ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: J. S. A. A., Νομική Αρωγή Αρ. 58/2025, 15/1/2026
print
Τίτλος:
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: J. S. A. A., Νομική Αρωγή Αρ. 58/2025, 15/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

        

 Νομική Αρωγή Αρ. 58/2025

 

15 Ιανουαρίου, 2026

 

[Χ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΑΡ.1 ΤΟΥ 2003 ΚΑΙ ΤΟΝ

ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2002 (Ν. 165(Ι)/2002)

 

ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:                                                         

                                                          J. S. A. A.

    Αιτητής

......................

 

Ο αιτητής εμφανίζεται προσωπικά

 

Αντιγόνη Παπαδοπούλου, Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

 

[Παρούσα η κυρία Shahd Alqarout για πιστή μετάφραση από Αραβικά σε Ελληνικά και αντίστροφα.]

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση για παροχή προς αυτόν δωρεάν νομικής αρωγής, έτσι ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να διορίσει δικηγόρο, για την προσφυγή που έχει ήδη καταχωρήσει εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 30/01/2025, σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από το Γραπτό Σημείωμα που κατατέθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του Γενικού Εισαγγελέα και τα επισυναπτόμενα παραρτήματα, ο αιτητής είναι υπήκοος του Ιράκ, συμπλήρωσε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 12/01/2023 και παρέλαβε αυθημερόν τη σχετική βεβαίωση υποβολής της αίτησής του.

 

Στις 07/10/2024 και στις 21/10/2024 πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις του αιτητή από λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο, EASO (στο εξής «λειτουργός»).  Στις 17/01/2025 ο  λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση σχετικά με την συνέντευξη του αιτητή. Εξουσιοδοτημένη αρμόδια λειτουργός από τον Υπουργό Εσωτερικών, να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης του αιτητή στις 30/01/2025. Στις 26/03/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα του αιτητή η οποία παραλήφθηκε από τον ίδιο αυθημερόν. Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου και επιπλέον, καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση για παροχή δωρεάν Νομικής Αρωγής.

 

Το Γραπτό Σημείωμα με τα επισυνημμένα έγγραφα μεταφράστηκαν στον αιτητή, και του δόθηκε χρόνος να τοποθετηθεί επί του Γραπτού Σημειώματος και των συνημμένων σε αυτό εγγράφων. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο αιτητής δήλωσε ότι διαφωνεί με την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.  Επέμεινε στην υποστήριξη των ισχυρισμών που έθεσε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και προσκόμισε στο Δικαστήριο επιστολή της Προέδρου της ACCEPT ΛΟΑΤΚΙ - Κύπρου η οποία επιβεβαιώνει ότι ο αιτητής είναι εγγεγραμμένος μέλος της οργάνωσης και ομοφυλόφιλο άτομο.  Ο αιτητής κατά την εξέταση της αίτησης, ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε πως ένιωθε άβολα να αναφερθεί στα θέματα του σεξουαλικού του προσανατολισμού κατά το στάδιο της συνέντευξης, θέματα ευαίσθητα και τόνισε πως σε περίπτωση επιστροφής του θα τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση μέσω του Γραπτού Σημειώματος, δήλωσε πως δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία παραχώρησης καθεστώτος πρόσφυγα, ούτε ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας, όπως προβλέπεται στον περί Προσφύγων Νόμο, Ν. 6 (Ι)/2000. Ως εκ τούτου είναι η θέση της ότι δεν πληρείται το κριτήριο της εκ πρώτης όψεως ύπαρξης πιθανοτήτων επιτυχίας της προσφυγής και η αίτησή του πρέπει να απορριφθεί.

 

Έχω μελετήσει προσεκτικά το Γραπτό Σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα και τα επισυνημμένα έγγραφα, τις συνεντεύξεις του αιτητή, την Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, τα όσα αναφέρθηκαν στην ενώπιον μου διαδικασία και γενικά το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου.

 

Ο αιτητής στην αίτησή του κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή ο πατέρας του ο οποίος εργαζόταν ως διερμηνέας για τις δυνάμεις των Η.Π.Α. απειλήθηκε και δολοφονήθηκε από τον στρατό Mahdi. Πρόσθεσε ότι μετά το θάνατο του πατέρα του απειλήθηκε η οικογένειά του και αναγκάστηκε να αναχωρήσει από τη χώρα.

 

Στις συνεντεύξεις του ο αιτητής δήλωσε υπήκοος του Ιράκ με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής την Βαγδάτη. Δήλωσε μη νυμφευμένος και Μουσουλμάνος Shia ως προς το θρήσκευμα. Ως προς την πατρική του οικογένεια, ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι η μητέρα του και η αδερφή του εξακολουθούν να διαμένουν στο Ιράκ και ένας αδερφός και μία αδερφή του βρίσκονται στην Τουρκία. Το 2014 αναχώρησε από τη χώρα του με προορισμό την Τουρκία, όπου αιτήθηκε διεθνούς προστασίας από την UNHCR και τον Δεκέμβριο του 2022 αφίχθηκε στη Δημοκρατία.

 

Κατά τη διάρκεια της ελεύθερης αφήγησής του, ο αιτητής δήλωσε ότι ζούσε με την οικογένειά του στη Βαγδάτη, στο σπίτι του παππού του από την πλευρά του πατέρα του. Μέχρι το 2007, η οικογένεια ζούσε μια φυσιολογική ζωή. Από το 2007 περίπου, ο πατέρας του άρχισε να ταξιδεύει συχνά, αρχικά δηλώνοντας ότι μετέβαινε στη Συρία για αρκετούς μήνες κάθε φορά. Αυτά τα ταξίδια συνεχίστηκαν για αρκετά χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων ο πατέρας του επέστρεφε τακτικά στο σπίτι με δώρα για την οικογένεια. Το 2009 ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι η μητέρα του, ο θείος του από την πλευρά του πατέρα και μέλη της φυλής πληροφορήθηκαν ότι ο πατέρας του εργαζόταν για τις αμερικανικές δυνάμεις. Μετά από αυτή την ανακάλυψη, μέλη της φυλής επισκέπτονταν επανειλημμένα το σπίτι της οικογένειας και προειδοποιούσαν τον πατέρα του να σταματήσει να συνεργάζεται με τους Αμερικανούς, αλλιώς θα αντιμετώπιζε τον θάνατο. Ισχυρίστηκε ότι οι απειλές αυτές κορυφώθηκαν με την πάροδο του χρόνου.

 

Συνεχίζοντας την αφήγησή του, ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο θείος του από την πλευρά της μητέρας, ο ξάδελφός του και ο γαμπρός του ξαδέλφου του ήταν υψηλόβαθμα στελέχη της σιιτικής πολιτοφυλακής Jaish Al-Mahdi και απείλησαν τον πατέρα του λόγω της συνεργασίας του με τις αμερικανικές δυνάμεις. Ωστόσο ανέφερε ότι ο πατέρας του, παρά τις απειλές που λάμβανε, συνέχισε την εργασία του. Ο αιτητής αναφέρθηκε σε περιστατικό κατά το οποίο κατάφερε να αποφύγει απαγωγή στην περιοχή Kadhimiyah της Βαγδάτης. Συγκεκριμένα περιέγραψε ότι ένα μαύρο αυτοκίνητο σταμάτησε κοντά του και στους φίλους του και δύο ένοπλοι άνδρες προσπάθησαν να απαγάγουν τον αιτητή και έναν από τους φίλους του. Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι κατάφερε να διαφύγει τρέχοντας στο σπίτι του, ενώ ο φίλος του απήχθη. Αργότερα την ίδια μέρα, τα ίδια άτομα επέστρεψαν στη γειτονιά και επιβεβαίωσε με τον τρόπο αυτό ότι είχε στοχοποιηθεί. Μετά από αυτό το περιστατικό, ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του τον σταμάτησε από το σχολείο από φόβο για την ασφάλειά του και τον συμβούλεψε να μην βγαίνει εκτός οικίας.

 

Το 2010 ο αιτητής ανέφερε ότι η οικογένειά του έλαβε τηλεφώνημα που τους ενημέρωνε ότι ο πατέρας είχε σκοτωθεί στην περιοχή Hurriya της Βαγδάτης. Είχε υποστεί δύο τραύματα από πυροβολισμούς και απεβίωσε λίγο μετά τη μεταφορά του στο νοσοκομείο. Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του σκοτώθηκε από μέλη της πολιτοφυλακής λόγω της συνεργασίας του με τις αμερικανικές δυνάμεις. Μετά τη δολοφονία του πατέρα του, ο αιτητής ανέφερε ότι η οικογένεια διασκορπίστηκε για λόγους ασφαλείας. Η μητέρα και η μικρότερη αδελφή του μετακόμισαν στο σπίτι των παππούδων από την πλευρά της μητέρας του, ενώ ο αιτητής παρέμεινε στη Βαγδάτη υπό ανασφαλείς συνθήκες.

 

Συνεχίζοντας την αφήγησή του, ο αιτητής ανέφερε ότι μερικά χρόνια αργότερα, ο αδελφός του έγινε επίσης στόχος. Άγνωστοι ένοπλοι άνδρες σε όχημα χωρίς πινακίδες προσπάθησαν να τον απαγάγουν ή να τον σκοτώσουν μετά την εργασία του, επιδεικνύοντας όπλο και διατάζοντάς τον να τους ακολουθήσει.  Όπως ισχυρίστηκε, ο αδερφός του δραπέτευσε και κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία, αλλά δεν του παρασχέθηκε αποτελεσματική προστασία. Λόγω των συνεχιζόμενων απειλών και της δημόσιας κριτικής της οικογένειας προς τις πολιτοφυλακές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η μητέρα του αιτητή προέτρεψε τον αδερφό του αιτητή να εγκαταλείψει το Ιράκ, ενέργεια στην οποία προέβη το 2012 μαζί με την μεγαλύτερη αδελφή τους. Στις αρχές του 2013, ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι παρέμεινε στη Βαγδάτη με τη μητέρα του. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, αντιμετώπισε αυξανόμενη κοινωνική εχθρότητα και αστάθεια εντός της οικογένειας και της γειτονιάς.

 

Ο σιτητής ανέφερε πως άρχισε να διατηρεί ερωτική σχέση με ένα φίλο του, με το όνομα Mustafa, γεγονός το οποίο ήρθε στο φως από ένα βίντεο που έβγαλε ένας γείτονάς τους και ο οποίος ενημέρωσε σχετικά τον θείο του. Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι μέλη της κοινότητας κατηγόρησαν τον αιτητή ότι είχε σχέση που θεωρούνταν απαράδεκτη σύμφωνα με τις τοπικές φυλετικές και κοινωνικές νόρμες και όταν ήρθε αντιμέτωπος με τον θείο του, εκδιώχθηκε από το οικογενειακό σπίτι, απορρίφθηκε από τη φυλή και ενημερώθηκε ότι δεν ήταν πλέον ευπρόσδεκτος στη γειτονιά. Δήλωσε ότι η μητέρα του τον προειδοποίησε ότι η παραμονή του στο Ιράκ θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή του, καθώς ήταν πιθανό να υποστεί βία για λόγους τιμής από μέλη της φυλής, αφού ο θείος του είχε διασυνδέσεις με τον στρατό Al Mahdi.

 

Ακολούθως, ο αιτητής εγκατέλειψε τη Βαγδάτη με προορισμό την Τουρκία. Ο αιτητής ισχυρίστηκε επίσης ότι από το 2011 μέχρι το 2021 επέκρινε και προσέβαλε τον Moqtada Al-Sadr[1] και τις ιρακινές πολιτοφυλακές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ως προς τις συνέπειες που θα αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι θα δολοφονηθεί είτε από μέλη της φυλής λόγω φερόμενων ηθικών παραβάσεων, που συνιστούν απειλή για την τιμή του ή από τις σιιτικές πολιτοφυλακές λόγω της σχέσης της οικογένειάς του με τις Η.Π.Α. και της εκπεφρασμένης αντίθεσής του προς τις πολιτοφυλακές.

 

Στη βάση των ανωτέρω προβαλλόμενων ισχυρισμών, ο  λειτουργός στην Έκθεση-Εισήγησή του σχημάτισε επτά ουσιώδεις ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα:

1.    Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προφίλ του αιτητή.

2.    Ο πατέρας του αιτητή εργάστηκε ως διερμηνέας για τους Αμερικανούς στο Ιράκ από το 2007 μέχρι το 2010.

3.    Ο πατέρας του αιτητή δολοφονήθηκε το 2010 από μέλη της οικογένειας της μητέρας του αιτητή.

4.    Ο αιτητής διέφυγε απαγωγής το 2009.

5.    Ο αιτητής και ο αδερφός του αντιμετώπισαν προβλήματα με άγνωστους άνδρες το 2011 και με τον θείο τους από την πλευρά της μητέρας τους λόγω του θανάτου του πατέρα τους και εκφράστηκαν κατά των πολιτοφυλακών στο Ιράκ.

6.    Ο αιτητής είναι αμφιφυλόφιλος.

7.    Ο αιτητής επέκρινε τις ιρακινές πολιτοφυλακές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από το 2011 μέχρι το 2021.

 

Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ του αιτητή, όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση-Εισήγηση.

 

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, ότι ο πατέρας του αιτητή υπήρξε διερμηνέας για τους Αμερικανούς, έγινε αποδεκτός παρόλο που κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες. Ειδικότερα, ο λειτουργός επεσήμανε ότι παρόλο που ο αιτητής δεν παρείχε τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με το επάγγελμα του πατέρα του, λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι ήταν πολύ μικρός σε ηλικία εκείνη την εποχή και επομένως η έλλειψη συγκεκριμένων λεπτομερειών σχετικά με τα γεγονότα αυτά κρίθηκε δικαιολογημένη. Αξιολογώντας την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο λειτουργός προέβη έρευνα κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι παρόλο που δεν υπάρχει επίσημος αριθμός για το πόσοι Ιρακινοί εργάστηκαν για τους Αμερικανούς κατά τη διάρκεια αυτών των ετών στο Ιράκ ή πόσοι εργάστηκαν ως διερμηνείς, εντοπίστηκαν πληροφορίες για 106 χιλιάδες Ιρακινών που υπέβαλαν αίτηση για ένα πρόγραμμα, γνωστό ως πρόγραμμα άμεσης πρόσβασης, που προοριζόταν για άτομα που συνδέονται με τις ΗΠΑ. Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός ως αξιόπιστος.

 

Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ότι ο πατέρας του αιτητή δολοφονήθηκε το 2010 από μέλη της οικογένειας της μητέρας του, ο λειτουργός επεσήμανε ότι ο αιτητής προσπάθησε να παρέχει όσες περισσότερες πληροφορίες μπορούσε, παρόλο που δεν είχε ουσιαστική γνώση των γεγονότων αυτών λόγω της πολύ μικρής ηλικίας του εκείνη την εποχή. Διαπιστώθηκε ότι ο αιτητής υπήρξε αρκετά λεπτομερής και συγκεκριμένος σχετικά με τις απειλές που δέχτηκε ο πατέρας του από τη φυλή που αποτελείται από μέλη της οικογένειας της μητέρας του και συγκεκριμένα, από τον θείο του αιτητή από την πλευρά της μητέρας του και τον γιο του, ο οποίος είναι μέλος της σιιτικής πολιτοφυλακής Jaish Al Mahdi. Παρόλο που ως κατέγραψε ο λειτουργός, ο αιτητής δεν παρείχε τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τον θάνατο του πατέρα του, λήφθηκε υπόψη η νεαρή ηλικία του αιτητή, καθώς ήταν 12-14 ετών εκείνη την χρονική περίοδο. Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός προέβη σε έρευνα βάσει της οποίας διαπιστώθηκε ότι οι διερμηνείς που εργάστηκαν για τις Ηνωμένες Πολιτείες στο Ιράκ μεταξύ 2003 και 2011, μετά την πτώση του Saddam Hussein, συχνά το έκαναν με μεγάλο κίνδυνο για τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Πηγές στις οποίες παραπέμπει ο λειτουργός αναφέρουν ότι οι διερμηνείς, σύμβουλοι πολιτισμού ή το υποστηρικτικό προσωπικό θεωρούνταν συνεργάτες του εχθρού και δέχονταν απειλές θανάτου από Σουνίτες και Σιίτες μουσουλμάνους μαχητές. Στην εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού λήφθηκαν επίσης υπόψη τα έγγραφα που υπέβαλε ο αιτητής, ένα εκ των οποίων αναφέρει ότι ο αδερφός του αιτητή κατέθεσε καταγγελία το 2011, δηλώνοντας ότι η υπόθεση του πατέρα τους έκλεισε λόγω της μη ταυτοποίησης του δολοφόνου και ότι υπάρχουν υποψίες ότι η φυλή ήταν υπαίτια για τη δολοφονία. Ως εκ της ανωτέρω ανάλυσης, ο ισχυρισμός έγινε αποδεκτός στο σύνολό του.

 

Αναφορικά με τον τέταρτο ισχυρισμό του αιτητή ότι το 2009 υπήρξε απόπειρα απαγωγής εναντίον του, ο λειτουργός επεσήμανε ότι ο αιτητής ήταν ασαφής, αόριστος και ασυνάρτητος τόσο για το περιστατικό κατά το οποίο προσπάθησαν ως ισχυρίστηκε να τον απαγάγουν, όσο και για το περιστατικό κατά το οποίο είδε ξανά τους απαγωγείς μετά την απελευθέρωση του φίλου του τον οποίο είχαν απαγάγει, την ίδια ημέρα ή την επόμενη. Ως σημείωσε ο λειτουργός, θα ήταν αναμενόμενο από τον αιτητή να παρέχει περαιτέρω πληροφορίες για τα δύο άτομα, τα οποία ως ισχυρίστηκε αναγνώρισε ξανά. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός επεσήμανε ότι παρόλο που δεν ήταν δυνατόν να βρεθούν εξωτερικές πηγές που να σχετίζονται ειδικά με τις δηλώσεις του αιτητή, ανευρέθηκαν πληροφορίες οι οποίες αναφέρουν ότι οι μαζικές απαγωγές έχουν καταστεί ένα ευρέως διαδεδομένο φαινόμενο στο Ιράκ κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, καθότι η  εισβολή στο Ιράκ υπό την ηγεσία των ΗΠΑ το 2003 πυροδότησε την έξαρση των απαγωγών και διάφορες ένοπλες ομάδες εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση για να εκδικηθούν και να συλλέξουν λύτρα. Ελλείψει ωστόσο εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, αυτός δεν έγινε αποδεκτός.

 

Σχετικά με τον πέμπτο ουσιώδη ισχυρισμό, ότι ο αιτητής και ο αδερφός του αντιμετώπιζαν προβλήματα με τον θείο τους από την πλευρά της μητέρας τους λόγω του θανάτου του πατέρα τους και επειδή εκφράστηκαν κατά της φυλής και των πολιτοφυλακών στο Ιράκ, ο λειτουργός έκρινε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με το περιστατικό απόπειρας δολοφονίας κατά του αδερφού του, δεν έδωσε ικανοποιητικές λεπτομέρειες και στοιχεία για την καταγγελία στην οποία προέβη ο αδερφός του και δεν υπήρξε συγκεκριμένος για τις απειλές που έλαβε ο αδερφός του από τους θείους του. Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο λειτουργός εξέτασε το έγγραφο καταγγελίας που προσκόμισε ο αιτητής  και αφορά την καταγγελία που υπέβαλε ο αδερφός του στις 04/07/2011 σχετικά με το περιστατικό απειλών, θέτοντας σχετικές ερωτήσεις στον αιτητή. Ο λειτουργός κατέληξε ότι τα έγγραφα που προσκόμισε ο αιτητής δεν τεκμηριώνουν ότι ο ίδιος εμπλέκεται στα ζητήματα που σχετίζονται με τον αδελφό του. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.

 

Ως προς τον έκτο ουσιώδη ισχυρισμό, ότι ο αιτητής είναι αμφιφυλόφιλος, ο λειτουργός κατέγραψε ότι ζητήθηκε από τον αιτητή να αναπτύξει διάφορες πτυχές της ζωής του που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν στοιχεία σχετικά με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και ακολούθως προέβη στην εξέταση του ισχυρισμού αυτού με βάση το μοντέλο DSSH (DifferenceStigmaShameHarm). Ως προς το στοιχείο της διαφορετικότητας, ο λειτουργός διαπίστωσε ότι ο αιτητής δεν παρείχε επαρκείς λεπτομέρειες και συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με το πώς συνειδητοποίησε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και τον τρόπο με τον οποίο ένιωσε διαφορετικός όταν συνειδητοποίησε την έλξη του προς το ανδρικό φύλο. Περαιτέρω, ο λειτουργός κατέγραψε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει με ποιο τρόπο εξελίχθηκε η φιλία του με τον Mustafa, ούτε τα συναισθήματα που βίωσε στη σχέση τους. Ο λειτουργός επεσήμανε επίσης ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναπτύξει με ποιο τρόπο ένιωθε διαφορετικά για τα αγόρια και τα κορίτσια, καθότι ως ανέφερε ήταν ένα ευαίσθητο θέμα και δεν μπορούσε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες. Ο λειτουργός επεσήμανε ότι οι αναφορές του αιτητή για τα συναισθήματα και τις σκέψεις του ήταν επιφανειακές και ασαφείς και ότι δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με επαρκείς λεπτομέρειες την εσωτερική διαδικασία της αυτοπραγμάτωσης του ως ατόμου που έλκεται από άτομα του ίδιου φύλου.

 

Εξετάζοντας στη συνέχεια τα στοιχεία του στίγματος και της ντροπής, ο αιτητής ως προς την προσωπική του εμπειρία με τον Mustafa, δήλωσε ότι τα συναισθήματά του προς τον Mustafa και άλλους άνδρες ήταν γεμάτα ντροπή και ότι δεν ενήργησε βάσει των συναισθημάτων και της έλξης του προς τους άνδρες λόγω των άλλων Αράβων γύρω του και λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε στη χώρα καταγωγής του. Ως προς το στοιχείο της βλάβης, οι δηλώσεις του αιτητή κρίθηκαν ασαφείς, αόριστες και ασυνεπείς. Ο αιτητής ανέφερε ότι ο γείτονάς τους Hassan τους είδε δύο φορές κατά την ερωτική συνεύρεση, γεγονός το οποίο οδήγησε στην εκδίωξη του αιτητή από τον θείο του από το σπίτι όπου ζούσε με τη μητέρα και την αδελφή του. Συγκεκριμένα, ο αιτητής ανέφερε ότι τη δεύτερη φορά ο γείτονάς τους, τους βιντεοσκόπησε και έδειξε το βίντεο στον θείο του. Εντούτοις, κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν έδωσε επαρκείς λεπτομέρειες για το περιστατικό και ότι υπέπεσε σε αντιφάσεις σχετικά με αυτό. Ο λειτουργός επεσήμανε επίσης ότι ο αιτητής δεν εξέφρασε οποιαδήποτε ανησυχία ή συναισθήματα σχετικά με τη βλάβη που θα μπορούσε να προκαλέσει το γεγονός ότι είχε αποκαλυφθεί η σχέση του και δεν παρείχε επαρκείς λεπτομέρειες και σκέψεις σχετικά με το τι συνέβη μετά την ανακάλυψη του περιστατικού από τον θείο του από την πλευρά της μητέρας του και τη φυλή.

 

Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, ο λειτουργός προέβη σε έρευνα κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι τα άτομα της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ στο Ιράκ αντιμετωπίζουν διακρίσεις, παρενόχληση, βία και δίωξη βάσει ασαφών νόμων περί ηθικής και δημόσιας τάξης, παρά το γεγονός ότι οι συναινετικές ομοφυλοφιλικές σχέσεις δεν ποινικοποιούνταν ρητά στο παρελθόν. Η κακοποίηση από οικογένειες, ένοπλες ομάδες και κρατικούς φορείς είναι ευρέως διαδεδομένη και σε μεγάλο βαθμό ατιμώρητη. Στις 27 Απριλίου 2024, το κοινοβούλιο του Ιράκ τροποποίησε τον νόμο κατά της πορνείας, ποινικοποιώντας ουσιαστικά τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις, εισάγοντας μακροχρόνιες ποινές φυλάκισης για τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις, την προώθηση της ομοφυλοφιλίας, τις ιατρικές διαδικασίες επιβεβαίωσης του φύλου και την μίμηση των γυναικών. Οι πηγές στις οποίες παραπέμπει ο λειτουργός αναφέρουν επίσης ότι η ρητορική κατά των ΛΟΑΤΚΙ και η λογοκρισία έχουν αυξηθεί, ενώ η διάκριση και η βία περιγράφονται ως κλιμακούμενες σε ολόκληρη τη χώρα. Παρά τις ανωτέρω πληροφορίες, ο λειτουργός έκρινε εσωτερικά αναξιόπιστες τις δηλώσεις του αιτητή και απέρριψε τον ισχυρισμό σχετικά με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και κατ’ επέκταση το περιστατικό το οποίο οδήγησε στην εκδίωξή του από τον θείο του από την πατρική οικία.

 

Αναφορικά με τον έβδομο ουσιώδη ισχυρισμό, ο αιτητής ανέφερε ότι ο ίδιος και ο αδερφός του αντιμετώπιζαν προβλήματα, επειδή εκφράζονταν δημόσια εναντίον των πολιτοφυλακών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από το 2011. Ωστόσο, κατά την εξέταση του εν λόγω ισχυρισμού, ο λειτουργός επεσήμανε ότι ο αιτητής δεν παρείχε σαφείς, λεπτομερείς ή συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενο αυτών των αναρτήσεων. Παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις, έδωσε μόνο γενικές δηλώσεις σχετικά με το ότι εξέφραζε την αντίθεσή του στις πολιτοφυλακές και δεν εξήγησε τι ακριβώς είπε, πόσο συχνά ή σε ποιο πλαίσιο. Ο λειτουργός κατέγραψε επίσης ότι ο αιτητής συνέδεσε τις δυσκολίες του αδελφού του με τις κατηγορίες εναντίον των θείων τους από την πλευρά της μητέρας τους σχετικά με τη δολοφονία του πατέρα τους, αλλά έδωσε ασυνεπείς εξηγήσεις ως προς το αν αυτό τον επηρέασε προσωπικά, καθότι σε κάποια σημεία της συνέντευξης δήλωσε ότι του προκάλεσε προβλήματα, ενώ σε άλλα σημεία ανέφερε ότι επηρέασε μόνο τον αδερφό του. Οι ισχυριζόμενες συνέπειες για τον ίδιο τον αιτητή, ως κατέγραψε ο λειτουργός, περιορίζονταν στο να του ζητηθεί να διαγράψει αναρτήσεις και στην ύπαρξη τεταμένων οικογενειακών σχέσεων, τις οποίες περιέγραψε με αόριστο τρόπο. Όσον αφορά τις απειλές που ισχυρίστηκε ότι έλαβε το 2021, κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν παρείχε συγκεκριμένες ή συνεκτικές λεπτομέρειες σχετικά με την πηγή, το περιεχόμενο ή το πλαίσιο των απειλών, ούτε σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο συνδέονταν άμεσα με την πολιτική κριτική του. Ο ισχυρισμός του ότι οι απειλές προήλθαν από πολιτοφυλακές, ως διαπίστωσε ο λειτουργός, ήταν υποθετικός και δεν υποστηριζόταν από συγκεκριμένες πληροφορίες. Κρίθηκε ότι στο σύνολό της η περιγραφή του αιτητή στερούνταν λεπτομερειών, συγκεκριμένων στοιχείων, συνέπειας και συνοχής. Αξιολογώντας την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού και συγκεκριμένα, το στιγμιότυπο οθόνης που προσκόμισε ο αιτητής από ένα “Instagram live”, ο λειτουργός κατέγραψε ότι δεν είναι δυνατόν να συναχθεί το συμπέρασμα κατά πόσο το Instagram ανήκει στον αιτητή ή εάν τα σχόλια σχετίζονται με τους ισχυρισμούς του και ως εκ της ανωτέρω ανάλυσης, ο έβδομος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.

 

Προχωρώντας ακολούθως στην αξιολόγηση κινδύνου, με βάση τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς (πρώτος, δεύτερος και τρίτος) ,ο λειτουργός κατέγραψε ότι ο αιτητής είναι υπήκοος του Ιράκ, με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του την Βαγδάτη, αραβικής καταγωγής, σιίτης μουσουλμάνος, χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, χωρίς αξιοσημείωτη εργασιακή εμπειρία στο Ιράκ, χωρίς προβλήματα υγείας κα ο οποίος συντηρείτο από την οικογένειά του, ενώ κατά τη διάρκεια της διαμονής του στην Τουρκία, ο αιτητής ήταν σε θέση να συντηρήσει τον εαυτό του μέσω της εργασίας. Επισημάνθηκε επίσης από τον λειτουργό ότι στο Ιράκ διαμένουν η μητέρα και η αδερφή του. Από το προφίλ και τις προσωπικές του συνθήκες σε συνδυασμό με έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στη Βαγδάτη, όπου αναμένεται ο αιτητής να επιστρέψει, κρίθηκε ότι δεν προκύπτουν ενδείξεις που να δείχνουν ότι ενδέχεται να διατρέχει κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής στο Ιράκ.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός παρέπεμψε σε διαθέσιμα στοιχεία διεθνών οργανισμών και ανέφερε πως παρατηρείται μείωση των θυμάτων αμάχων σε σύγκριση με προηγούμενα έτη. Σε ορισμένες περιόδους δεν καταγράφηκαν καθόλου θύματα αμάχων στην Βαγδάτη, ενώ τα περιστατικά βίας που σημειώθηκαν αφορούσαν κυρίως μεμονωμένα επεισόδια, συγκρούσεις μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων, παραστρατιωτικών ομάδων, καθώς και εσωτερικές διαμάχες. Παρά τις συνεχιζόμενες κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές προκλήσεις, κρίθηκε πως η Βαγδάτη θεωρείται συγκριτικά πιο σταθερή από άλλες περιοχές του Ιράκ και δεν χαρακτηρίζεται από γενικευμένη ή ακραία βία που να πλήττει αδιακρίτως τον άμαχο πληθυσμό.

 

Σε ατομικό επίπεδο, κρίθηκε πως δεν προκύπτει ότι ο αιτητής αντιμετώπισε στο παρελθόν προσωπικές διώξεις, σοβαρές απειλές ή περιστατικά σοβαρής βλάβης. Αντιθέτως, προκύπτει ότι διέμενε στη Βαγδάτη για σημαντικό χρονικό διάστημα χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα ασφάλειας, ενώ ούτε τα γεγονότα που αφορούν μέλη της οικογένειάς του φαίνεται να συνδέονται με στοχοποίηση του ίδιου. Η συμπεριφορά του πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του δεν καταδεικνύει ύπαρξη άμεσου ή εξατομικευμένου κινδύνου.

 

Από νομικής πλευράς, σύμφωνα με το Άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, την Οδηγία 2011/95/ΕΕ και την εθνική νομοθεσία, για την αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα απαιτείται δικαιολογημένος φόβος δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Ο φόβος αυτός πρέπει να περιλαμβάνει τόσο υποκειμενικό στοιχείο (προσωπική αίσθηση φόβου) όσο και αντικειμενικό στοιχείο (πραγματικός και τεκμηριωμένος κίνδυνος). Στην εξεταζόμενη περίπτωση κρίνεται ότι δεν πληρούνται σωρευτικά τα ανωτέρω κριτήρια, καθώς δεν αποδεικνύεται προσωπική στοχοποίηση του αιτητή ούτε ύπαρξη γενικευμένης βίας τέτοιας έντασης στη Βαγδάτη που να συνιστά σοβαρή και ατομική απειλή για τη ζωή ή τη σωματική του ακεραιότητα σε περίπτωση επιστροφής. Κατά συνέπεια, δεν στοιχειοθετείται δικαιολογημένος φόβος δίωξης.

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση του αποδεκτού ισχυρισμού του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Επιπλέον δεν διαπιστώθηκε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) του ως άνω νόμου. Στο πλαίσιο του άρθρου 19 (2) (γ), ο λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα έρευνας για την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει ο αιτητής (Βαγδάτη), σε συνδυασμό με τις προσωπικές του περιστάσεις, διαπίστωσε ότι δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων και επομένως υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή στη συγκεκριμένη περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει. Ως εκ τούτου ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι ο αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Το νομικό πλαίσιο στο οποίο εξετάζεται η παρούσα αίτηση, στηρίζεται στους περί Νομικής Αρωγής Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Αρ.1) του 2003 και στον περί Νομικής Αρωγής Νόμο του 2002, Ν. 165(Ι)/2002, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί. Η περίπτωση του αιτητή υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 6Β(2)(α) και 6Β(2)(ββ) του σχετικού Νόμου, το οποίο ορίζει τα ακόλουθα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«6Β.(1) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και του άρθρου 8-

[.]

 

(2) Παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε αιτητή διεθνούς προστασίας, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος -

[.]

 

(α) Κατά δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του εν λόγω αιτητή, την οποία απόφαση ο Προϊστάμενος έλαβε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, 12Βδις, 12Βτετράκις, 12Δ ή 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, ή  υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

 

(αα) Η δωρεάν νομική αρωγή αφορά μόνο την πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και όχι την εκδίκαση έφεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά της δικαστικής απόφασης η οποία εκδίδεται στα πλαίσια της εν λόγω πρωτοβάθμιας εκδίκασης, ούτε άλλο ένδικο μέσο∙ και

 

(ββ) κατά την κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου, η προσφυγή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας:

 

Νοείται ότι οι διατάξεις της παραγράφου (ββ) εφαρμόζονται χωρίς να περιορίζουν αυθαίρετα την παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη.»

 

Στη βάση των προαναφερόμενων προνοιών της σχετικής νομοθεσίας, δίδεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία, η προσφυγή του αιτητή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας (Νομική Αρωγή αρ. 23/2010, Farshad Khamsen, ημερομηνίας 14/10/2010). Το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του το δικαίωμα του αιτητή να ακουστεί, αλλά θα πρέπει περαιτέρω να εξετάσει την αίτηση με βάση το υλικό που έχει ενώπιον του χωρίς να δίδονται νομικές αρωγές ανεξέλεγκτα σε υποθέσεις που δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας (Νομική Αρωγή αρ. 10/2010 ALALI ABDULHAMID, ημερομηνίας 06/05/2010 και Νομική Αρωγή υπ’ αρ. 25/2010, ANTHONIA IDAHOR, ημερομηνίας 13/12/2010).

 

Κατά την εξέταση των εκατέρωθεν ισχυρισμών το Δικαστήριο προβαίνει σε εκ πρώτης όψεως εξέταση της υπόθεσης, χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να καλείται να αποφασίσει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής που πιθανόν να καταχωρήσει ο αιτητής. Σημειώνεται, πως το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης για νομική αρωγή, δεν θα επηρεάσει την τελική έκβαση της προσφυγής που έχει καταχωρηθεί από τον αιτητή (Durgo Man v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 278/09, ημερομηνίας 15.7.2009Baghour και Roud Gad, υπόθ. αρ.7/11 και 8/11, ημερομηνίας 28.3.2011 ).

 

Ο αιτητής έθεσε ισχυρισμούς που ενέχουν περιπλοκότητα και κάποιοι από αυτούς μάλιστα έγιναν αποδεκτοί.  Ενώπιον μάλιστα του Δικαστηρίου τόνισε πως ένιωθε άβολα να αναφερθεί στα θέματα του σεξουαλικού του προσανατολισμού κατά το στάδιο της συνέντευξης, θέματα ευαίσθητα τα οποία επίσης δημιουργούν περιπλοκότητα και χρειάζονται λεπτομερής εξέταση. Δεν θα αξιολογήσω την επιστολή που προσκόμισε ο αιτητης στο Δικαστήριο, της Προέδρου της ACCEPT ΛΟΑΤΚΙ Κύπρου, η οποία επιβεβαιώνει ότι ο αιτητής είναι εγγεγραμμένος μέλος της οργάνωσης και ομοφυλόφιλο άτομο, αλλά λαμβάνω υπόψη μου πως ο ισχυρισμός για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό δεν έγινε αποδεκτός αλλά είναι ισχυρισμός που σε περίπτωση που ανατραπεί, όπως προκύπτει και από τις πηγές πληροφόρησης που παρατέθηκαν από την έκθεση εισήγηση, πιθανόν να δημιουργεί πρόβλημα στον ίδιο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

 

Για τους λόγους που έχουν εκτεθεί, κρίνω πως εκ πρώτης όψεως υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας της προσφυγής που έχει ήδη καταχωρήσει ο αιτητής κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, στο μέτρο που ήθελαν κριθεί βάσιμοι οι ισχυρισμοί για τον κίνδυνο που διατρέχει, χωρίς βεβαίως να προδικάζεται σε αυτό το στάδιο το αποτέλεσμα της προσφυγής.  Αντίθετη κατάληξη της παρούσας αίτησης, θα οδηγούσε σε παρεμπόδιση στην ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή στη δικαιοσύνη.

 

Κατά συνέπεια, ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που τάσσει ο Νόμος για την έκδοση απόφασης για δωρεάν νομική αρωγή σε σχέση με την προσφυγή που έχει ήδη καταχωρήσει κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου και συνεπώς, η αίτηση του αιτητή εγκρίνεται.  Εντέλλεται το αρμόδιο Πρωτοκολλητείο να προχωρήσει στις νενομισμένες διαδικασίες για διορισμό δικηγόρου σύμφωνα με τον Διαδικαστικό Κανονισμό, δυνάμει του σχετικού Νόμου.

 

Τα έξοδα της μεταφράστριας να πληρωθούν από την Δημοκρατία. Καμιά άλλη διαταγή για έξοδα.

 

 

 

 

 

                                                                                      Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] O Muqtada Al-Sadr είναι ένας Ιρακινός ηγέτης των Σιιτών και κληρικός.  

https://www.britannica.com/biography/Muqtada-al-Sadr

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο