D. Α. Ι. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.4067/24, 13/1/2026
print
Τίτλος:
D. Α. Ι. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.4067/24, 13/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.4067/24

 

13 Ιανουαρίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

D. Α. Ι.

Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ’ ων η αίτηση

 

Κκ Αλ Τάχερ, Μπενέτης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για Αιτητή

Κα Μ. Βασιλείου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση

 

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η   Α Π Ο Φ Α Σ Η 

Αίτηση ημ.26/09/25 για Προσαγωγή Μαρτυρίας

 

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.07/10/24, η οποία του κοινοποιήθηκε αυθημερόν, και απόφαση του Δικαστηρίου δια της οποίας να αναγνωρίζεται ο αιτητής ως πρόσφυγας ή, διαζευκτικά, να αναγνωρίζεται ως δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας ή δια της οποίας να αναγνωρίζεται ότι η απόφαση επιστροφής που εκδόθηκε αντίκεται στα αρ.2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής ΕΣΔΑ).

Μετά την καταχώρηση της με τον ως άνω τίτλο και αριθμό προσφυγής (16/10/24), της ενστάσεως από τους καθ’ ων η αίτηση (06/11/24), την καταχώρηση αγόρευσης από τον αιτητή και αγόρευσης από τους καθ’ ων η αίτηση (21/07/25), ο αιτητής καταχώρησε στις 26/09/25 την υπό κρίση αίτηση, δια της οποίας αιτείται άδειας για προσαγωγή μαρτυρίας για τους λόγους που παρατίθενται στην ένορκη δήλωση ημ.26/09/25 (στο εξής ΕΔ) που τίθεται προς υποστήριξη αιτήσεως.

Ο ενόρκως δηλών, αιτητής στην με τον ως άνω τίτλο και αριθμό προσφυγή, αναφέρει στην ΕΔ ότι η μαρτυρία που επιθυμεί να προσαγάγει, που περιέχεται αυτούσια στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση του ιδίου (στο εξής ΠΕΔ), που συνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ΕΔ, αφορά αντίγραφο «απόφασης δικαστηρίου της Γουινέας με βάση την οποία [κρίθηκε] ένοχος και [καταδικάστηκε] σε δεκαπέντε χρόνια φυλάκισης για τα αδικήματά ερήμην δόλιας συμμετοχής σε παράνομη συνάθροιση, εξύβρισης λειτουργών, σκόπιμες σωματικές βλάβες, πράξεις βίας και προσβολής και σε πρόστιμο 5.000.0000 φράγκων Γουινέας» (παρ.4 ΕΔ – Τεκμήριο 1 ΠΕΔ), τρία βίντεο, στα οποία o αιτητής, στο μεν πρώτο φαίνεται να «[δέχεται] συνέντευξη από τους δημοσιογράφους του καναλιού και να [διαμαρτύρεται] για την κατεδάφιση των σπιτιών των κατοίκων», στο δεύτερο, το οποίο ο ίδιος βιντεοσκόπησε, «φαίνονται οι κατεδαφίσεις του Υπουργείου Πολεοδομίας» και στο τρίτο «δείχνει τη φίλη [του] η οποία τραυματίστηκε σοβαρά» (παρ.5 ΕΔ – Τεκμήριο 2 ΠΕΔ). Τέλος επιθυμεί να προσαγάγει φωτογραφίες «στις οποίες [απεικονίζεται] φορώντας μπλουζάκι στο οποίο αποτυπώνεται η φράση […] “Ένα σπίτι είναι μια ζωή ! Διαφάνεια και Δικαιοσύνη για την Kaporo Rails Kipe 22 και Dimesse 2019”» (παρ.6 ΕΔ – Τεκμήριο 3 ΠΕΔ). Ως περαιτέρω αναφέρει ο αιτητής, «δεν [είχε] στην κατοχή [του]» τα έγγραφα που επιθυμεί να προσαγάγει, «ούτε κατά την καταχώρηση της προσφυγής αλλά ούτε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης [του], αλλά [του] τα έστειλε ο θείος [του] μετά τη διεξαγωγή της συνέντευξης», τα οποία, ως περαιτέρω αναφέρει, «αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς [του] και καταδεικνύουν την αξιοπιστία [του] αναφορικά με την δίωξη που [υφίσταται] στην Γουινέα […] και δίδει τις απαραίτητες λεπτομέρειες και σαφήνεια που έλειπε από την αφήγηση [του]» (παρ.7 ΕΔ), αυτά «σχετίζεται άμεσα με το θέμα να καταφανεί πλήρως η πλάνη τόσο περί τα πραγματικά γεγονότα όσο και περί τον Νόμο, καθώς και η παντελής έλλειψη έρευνας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση» (παρ.8 ΕΔ) και αποδεικνύουν «τον σοβαρό κίνδυνο που [διατρέχει] κατά της ζωής [του], της ασφάλειας [του], αλλά και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων [του]» (παρ.8 ΕΔ).

Η παρούσα προσέκρουσε στην ένσταση εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση και έτσι, ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκαν γραπτές αγορεύσεις εκατέρωθεν.

Στην αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος του, κάνοντας αναφορά στους ισχυρισμούς του αιτητή, κατόπιν ανασκόπησης της νομολογίας (η οποία αφορά επί το πλείστο υποθέσεις του λεγόμενου κλασσικού διοικητικού δικαίου και - δεδομένου της φύσης και της έκτασης ελέγχου που ασκεί το παρόν Δικαστήριο αλλά και του ότι το ζήτημα ρυθμίζεται ρητά από τους διαδικαστικούς του κανονισμούς – δεν τυγχάνει πλήρους εφαρμογής), αλλά και αυτούσιας παράθεσης του σχετικού με την παρούσα κ.10 (α) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (που θέτει ρητώς το σχετικό δικονομικό πλαίσιο) αναφέρει ότι επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας η οποία δεν είχε τεθεί ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση. Επί του ζητήματος της «ανυπαίτιας παράλειψης», ως το θέτει ο συνήγορος του αιτητή, να προσκομίσει την προς προσαγωγή μαρτυρία προηγουμένως, αναφέρει ότι «δεν αρκεί απλή αμέλεια ή καθυστέρηση, απαιτείται να διαπιστωθεί αντικειμενική αδυναμία του αιτητή να τα προσκομίσει κατά τη διάρκεια της διοικητικής εξέτασης ή της καταχώρησης της προσφυγής» (παρ.11 αγόρευσης). Εν προκειμένω, ως αναφέρει, «οι συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του, η πολιτική αστάθεια και οι δυσκολίες διακίνησης εγγράφων από δημόσιες αρχές και μέσα ενημέρωσης, καθιστούν πλήρως δικαιολογημένη την καθυστέρηση» και περαιτέρω, ως εισηγείται, ο κ.10 «δεν προβλέπει χρονικό αποκλεισμό, αλλά εξετάζει την αιτία της καθυστέρησης» και, τέλος, εισηγείται ότι η «καθυστέρηση από μόνη της δεν συνεπάγεται υπαιτιότητα, ιδιαίτερα σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας, όπου η πρόσβαση σε αποδεκτικά στοιχεία είναι εξαιρετικά δυσχερής» (παρ.11 αγόρευσης). Κατά τ’ άλλα αναφέρει ότι η μαρτυρία που επιχειρείται να προσαχθεί είναι συναφής και απολύτως σχετική με τα επίδικα στην προσφυγή ζητήματα, δύναται να τεκμηριώσει ή και να ενισχύσει τα όσα ο αιτητής ήδη ανέφερε στα πλαίσια της επίδικης στην ως άνω προσφυγή αιτήσεως διεθνούς προστασίας, δεν διαφοροποιούν δε τους ισχυρισμούς του αιτητή, και αποδεικνύουν την άμεση εμπλοκή του στις συγκρούσεις που έλαβαν χώρα εξαιτίας της κατεδάφισης το 2019 κατοικιών στο Κονάκρι και τα όσα ακολούθησαν αυτών, αλλά και την προσωπική δίωξη του ιδίου λόγω της συμμετοχής του σε διαμαρτυρίες.

Τα ανωτέρω συνοψίζουν την μαρτυρία για την οποία ζητείται άδεια να προσαχθεί και τα επ’ αυτού επιχειρήματα του αιτητή.

Οι καθ’ ων η αίτηση ενίστανται στην αίτηση και αναφέρουν ότι αυτή είναι νομικά αβάσιμη, δεν πληρούνται οι νομολογιακές και νομοθετικές προϋποθέσεις για την έγκριση της, δεν είναι σχετική προς τα επίδικα θέματα, δεν επιτελεί κανένα σκοπό η προσκόμιση της, δεν συγκεκριμενοποιείται, αντιβαίνει δικονομικούς κανόνες και αποσκοπεί σε καθυστέρηση.

Στη γραπτή αγόρευση ο συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση, εν μέσω πλούσιων αναφορών και αποσπασμάτων εκ της σχετικής νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου [βλ. μεταξύ άλλων Sportsman Betting Co. Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 591, Petrolina Ltd κ.α. ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (2002) 4 ΑΑΔ 320] και στη μαρτυρία για την οποία ζητείται άδεια να προσαχθεί, αναφέρει ότι αυτή δεν είναι σχετική με τα επίδικα στην προσφυγή θέματα, είναι χαμηλής αποδεικτικής αξίας, δεν ισχυροποιεί ούτε και τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς της περί κακοποίησης της και, τέλος, ότι η μη προσκόμιση των εγγράφων των οποίων επιχειρείται η προσαγωγή σε προηγούμενο στάδιο ή κατά την καταχώρηση της με τον ως άνω τίτλο προσφυγής είναι εξ υπαιτιότητας του ιδίου του αιτητή και – σε κάθε περίπτωση – δεν αιτιολογείται.

Κατά την ακρόαση της παρούσης οι συνήγοροι των μερών αρκέστηκαν να υιοθετήσουν τις αγορεύσεις τους.

Έχω διέλθει με προσοχή του περιεχομένου της υπό κρίση αιτήσεως, της ΕΔ και ΠΕΔ, της ενστάσεως, καθώς και των εκατέρωθεν αγορεύσεων των μερών.

Επί της νομικής πτυχής παραθέτω τον κ.10 (α) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ο οποίος έτυχε εκτεταμένης ανάλυσης από τον συνήγορο του αιτητή.

«10. (α) Μετά την καταχώρηση της προσφυγής, νέα έγγραφα και/ή στοιχεία και/ή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία προσκομίζεται μόνον κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, μετά από προφορικό αίτημα του αιτητή, νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιείται-

(i) ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β), και

(ii) είναι συναφή με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.»

Παρεμφερώς με τα ως άνω, στην απόφαση του ΔΕΕ στην C-652/16 Ahmedbekova, ημ.04/10/18, αναφέρεται ότι «[τ]ο άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, συνδυαζόμενο με την αναφορά σε ένδικο βοήθημα στο άρθρο 40, παράγραφος 1, της οδηγίας, έχει την έννοια ότι το δικαστήριο […]. Αντιθέτως, το εν λόγω δικαστήριο δεν υπέχει τέτοια υποχρέωση αν διαπιστώσει ότι […] τα στοιχεία αυτά προβλήθηκαν εκπρόθεσμα κατά τη διάρκεια […] της προσφυγής […].»

Επανερχόμενος στα ενώπιον μου στοιχεία, υπό το πρίσμα του ως άνω δικονομικού πλαισίου και σχετικής νομολογίας, είναι κατάληξη μου ότι δεν πληρούται εν προκειμένω η προϋπόθεση που τίθεται από τον κ.10 (α) (i) (ανωτέρω), καθώς ουδέν ετέθη ενώπιον μου που να δεικνύει ότι η μαρτυρία για την οποία ζητείται άδεια προσαγωγής αφορά στοιχεία, εν προκειμένω έγγραφα, «τα οποία άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β)».

Εξηγώ.

Ανατρέχοντας στην ΕΔ, για το ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή της υπό κρίση αιτήσεως και της αιτιολόγησης αυτής, αυτό που αναφέρεται είναι ότι ο αιτητής, «δεν [είχε] στην κατοχή [του]» τα έγγραφα που επιθυμεί να προσαγάγει, «ούτε κατά την καταχώρηση της προσφυγής αλλά ούτε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης [του], αλλά [του] τα έστειλε ο θείος [του] μετά τη διεξαγωγή της συνέντευξης». Δεν παραγνωρίζω βεβαίως και τα όσα επί τούτου αναφέρει και αναπτύσσει στην γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος του αιτητή. Παραμένει όμως εδώ το ζήτημα του ότι ουδεμία εξήγηση δίδεται στην ΕΔ (που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και είναι η μόνη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου) σε σχέση με το γιατί ο αιτητής αδυνατούσε να εξασφαλίσει τα έγγραφα, που επιχειρεί δια της παρούσης να του δοθεί άδεια να προσαγάγει, προηγουμένως, είτε στα πλαίσια της εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, είτε κατά την καταχώρηση της προσφυγής, δεδομένου ότι άπαντα τα έγγραφα (Τεκμήρια 1-3, ΠΕΔ) έχουν φερόμενο χρόνο έκδοσης (Τεκμήριο 1) ή έχουν καταγραφεί, από τον ίδιο ή άλλους, πριν τη φυγή του από τη χώρα (Τεκμήρια 2, 3).

Δεδομένων των ως άνω, για την προσκόμιση της ζητούμενης να προσαχθεί μαρτυρίας 6 και πλέον έτη αφότου ο αιτητής αφίχθηκε στη Δημοκρατία (2019), λαμβανομένου υπόψη και του ότι η συνέντευξη, κατά την οποία, ως και οι καθ’ ων η αίτηση σημειώνουν, του υποδείχθηκε το δικαίωμα του να προσκομίσει και άλλα στοιχεία, έγινε μόλις το 2014 (5 έτη μετά από την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας), και περί τον ένα χρόνο μετά την καταχώριση της ως άνω προσφυγής, μετά από την καταχώρηση εκατέρωθεν αγορεύσεων εκ των μερών, και αφότου η προσφυγή είχε ήδη οριστεί για Διευκρινήσεις, απαιτείτο, κατ’ ελάχιστο, να δοθεί επαρκής μαρτυρία δια της οποίας να δεικνύεται γιατί ο αιτητής αδυνατούσε να το πράξει προηγουμένως και πως και γιατί τελικά, και με ποια μέσα, τελικά έλαβε τα όσα επιχειρεί να προσκομίσει κατά τον χρόνο που υπεβλήθη η υπό κρίση αίτηση. Επί τούτου το γενικό και εν πολλοίς ασαφές λεκτικό που εντοπίζεται στην παρ.7 της ΕΔ δεν αρκεί, αφού ουδεμία από τις ως άνω παραμέτρους διευκρινίζεται, προκειμένου να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι «ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β)» [κ.10 (α)]. Όσα δε σχετικώς αναφέρει ο συνήγορος του στην αγόρευση του δεν συνιστούν βεβαίως αποδεκτή μαρτυρία (βλ. Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας (1997) 3 ΑΑΔ 281) και ούτε μπορούν να ικανοποιήσουν ως προς τις ως άνω παραμέτρους, ως γενικά και σε αφηρημένο πλαίσιο τίθενται (βλ. πιο πάνω, παρ.11 αγόρευσης αιτητή). Ο αιτητής θα έπρεπε, προκειμένου η παρούσα να επιτύχει, να εξηγήσει – παραθέτοντας προς τούτο σαφείς, συγκεκριμένους ισχυρισμούς – γιατί δεν είχε πρόσβαση στα έγγραφα προηγουμένως, σε ποιες ενέργειες προέβηκε στο παρελθόν για να τα εξασφαλίσει, γιατί ήταν αδύνατο να τα εξασφαλίσει τότε και γιατί τελικώς, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ιδίου, κατέστη, χωρίς να εξηγείται και πάλι το γιατί και πως, δυνατό τούτο κατά τον χρόνο υποβολής της υπό κρίση αίτησης, ουδέν εκ των οποίων εξηγείται εν προκειμένω.

Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι τα όσα αναφέρονται σχετικά δεν αποκαλύπτουν τον λόγο της καθυστέρησης της αυτής και συνεπώς δεν αιτιολογούν το γιατί «αδυνατούσε να υποβάλει […] κατά την καταχώρηση της προσφυγής» [κ.10 (α) (i)] ή και πολύ προηγουμένως, ή, έστω, αμέσως ή σύντομα μετά την καταχώρηση της προσφυγής, την επιδιωκόμενη να προσαχθεί μαρτυρία ο αιτητής.

Επί τούτου κρίνω σκόπιμο να παραθέσω και το εξής απόσπασμα από την απόφαση μου επί ενδιάμεσης αιτήσεως προσαγωγής μαρτυρίας στα πλαίσια της προσφυγής 6847/22, F. R. ν. Δημοκρατίας, ημ.12/07/24, όπου, επί όμοιου ζητήματος, ανέφερα τα εξής:

«Είναι σαφές, εκ της συνδυασμένης ανάγνωσης του κ.10 (α) και 3 (β) του Δικαστηρίου ότι ο αιτητής έχει κάθε δικαίωμα να προσάγει κάθε μαρτυρία σχετική με τους στην επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας ισχυρισμούς του. Τούτο όμως δεν είναι ανεξέλεγκτο, αλλά υπόκειται σε προϋποθέσεις και εύλογους περιορισμούς.

[…]

Αξίζει να σημειωθεί ότι εύλογοι περιορισμοί στη δικονομική ελευθερία προώθησης της προσφυγής ενός αιτητή δεν είναι ξένοι στη νομολογία μας. Σχετικώς, στη Βαρδιάνος v Richards (1998) 1 Α.Α.Δ 698, λέχθηκε ότι «[α]πό τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της.».

Σχετικώς, στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπ. αρ.1483/13, Εύης Δρουσιώτης v Πανεπιστημίου Κύπρου, ημ.07/08/15, αναφέρεται ότι:

«Σε κάθε περίπτωση ο αιτητής είχε πρόσβαση στο Δικαστήριο ανεμπόδιστα από την ημέρα καταχώρισης της προσφυγής […] και ήταν ελεύθερος κατά πάντα χρόνο να την προωθήσει, εντός του ταχθέντος υπό του Δικαστηρίου χρόνου και αναλόγως των οδηγιών του, ώστε να ανταποκριθεί και να εξασφαλίσει την προστασία που το Σύνταγμα του παρέχει και της θεραπείας που δυνατόν να πετύχει δυνάμει του Άρθρου 146(4) του Συντάγματος.  Το δικαίωμα δεν μπορεί να είναι ούτε απεριόριστο, ούτε και ανεξέλεγκτο, σε σημείο που να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το δικαίωμα του αιτητή προστατεύεται εφόσον προωθεί νομοτύπως την προσφυγή του και δεν δικαιούται να παρακάμπτει τις διαδικασίες και οδηγίες του Δικαστηρίου. »

Εκ του απαυγάσματος της ως άνω παρεμφερούς νομολογίας και του κ.10, ο οποίος και ρυθμίζει το δικαίωμα του αιτητή να προσάγει νέα μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, συνάγεται ότι το δικαίωμα αυτό – αν και παρέχεται δεόντως σε κάθε αιτητή – υποβάλλεται στους περιορισμούς που στον εν λόγω κανονισμό αναφέρονται.

[…]

Θα πρέπει βεβαίως να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητείται η έκταση και φύση του ελέγχου που ασκεί το Δικαστήριο [βλ. έφεση κατά απόφασης Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.17/2021, Janelidze v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.21/09/21, αρ.11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018, αρ.46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και αρ.47 του ΧΘΔΕΕ].

Όμως, δεδομένης της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, θεωρώ ότι η επιβολή δια διαδικαστικών κανονισμών εύλογων δικονομικών περιορισμών και η οριοθέτηση των πλαισίων εντός των οποίων κινείται μια δικαστική διαδικασία είναι και θεμιτή αλλά και συμβατή με το Ενωσιακό Δίκαιο νοούμενου ότι δεν καθίσταται αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερής η άσκηση των δικαιωμάτων του αιτούντος (πράγμα που δεν εντοπίζω εδώ, ως ανωτέρω εξηγώ). Αυτό επιβεβαιώθηκε, με αναφορά και στην προηγούμενη επί τούτου νομολογία, και στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής ΔΕΕ) στην C-184/16, ECLI:EU:C:2017:684, ημ.14/09/17, όπου το Δικαστήριο ανέφερε σχετικώς τα εξής, τα οποία θεωρώ ότι τυγχάνουν κατ’ αναλογία εφαρμογής:

«58.Συναφώς, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, ελλείψει σχετικής ρυθμίσεως του δικαίου της Ένωσης, απόκειται στα κράτη μέλη να ορίζουν τα αρμόδια δικαστήρια και να θεσπίζουν τους δικονομικούς κανόνες περί ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων που αποσκοπούν στο να διασφαλίσουν την προστασία των δικαιωμάτων τα οποία οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης. Πάντως, οι δικονομικοί κανόνες αυτοί δεν πρέπει να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η έννομη τάξη της Ένωσης (αποφάσεις της 29ης Απριλίου 2004, Ορφανόπουλος και Oliveri, C-482/01 και C-493/01, EU:C:2004:262, σκέψη 80, και της 13ης Μαρτίου 2014, Global Trans Lodzhistik OOD, C-29/13 και C-30/13, EU:C:2014:140, σκέψη 33).

[…]

60.Πράγματι, όπως το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επανειλημμένα, ο καθορισμός ευλόγων προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων με γνώμονα την ασφάλεια δικαίου, η οποία προστατεύει τόσο τους ενδιαφερόμενους πολίτες όσο και τις οικείες αρχές, είναι συμβατός με το δίκαιο της Ένωσης (απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2016, Stadt Wiener Neustad, C-348/15, EU:C:2016:882, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).»

Η ως άνω προσέγγιση ευθυγραμμίζεται με τα λεχθέντα στην Ahmedbekova (ανωτέρω), όπου αναφέρεται ότι το «δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει εάν, βάσει των εθνικών δικονομικών κανόνων, ο λόγος χορήγησης διεθνούς προστασίας που προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιόν του προβλήθηκε εγκαίρως κατά τη διαδικασία της προσφυγής» και «δεν υπέχει […] υποχρέωση [να εξετάσει αυτά] αν διαπιστώσει ότι οι λόγοι αυτοί ή τα στοιχεία αυτά προβλήθηκαν εκπρόθεσμα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της προσφυγής».»

Αντίθετη προσέγγιση αντιβαίνει θεωρώ στις ρητές πρόνοιες του κ.10 (α) και θα παρείχε την ευχέρεια για προσκόμιση μαρτυρίας από τον αιτητή κατά το δοκούν, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, χωρίς να αιτιολογείται ειδικώς η καθυστέρηση, με ορατό τον κίνδυνο να διαιωνίζεται η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.

Η αίτηση απορρίπτεται.

Έξοδα €300, καταβλητέα κατά το τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

Η προσφυγή ορίζεται για οδηγίες στις 11/02/26, 8:15 π.μ..

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο