση, μερικές φορές βιντεοσκοπημένα για εκβιασμό. Η πηγή σημειώνει ότι το TIER κατέγραψε πολλές περιπτώσεις Kito σε όλη τη Νιγηρία, με τα πραγματικά περιστατικά να είναι πιθανόν πολύ περισσότερα, ειδικά για τις γυναίκες queer που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο στίγμα.

 

56.         Σύμφωνα με την ίδια πηγή, τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ αντιμετωπίζουν διακρίσεις κατά την πρόσβαση σε ιδιωτικές και δημόσιες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων της υγειονομικής περίθαλψης, της δικαιοσύνης, της απασχόλησης και της στέγασης. Στους χώρους υγειονομικής περίθαλψης, οι προκαταλήψεις των παρόχων και τα νομικά εμπόδια μπορούν να οδηγήσουν σε άρνηση ή υποβαθμισμένη φροντίδα. Οι τρανς άνθρωποι καταφεύγουν συχνά στην αυτοσυνταγογράφηση λόγω έλλειψης πρόσβασης σε εξειδικευμένη ιατρική υποστήριξη, ενώ η φροντίδα επιβεβαίωσης φύλου παραμένει σπάνια λόγω ποινικοποίησης, διακρίσεων και στίγματος.

 

57.         Τέλος, η πηγή επισημαίνει ότι πρακτικές αλλαγής του σεξουαλικού προσανατολισμού ενός ατόμου αναφέρονται συχνά στη Νιγηρία, με ιατρικές και θρησκευτικές θεραπείες να χρησιμοποιούνται. Τα μέλη της οικογένειας ενδέχεται να υποβάλλουν τους συγγενείς τους ΛΟΑΤΚΙ σε πρακτικές «μεταστροφής», όπως αναγκαστική κράτηση, λιμοκτονία, βασανιστήρια, σεξουαλική κακοποίηση ή «θεραπεία με ομιλία». Επίσης, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις χειρουργικών επεμβάσεων σε μεσοφυλικά παιδιά χωρίς τη συγκατάθεσή τους.

 

58.          Τα ανωτέρω ευρήματα από πηγές πληροφόρησης καθιστούν το κίνδυνο δίωξης το Αιτητή εύλογο καθώς επιβεβαιώνεται τόσο η ποινικοποίηση της συμπεριφοράς όσο και η εν τοις πράγμασι επιβολή του νόμου. Επιπρόσθετα, επιβεβαιώνεται η διακριτική μεταχείριση και ο κοινωνικός στιγματισμός και αποκλεισμός, καθώς σύμφωνα με τις ανωτέρω πληροφορίες τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα αντιμετωπίζουν διακρίσεις, περιορισμούς στη στέγαση και στην εργασία, κοινωνική και κρατική βία, στιγματισμό, αυθαίρετες συλλήψεις και δυσανάλογες ποινές σε περίπτωση καταδίκης.

 

59.          Συνεπώς, υπό το φως των ανωτέρω πηγών και επιμέρους ευρημάτων, προκύπτει ότι ο Αιτητής ένεκα του σεξουαλικού του προσανατολισμού, διατρέχει κίνδυνο δίωξης και γενικότερα απειλείται τόσο η σωματική όσο και η ψυχική του ακεραιότητα, σε περίπτωση επιστροφής του στον τόπο τελευταίας διαμονής του αλλά και στη χώρα του γενικότερα, παρά το ότι δεν επιβεβαιώθηκε οποιαδήποτε παρελθούσα δίωξη. 

 

60.           Το γεγονός ότι ο λόγος δίωξής του συναρτάται με ποινικοποιημένη και μη αποδεκτή στη χώρα του συμπεριφορά - αλλά και δεδομένης της καταγεγραμμένης στις ανωτέρω πηγές στάσης του κράτους και της κοινωνίας απέναντι στα ομοφυλόφιλα άτομα – οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα μπορούσε να λάβει εκ των πραγμάτων προστασία από τις αρχές της χώρας του καθώς αποτελούν εν δυνάμει φορέα δίωξής του, ενώ, έναντί των τρίτων για τον ίδιο λόγο δεν αναμένεται ευλόγως να τον προστατέψουν. 

 

61.            Προχωρώντας στη νομική ανάλυση και υπαγωγή των ανωτέρω ευρημάτων στα άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, διαπιστώνονται τα κάτωθι.

 

62.          Κατά το άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου ως πράξεις δίωξης ορίζονται όσες είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών.

 

63.            Σύμφωνα με την Δικαστική Ανάλυση για την Αναγνώριση Προσώπων ως Δικαιούχων Διεθνούς Προστασίας του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο:

 

«Το άρθρο 9(1) [της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011][12] απαιτεί την εξέταση του εάν η πράξη (ή οι πράξεις) συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων (άρθρο 9(1)(α)) ή εάν συνιστούν συσσώρευση διαφόρων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ισοδύναμης επαρκούς σοβαρότητας (άρθρο 9(1)(β)). Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι κατά την εφαρμογή του άρθρου 9 στην πράξη, πρέπει πάντα να γίνεται μία αυστηρή διάκριση μεταξύ των δύο, ιδιαίτερα όταν είναι αμφίβολο εάν μία παρέμβαση σε ατομικά δικαιώματα ισοδυναμεί με παραβίαση «βασικών» ανθρώπινων δικαιωμάτων. Το καθοριστικό στοιχείο της δίωξης είναι «[ε]πομένως, η σοβαρότητα των μέτρων και των κυρώσεων που ελήφθησαν ή μπορούν να ληφθούν σε βάρος του ενδιαφερομένου», και αυτή «θα είναι καθοριστική για το αν συνιστά δίωξη, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας, τυχόν προσβολή του κατοχυρωμένου [.] δικαιώματος.».[13]

 

64.          Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-199/12, C-200/12 και C-201/12 (XYZ), ενώπιον του ΔΕΕ τέθηκε προδικαστικό ερώτημα ως προς το κατά πόσον το γεγονός ότι η ομοφυλοφιλία αποτελεί ποινικό αδίκημα στη χώρα καταγωγής αιτούντος διεθνή προστασία, είναι ικανό να θεωρηθεί πράξη δίωξης. Στην απόφασή του, το ΔΕΕ προέβη σε ερμηνεία του άρθρου 9 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ:

 

«51. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 9 της οδηγίας ορίζει τα στοιχεία που καθιστούν δυνατό να θεωρηθεί ότι πράξεις συνιστούν δίωξη υπό την έννοια του άρθρου 1, τμήμα Α, της Συμβάσεως της Γενεύης. Εν προκειμένω, το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας, στο οποίο παραπέμπει το αιτούν δικαστήριο, διευκρινίζει ότι οι σχετικές πράξεις πρέπει να είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσεως ή της επαναλήψεώς τους, ώστε να συνιστούν σοβαρή προσβολή βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων, και ειδικότερα των απόλυτων δικαιωμάτων από τα οποία βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ δεν χωρεί παρέκκλιση.

52. Επιπλέον, το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας διευκρινίζει ότι ως δίωξη πρέπει να θεωρείται επίσης η σώρευση διαφόρων μέτρων, περιλαμβανομένων προσβολών δικαιωμάτων του ανθρώπου, η οποία είναι αρκούντως σοβαρή ώστε να θίγει ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με τον αναφερόμενο στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας.

53. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για να συνιστά μια προσβολή των βασικών δικαιωμάτων δίωξη υπό την έννοια του άρθρου 1, τμήμα Α, της Συμβάσεως της Γενεύης, η προσβολή αυτή πρέπει να έχει κάποιο επίπεδο σοβαρότητας. Κατά συνέπεια, κάθε προσβολή των βασικών δικαιωμάτων ενός ομοφυλόφιλου αιτούντος άσυλο δεν θα φθάνει κατ' ανάγκην σε αυτό το επίπεδο σοβαρότητας.

54. Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ευθύς εξαρχής ότι τα βασικά δικαιώματα που συνδέονται ειδικά με τον επίμαχο σε κάθε μία από τις υποθέσεις των κύριων δικών γενετήσιο προσανατολισμό, όπως το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, στο οποίο αντιστοιχεί το άρθρο 7 του Χάρτη, σε συνδυασμό, αν παρίσταται ανάγκη, με το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ, από το οποίο εμπνέεται το άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη, δεν περιλαμβάνονται στα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση.

55.  Υπό τις συνθήκες αυτές, απλώς και μόνον η ύπαρξη νομοθεσίας που ποινικοποιεί ομοφυλοφιλικές πράξεις δεν δύναται να θεωρηθεί πράξη θίγουσα τον αιτούντα κατά τόσο σημαντικό τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται το επίπεδο σοβαρότητας που είναι αναγκαίο για να θεωρηθεί ότι η ποινικοποίηση αυτή συνιστά δίωξη υπό την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας.

56.  Αντιθέτως, η ποινή φυλακίσεως ή καθείρξεως με την οποία συνοδεύεται νομοθετική διάταξη η οποία, όπως οι επίμαχες στις υποθέσεις των κύριων δικών, ποινικοποιεί ομοφυλοφιλικές πράξεις δύναται, από μόνη της, να αποτελέσει πράξη διώξεως υπό την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας, αρκεί όντως να εφαρμόζεται στη χώρα καταγωγής η οποία θέσπισε μια τέτοια νομοθεσία.».     

 

65.          Με βάση τις πηγές που καταγράφηκαν κατά την ανωτέρω ανάλυση κινδύνου, συνάγεται ότι στη χώρα καταγωγής του Αιτητή οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις ποινικοποιούνται ρητά από το εθνικό νομικό πλαίσιο και οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται ενεργά. Η επιβολή του νόμου εκδηλώνεται με ποικίλες μορφές, κυρίως μέσω ποινικών διώξεων που επισύρουν ποινή φυλάκισης έως και δεκατεσσάρων ετών, μέσω επιβολής της θανατικής ποινής σε ορισμένες βόρειες πολιτείες, καθώς και μέσω αποφάσεων θρησκευτικών δικαστηρίων που καταδικάζουν σε λιθοβολισμό ή μαστίγωση. Επιπλέον, η εφαρμογή του νόμου ενισχύεται και από πρακτικές των αρχών επιβολής του νόμου, όπως συλλήψεις, εκβιασμούς, παράνομες κρατήσεις κ.α. Οι πρακτικές αυτές συνοδεύονται ταυτόχρονα και από κοινωνική πίεση ή κατακραυγή, όπως επιθέσεις, παρενόχληση, εκφοβισμό και βίαιες ενέργειες κατά ΛΟΑΤΚΙ ατόμων, επιβεβαιώνοντας ότι η ποινικοποίηση εφαρμόζεται στην πράξη και μάλιστα δημιουργεί πραγματικό, καθημερινό κίνδυνο για όσους δηλώνουν ή θεωρούνται ΛΟΑΤΚΙ. Κατά την εξατομικευμένη δε αξιολόγηση των περιστάσεων του ιδίου του Αιτητή, παρά το ότι ο ίδιος δεν κατάφερε να τεκμηριώσει παρελθούσα δίωξη, εντούτοις λόγω της σεξουαλικής του ταυτότητας και της σύναψης συμφώνου συμβίωσης με ομοεθνή του στη Δημοκρατία υφίσταται βάσιμος φόβος δίωξης του σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

66.          Επίσης, το οικογενειακό περιβάλλον του Αιτητή λόγω των αξιών που πρεσβεύει η οικογένειά του και ιδίως των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, δεν αναμένεται να τον αποδεχθούν ή να είναι θετικά διακείμενοι απέναντι στη φερόμενη σεξουαλική του ταυτότητα. Η στάση αυτή δημιουργεί πρόσθετο κίνδυνο για τον Αιτητή, τόσο σε επίπεδο ψυχολογικής πίεσης και αποκλεισμού, όσο και σε πρακτικό επίπεδο, καθώς ενδέχεται να τον εκθέσει σε επιπλέον περιορισμούς ή και  παρενόχληση.

 

67.           Ως προς την έννοια της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας,  σύμφωνα με το άρθρο 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου, μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα μπορεί να περιλαμβάνει ομάδα που βασίζεται στο κοινό χαρακτηριστικό του γενετήσιου προσανατολισμού. Επιπλέον, η ίδια εναρμονιστική διάταξη κωδικοποιεί τις συντρέχουσες προϋποθέσεις υπαγωγής στην έννοια της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας: (i) τα μέλη της ομάδας αυτής έχουν κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί ή έχουν από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση, ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τις αποκηρύξει, και (ii) η ομάδα έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην οικεία χώρα, διότι γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο.

 

68.          Σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Γραμμές της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR) για την «Συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα στα πλαίσια του Άρθρου 1 Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και / ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων:[14]

 

«[...]Οι κανόνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα μπορούν να βοηθήσουν στον εντοπισμό χαρακτηριστικών που θεωρούνται τόσο θεμελιώδη για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που δεν πρέπει να αναγκαστεί κανείς να τα απαρνηθεί. Ένας υπεύθυνος λήψης αποφάσεων που υιοθετεί αυτήν την προσέγγιση θα εξετάσει εάν η ισχυριζόμενη ομάδα ορίζεται: (1) από ένα έμφυτο, αμετάβλητο χαρακτηριστικό, (2) από μια παρελθούσα προσωρινή ή εθελοντική κατάσταση που είναι αμετάβλητη λόγω της ιστορικής της μονιμότητας, ή (3) από ένα χαρακτηριστικό ή συσχέτιση που είναι τόσο θεμελιώδης για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που τα μέλη της ομάδας δεν πρέπει να υποχρεωθούν να το εγκαταλείψουν. Εφαρμόζοντας αυτήν την προσέγγιση, τα δικαστήρια και τα διοικητικά όργανα σε πολλές δικαιοδοσίες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι γυναίκες, οι ομοφυλόφιλοι και οι οικογένειες, για παράδειγμα, μπορούν να αποτελούν μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα κατά την έννοια του άρθρου 1Α παράγραφος 2.».[15]

 

69.          Στις προαναφερθείσες υποθέσεις X,Y,Z, το ΔΕΕ προχώρησε σε ερμηνεία του άρθρου 10(1)(δ) της Οδηγίας 2004/83/ΕΕ (όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το αντίστοιχο άρθρο της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ), αναφορικά με τις προϋποθέσεις σύμφωνα με τις οποίες μια ομάδα θεωρείται «ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα»:

 

«45.  Κατά τον ορισμό αυτόν, μια ομάδα θεωρείται «ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» όταν πληρούνται ειδικά δύο σωρευτικές προϋποθέσεις. Αφενός, τα μέλη της ομάδας πρέπει να έχουν κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί, ή ακόμη να έχουν από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τα αποκηρύξει. Αφετέρου, η ομάδα αυτή πρέπει να έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην περί ης πρόκειται τρίτη χώρα επειδή από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα.

46. Όσον αφορά την πρώτη από τις εν λόγω προϋποθέσεις, δεν αμφισβητείται ότι ο γενετήσιος προσανατολισμός ενός προσώπου αποτελεί τόσο θεμελιώδους σημασίας χαρακτηριστικό της ταυτότητάς του ώστε το πρόσωπο αυτό να μην πρέπει να αναγκάζεται να τον αποκηρύξει. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας, από το οποίο προκύπτει ότι, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής, ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα δύναται να είναι μια ομάδα της οποίας τα μέλη έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό έναν γενετήσιο προσανατολισμό.

47. Η δεύτερη προϋπόθεση απαιτεί όπως, στη συγκεκριμένη χώρα καταγωγής, η ομάδα της οποίας τα μέλη έχουν τον ίδιο γενετήσιο προσανατολισμό έχει ιδιαίτερη ταυτότητα, επειδή από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο η ομάδα αυτή γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική.

48. Εν προκειμένω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ύπαρξη ποινικής νομοθεσίας όπως οι επίμαχες σε κάθε μία από τις υποθέσεις των κύριων δικών, η οποία αφορά ειδικά τους ομοφυλόφιλους, καθιστά δυνατή τη διαπίστωση ότι τα πρόσωπα αυτά αποτελούν χωριστή ομάδα η οποία από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική.

49. Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα σε κάθε μία από τις υποθέσεις των κύριων δικών πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ύπαρξη ποινικής νομοθεσίας όπως οι επίμαχες σε κάθε μία από τις υποθέσεις των κύριων δικών, η οποία αφορά ειδικά τους ομοφυλόφιλους, καθιστά δυνατή τη διαπίστωση ότι τα πρόσωπα αυτά πρέπει να θεωρηθούν ως αποτελούντα ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.»

 

70.          Με βάση τις ανωτέρω πληροφορίες, το κοινό στοιχείο του γενετήσιου προσανατολισμού δύναται να αποτελεί χαρακτηριστικό ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, συνεπώς πληροίται η πρώτη προϋπόθεση ως παρατίθεται ανωτέρω. Ως προς την δεύτερη προϋπόθεση, σύμφωνα με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα υπόκεινται σε διακριτική μεταχείριση, στιγματισμό, και δίωξη η οποία προωθείται από το εθνικό νομικό πλαίσιο. Οι συγκεκριμένες πληροφορίες από την χώρα καταγωγής του Αιτητή, αποτελούν σαφή ένδειξη ως προς την επικρατούσα κοινωνική, αντίληψη περί διαφορετικότητας, ιδιαίτερη έκφανση της οποίας αποτελεί και η ποινικοποίηση της συμπεριφοράς των εν λόγω ατόμων αποκλειστικά και μονό λόγω της σεξουαλικής τους ταυτότητας,  ενώ η ποινικοποίηση των ομοφυλοφιλικών σχέσεων θεμελιώνει τον κίνδυνο δίωξης του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του.     

 

71.          Συνεπώς, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, σε συνάρτηση πάντα με τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ως ενδεχόμενοι φορείς δίωξης του θεωρούνται το ίδιο το κράτος και η κοινωνία η οποία περιλαμβάνει και την κοινότητά του.

 

72.          Ακολούθως όπως διαπιστώνεται ανωτέρω, καθώς ένας εκ των φορέων δίωξής του είναι το κράτος, αυτόματα ευλόγως αποκλείεται τόσο το ενδεχόμενο προστασίας του από αυτό αλλά και η δυνατότητα μετεγκατάστασης του Αιτητή, υπό τις δεδομένες περιστάσεις, σε άλλα τμήματα της χώρας ιθαγένειάς του. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι δυνάμει του άρθρου 12Γ του περί Προσφύγων Νόμου  (το οποίο μεταφέρει το άρθρο 8 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ) κατά τη λήψη απόφασης επί της αίτησης, ο Προϊστάμενος δύναται να αποφασίσει ότι ο αιτητής δεν χρήζει διεθνούς προστασίας, εάν σε τμήμα της χώρας ιθαγένειάς του (i) δεν υπάρχει βάσιμος φόβος ότι θα υποστεί δίωξη  ή ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ή (ii) έχει πρόσβαση σε προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, όπως η εν λόγω προστασία ορίζεται στο άρθρο 3Β, και ο αιτητής μπορεί νόμιμα και με ασφάλεια να ταξιδέψει και να γίνει δεκτός σε εκείνο το τμήμα της χώρας και μπορεί εύλογα να αναμένεται να εγκατασταθεί εκεί. Ωστόσο, ένεκα της ποινικοποίησης της σεξουαλικής του ταυτότητας και της στάσης της κοινωνίας, δεν αναμένεται ευλόγως ο Αιτητής να μπορεί να μετεγκατασταθεί σε άλλο τμήμα της χώρας του.

 

73.          Καταληκτικώς, δικαιολογείται καταρχήν η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα. Συγκεκριμένα, διαπιστώνεται η πιθανολογούμενη δίωξή του ως μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, ένεκα του σεξουαλικού του προσανατολισμού ως ομοφυλόφυλου προσώπου, προερχόμενη από το ίδιο κράτος και το κοινωνικό σύνολο. Ταυτόχρονα, η δυνατότητα για μετεγκατάσταση παραμένει αδύνατη λόγω της φύσεως των φορέων δίωξής του, διότι δεν είναι ούτε ασφαλές, ούτε εύλογο να αναμένεται να ζήσει ο Αιτητής σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή της χώρας καταγωγής του.

 

74.          Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν προκύπτει να συντρέχει ένας ή περισσότεροι από τους λόγους αποκλεισμού από το καθεστώς πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

 

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει με €1500 υπέρ του Αιτητή και η επίδικη πράξη τροποποιείται ως ανωτέρω, αναγνωρίζοντας τον Αιτητή ως πρόσφυγα κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου. 

 

                                   Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] European Union Agency for Asylum (E.U.A.A.), ‘Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis, Second edition’ (February 2023) σελ. 263-266 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 25.9.2025)

[2] Erin Gomez, The Post-ABC Situation of LGB Refugees in Europe, 30 Emory Int'l L. Rev. 475 (2016). Available athttps://scholarlycommons.law.emory.edu/eilr/vol30/iss3/4  σελ. 496-497, [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15.12.2025]

[3] HRW - Human Rights Watch, World Report 2025 – Nigeria, 16 January 2025, https://www.hrw.org/world-report/2025/country-chapters/nigeria [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15.12.2025]

[4] Freedom House, Freedom in the World 2025 – Nigeria, 2025, https://freedomhouse.org/country/nigeria/freedom-world/2025 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15.12.2025]

[5] USDOS - US Department of State, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Nigeria, 23 April 2024, σελ. 35, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/nigeria/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15.12.2025]

[6] Ibid

[7] Freedom House, Freedom in the World 2025 – Nigeria, 2025, https://freedomhouse.org/country/nigeria/freedom-world/2025 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15.12.2025]

[8] UK Home Office, UK Visas and Immigration, Guidance, Country Policy and Information Note: Sexual Orientation, Gender Identity and Expression, and Sex Characteristics, Nigeria, 30 June 2025 (Updated), https://www.gov.uk/government/publications/nigeria-country-policy-and-information-notes/country-policy-and-information-note-sexual-orientation-gender-identity-and-expression-and-sex-characteristics-nigeria-june-2025-accessible [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15.12.2025]

[9] USDOS - US Department of State, 2023 Country Reports on Human Rights Practices: Nigeria, https://www.ecoi.net/en/document/2107771.html [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15.12.2025]

[10] ILGA, Our Identities Under Arrest, A Global Overview on the Enforcement of Laws Criminalising Consensual Same-Sex Sexual Acts Between Adults and Diverse Gender Expressions, 2023, σελ. 97, Our_Identities_Under_Arrest_2023_SOGI.pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15.12.2025]

[11] EUAA COI report, NIGERIA country focus (2025), p. 63-65 https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_11_EUAA_COI_Country_Focus_Nigeria.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20.1.2026.)

[12] Αντίστοιχο του άρθρου 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου.

[13] EUAAQualification for International Protection : Judicial Analysis (2nd ed), January 2023, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-01/Qualification_international_protection_judicial_analysis_2nd_edition_0.pdf, 47-48 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15.12.2025]

[14] UNHCR, Guidelines on International Protection No2 : "Membership of a particular social group" within the context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and /or its 1967 Protocol related to the status of refugees,  Guidelines on International Protection No. 2: "Membership of a Particular Social Group" Within the Context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or its 1967 Protocol Relating to the Status of Refugees | Refworld [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15.12.2025]

[15] Ibid, παρ. 6


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο