ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Νομική Αρωγή αρ. 5/2026
20 Ιανουαρίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2002,
Ν. 168(Ι)/2002 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ (ΑΡ.1) ΤΟΥ 2003
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:
A.O.G.
από Νιγηρία
Αιτήτρια
Η Αιτήτρια εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως
Για τους Καθ' ων η αίτηση: Κ. Μιχαηλίδου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
[Ευστράτιος Θεοδοσίου- Διερμηνέας, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
E. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η Αιτήτρια, με την καταχωρισθείσα αίτησή της, επιζητά την παροχή δωρεάν νομικής αρωγής δυνάμει του άρθρου 6Β του περί Προσφύγων Νόμου, με σκοπό τον διορισμό δικηγόρου για την καταχώριση προσφυγής εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 08.12.2025, η οποία της κοινοποιήθηκε στις 22.12.2025 και με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της για αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Η συνήγορος που εμφανίζεται για τον Γενικό Εισαγγελέα καταχώρισε σημείωμα με το οποίο έφερε ένσταση στο αίτημα της Αιτήτριας παραπέμποντας στα γεγονότα της υπόθεσης και επισυνάπτοντας τα σχετικά στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκαν οι Καθ’ ων η αίτηση για την απόρριψη της αίτησής της για διεθνή προστασία.
Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η Αιτήτρια είναι Νιγηριανή υπήκοος, γεννηθείσα στην πόλη Obiarukwu της πολιτείας Delta στη Νιγηρία, η οποία αποτέλεσε και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της πριν από την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα Igbo και ότι είναι Χριστιανή στο θρήσκευμα.
Επισημαίνεται ότι κατά τη διαδικασία αξιολόγησης ευαλωτότητας, η Αιτήτρια κρίθηκε ως ευάλωτο πρόσωπο και συγκεκριμένα ως πιθανό θύμα εμπορίας προσώπων, γεγονός το οποίο καταγράφηκε επισήμως από την Υπηρεσία Ασύλου, ενεργοποιώντας ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις και παραπομπές σε συναρμόδιες αρχές.
Σύμφωνα με τα όσα κατέγραψε στην αίτησή της, η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της τον Μάρτιο του 2022, αναχωρώντας αεροπορικώς από το Lagos και μεταβαίνοντας μέσω Τουρκίας στις κατεχόμενες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπου παρέμεινε για χρονικό διάστημα περίπου τριών ετών. Στις 21.03.2025 διέσχισε τα οδοφράγματα και εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, όπου υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, η Αιτήτρια κατέγραψε ότι είναι ορφανή από γονείς και ότι ήλθε στην Κύπρο για να σπουδάσει αλλά και για μία καλύτερη ζωή. Ως καταγράφει, το κορίτσι που την έφερε στην Κύπρο δεν της φερόταν καλά και γι’ αυτό έφυγε και ήλθε εδώ (here). Δήλωσε ότι ήλθε καθώς φοβάται για την ζωή της σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, και ότι μπορεί να την σκοτώσουν καθώς δεν έχει να πληρώσει σε αυτούς (them) €6000. Προσθέτει ότι πλήρωσε για τα εισιτήρια και τις σπουδές της και δεν έχει τα χρήματα αυτά για να τα επιστρέψει.
Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι ο κύριος λόγος αναχώρησής της από τη χώρα καταγωγής της ήταν η έλλειψη οικονομικών ευκαιριών στη Νιγηρία. Αναφέρθηκε ωστόσο, κατά την αρχή της συνέντευξής της ότι η ίδια υπήρξε θύμα εμπορίας προσώπων.
Η Υπηρεσία Ασύλου, κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, προέβη σε διαχωρισμό των προβαλλόμενων ισχυρισμών της Αιτήτριας και τους αξιολόγησε αυτοτελώς, τόσο ως προς την εσωτερική όσο και ως προς την εξωτερική αξιοπιστία τους.
Ως πραγματικά στοιχεία που έγιναν αποδεκτά, η Υπηρεσία Ασύλου αποδέχθηκε την ταυτότητα και την υπηκοότητα της Αιτήτριας ως υπηκόου της Νιγηρίας, τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής της στην πόλη Obiarukwu της πολιτείας Delta, την εθνοτική και θρησκευτική της ταυτότητα, τη διαδρομή αναχώρησής της από τη χώρα καταγωγής και εισόδου της στη Δημοκρατία, καθώς και το γεγονός ότι κρίθηκε ευάλωτο πρόσωπο ως πιθανό θύμα εμπορίας ανθρώπων στο πλαίσιο της διαδικασίας αξιολόγησης ευαλωτότητας.
Αντιθέτως, ως προς τους ουσιώδεις ισχυρισμούς που προβάλλονταν προς θεμελίωση καθεστώτος πρόσφυγα, η Υπηρεσία Ασύλου έκρινε ότι δεν τεκμηριώθηκε δίωξη ή εξατομικευμένη στοχοποίηση της Αιτήτριας εκ μέρους κρατικών ή μη κρατικών δρώντων για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδόθηκε στο γεγονός ότι η ίδια δήλωσε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της για λόγους οικονομικού περιεχομένου και δεν επικαλέστηκε περιστατικά προσωπικής δίωξης στο παρελθόν.
Σε ό,τι αφορά τη συμπληρωματική προστασία, η Υπηρεσία Ασύλου εξέτασε την κατάσταση ασφάλειας στην πολιτεία Delta βάσει διεθνών πηγών πληροφόρησης (EUAA, ACLED, RULAC) και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, παρά την ύπαρξη περιστατικών βίας, η ένταση αυτής δεν φθάνει στο απαιτούμενο κατώφλι ώστε να στοιχειοθετείται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας. Περαιτέρω, έκρινε ότι το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας δεν καταδεικνύει ύπαρξη εξατομικευμένου κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία.
Κατά συνέπεια, η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε στην απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας τόσο ως προς το καθεστώς του πρόσφυγα όσο και ως προς τη συμπληρωματική προστασία, εισηγούμενη παράλληλα την έκδοση απόφασης επιστροφής.
Η προϋπόθεση της πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της προσφυγής
Η Αιτήτρια επιθυμεί να καταχωρίσει προσφυγή κατά της δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 13 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 και συνεπώς η εξεταζόμενη περίπτωση εμπίπτει στο άρθρο 6Β(2)(α) του περί Νομικής Αρωγής Νόμου.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπό κρίση αίτηση αφορά στην πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής και ότι συνεπώς πληρείται η πρώτη προϋπόθεση παραχώρησης δωρεάν νομικής αρωγής ως αυτή θεσπίζεται με το εδάφιο (αα) του άρθρου 6Β(2) (ανωτέρω), κρίσιμη καθίσταται η εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης, θεσπιζόμενης διά του εδαφίου (ββ) της ίδιας διάταξης, την ύπαρξη δηλαδή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της προσφυγής που προτίθεται να καταχωρίσει.
Σύμφωνα με τη διαμορφωθείσα νομολογία, δίδεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία, η προσφυγή του αιτητή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας[1].
Οι πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας θα πρέπει να εξετάζονται και υπό το φως της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου χωρίς να περιορίζεται αυθαίρετα η παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη. Περαιτέρω όμως το Δικαστήριο, θα πρέπει να εξετάσει την αίτηση με βάση το υλικό που έχει ενώπιόν του χωρίς να δίδονται νομικές αρωγές ανεξέλεγκτα σε υποθέσεις που δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας[2].
Σημειώνεται δε, πως το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης για νομική αρωγή, δεν θα επηρεάσει την τελική έκβαση της προσφυγής που έχει ήδη καταχωριστεί από τον Αιτητή, εφόσον το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία δεν αποφασίζει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής[3]. Σημειώνεται εξάλλου ότι, το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση της βασιμότητας της αίτησης παροχής νομικής αρωγής, στη βάση του υλικού που τίθεται ενώπιον του[4].
Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
Έχοντας μελετήσει την προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, την εισηγητική έκθεση, το πρακτικό της συνέντευξης της Αιτήτριας, καθώς και το σύνολο του διοικητικού φακέλου, διαπιστώνεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε εκτενή και συστηματική αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας και στήριξαν την κρίση τους σε επικαιροποιημένες διεθνείς πηγές πληροφόρησης.
Ωστόσο, εκ πρώτης όψεως, ανακύπτει ζήτημα ως προς την διερεύνηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας ότι η ίδια υπήρξε θύμα εμπορίας προσώπων. Ειδικότερα, κατά την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, η Αιτήτρια προέβαλε στοιχεία τα οποία, ανεξαρτήτως της τελικής βασιμότητάς τους, αποτέλεσαν ενδείξεις πιθανής εκμετάλλευσής της από τρίτα πρόσωπα. Οι αναφορές της σε μετακίνησή της στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω τρίτων, σε οικονομική εξάρτηση και σε δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης και εργασίας κρίθηκαν επαρκείς ώστε η Υπηρεσία Ασύλου να ενεργοποιήσει τη διαδικασία αξιολόγησης ευαλωτότητας. Στο πλαίσιο αυτό, η Αιτήτρια παραπέμφθηκε σε εξειδικευμένη συνέντευξη ευαλωτότητας, προκειμένου να αξιολογηθεί αν συντρέχουν λόγοι ένταξής της σε κατηγορία ευάλωτου αιτητή και, ειδικότερα, εάν υφίστανται υπόνοιες εμπορίας προσώπων.
Κατά τη διεξαγωγή της εξειδικευμένης συνέντευξης ευαλωτότητας, η Αιτήτρια αναφέρθηκε σε εμπειρίες που σχετίζονταν με εκμετάλλευση, εξάρτηση από τρίτα πρόσωπα και περιορισμένες επιλογές διαβίωσης. Τα στοιχεία αυτά κρίθηκαν επαρκή ώστε η Αιτήτρια να χαρακτηριστεί ευάλωτο πρόσωπο και να αντιμετωπιστεί ως πιθανό θύμα εμπορίας προσώπων, αποκλειστικά στο πλαίσιο της διαδικασίας υποδοχής και προστασίας. Η αξιολόγηση αυτή δεν συνιστούσε αναγνώριση της Αιτήτριας ως θύματος εμπορίας, αλλά περιοριζόταν στη διαπίστωση υπονοιών που δικαιολογούσαν την ενεργοποίηση προστατευτικών μηχανισμών. Στο πλαίσιο αυτό, η Υπηρεσία Ασύλου προέβη στις προβλεπόμενες παραπομπές, περιλαμβανομένης της παραπομπής στην Αστυνομία Κύπρου, στο Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλήματος, Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων.
Ακολούθως, η Αστυνομία Κύπρου ενημέρωσε την Υπηρεσία Ασύλου με επιστολή της ημερ. 03.11.2025 (βλ. ερ. 59 του δ.φ.) ότι η Αιτήτρια δεν αναγνωρίζεται ως θύμα εμπορίας προσώπων. Ωστόσο, από τον διοικητικό φάκελο δεν προκύπτει η έκθεση της Αστυνομίας ούτε η αιτιολογία της εν λόγω κατάληξης. Δεν είναι γνωστό ποια στοιχεία τέθηκαν ενώπιόν της, εάν η Αιτήτρια εξετάστηκε ουσιαστικά ή εάν ελήφθη πλήρης κατάθεση, ούτε ποια κριτήρια εφαρμόστηκαν για την εξαγωγή του συμπεράσματος αυτού. Η Υπηρεσία Ασύλου είχε ενώπιόν της αποκλειστικά το τελικό συμπέρασμα της Αστυνομίας και όχι την αιτιολογημένη βάση αυτού.
Παρά το γεγονός ότι η Υπηρεσία Ασύλου ενήργησε καταρχήν εντός του προβλεπόμενου θεσμικού πλαισίου, προβαίνοντας στις αναγκαίες ενέργειες και παραπομπές, παρατηρείται ότι κατά την κύρια συνέντευξη ασύλου το ζήτημα της εμπορίας προσώπων δεν διερευνήθηκε υπό το πρίσμα της διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, δεν απομονώθηκε ως αυτοτελής ουσιώδης ισχυρισμός προς αξιολόγηση ως προς την αξιοπιστία του και τη συνάφειά του με ενδεχόμενο βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της. Δεν τέθηκαν στοχευμένες ερωτήσεις αναφορικά με το εάν οι εμπειρίες εκμετάλλευσης, εξάρτησης ή ελέγχου από τρίτα πρόσωπα, όπως αυτές είχαν ήδη αναφερθεί, είχαν συνέπειες ως προς τον φόβο επιστροφής, ούτε διερευνήθηκε εάν υφίσταται, έστω σε επίπεδο ισχυρισμού, κίνδυνος επαναθυματοποίησης, αντιποίνων ή έλλειψης αποτελεσματικής κρατικής προστασίας.
Το μόνο σημείο στο οποίο γίνεται αναφορά στο ζήτημα αυτό εντοπίζεται κατά το αρχικό στάδιο της συνέντευξης, όταν η Αιτήτρια, ερωτηθείσα ως προς το τι έπραττε κατά το χρονικό διάστημα των τριών ετών που διέμενε στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, δήλωσε «I was trafficking» και ακολούθως «(…) when I came it was another job, prostitution». Στο ίδιο πλαίσιο, η λειτουργός ασύλου ενημέρωσε την Αιτήτρια ότι, κατόπιν ειδικής εξέτασης της υπόθεσής της, η Αστυνομία απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 03.11.2025, με την οποία γνωστοποιείται ότι η υπόθεση εξετάστηκε ως ζήτημα εμπορίας προσώπων. Η Αιτήτρια απάντησε «but I was…» (βλ. ερώτηση 67/Χ2), φράση η οποία δεν ολοκληρώθηκε. Παρά την προφανή ένδειξη ότι η Αιτήτρια επιχειρούσε να επανέλθει ή να διευκρινίσει στοιχεία συναφή με την εκμετάλλευση που επικαλείτο, δεν της δόθηκε η δυνατότητα να ολοκληρώσει ή να αναπτύξει τον σχετικό ισχυρισμό της, ούτε τέθηκαν συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ερωτήσεις με σκοπό την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των εν λόγω αναφορών και τη διερεύνηση της ενδεχόμενης συνάφειάς τους με λόγους διεθνούς προστασίας. Πρόσθετα, παρατηρώ ότι η αναφορά της λειτουργού ασύλου ότι «Okay, I will try to inform the authorities if I can make it» παραμένει ασαφής ως προς το περιεχόμενο και τον σκοπό οποιασδήποτε περαιτέρω ενέργειας, χωρίς να ακολουθήσει ουσιαστική διερεύνηση. Αντιθέτως, το ζήτημα εγκαταλείφθηκε και η συνέντευξη συνεχίστηκε σε άλλο αντικείμενο.
Στην εισηγητική έκθεση και στην προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, το ζήτημα της εμπορίας προσώπων δεν εξετάζεται ως αυτοτελής ισχυρισμός συναφής με τη διεθνή προστασία, ούτε αξιολογείται ως προς την αξιοπιστία του. Τα πραγματικά περιστατικά που είχαν οδηγήσει στην αρχική αντιμετώπιση της Αιτήτριας ως πιθανού θύματος εμπορίας δεν σταθμίζονται υπό το πρίσμα του καθεστώτος του πρόσφυγα ή της συμπληρωματικής προστασίας, ενώ η Υπηρεσία φαίνεται να θεωρεί το ζήτημα λήξαν, στηριζόμενη αποκλειστικά στο συμπέρασμα της Αστυνομίας, χωρίς να αιτιολογεί γιατί τα υποκείμενα πραγματικά περιστατικά δεν κρίθηκαν συναφή με την αξιολόγηση διεθνούς προστασίας.
Υπό τα δεδομένα αυτά, εκ πρώτης όψεως ανακύπτει ζήτημα ως προς την πληρότητα της διοικητικής διερεύνησης, καθώς δεν φαίνεται να διερευνήθηκαν οι ισχυρισμοί αυτοί της Αιτήτριας, ούτε οι αναφορές της αξιολογήθηκαν ως προς την αξιοπιστία και τη συνάφειά τους με τη διαδικασία διεθνούς προστασίας. Η απουσία τέτοιας αξιολόγησης και η μη απομόνωση συναφούς ισχυρισμού δημιουργούν ζητήματα ως προς την επάρκεια της εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας.
Κατά συνέπεια, φρονώ πως υφίσταται εκ πρώτης όψεως πραγματική πιθανότητα επιτυχίας της προσφυγής που προτίθεται να καταχωρίσει η Αιτήτρια, όχι ως προς την ουσία της αναγνώρισης διεθνούς προστασίας, αλλά λόγω ενδεχόμενης ελλιπούς διερεύνησης και αιτιολογίας σε κρίσιμο πραγματικό ζήτημα της υπόθεσης.
Τέλος, διευκρινίζεται ότι η παρούσα εκτίμηση περιορίζεται αποκλειστικά στον έλεγχο ύπαρξης ή μη πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της προσφυγής και δεν προδικάζει την ουσιαστική στάθμιση του πορίσματος της Αστυνομίας περί μη αναγνώρισης της αιτήτριας ως θύματος εμπορίας προσώπων. Η αποδεικτική αξία και η επίδραση του εν λόγω πορίσματος στην αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας για σκοπούς διεθνούς προστασίας θα αποτελέσουν αντικείμενο κρίσης του Δικαστηρίου που θα επιληφθεί της ουσίας της υπόθεσης.
Σύμφωνα με το νέο εδάφιο (6) το οποίο προστέθηκε στο άρθρο 7 του περί Νομικής Αρωγής (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Νόμο του 2024, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 31.12.2024[5], για σκοπούς, μεταξύ άλλων του εδαφίου (7) του άρθρου 6Β, ως η παρούσα, η παράγραφος (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 7 δεν εφαρμόζεται πλέον. Τούτο συνεπάγεται ότι δεν απαιτείται πλέον η υποβολή κοινωνικοοικονομικής έκθεσης για αιτητές διεθνούς προστασίας, ως είναι και η παρούσα.
Ενόψει των ανωτέρω, έχοντας διαπιστώσει ότι υφίστανται εκ πρώτης όψεως πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας της προσφυγής της Αιτήτριας αποφασίζω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση Νομικής Αρωγής και, συνεπώς, η αίτησή της εγκρίνεται. Εντέλλεται το αρμόδιο Πρωτοκολλητείο να προχωρήσει στις νενομισμένες διαδικασίες για διορισμό δικηγόρου σύμφωνα με τον Διαδικαστικό Κανονισμό, δυνάμει του σχετικού Νόμου. Τα έξοδα του Διερμηνέα όπως προέκυψαν κατά τη δικαστική διαδικασία να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Απόφαση στην Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 23/2010, Farshad Khamsen, ημερ. 14.10.2010
[2]Αποφάσεις στην Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 10/2010, Αlali Abdulhamid, ημερ. 06.05.2010 και στηνΑίτησηΝομικήςΑρωγής αρ. 25/2010, Antonia Adahor, ημερ. 13.12.2010
[3]Αποφάσεις στις Yπoθ. αρ. 278/09, Durgo Man v. Δημοκρατίας, ημερ. 15.07.2009, και Yπoθ. αρ. 7/11 και 8/11, NaciraBaghour και Roud Gad, ημερ. 28.03.2011
[4]Απόφαση στην Αίτηση Νομικής Αρωγής Αρ. 31/2013, Singh Khushwant, ημερ. 23.12.2013
[5] Δυνάμει του άρθρου 7 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, το οποίο προβλέπει ότι: «7. Κάθε Νόμος και κάθε δημόσιο έγγραφο, που γίνεται ή εκδίδεται με βάση το Νόμο αυτό ή άλλη νόμιμη εξουσία και που έχει νομοθετική ισχύ θα πρέπει να δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και, εκτός αν προβλέπεται σε αυτόν διαφορετικά, θα ισχύει και θα τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία της δημοσίευσης και θα είναι δικαστικά γνωστός (judicially noticed).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο