E. J. O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 4598/2023, 7/1/2026
print
Τίτλος:
E. J. O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 4598/2023, 7/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

      Υπόθεση Αρ. 4598/2023

 

7 Ιανουαρίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

E. J. O.

Αιτητής

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ’ ων η αίτηση.

 …………………….

 

 

 

Ο αιτητής παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Κα Ταβλαρίδου για Νατάσα Π. Στυλιανού, Δικηγόρος για τον αιτητή

 

Κυριάκος Ιμανίμης για Ιωάννα Χαραλάμπους, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 15/11/2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος της Νιγηρίας και στις 28/03/2023 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές. Αυθημερόν, ο αιτητής παρέλαβε τη Βεβαίωση Υποβολής Αίτησης Διεθνούς Προστασίας (Confirmation of Submission of an Application for International Protection).

 

Στις 25/08/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από λειτουργό του E.U.A.A. Στις 31/08/2023 λειτουργός του E.U.A.A ετοίμασε Έκθεση - Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή. Στη συνέχεια, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης στις 06/09/2023. Στις 15/11/2023 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή προς τον αιτητή στην οποία συμπεριέλαβε την απόφασή της για απόρριψη του αίτηματός του και την αιτιολόγηση αυτής, η οποία και παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή την ίδια ημέρα. Στη συνέχεια, ο αιτητής στις 08/12/2023 καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης ισχυρίζεται πως δεν διεξήχθηκε από το αρμόδιο όργανο η δέουσα έρευνα, εφόσον δεν έλαβαν υπόψη τους τα περιστατικά που έθεσε ο αιτητής ενώπιον του.  Πρόσθετα, εισηγείται πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και/ή μη δεόντως αιτιολογημένη.

 

Η ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, υποστήριξε τη νομιμότητα και ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και ανέφερε ότι η εν λόγω προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί εφόσον το αρμόδιο όργανο αποφάσισε αφού διεξήγαγε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και έλαβε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.  Επιπλέον εισηγείται ότι ο αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, το οποίο δεν κατάφερε ο αιτητής να αποσείσει στην προκειμένη περίπτωση εφόσον δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. 

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας.  Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Προχωρώ να εξετάσω τον ισχυρισμό που προωθεί ο αιτητής περί του ότι εσφαλμένα και λόγω έλλειψης δέουσας και/ή επαρκούς έρευνας, το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημά του για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.

 

Ο αιτητής στην αίτηση που υπέβαλε στην Υπηρεσία Ασύλου, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή η ζωή του κινδυνεύει από τον θείο του, καθώς ο θείος του σκότωσε τους γονείς του και τώρα αυτός είναι ο μόνος επιζών. Ο αιτητής πρόσθεσε ότι οι γονείς του του άφησαν τη γη τους και γι’ αυτό το λόγο ο θείος του επιθυμεί να τον σκοτώσει, επειδή επιθυμούσε να πάρει τα πάντα από αυτούς.  Ο αιτητής πούλησε την γη του και έτρεξε για να σώσει τη ζωή του.  Ο θείος του προσπάθησε να τον σκοτώσει, αλλά κατάφερε να ξεφύγει (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ο αιτητής ως προς τα προσωπικά του στοιχεία δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Νιγηρίας, με τόπο γέννησης και τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του το χωριό Abavo, της πολιτείας Delta, όπου μεγάλωσε και έζησε το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του μέχρι την ημερομηνία αναχώρησής του από τη χώρα καταγωγής του, δηλαδή στις 15 Μαρτίου 2023 (ερυθρά 37 1Χ, 36 1Χ του διοικητικού φακέλου). Περαιτέρω, ανέφερε πως είναι άγαμος, χωρίς παιδιά (ερυθρό 36 2Χ) του διοικητικού φακέλου, ενώ, δήλωσε Χριστιανός Πεντηκοστιανός (ερυθρά 37, 39 του διοικητικού φακέλου) και πως μιλά Αγγλικά και την διάλεκτο Ika (ερυθρό 35 1Χ του διοικητικού φακέλου).

 

Αναφορικά με το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, ισχυρίστηκε ότι έχει λάβει τριτοβάθμια εκπαίδευση, ολοκληρώνοντας, το 2021, σπουδές χημείας / βιοχημείας στο Πολυτεχνικό ίδρυμα της πόλης του Auchi, της πολιτείας Edo (ερυθρά 37 1X, 35 2x του διοικητικού φακέλου), ενώ σε σχέση με την επαγγελματική του απασχόληση, ισχυρίστηκε ότι εργαζόταν στην οικογενειακή φάρμα στο χωριό Abavo, και ότι κατά την διάρκεια των σπουδών του, εργαζόταν ως καθηγητής μερικής απασχόλησης, δίδοντας μαθήματα σε μαθητές ανωτάτων ιδρυμάτων  (higher institution students) (ερυθρό 35 3Χ του διοικητικού φακέλου). Τέλος, δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε μετά από ασθένεια το 2014 (ερυθρό 33 1Χ του διοικητικού φακέλου), η μητέρα του διαμένει στο χωριό Abavo, της πολιτείας Delta, ενώ έχει τρία ενήλικα αδέλφια και μια αδελφή, τα οποία διαμένουν στις πολιτείες Rivers, Delta και Edo στη χώρα καταγωγής του (ερυθρό 36 4Χ του διοικητικού φακέλου).

 

Κληθείς να παραθέσει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής κατά την ελεύθερη αφήγησή του δήλωσε, ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας απειλών που δέχτηκε κατά της ζωής του από τον θείο του, ο οποίος αφού σκότωσε τον πατέρα του (το 2014), ήθελε να προσεταιριστεί προς ίδιον όφελος την πατρική περιουσία που κληρονόμησε ο αιτητής και τα αδέλφια του. Όταν ρωτήθηκε αν υπήρχαν άλλοι λόγοι, οι οποίοι τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο αιτητής απάντησε ότι αυτός ήταν ο κύριος λόγος (δηλαδή οι απειλές του θείου του λόγω περιουσιακής - κτηματικής διαφοράς), ενώ συμπλήρωσε, ότι έγιναν εις βάρος του πολλές απόπειρες δολοφονίας (από τον θείο του), γεγονός που τον ανάγκασε να πουλήσει ένα κομμάτι γης, το οποίο γνώριζε ότι άνηκε στον πατέρα του και να εγκαταλείψει τη χώρα)(ερυθρό 34 2Χ του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων που ακολούθησε, δόθηκε η ευκαιρία στον αιτήτη μέσω πρόσθετων ερωτήσεων να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία του και να αποσαφηνίσει τα κρίσιμα γεγονότα της αφήγησής του. Ο αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε το 2014 μετά από ασθένεια (ερυθρό 33 1Χ του διοικητικού φακέλου), ενώ συμπλήρωσε ότι θεωρεί τον θείο του υπεύθυνο για το θάνατο του πατέρα του καθώς ο θείος του δεν διέθεσε τα απαραίτητα χρήματα για να μπορέσει να πάει ο πατέρας του αιτητή σε νοσοκομείο (ερυθρό 33 1Χ του διοικητικού φακέλου).

 

Ο αιτητής έδωσε συμπληρωματικές πληροφορίες αναφορικά με τη σχέση του με το θείο του δηλώνοντας ότι μετά το θάνατο του πατέρα του το 2014 ο θείος του ήταν πολύ καλός απέναντι σε αυτόν και τα αδέλφια του, ενώ τα πρώτα προβλήματα στις σχέσεις τους ξεκίνησαν τον Δεκέμβριο του 2021, όταν ο αιτητής έχοντας ανάγκη από κάποια χρήματα ζήτησε πληροφορίες από το θείο του σχετικά με την πατρική περιουσία, η οποία βρισκόταν στο χωριό Abavo, τόπο κατοικίας και του θείου του αιτητή (ερυθρά 33 3Χ, 33). Ο αιτητής δήλωσε ότι ο θείος του αρνήθηκε να τους δείξει ή να δώσει πληροφορίες σχετικά με την πατρική περιουσία, λέγοντας στον αιτητή να μην ανησυχεί για αυτά τα θέματα και ότι αυτός θα είναι υπεύθυνος για τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία (ερυθρά 33 3Χ, 32 του διοικητικού φακέλου).

 

Ο αιτητής διευκρίνισε ότι από το σύνολο της πατρικής του περιουσίας κατάφερε, ενάντια στη θέληση του θείου του, να πουλήσει, τον Αύγουστο του 2022, ένα αγρόκτημα, το οποίο γνώριζε ότι ανήκει στον πατέρα του, καθώς όπως δήλωσε του το είχε υποδείξει σχετικά, ο ίδιος ο πατέρας του πριν αποβιώσει (ερυθρά 33 3Χ, 29 2Χ του διοικητικού φακέλου).  Ο αιτητής έδωσε συμπληρωματικές πληροφορίες αναφορικά με τα προβλήματα που αντιμετώπισε από το θείο του λόγω των περιουσιακών διαφορών που είχαν. Συγκεκριμένα, ο αιτητής δήλωσε ότι από τον Δεκέμβριο του 2021 ο θείος του έκανε ότι μπορούσε για να αποτρέψει τον αιτητή και τα αδέλφια του να μάθουν οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με την πατρική τους περιουσία (ερυθρό 31 2 του διοικητικού φακέλου Χ).

 

Ο αιτητής συμπλήρωσε ότι τον Αύγουστο του 2022 μέσα σε διάστημα δύο εβδομάδων δέχτηκε δυο απόπειρες δολοφονίας από άτομα, τα οποία σύμφωνα με τον ίδιο ενεργούσαν εκ μέρους του θείου του, καθώς ήταν αντίθετος με την πώληση του αγροκτήματος, Ο αιτητής πρόσθεσε ότι το Σεπτέμβριο του 2022 και για μια εβδομάδα δεχόταν ανώνυμες απειλητικές κλήσεις στο τηλέφωνό του, από άτομα τα οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, ενεργούσαν εκ μέρους του θείου του, ενώ δήλωσε ότι υπήρξαν και πνευματικές επιθέσεις εναντίον του καθώς έβλεπε πολλά όνειρα (ερυθρά 31 5Χ, 29 2Χ, 28 1Χ, 28 2Χ του διοικητικού φακέλου).  

 

Στη βάση των ανωτέρω ισχυρισμών, ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή ως ακολούθως: (α) προσωπικά στοιχεία και προφίλ του αιτητή και (β) ισχυριζόμενες απειλές κατά της ζωής του από τον θείο του λόγω κτηματικής διαφοράς. Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τους καθ’ ων η αίτηση, καθότι κρίθηκε ότι πληρούται τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία, λαμβανομένου υπόψη και του αποδεικτικού του διαβατηρίου του αιτητή, εγγράφου. Ωστόσο, ο δεύτερος ισχυρισμός δεν έτυχε αποδοχής.

 

Αναφορικά με το δεύτερο ισχυρισμό, δηλαδή τις ισχυριζόμενες απειλές κατά της ζωής του από τον θείο του λόγω κτηματικής διαφοράς, οι καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι οι δηλώσεις του αιτούντος σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός του στερούνται συνοχής, λεπτομερειών και εξειδίκευσης και επομένως δεν θεωρούνται αξιόπιστες (ερυθρά 69 - 66 του διοικητικού φακέλου).

 

Ειδικότερα, είναι η θέση των καθ’ων η αίτηση, ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσφέρει ικανοποιητικές λεπτομέρειες αναφορικά με το πώς εξελίχθηκε η σχέση του με τον θείο του και την μεταστροφή στη συμπεριφορά του θείου του απέναντι του, με το πέρασμα του χρόνου, δηλαδή από το 2014, όταν ο πατέρας του αιτητή απεβίωσε μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2021, όταν ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι αντιμετώπισε για πρώτη φορά προβλήματα με τον θείο του, όταν του ζήτησε πληροφορίες για την περιουσία του πατέρα του, καθώς χρειαζόταν κάποια χρήματα (ερυθρό 68 του διοικητικού φακέλου).

 

Συγκεκριμένα, ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε, ότι ενώ ο αιτητής δήλωσε ότι μέχρι τον Δεκέμβριο του 2021 δεν είχε αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα από τον θείο του (ερυθρό 34 3Χ του διοικητικού φακέλου), εντούτοις σε άλλο σημείο της συνέντευξης, ο αιτητής δήλωσε, ότι ο θείος του είναι υπεύθυνος για τον θάνατο του πατέρα του (το 2014), καθώς όταν ο πατέρας του αιτητή ήταν άρρωστος, ο θείος του, ο οποίος διαχειριζόταν τις οικογενειακές αποταμιεύσεις, δεν τους διέθεσε (στον αιτητή και τα αδέλφια του) τα απαιτούμενα χρήματα για να μεταβεί ο πατέρας τους σε νοσοκομείο (ερυθρό 33 1Χ του διοικητικού φακέλου). Επιπλέον ο αρμόδιος λειτουργός ανέφερε ότι σε άλλο σημείο της συνέντευξης, ο αιτητής ρωτήθηκε συγκεκριμένα για την σχέση του με το θείο του και απάντησε ότι ήμασταν (ο αιτητής και τα αδέλφια του) άνετοι μαζί του, καθώς ήταν πολύ καλός μαζί μας (ερυθρό 33 2Χ του διοικητικού φακέλου).

 

Επιπλέον, οι καθ’ων η αίτηση θεωρούν, ότι ο αιτητής δεν είχε πληροφορίες για την αναφερόμενη πατρική περιουσία, την οποία ο θείος του επιθυμούσε να προσεταιριστεί, καθώς ο αιτητής δήλωσε σχετικά, ότι ο θείος του δεν του μετέφερε πληροφορίες και τον εμπόδιζε από το να γνωρίζει για την περιουσία του πατέρα του (ερυθρό 31 2 Χ του διοικητικού φακέλου). Ο αρμόδιος λειτουργός συμπλήρωσε ότι ο αιτητής παρείχε έναν εύλογο λόγο για τον οποίο δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την ακριβή κατάσταση της περιουσίας του πατέρα του, καθώς δήλωσε σχετικά, ότι κάποιες φορές ένας αδελφός (δηλαδή ο πατέρας του αιτητή) μπορεί να βοηθήσει τον αδερφό του (δηλαδή τον θείο του αιτητή) δανείζοντάς του γη για αγροτικές εργασίες, ενώ πρόσθεσε ότι δεν γνώριζαν ( ο αιτητής και τα αδέρφια του) αυτά τα οποία τους ανήκαν και ότι ήταν πολύ δύσκολο για αυτούς να ρωτήσουν, καθώς ο πατέρας τους εμπιστευόταν τον θείο τους πάρα πολύ (ερυθρό 31 3 Χ του διοικητικού φακέλου). Εντούτοις οι καθ’ων η αίτσησ σημειώνουν ότι η παραπάνω εξήγηση (αναφορικά για τη μη γνώση πληροφοριών σχετικά με την πατρική περιουσία) δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μια λογική και συγκεκριμένη αιτιολόγηση, λαμβάνοντες υπόψιν ότι λόγω των προβλημάτων που προέκυψαν εξαιτίας των κτηματικών διαφορών μεταξύ του θείου και του αιτητή, ο αιτητής αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του (ερυθρό 68 του διοικητικού φακέλου).

 

Σχετικά με τους ισχυρισμούς του αιτητή για τις απειλές και απόπειρες δολοφονίας εναντίον του από τον θείο του, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί με λεπτομέρεια για το συγκεκριμένο θέμα.  Όπως αναφέρουν, παρόλο που ο αιτητής παρείχε κάποιες βασικές πληροφορίες για τα δύο περιστατικά που έλαβαν χώρα εναντίον του, ενώ πήγαινε έναν αγοραστή να δει το κομμάτι γης του πριν το πουλήσει, εντούτοις ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε ότι ο αιτητής δεν προσδιόρισε ποιος ήταν ο δράστης αυτών των επιθέσεων εναντίον του, ενώ ανέφερε ότι ο θείος του ήταν πίσω από αυτές τις επιθέσεις, βασιζόμενος όμως μόνο σε υποθέσεις (ερυθρό 30 2Χ του διοικητικού φακέλου). Επιπλέον, οι καθ’ων η αίτηση σημειώνουν ότι αν και ζητήθηκε ρητά από τον αιτητή να περιγράψει λεπτομερώς τα αναφερόμενα δύο περιστατικά, εντούτοις αυτός παρείχε ελάχιστα λεπτομερείς πληροφορίες για αυτά (ερυθρό 31 5 Χ του διοικητικού φακέλου).

 

Αναφορικά με αυτό το ζήτημα, ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε ότι για το πρώτο περιστατικό ο αιτητής δήλωσε ότι όταν πήγε στο αγρόκτημα για να το δείξει στον πιθανό αγοραστή, δυο άγνωστοι έτρεξαν προς το μέρος του και του πιθανού αγοραστή με μαχαίρια και ξύλα (ερυθρό 30 3Χ του διοικητικού φακέλου), χωρίς όμως να είναι σε θέση να δώσει μια λεπτομερή περιγραφή για το πώς κατάφερε να δραπετεύσει από τους επιτιθέμενους, λέγοντας απλώς οτι δραπέτευσαν επειδή το αγρόκτημα είναι κοντά σε κατοικίες (residential houses) (ερυθρό 30 1X του διοικητικού φακέλου).  Επιπρόσθετα, αναφορικά με το δεύτερο αναφερόμενο περιστατικό ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει το ποιος ήταν ο δράστης της επίθεσης και το πώς συνδέεται ο δράστης της επίθεσης με τον θείο του και τα  προβλήματα που προέκυψαν λόγω της αναφερόμενης κτηματικής διαφοράς του αιτητή με τον θείο του (ερυθρό 29 1Χ του διοικητικού φακέλου).

 

Συγκεκριμένα, ο αιτητής δήλωσε, ότι οδηγούσε την μοτοσικλέτα του κατευθυνόμενος προς το χωριό (Abavo)  όταν τρια άτομα με μάσκες στα πρόσωπα τους τον σταμάτησαν και τον έσυραν σε παρακείμενους θάμνους, αλλά εκείνη τη στιγμή έτερη μοτοσικλέτα πέρασε από το σημείο αναγκάζοντας τους επιτιθέμενους να αρχίσουν να τρέχουν μακριά από το σημείο (ερυθρό 29 1Χ του διοικητικού φακέλου), εντούτοις οι καθ’ων θεώρησαν τις εν λόγω αναφορές ως μη συγκεκριμένες (ερυθρό 67 του διοικητικού φακέλου). Επιπλέον, ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε ότι αν και για τα δύο αναφερόμενα περιστατικά ο αιτητής παρουσίασε ως κίνητρο των επιθέσεων, το γεγονός ότι ο θείος του δεν επιθυμούσε να πουλήσει την εν λόγω ιδιοκτησία, εντούτοις ο αιτητής κατάφερε τελικά να πουλήσει το εν λόγω αγρόκτημα τον ίδιο μήνα μετά την δεύτερη αναφερόμενη επίθεση, δηλαδή τον Αύγουστο του 2022 (ερυθρό 29 2Χ του διοικητικού φακέλου).

 

Στη συνέχεια, οι καθ’ων η αίτηση προχώρησαν σε εξέταση των ισχυρισμών του αιτητή, ότι δέχτηκε απειλές μετά την πώληση του αγροκτήματός του τον Αύγουστο του 2022.  Ειδικότερα, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο αιτητής αναφέρθηκε γενικά σε ορισμένα τηλεφωνήματα, τα οποία έλαβαν χώρα μετά την πώληση της αμφισβητούμενης γης, τα οποία διήρκησαν για μια εβδομάδα και σταμάτησαν αφού σταμάτησε να απαντά στις εν λόγω κλήσεις (ερυθρό 28 2 Χ του διοικητικού φακέλου). Οι καθ’ων η αίτηση πρόσθεσαν ότι όταν του ζητήθηκε να διευκρινίσει ποιος τον κάλεσε, ο αιτητής απάντησε αόριστα ‘απλώς περίεργοι αριθμοί’, ενώ συμπλήρωσε ότι τα πρόσωπα που τον καλούσαν του έλεγαν ότι τον χρειάζονται και ότι δεν θα πιστέψει το τι θα του κάνουν (ερυθρό 28 3 Χ του διοικητικού φακέλου). Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο αιτητής δεν παρείχε συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με το ποιος βρισκόταν πίσω από αυτά τα τηλεφωνήματα, ποιο ήταν το κίνητρο, υποθέτοντας μόνο ότι πρέπει να ήταν ο θείος του επειδή ο θείος του είναι το μόνο που άτομο με το οποίο αντιμετωπίζει προβλήματα λόγω της γης (ερυθρό 28 3 Χ του διοικητικού φακέλου).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε ότι ο αιτητής παρέμεινε στη Νιγηρία για περίπου ένα χρόνο μετά το τελευταίο φερόμενο περιστατικό εναντίον του (Αύγουστος 2022 - Μάρτιος 2023) στην πόλη Agbor, η οποία απέχει μόλις 30 λεπτά από το χωρίο Abavo, (τόπο κατοικίας του θείου του) χωρίς εντούτοις να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα με τον θείο του (ερυθρό 36 1Χ του διοικητικού φακέλου). Όταν ζητήθηκε από τον αιτητή να εξηγήσει πώς ο θείος του δεν τον έβλαψε ή δεν τον ενόχλησε, σε αυτό το χρονικό διάστημα, παρόλο που ο ίδιος θεωρούσε ότι ο θείος του επιθυμούσε να τον σκοτώσει, ο αιτητής απάντησε πως ο θείος του δεν γνώριζε που ακριβώς βρισκόταν (ερυθρό 27 2Χ του διοικητικού φακέλου), δήλωση η οποία κατά τους καθ’ων η αίτηση ενισχύει περαιτέρω το επιχείρημα ότι οι δηλώσεις του αιτητή σχετικά με την ισχυριζόμενη διαφορά μεταξύ αυτού και του θείου του, δεν είναι αξιόπιστες ή τουλάχιστον δεν προκύπτει κανένας κίνδυνος για τη ζωή του ή τη σωματική ακεραιότητα του αιτητή (ερυθρό 67 του διοικητικού φακέλου).  Τέλος, οι καθ’ων η αίηση σημείωσαν ότι οι αναφορές του αιτητή για πνευματική βλάβη (spiritual harm) από τον θείο του (ερυθρά 28 1Χ, 26 1Χ του διοικητικού φακέλου) δεν θα εξεταστούν – αξιολογηθούν καθώς θεωρούνται πολιτισμικές, θρησκευτικές πεποιθήσεις και δεισιδαιμονίες και δεν υπάρχει τρόπος να αναλυθούν αντικειμενικά (ερυθρά 67, 66 του διοικητικού φακέλου).

 

Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, η εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του δεν ήταν δυνατόν να θεμελιωθεί.  Όσον αφορά στην εξωτερική αξιοπιστία, είναι η θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι παρά το γεγονός ότι περιστατικά βίας στη Νιγηρία εξαιτίας κτηματικών διαφορών επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, η εσωτερική αξιοπιστία του αιτητή δεν καθίσταται επαρκής, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός να απορριφθεί στο σύνολό του.

 

Υπό το φως του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού σχετικά με τα προσωπικά στοιχεία του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός συνήγαγε κατά την αξιολόγηση κινδύνου, αφού παρέθεσε πληροφορίες αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του, ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του τη Νιγηρία.

 

Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, κρίθηκε πως ο αιτητής κατά την επιστροφή του στην Νιγηρία, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην Νιγηρία και συγκεκριμένα στην πολιτεία Delta, ο αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, αφού  η κατάσταση  στην Νιγηρία, δεν χαρακτηρίζεται από καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.  Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθέτησε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από την συνήγορό του αλλά και από την συνήγορο που εκπροσωπεί τους Καθ' ων η αίτηση.  Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του αιτητή, διαπιστώνω πως ορθώς έχει γίνει αποδεκτός καθώς ο αιτητής κρίθηκε ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστος στις δηλώσεις του. 

 

Ακολούθως, θα συμφωνήσω με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου περί αναξιοπιστίας του αιτητή ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό. Ειδικότερα, όπως ορθώς επισημαίνεται στην Έκθεση-Εισήγησή του, ο αιτητής δεν παρέθεσε επαρκείς πληροφορίες και λεπτομέρειες για τον πυρήνα του αιτήματός του. Ο αιτητής δεν είχε υποστεί οτιδήποτε περαιτέρω ούτε παρουσίασε οτιδήποτε συγκεκριμένο ενώπιον μου που τροποποιεί την εικόνα που διαμορφώθηκε από το λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου ενόψει των ισχυρισμών του, όπως αυτοί καταγράφηκαν με λεπτομέρεια στην έκθεση/εισήγηση του λειτουργού.

 

Οι δηλώσεις του αιτητή σχετικά με τον ισχυριζόμενο κίνδυνο για τη ζωή του λόγω κτηματικής διαφοράς με τον θείο του ήταν ελλιπείς και ανεπαρκείς, ενώ ο αιτητής δεν μπόρεσε να αιτιολογήσει επαρκώς γιατί δεν ενημέρωσε τις αστυνομικές αρχές για την πρώτη αναφερόμενη επίθεση εναντίον του, καθώς όταν ρωτήθηκε σχετικά, δήλωσε ανεπαρκώς ότι δεν ενημέρωσε την αστυνομία γιατί αισθάνθηκε ότι μπορεί να μην τον άκουγαν (ερυθρό 30 του διοικητικού φακέλου). Από το αφήγημά του, διαπιστώνεται πως ο αιτητής παρουσίασε τον πυρήνα του αιτήματός του με επιφανειακό τρόπο, με γενικές και αόριστες δηλώσεις οι οποίες δεν παρουσιάζουν βιωματικά περιστατικά και κατά συνέπεια δεν μπορεί να κριθεί εσωτερικά αξιόπιστος στις δηλώσεις του.  Οι δηλώσεις του αιτητή κρίνω ότι είναι ασαφείς και επιφανειακές, στερούμενες τις αναγκαίας πειστικότητας ώστε να θεμελιώνουν το αίτημά του.  Κατά συνέπεια, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.

 

Όλο το πιο πάνω ιστορικό στο οποίο στηρίζεται το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο αιτητής δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής είχε την ευκαιρία στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία να προσκομίσει με το ορθό δικονομικό διάβημα οτιδήποτε θεωρούσε ότι έπρεπε να γνωρίζει το Δικαστήριο πράγμα που δεν έπραξε.  Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, ο αιτητής δεν προώθησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.  Τα στοιχεία αυτά, δεν θα μπορούσαν να εντάξουν τον αιτητή στην έννοια του πρόσφυγα έτσι όπως αυτή η έννοια ερμηνεύεται από την Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):  «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής».

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το προαναφερόμενο άρθρο, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (§37,38 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών). 

 

Οι διαπιστώσεις του αρμόδιου εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργού που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και του λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, περί του ότι ο αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα (άρθρο 3, του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000), συνιστούν διαπιστώσεις εύλογα επιτρεπτές ενόψει των στοιχείων που είχε ο Προϊστάμενος ενώπιον του, όπως αυτά διαφαίνονται από τον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1. 

 

Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται επικουρική προστασία.

 

Ορθά κρίθηκε από τον αρμόδιο εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργό που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ότι δεν στοιχειοθετούνταν ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000 για να παραχωρηθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1) του Ν. 6 (Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι».  Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000, σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619.

 

Στα πλαίσια του κατ' ουσίαν ελέγχου της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης διεξήγαγα επικαιροποιημένη έρευνα σε πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του αιτητή, αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφάλειας στον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του αιτητή.

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πολιτεία Delta της Νιγηρίας, στην οποία υπάγεται ο τόπος προηγούμενης συνήθους διαμονής του αιτητή το χωριό Abavo, κατά το τελευταίο έτος, καταγράφηκαν 150 περιστατικά ασφαλείας (που περιλαμβάνει περιστατικά πολιτικής βίας, διαδηλώσεων, καταστολής) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 106 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[1]  Σημειώνεται ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις για το έτος 2022, ο πληθυσμός της Νιγηρίας ανέρχεται σε 216,783,400 κατοίκους[2]. Επιπλέον, ο πληθυσμός της πολιτείας Delta ανέρχεται σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2022, στα 5,636,100 κατοίκους.[3]

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, πλήρως ικανός προς εργασία, με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία στη χώρα του, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στην διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωση του για επαρκή έρευνα.

 

Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής διεξήγαγαν τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.  Συνεπώς, ο ισχυρισμός της ευπαίδευτου συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, αλλά και ότι το αρμόδιο όργανο δεν μελέτησε διεξοδικά τους ισχυρισμούς  του αιτητή, απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Η συνήγορος του αιτητή στα πλαίσια της Γραπτής της Αγόρευσης, προβάλλει πως η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας. Η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση αντιτείνει ότι όλες οι ενέργειες των καθ’ ων η αίτηση είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένες κατά τρόπο που καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος.

 

Η αιτιολόγηση των αποφάσεων της διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (Γρηγορόπουλος κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, (1997) 4 ΑΑΔ 1414).

 

Μέσα από την αιτιολογία του οργάνου θα πρέπει να διαφαίνεται ο συλλογισμός του, ο οποίος οδήγησε στην προσβαλλόμενη απόφαση ή τουλάχιστον να υπάρχουν στοιχεία στον φάκελο της υπόθεσης που να μπορούν να συμπληρώσουν την αιτιολογία της απόφασης του αρμόδιου οργάνου (βλ. Στέφανος Φράγκου v. Κυπριακή Δημοκρατίας, (1998) 3ΑΑΔ 270).

 

Η αιτιολογία της απόφασης του διοικητικού οργάνου συμπληρώνεται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου (άρθρο 29 του Ν. 158 (Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371). Η δυνατότητα αυτή υπάρχει όταν τα στοιχεία που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου συνδέονται με την απόφαση και αποκαλύπτουν τους λόγους που οδήγησαν στην προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Συνεπώς, από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση και ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος ισχυρισμός απορρίπτεται.

 

Επιπρόσθετα, λαμβάνεται υπόψη ότι ο Υπουργός Εσωτερικών στα πλαίσια των εξουσιών του  δυνάμει του άρθρου 12 Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000) με την Κ.Δ.Π. 145/2025, καθόρισε τη χώρα καταγωγής του αιτητή ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιήθηκε βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, ότι στην οριζόμενη χώρα γενικά και μόνιμα δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική  μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση.  Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και στην οποία αναφέρονται οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή τους ήταν απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.

 

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.                                               

 

 

 

 

                                                                             Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.



[1] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, https://acleddata.com/platform/explorer  (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Nigeria, Delta)

[2] Nigeria: States & Agglomerations, Nigeria Population, διαθέσιμο σε https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/  

[3]Nigeria: States & Agglomerations, Delta State Population, διαθέσιμο σε https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/   


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο