ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
9 Ιανουαρίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S.N.L.
από Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΠΡΟΣΑΓΩΓΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 30.06.2025
Δικηγόρος Αιτητή: Γ. Καρατσιώλη (κα) για Χρ. Ματθαίου (κα)
Δικηγόρος για Καθ’ ων η αίτηση: Ι. Χαραλάμπους (κα) Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής καταχώρισε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο προσφυγή, δια της οποίας προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 02.09.2024 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση ασύλου, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
Εκκρεμούσης της παρούσας προσφυγής, καταχωρίστηκε από τον Αιτητή η υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση με την οποία επιζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου όπως του παρασχεθεί άδεια προσαγωγής επιπρόσθετης μαρτυρίας και/ή νέων εγγράφων προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, υπό το πρίσμα της πλήρους και ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Η αιτούμενη προσαγωγή αφορά, αφενός, ένορκη δήλωση του ίδιου του Αιτητή, η οποία επεκτείνει και αναπτύσσει τα γεγονότα που αυτός είχε εκθέσει κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία και, αφετέρου, το επισυνημμένο σε αυτήν ως «Τεκμήριο 1» στο οποίο περιλαμβάνονται, κατά τον Αιτητή, δικαστικά έγγραφα των παραπόνων που είχαν καταχωριστεί για το συμβάν που ο ίδιος περιγράφει και τα οποία, ως δηλώνει, εξασφάλισε εφόσον αυτά απεστάλησαν από την χώρα καταγωγής του, και συγκεκριμένα από την οικογένειά του, μέσω μεταφορικής εταιρείας.
Στο εν λόγω τεκμήριο εντοπίζονται επισυναπτόμενα τα ακόλουθα έγγραφα:
(α) Βεβαίωση δικηγόρου στη γαλλική (Τεκμήριο 2) και μετάφραση αυτού στην ελληνική (Τεκμήριο 1)
(β) Επιστολή δικηγόρου στην γαλλική (Τεκμήριο 4) και μετάφραση αυτής στην ελληνική (Τεκμήριο 3)
(γ) Ένταλμα εμφάνισης στην γαλλική (Τεκμήριο 6) και μετάφραση αυτού στην ελληνική (Τεκμήριο 5)
(δ) Ένταλμα βίαιης προσαγωγής στην γαλλική (Τεκμήριο 8) και μετάφραση αυτού στην ελληνική (Τεκμήριο 7)
Η ενδιάμεση αυτή αίτηση έφερε την αντίδραση των Καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι καταχώρισαν ένσταση, συνοδευόμενη από σχετική ένορκη δήλωση της κας Αι. Κίτσιου, αντιτείνοντας ότι η αιτούμενη μαρτυρία δεν πληροί τις δικονομικές προϋποθέσεις και δεν προσθέτει ουσιώδες, αντικειμενικό και ικανό να μεταβάλει την κρίση υλικό, αλλά περιορίζεται σε μεταγενέστερη αναπαραγωγή του αφηγήματος του Αιτητή. Το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για καταχώριση εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων και η αίτηση ορίστηκε προς ακρόαση, κατά την οποία έκαστη πλευρά υιοθέτησε το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων της.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής, προς υποστήριξη της ενδιάμεσης αίτησης, προβάλλει δια της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου του ότι η διαδικασία ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας έχει ανακριτικό/εξεταστικό χαρακτήρα και ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο πλήρους και ex nunc δικαιοδοσίας, μπορεί και πρέπει να λάβει υπόψη συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία/μαρτυρία για να σχηματίσει πλήρη εικόνα. Υποστηρίζει ότι τα έγγραφα που επιδιώκει να προσαγάγει είναι διαθέσιμα, έχουν μεταφραστεί στην ελληνική και υπάρχουν τα πρωτότυπα, και ότι η προσκόμισή τους (μαζί με ένορκη δήλωση του ίδιου, με δυνατότητα αντεξέτασης) θα βοηθήσει ουσιαστικά το Δικαστήριο να αξιολογήσει τις πραγματικές και αντικειμενικές συνθήκες «φόβου δίωξης». Ως προς την ουσία των γεγονότων, επαναφέρει ότι προέρχεται από Κινσάσα (Κονγκό) και ότι δέχθηκε βίαιες επιθέσεις από συμμορία, με καθοδηγητή πρόσωπο που αποκαλεί «Wizi», επειδή συναντούσε κρυφά τη σύντροφό του, ότι τον ξυλοκόπησαν/τον άφησαν αναίσθητο, συνέχισαν να τον απειλούν, τον λήστεψαν επανειλημμένα και κατέστρεψαν την επιχείρησή του, και ότι φοβήθηκε να ζητήσει προστασία από τις αρχές. Καταλήγει ότι λόγω αυτών εγκατέλειψε τη χώρα και ότι το αίτημα προσαγωγής μαρτυρίας είναι νόμιμο, δίκαιο και εύλογο να γίνει αποδεκτό.
Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση με τη δική τους γραπτή αγόρευση, αντιτείνουν ότι δεν πληρούνται οι δικονομικές και νομολογιακές προϋποθέσεις για να επιτραπεί η προσαγωγή της αιτούμενης μαρτυρίας, καθότι αυτή δεν είναι σχετική, αναγκαία ή ικανή να επηρεάσει την κρίση επί της υπόθεσης. Προβάλλουν ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται δεν είναι ούτε οψιγενής ούτε οψιφανής, αλλά αφορά στοιχεία που ο Αιτητής μπορούσε και όφειλε να είχε προσκομίσει σε προγενέστερο στάδιο, είτε κατά την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησής του είτε κατά την καταχώριση της προσφυγής. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής δεν παρέχει ικανοποιητική αιτιολόγηση για τη μη έγκαιρη προσκόμιση των εγγράφων, ούτε εξηγεί πώς και πότε περιήλθαν στην κατοχή του, με αποτέλεσμα να μην αίρεται το τεκμήριο υπαιτιότητας για την καθυστέρηση. Τονίζουν ότι τα επίμαχα έγγραφα είναι ιδιωτικής φύσεως, μεταγενέστερα των γεγονότων και στερούνται αποδεικτικής βαρύτητας και αντικειμενικότητας, καθώς απλώς αναπαράγουν τους ισχυρισμούς του Αιτητή. Επιπλέον, σημειώνουν ότι ο διοικητικός φάκελος περιέχει πλήρως και επαρκώς όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη νόμιμη έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και αποτελεί το μόνο νόμιμο υπόβαθρο ελέγχου της. Υποβάλλουν τέλος ότι η αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας καταχωρίστηκε με αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση, προωθείται καταχρηστικά και θα πρέπει να απορριφθεί.
ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Προκειμένου να αποσαφηνιστεί το δικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου το Δικαστήριο εξετάζει αιτήματα ενδιάμεσης φύσεως για προσαγωγή μαρτυρίας, κρίνεται αναγκαία η συνοπτική αποτύπωση του εφαρμοστέου καθεστώτος. Το καθεστώς αυτό θεμελιώνεται καταρχάς στον Κανονισμό 19 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) του 1962, προβλέπει ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να εκδίδει τις οδηγίες που κρίνει αναγκαίες προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κάθε διάταγμα που αφορά την προσαγωγή μαρτυρίας εκδίδεται, συνεπώς, με γνώμονα την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και την ανάγκη διαφώτισης των επίδικων ζητημάτων.
Ο ως άνω Κανονισμό, εφαρμόζεται κατ’ αναλογία δυνάμει του Κανονισμού 8 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), οι οποίοι ρυθμίζουν ειδικώς τη διαδικασία και τα όρια εντός των οποίων δύναται να γίνει αποδεκτό μεταγενέστερο αποδεικτικό υλικό.
Ειδικότερα, ο Κανονισμός 8 αναγνωρίζει στο Δικαστήριο την εξουσία να ρυθμίζει, κατά περίπτωση, τη διαδικασία και να εκδίδει οδηγίες αναφορικά με τη λήψη γραπτής ή προφορικής μαρτυρίας ή άλλων αποδεικτικών μέσων, όπως ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Από τη διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς την αποδοχή ή μη μαρτυρικού υλικού. Η ευχέρεια αυτή, ωστόσο, δεν ασκείται ανεξέλεγκτα, αλλά υπόκειται στη συμμόρφωση προς τους ειδικότερους διαδικαστικούς κανόνες και τις κατευθυντήριες αρχές που έχουν παγίως διαμορφωθεί μέσω της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Η προσαγωγή μαρτυρίας δεν επιτρέπεται άνευ όρων. Προϋποθέτει ότι το αποδεικτικό υλικό που ζητείται να προσαχθεί είναι ουσιωδώς συναφές με τα επίδικα ζητήματα και δύναται να τεκμηριώσει λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης ή να συνδέεται άμεσα με την εγκυρότητά της. Η νομολογία έχει επανειλημμένως τονίσει ότι το καθοριστικό κριτήριο είναι η συνάφεια της προτεινόμενης μαρτυρίας με τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου.
Προς τούτο, η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσαχθεί οφείλει να περιγράφεται με σαφήνεια και συγκεκριμενοποίηση, τόσο στο σώμα της αίτησης όσο και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Ελλείψει επαρκούς εξειδίκευσης του περιεχομένου και της συνάφειας της προτεινόμενης μαρτυρίας, το Δικαστήριο στερείται του αναγκαίου υποβάθρου για να αξιολογήσει τη χρησιμότητα και την αναγκαιότητά της. Η αρχή αυτή έχει παγίως υιοθετηθεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία απαιτεί ο προσδιορισμός των γεγονότων που επιχειρείται να αποδειχθούν να προηγείται της ουσιαστικής εξέτασης του αιτήματος.
Περαιτέρω, στο ειδικό πλαίσιο του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, πρέπει να επισημανθεί ότι ο περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος του 2018 παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία ουσιαστικής εξέτασης και όχι περιοριστικά ακυρωτικού ελέγχου. Η εξουσία αυτή ενεργοποιείται στις περιπτώσεις που εμπίπτουν χρονικά στις προϋποθέσεις του άρθρου 11(2) και (3) του Νόμου, όπου το Δικαστήριο υποχρεούται να προβεί σε πλήρη έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο έλεγχος που ασκείται είναι πλήρης και ex nunc, ήτοι το Δικαστήριο εξετάζει εξαντλητικά όλα τα νομικά και πραγματικά ζητήματα που τίθενται ενώπιόν του, λαμβάνοντας υπόψη και στοιχεία που ανέκυψαν μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης. Η ex nunc εξέταση, ωστόσο, δεν αναιρεί την υποχρέωση συμμόρφωσης προς τους διαδικαστικούς κανόνες που διέπουν την υποβολή μεταγενέστερου αποδεικτικού υλικού.
Συναφώς, ο Κανονισμός 10 των Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 καθορίζει ρητώς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δύνανται να προσκομιστούν νέα έγγραφα, στοιχεία ή πρόσθετη μαρτυρία μετά την καταχώρηση της προσφυγής. Συγκεκριμένα, τέτοιο υλικό προσκομίζεται μόνον κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, μετά από σχετικό αίτημα του αιτητή, νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι πρόκειται για στοιχεία τα οποία, άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής, και ότι τα στοιχεία αυτά είναι συναφή με τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης.
Περαιτέρω, ο ίδιος Κανονισμός προβλέπει ειδική διαδικασία για την υποβολή πληροφοριών χώρας καταγωγής (ΠΧΚ), οι οποίες δύνανται να κατατεθούν σε έντυπη ή/και ηλεκτρονική μορφή με σχετικό υπόμνημα, στο οποίο πρέπει να περιλαμβάνονται κατάλογος των πηγών, η ακριβής αναφορά και σύνδεσμος αυτών, η επεξήγηση της συνάφειας με συγκεκριμένο ισχυρισμό ή επίδικο ζήτημα και η υπόδειξη των σχετικών αποσπασμάτων. Οι απαιτήσεις αυτές υπογραμμίζουν ότι η προσκόμιση μεταγενέστερης μαρτυρίας δεν αποτελεί τυπική διαδικαστική ενέργεια, αλλά προϋποθέτει αυξημένη τεκμηρίωση και αιτιολόγηση.
Συνεπώς, παρότι το Δικαστήριο διαθέτει, στο πλαίσιο της ex nunc δικαιοδοσίας του, τη δυνατότητα συνεκτίμησης μεταγενέστερων στοιχείων, η δυνατότητα αυτή ασκείται μόνον εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις που τάσσουν οι διαδικαστικοί κανονισμοί και η σχετική νομολογία, και υπό την προϋπόθεση ότι το αιτούμενο αποδεικτικό υλικό είναι ουσιώδες, συναφές και αναγκαίο για την ορθή και δίκαιη επίλυση της υπόθεσης.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Εξέτασα με προσοχή τις θέσεις των διαδίκων, στη βάση του συνόλου του ενώπιόν μου υλικού, του εφαρμοστέου νομικού πλαισίου και των νομολογιακών κατευθύνσεων που διέπουν αιτήσεις προσαγωγής μαρτυρίας. Επισημαίνω εξαρχής ότι το παρόν Δικαστήριο, λόγω της φύσης της δικαιοδοσίας του, ασκεί πλήρη και ex nunc έλεγχο και δύναται, κατ’ αρχήν, να λάβει υπόψη και μεταγενέστερα έγγραφα ή στοιχεία. Η δυνατότητα αυτή, ωστόσο, δεν είναι απεριόριστη, αλλά τελεί υπό τις σωρευτικές προϋποθέσεις του Κανονισμού 10, και ιδίως υπό την προϋπόθεση ότι το αιτούμενο αποδεικτικό υλικό είναι ουσιώδες, αντικειμενικά ελέγξιμο και ικανό να αυξήσει σημαντικά τις πιθανότητες ευδοκίμησης της προσφυγής. Η απλή μεταγενέστερη χρονολογία ενός εγγράφου ή η αφηγηματική επέκταση ήδη γνωστών ισχυρισμών δεν αρκούν, αφ’ εαυτών, για να θεμελιώσουν παραδεκτή προσαγωγή μαρτυρίας.
Επί του πρώτου σκέλους, ήτοι της ένορκης δήλωσης του Αιτητή που επιδιώκεται να προσαχθεί, διαπιστώνω ότι το περιεχόμενό της δεν εισάγει ποιοτικά νέο αποδεικτικό δεδομένο ανεξάρτητο από το ήδη εξετασθέν υλικό. Η δήλωση κινείται στον ίδιο πραγματικό άξονα με τα όσα ο ίδιος είχε καταθέσει κατά τη συνέντευξή του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και αναπαράγει τα ουσιώδη περιστατικά που ήδη είχαν τεθεί προς αξιολόγηση, ήτοι: τη σχέση του με τη σύντροφό του, την εχθρική στάση μελών της συμμορίας Kuluna, το περιστατικό της 25.12.2020, τη μεταφορά του σε νοσοκομείο, μεταγενέστερα επεισόδια εντός του 2021, καθώς και τον ισχυριζόμενο φόβο επιστροφής.
Οι αναφορές της ένορκης δήλωσης εμφανίζονται εκτενέστερες και λεπτομερέστερες σε περιγραφικό επίπεδο, χωρίς, όμως, να συνοδεύονται από αυτοτελή, αντικειμενικά ή ανεξάρτητα στοιχεία που να διαφοροποιούν ουσιωδώς την αποδεικτική βάση της υπόθεσης. Η προσθήκη λεπτομερειών, καθαυτή, δεν συνιστά νέο αποδεικτικό στοιχείο υπό την έννοια του Κανονισμού 10, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι πρόκειται για στοιχεία τα οποία αντικειμενικά δεν μπορούσαν να τεθούν κατά το στάδιο της συνέντευξης ή τα οποία αναδύθηκαν μεταγενέστερα.
Ως προς τα έγγραφα που επιθυμεί να προσκομίσει, επισημαίνω τα ακόλουθα:
Το Τεκμήριο 2 (και η μετάφραση αυτού - Τεκμήριο 1) συνίσταται σε ιδιωτική βεβαίωση δικηγόρου, εκδοθείσα στην Κινσάσα στις 18.03.2025, δηλαδή περίπου πέντε έτη μετά τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται. Το έγγραφο δεν αποτελεί πρωτογενές δημόσιο έγγραφο ούτε πιστοποιημένο αντίγραφο από αρμόδια αρχή, ούτε συνοδεύεται από επίσημα έγγραφα στα οποία να στηρίζεται. Από το περιεχόμενό του προκύπτει ότι περιορίζεται σε γενική επιβεβαίωση του αφηγήματος του Αιτητή περί επίθεσης και περί υποβολής καταγγελίας, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένο αριθμό υπόθεσης, πρακτικό ή επίσημη πράξη που να καθιστά το περιεχόμενο αντικειμενικά ελέγξιμο.
Η ιδιωτική φύση της βεβαίωσης, σε συνδυασμό με τη σημαντική χρονική απόσταση από τα φερόμενα γεγονότα, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να αποδώσει στο έγγραφο αυτό ιδιαίτερο αποδεικτικό βάρος, ούτε να διαπιστώσει ότι προσθέτει ουσιώδες νέο στοιχείο σε σχέση με όσα ήδη είχαν τεθεί ενώπιον της Διοίκησης.
Το Τεκμήριο 4 (και η μετάφραση αυτού -Τεκμήριο 3) αφορά και πάλι επιστολή/καταγγελία δικηγόρου προς δικαστικές ή άλλες αρχές. Και το έγγραφο αυτό έχει ιδιωτικό χαρακτήρα και δεν συνιστά αυτό καθαυτό απόδειξη ότι τα γεγονότα που περιγράφονται πράγματι έλαβαν χώρα, αλλά απλώς αποτυπώνουν ότι ο δικηγόρος μετέφερε ή διατύπωσε ισχυρισμούς εκ μέρους του εντολέα του. Δεν προσκομίζεται, ωστόσο, επίσημη απάντηση, πρακτικό καταχώρισης ή απόφαση αρμόδιας αρχής που να επιβεβαιώνει ότι οι καταγγελίες αυτές εξετάστηκαν ουσιαστικά ή οδήγησαν σε συγκεκριμένη ενέργεια. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω τεκμήρια δεν εισάγουν αυτοτελές αποδεικτικό δεδομένο, αλλά λειτουργούν επικουρικά ως αναπαραγωγή του ίδιου ισχυρισμού.
Το Τεκμήριο 6 (και η μετάφραση αυτού – Τεκμήριο 5) αφορά ένταλμα εμφάνισης που φέρεται να έχει εκδοθεί σε βάρος τρίτου προσώπου, το οποίο αναφέρεται ως []. Σημειώνεται ότι κατά τη συνέντευξή του, καθώς και στην ένορκη δήλωση που επιδιώκει να προσκομίσει, ο Αιτητής αναφέρθηκε σε πρόσωπο με το προσωνύμιο «Wizi», χωρίς να δηλώσει ή να τεκμηριώσει ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται το ανωτέρω πλήρες όνομα. Ανεξαρτήτως της γνησιότητας του εγγράφου, αυτό, ως έχει, δεν αποδεικνύει τη σύνδεση των εν λόγω ποινικών διαδικασιών με τον ίδιο τον Αιτητή ούτε ότι τα φερόμενα περιστατικά σχετίζονται άμεσα με προσωπικό και εξατομικευμένο κίνδυνο σε βάρος του. Περαιτέρω, δεν τεκμηριώνεται ότι το εν λόγω ένταλμα ήταν ενεργό ή εκτελεστό κατά κρίσιμο χρόνο, ούτε ότι είχε οποιαδήποτε ουσιώδη επίδραση στη θέση του Αιτητή κατά τον χρόνο αποχώρησής του από τη χώρα καταγωγής.
Αντίστοιχα, το Τεκμήριο 8 (και η μετάφραση αυτού – Τεκμήριο 7), το οποίο αφορά ένταλμα βίαιης προσαγωγής σε βάρος του ίδιου τρίτου προσώπου, δεν συνοδεύεται από στοιχεία που να αποδεικνύουν την περαιτέρω πορεία, εφαρμογή ή έκβαση των σχετικών διαδικασιών. Ούτε προκύπτει, από το περιεχόμενο του εγγράφου ή από τους ισχυρισμούς του Αιτητή, σαφής και τεκμηριωμένη σύνδεση των εν λόγω ενεργειών με τον ίδιο ή με συγκεκριμένο, άμεσο και παρόντα εκμήριο που να τον αφορά προσωπικά. Ως εκ τούτου, ούτε το εν λόγω τεκμήριο δεν εισάγει νέο, αυτοτελές και αποφασιστικής σημασίας αποδεικτικό υλικό ικανό να επηρεάσει την έκβαση της υπόθεσης στο παρόν στάδιο.
Καταληγώ συνεπώς ότι τα έγγραφα που ο Αιτητής επιδιώκει να προσκομίσει, εξεταζόμενα σε συνδυασμό με την ένορκη δήλωσή του, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του Κανονισμού 10 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να χαρακτηριστούν ως οψιγενές αποδεικτικό υλικό. Πρόκειται, κατά κύριο λόγο, για ιδιωτικά έγγραφα και μεταγενέστερες επιβεβαιώσεις του ίδιου πραγματικού αφηγήματος, χωρίς την προσθήκη αντικειμενικά ελέγξιμων, ανεξάρτητων ή αποφασιστικής σημασίας στοιχείων, ικανών να διαφοροποιήσουν ουσιωδώς την αποδεικτική βάση της υπόθεσης.
Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης δεν προκύπτει οποιαδήποτε αναφορά ή επαρκής αιτιολόγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους τα εν λόγω έγγραφα δεν προσκομίστηκαν κατά το στάδιο της συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ούτε διευκρινίζεται πότε και υπό ποιες συνθήκες περιήλθαν στην κατοχή του Αιτητή. Η παράλειψη αυτή είναι καθοριστικής σημασίας, καθότι, σύμφωνα με τις ρητές πρόνοιες του Κανονισμού 10, η αποδοχή μεταγενέστερης μαρτυρίας προϋποθέτει όπως ο αιτητής καταδείξει ότι, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα σχετικά στοιχεία κατά την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησής του ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του.
Υπό τα δεδομένα αυτά, και παρά τη διευρυμένη ex nunc δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, καταλήγω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αποδοχή της αίτησης προσαγωγής μαρτυρίας. Η αιτούμενη μαρτυρία δεν προσφέρεται ως ουσιώδης και ικανή να μεταβάλει ουσιωδώς την πιθανότητα χορήγησης διεθνούς προστασίας, αλλά περιορίζεται σε αναπαραγωγή και αφηγηματική επέκταση στοιχείων που ήδη τέθηκαν ενώπιον της Διοίκησης.
Ως εκ τούτου, για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω, η ενδιάμεση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €400 υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Δίδονται οδηγίες στην πλευρά του Αιτητή όπως καταχωρίσει γραπτή αγόρευση εντός τεσσάρων (4) εβδομάδων από σήμερα, να ακολουθήσει η καταχώριση γραπτής αγόρευσης των Καθ’ ων η αίτηση εντός τεσσάρων (4) εβδομάδων μετέπειτα και η απαντητική αγόρευση εντός δύο (2) εβδομάδων μετέπειτα.
Η υπόθεση ορίζεται για Οδηγίες στις 06.05.2026 και ώρα 10:00 π.μ.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο