Α. Μ. Α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 66/24, 16/1/2026
print
Τίτλος:
Α. Μ. Α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 66/24, 16/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

    Υπόθεση Αρ.: 66/24

 

16 Ιανουαρίου, 2025

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

Μεταξύ

Α. Μ. Α.

Αιτήτριας,

και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η αίτηση,

 ......... 

 

Γ. Κωνσταντινίδου (κα) για Μ. Παπαλοΐζου (κο), Δικηγόροι για την Αιτήτρια.

Α. Κίτσιου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 27.10.2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023.

 

Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Η Αιτήτρια κατάγεται από το Καμερούν και στις 13.4.2021 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 19.10.2021, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος υπέβαλε σχετική Έκθεση/ Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας και για επιστροφή στη χώρα καταγωγής της. Στις 27.10.2023, ο Προϊστάμενος εξέδωσε απόφαση   για απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας και επιστροφή της στο Καμερούν. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 13.12.2023 αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

Νομικοί Ισχυρισμοί

 

2.             Κατά την ακροαματική διαδικασία της 20.11.2025, οι συνήγοροι της Αιτήτριας, απέσυραν μέρος των νομικών ισχυρισμών που είχαν προβάλει με την γραπτή τους αγόρευση και προώθησαν τους νομικούς ισχυρισμούς περί (α) έλλειψης δέουσας έρευνας, (β) ελλιπούς αιτιολογίας και (γ) παράλειψης εξέτασης της συμπληρωματικής προστασίας.

 

3.             Ειδικότερα, υποστήριξαν ότι δεν αξιολογήθηκαν ουσιώδεις ισχυρισμοί της Αιτήτριας αναφορικά με τους λόγους αναχώρησής της από το Καμερούν, οι οποίοι αφορούσαν, αφενός, δίωξη εκ μέρους του στρατού και, αφετέρου, δίωξη από τους Αμπαζόνιανς. Κατά τον ισχυρισμό τους, παρότι οι εν λόγω ισχυρισμοί αναπτύχθηκαν εκτενώς κατά τη συνέντευξη και υποστηρίχθηκαν με συγκεκριμένες απαντήσεις της Αιτήτριας, η διοικητική απόφαση περιορίστηκε σε απλή αναφορά των σχετικών ερωτήσεων, χωρίς ουσιαστική ανάλυση, εκτίμηση αξιοπιστίας ή συσχέτιση με πληροφορίες της χώρας καταγωγής (COI).

 

4.             Περαιτέρω, η Αιτήτρια δια των συνηγόρων της προέβαλε ότι η διοίκηση παρέλειψε να αξιολογήσει κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν προσκομιστεί, όπως φωτογραφικό υλικό, πιστοποιητικά θανάτου της μητέρας και του αρραβωνιαστικού της Αιτήτριας, ένταλμα σύλληψης ή έρευνας, καθώς και ένορκη δήλωση δικηγόρου στο Καμερούν σχετικά με τον τρόπο απόκτησης και διαβίβασης των εγγράφων. Κατά τους ισχυρισμούς τους, η απόφαση δεν περιέχει ειδική αιτιολογία ως προς τη γνησιότητα, την προέλευση ή τη συνάφεια των εγγράφων αυτών με τους προβαλλόμενους λόγους δίωξης, αλλά περιορίζεται σε γενική και αόριστη αμφισβήτησή τους.

 

5.             Επιπλέον, υποστήριξαν ότι δεν εξετάστηκε ο ισχυρισμός της Αιτήτριας αναφορικά με τη διαφοροποίηση της εξωτερικής της εμφάνισης στις φωτογραφίες του εντάλματος (λόγω μεταμφίεσης), ζήτημα που, κατά τους ισχυρισμούς τους, είναι κρίσιμο για την εκτίμηση της γνησιότητας του εντάλματος και της πιθανότητας να βρίσκεται ακόμη υπό την αναζήτηση των αρχών.

 

6.             Τέλος, προέβαλαν ότι η διοίκηση παρέλειψε να διερευνήσει και να αξιολογήσει τη φερόμενη πραγματική πρακτική που ακολουθείται στα αεροδρόμια του Καμερούν ως προς τον έλεγχο των ενταλμάτων σύλληψης. Προς τούτο, επικαλέστηκαν την ύπαρξη  νομολογίας περί διαφθοράς και έλλειψης μηχανογράφησης, με αποτέλεσμα τα αεροδρόμια να μην ενημερώνονται αξιόπιστα για τα εκκρεμή εντάλματα.

 

7.             Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης καταδεικνύοντας ότι δεν προκύπτει μελλοντικός κίνδυνος σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της, παραπέμποντας στα ευρήματά τους κατά τη διοικητική εξέταση της αίτησης της Αιτήτριας. Επισημαίνουν ότι δεδομένης της μη θεμελίωσης της αξιοπιστίας της ως προς τους ισχυρισμούς της περί δίωξής της από τους αποσχιστές και από το στρατό, δεν προκύπτει κίνδυνος για την ίδια σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της και συνεπώς δεν δικαιολογείται η υπαγωγή της σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.

 

Νομικό πλαίσιο

8.             Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύει της προστασίας της χώρας ταύτης».

 

9.             Ο Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2023 έχει ως ακολούθως:

 

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

 

10.          Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως (Αρ. 2) του 2025 (Ο περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

 

11.          Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει την έννοια του όρου πρόσφυγας και τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε αυτόν τον ορισμό.

 

12.          Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:

 

«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών

16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).

 

(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-

 

(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».

 

13.          Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τις περιπτώσεις, όπου χορηγείται το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Κατάληξη

14.           Ως προς τους εγειρόμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την ενώπιόν του αίτησή διεθνούς προστασίας εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc (Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, TorubarovC-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση ένεκα της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ο αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

 

15.          Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτών. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie vAναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

16.          Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας, προκύπτει ότι, κατά την καταγραφή της αίτησής της για διεθνή προστασία, αυτή προέβαλε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της διότι η ζωή της βρισκόταν σε κίνδυνο. Ειδικότερα, ανέφερε ότι μία ημέρα αυτονομιστές πραγματοποίησαν έφοδο στο στρατόπεδο της Muyuka, όπου διέμενε, σκοτώνοντας τέσσερις στρατιωτικούς. Την επόμενη ημέρα, ο στρατός ξεκίνησε εκτεταμένες εφόδους σε οικίες, κατά τις οποίες, όπως ισχυρίστηκε, θανατώνονταν νεαρά αγόρια. Παράλληλα, διαδόθηκε στον στρατό η πληροφορία ότι ο αρραβωνιαστικός της Αιτήτριας γνώριζε την τοποθεσία της κρυψώνας των Ambazonians. Κατόπιν τούτου, στρατιωτικές δυνάμεις μετέβησαν στην οικία τους και, όταν ο αρραβωνιαστικός της αρνήθηκε ότι γνώριζε οτιδήποτε σχετικό, φέρεται να εκτελέστηκε επί τόπου. Αργότερα την ίδια ημέρα, γείτονας της Αιτήτριας την προειδοποίησε ότι ο στρατός επρόκειτο να μεταβεί και στην οικία της, προκειμένου να την αναζητήσει, καθώς είχε διαδοθεί ότι ενδεχομένως να γνώριζε και η ίδια πληροφορίες σχετικά με την κρυψώνα των Ambazonians, δεδομένου ότι εργαζόταν στο κατάστημα που διατηρούσε ο σύντροφός της. Ακολούθως, η Αιτήτρια μετέβη στο χωριό Ekona, όπου διέμεναν οι γονείς της. Όπως ανέφερε, όταν οι Ambazonians πληροφορήθηκαν ότι αναζητείτο από τον στρατό, θεώρησαν ότι ενδεχομένως να είχε αποκαλύψει την κρυψώνα τους στις αρχές και άρχισαν και οι ίδιοι να την αναζητούν, με αποτέλεσμα να καταζητείται, κατά τους ισχυρισμούς της, ταυτόχρονα και από τις δύο πλευρές. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι αυτονομιστές μετέβησαν στην πατρική της οικία και απήγαγαν τη μητέρα της, απειλώντας την ότι, εάν δεν παραδώσει την κόρη της, θα θανατωθεί, πράγμα το οποίο, σύμφωνα με την Αιτήτρια, έλαβε χώρα λίγες ημέρες αργότερα. Η Αιτήτρια κατέφυγε στη συνέχεια στον μεγαλύτερο αδελφό της στη Douala, ο οποίος, όπως ισχυρίστηκε, της ανέφερε ότι ο μόνος τρόπος για να σωθεί ήταν να εγκαταλείψει το Καμερούν και να μεταβεί στη Δημοκρατία για σπουδές. Καταληκτικά, η Αιτήτρια δήλωσε ότι αδυνατεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της, καθώς καταζητείται τόσο από τον στρατό όσο και από τους Ambazonians.

 

17.          Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, η Αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε στο Nguti, ωστόσο σε μικρή ηλικία μετακόμισε στο Limbe, όπου διέμενε μέχρι το 2014. Ακολούθως μετέβη στην Buea για τις σπουδές της και διέμεινε εκεί μέχρι το 2017. Το 2017 μετακόμισε στη Muyuka, όπου διέμενε με τον αρραβωνιαστικό της μέχρι να φύγει από τη χώρα. Μεταξύ 2017-2018 πηγαινοερχόταν μεταξύ Muyuka και Buea εξαιτίας των σπουδών της. Εγκατέλειψε το Καμερούν στις 21.2.2021 αεροπορικώς και στις 23.2.2021 εισήλθε στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Ταξίδεψε νόμιμα χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα κατά την έξοδό της. Αναφορικά με το μορφωτικό της επίπεδο, δήλωσε ότι έχει πτυχίο Κοινωνιολογίας και Ανθρωπολογίας από το Πανεπιστήμιο της της Buea, απ’ όπου αποφοίτησε το 2018. Ομιλεί την αγγλική, έχοντας βασική γνώση και της γαλλικής. Από το 2018 έως τον Ιανουάριο του 2021 πουλούσε φαγητό σε ένα νυχτερινό μαγαζί, ενώ για ένα μικρό χρονικό διάστημα παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά.  Αναφορικά με την πατρική της οικογένεια, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο πατέρας της και η μεγάλη της αδερφή βρίσκονται στο Limbe και ο μικρός της αδελφός βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η μητέρα της απεβίωσε στις 16.2.2021 αφού απήχθη από τους Ambazonians από την οικία της στο χωριό Ekona, καθώς δεν κατάφεραν να βρουν την ίδια την Αιτήτρια που αναζητούσαν. Έχει θείες και θείους σε διάφορες περιοχές του Καμερούν, συμπεριλαμβανομένης της Douala και της Kumba.

 

18.          Όσον αφορά στους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι η ζωή της απειλούνταν τόσο από τις κρατικές στρατιωτικές δυνάμεις όσο και από τους Ambazonians. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ο στρατός προέβη σε επιχείρηση στη Muyuka, κατά την οποία σκοτώθηκαν νεαροί άνδρες, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση των Ambazonians, οι οποίοι, σε αντίποινα, σκότωσαν τέσσερις στρατιωτικούς. Κατόπιν τούτου, ο στρατός απέστειλε ενισχυμένες δυνάμεις στην περιοχή για αντίποινα. Η ίδια και ο αρραβωνιαστικός της, όπως ισχυρίστηκε, δεν βρίσκονταν στο κατάστημα εστίασης του τελευταίου, αλλά στην αγορά, και στη συνέχεια κρύφτηκαν σε θαμνώδεις περιοχές. Κατά τα λεγόμενά της, ο στρατός εισέβαλε στην οικία τους στη Muyuka και σκότωσε τον αρραβωνιαστικό της, πυροβολώντας τον επανειλημμένα. Τη χρονική στιγμή της δολοφονίας, η Αιτήτρια βρισκόταν στην Ekona. Φίλη της, ονόματι Vanessa, την κάλεσε τηλεφωνικά και την προειδοποίησε να μην επιστρέψει στη Muyuka, καθώς επίκειτο έφοδος του στρατού και η ίδια είχε τραπεί σε φυγή. Η Αιτήτρια επιχείρησε να επικοινωνήσει με τον αρραβωνιαστικό της χωρίς αποτέλεσμα. Παρέμεινε στην Ekona κατά τη διάρκεια της νύχτας και την επόμενη ημέρα, όταν επέστρεψε στη Muyuka, τον εντόπισε νεκρό εντός της οικίας τους, φέροντα πολλαπλά τραύματα από πυροβολισμούς. Στη συνέχεια, αντιλήφθηκε ομάδα νεαρών να τρέχουν προκειμένου να διαφύγουν από ένοπλους άνδρες και τους ακολούθησε, εγκαταλείποντας την οικία και αφήνοντας πίσω τη σορό του αρραβωνιαστικού της. Ακολούθως, κρύφτηκε σε θαμνώδεις περιοχές και αργότερα εγκατέλειψε τη Muyuka, μεταβαίνοντας στην οικία της μητέρας της στην Ekona, όπου παρέμεινε για λίγες ημέρες.

 

19.           Η Αιτήτρια ανέφερε ότι πληροφορήθηκε από τη φίλη της Vanessa πως ο στρατός προέβη σε μαζικές ταφές των νεαρών που σκοτώθηκαν, γεγονός που, κατά τους ισχυρισμούς της, καθιστούσε αδύνατη την επιστροφή της στην περιοχή. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι, κατά την έφοδο του στρατού στην οικία της, εντοπίστηκε φωτογραφία της αναρτημένη σε τοίχο, η οποία αφαιρέθηκε, και ότι ακολούθως οι αρχές ανάρτησαν φωτογραφίες της σε διάφορα σημεία και εξέδωσαν ένταλμα σύλληψης εις βάρος της, θεωρώντας ότι, εφόσον ο αρραβωνιαστικός της γνώριζε την τοποθεσία των Ambazonians, θα διέθετε και η ίδια τις ίδιες πληροφορίες. Παράλληλα, όταν οι Ambazonians πληροφορήθηκαν ότι αναζητείτο από τον στρατό, άρχισαν και οι ίδιοι να την αναζητούν, φοβούμενοι ότι θα μπορούσε, υπό καθεστώς πανικού, να αποκαλύψει τις κρυψώνες τους. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι δέχθηκε τηλεφώνημα από τους αυτονομιστές, οι οποίοι της ζήτησαν να επιστρέψει και τη διαβεβαίωσαν ότι θα την προστάτευαν. Ωστόσο, η ίδια δήλωσε ότι γνώριζε πως δεν ήταν σε θέση να της παράσχουν ουσιαστική προστασία.

 

20.          Υπό τις συνθήκες αυτές, η Αιτήτρια ανέφερε ότι διέφυγε από τη Νοτιοδυτική Περιοχή μεταμφιεσμένη σε μουσουλμάνα και μετέβη στη Douala, στην οικία του μικρότερου αδελφού της. Εκεί, πληροφορήθηκε από τη μητέρα της ότι δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να επιστρέψει ούτε στην Ekona ούτε στη Muyuka, καθώς καταζητείτο. Λίγες ημέρες αργότερα, όπως ισχυρίστηκε, η μητέρα της συνελήφθη από τους Ambazonians και πιέστηκε να αποκαλύψει το πού κρυβόταν η Αιτήτρια. Καθώς αρνήθηκε ότι γνώριζε, κρατήθηκε για μερικές ημέρες και τελικώς δολοφονήθηκε, με το σώμα της να εγκαταλείπεται έξω από την οικία της στην Ekona. Ακολούθως, η Αιτήτρια, με τη βοήθεια του αδελφού της, εγκατέλειψε το Καμερούν με προορισμό την Κύπρο. Αναφορικά με τον φόβο της σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι φοβάται πως ενδέχεται να δολοφονηθεί.

 

21.          Ερωτηθείσα σχετικά με τις επιθέσεις του στρατού, η Αιτήτρια δήλωσε ότι η πρώτη έλαβε χώρα στις 10.1.2021 στις περιοχές Sand-sand, Balong, Yoke, Makanga και Electric Line. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, κατά την εν λόγω επίθεση στοχοποιήθηκαν και σκοτώθηκαν αποκλειστικά νεαροί άνδρες. Δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια τον χρόνο της επίθεσης αντιποίνων των Ambazonians κατά του στρατού, ωστόσο τοποθέτησε τη δεύτερη επιχείρηση του στρατού στις 24.1.2021, ημερομηνία κατά την οποία δολοφονήθηκε και ο σύντροφός της. Κατόπιν διευκρινιστικής ερώτησης, αποσαφήνισε ότι κατά την πρώτη έφοδο του στρατού βρισκόταν με τον σύντροφό της στην αγορά, ενώ κατά τη δεύτερη έφοδο η ίδια βρισκόταν στο χωριό Ekona και ο σύντροφός της στην οικία τους στη Muyuka. Αναφορικά με τη δολοφονία του συντρόφου της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εικάζει πως σκοτώθηκε επειδή θεωρήθηκε πράκτορας των Ambazonians, εκτιμώντας ότι ο στρατός ενδέχεται να τον συνέδεσε με αυτούς λόγω του ότι διατηρούσε κατάστημα εστίασης και ερχόταν σε επαφή με πολλούς ανθρώπους. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι ο σύντροφός της δεν είχε στο παρελθόν κινήσει υποψίες, ούτε είχε συλληφθεί ή υποστεί κακομεταχείριση από τις κρατικές δυνάμεις ασφαλείας. Περιγράφοντας τη σκηνή που αντίκρισε κατά την είσοδό της στην οικία, ανέφερε ότι επικρατούσε αναστάτωση, υπήρχαν ίχνη αίματος και πυροβολισμών και ότι ο σύντροφός της κείτονταν νεκρός στο πάτωμα ενός δωματίου. Ερωτηθείσα για ποιο λόγο θεωρεί ότι οι κρατικές αρχές εκτίμησαν ότι γνώριζε πληροφορίες για τους Ambazonians λόγω της σχέσης της με τον αρραβωνιαστικό της, η Αιτήτρια προέβαλε το γεγονός ότι καταζητείτο από τον στρατό. Η δημοσίευση των φωτογραφιών της και η έκδοση εντάλματος σύλληψης εις βάρος της, όπως ανέφερε, έλαβαν χώρα μετά τον θάνατο του συντρόφου της, επίσης εντός του Ιανουαρίου 2021, χωρίς να γνωρίζει την ακριβή ημερομηνία. Ως προς τη μεταμφίεσή της σε μουσουλμάνα προκειμένου να διαφύγει από τη Νοτιοδυτική Περιοχή, δήλωσε ότι το έπραξε επειδή, κατά την αντίληψή της, οι αρχές δεν διενεργούν ελέγχους σε μουσουλμάνες γυναίκες.

 

22.          Ερωτηθείσα πώς κατόρθωσε να ταξιδέψει νόμιμα, ενώ καταζητείτο, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ήταν μεταμφιεσμένη και ότι τελωνειακός υπάλληλος, φίλος του αδελφού της, την παρουσίασε ως κόρη του, με αποτέλεσμα να μην υποβληθεί στους καθιερωμένους ελέγχους. Οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν στην Αιτήτρια ότι στην αρχική της αίτηση είχε καταγράψει πως βρισκόταν στο σπίτι μαζί με τον σύντροφό της κατά τη στιγμή που εκείνος δέχθηκε τους πυροβολισμούς. Η Αιτήτρια αντέτεινε ότι, κατά τη συμπλήρωση της αρχικής αίτησης, βρισκόταν υπό καθεστώς έντονης πίεσης και σύγχυσης. Επιπλέον, της επισημάνθηκε ότι στην αρχική αίτηση είχε δηλώσει πως ο στρατός έλαβε την πληροφορία ότι ενδέχεται να γνώριζε την κρυψώνα των αυτονομιστών από κάποιο άτομο. Ως προς τούτο, η Αιτήτρια ανέφερε ότι θεωρεί πιθανή την ύπαρξη πληροφοριοδότη, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει την ταυτότητά του. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι στην αρχική της αίτηση είχε δηλώσει πως οι γονείς της διέμεναν στην Ekona, ενώ κατά τη συνέντευξη ανέφερε ότι η μητέρα της απεβίωσε στις 16.2.2021 και ότι στην Ekona διέμενε μόνον η μητέρα της μαζί με τη μεγαλύτερη αδελφή της. Η Αιτήτρια αποσαφήνισε ότι η οικία στην Ekona αποτελούσε ιστορικά την οικογενειακή τους οικία, πλην όμως οι γονείς της δεν διέμεναν αμφότεροι εκεί κατά τον κρίσιμο χρόνο.

 

23.          Ερωτηθείσα σχετικά με τις απειλές των Ambazonians, η Αιτήτρια αποσαφήνισε ότι δεν γνώριζε την τοποθεσία του κρησφύγετού τους. Ανέφερε ότι έλαβε ένα μόνο τηλεφώνημα από τους αυτονομιστές πριν από τον θάνατο της μητέρας της και δήλωσε ότι δεν γνωρίζει εάν αυτοί θα ήταν σε θέση να της προκαλέσουν βλάβη, εάν παρέμενε στη Douala.

 

24.          Τέλος, διευκρίνισε ότι δεν έχει συλληφθεί ούτε κρατηθεί ποτέ στη χώρα καταγωγής της και εξέφρασε την εκτίμηση ότι οι αρχές της χώρας αυτής δεν θα της επιτρέψουν να επιστρέψει στο Καμερούν

 

25.          Μετά το πέρας της συνέντευξης υπέβαλε στην Υπηρεσία Ασύλου τα εξής έγγραφα:

 

    i.    Πιστοποιητικό θανάτου κατ’ ισχυρισμόν της μητέρας της Αιτήτριας (ερυθρό 34). Το Πιστοποιητικό φέρει αριθμό πρωτοκόλλου, ημερομηνία έκδοσης (10.3.2021) και υπογράφεται από τον ληξιαρχικό υπάλληλο και το δήμαρχο της Kumba. Αναγράφεται ότι η Akime Diana απεβίωσε στις 16.2.2021 σύμφωνα με δήλωση του Νοσοκομείου της Buea.

 

   ii.    Πιστοποιητικό θανάτου κατ’ ισχυρισμόν του συντρόφου της Αιτήτριας (ερυθρό 34 δ.φ.). Το Πιστοποιητικό φέρει αριθμό πρωτοκόλλου, ημερομηνία έκδοσης (17.2.2021) και υπογράφεται από τον ληξιαρχικό υπάλληλο και το δήμαρχο της Kumba. Αναγράφεται ότι o Niba Brian απεβίωσε στις 24.1.2021 σύμφωνα με δήλωση του Νοσοκομείου της Buea.

 

  iii.    Ένταλμα σύλληψης σε βάρος της Αιτήτριας (ερυθρό 39 δ.φ.). Το ένταλμα σύλληψης φέρει αριθμό πρωτοκόλλου (0449), ημερομηνία έκδοσης 3.2.2021, τόπο έκδοσης (Buea) και υπογράφεται από τον αρχηγό της δικαστικής αστυνομίας της Νοτιοδυτικής Περιοχής. Αναγράφεται ότι η Αιτήτρια αναζητείται, καθώς κατηγορείται για πράξεις απόσχισης, τρομοκρατίας και εχθρική συμπεριφορά προς την πατρίδα (hostility against the fatherland). Ζητείται από την αστυνομία και την χωροφυλακή να τη συλλάβουν σε περίπτωση εντοπισμού της.

 

  iv.    Ένταλμα προσαγωγής της Αιτήτριας (ερυθρό 38 δ.φ.). Το ένταλμα φέρει αριθμό πρωτοκόλλου, ημερομηνία έκδοσης (29.1.2021) και υπογράφεται από τον τακτικό ανακριτή (magistrate) Guimbang A. Kedi C, του Εφετείου της Νοτιοδυτικής Περιοχής. Οι κατηγορίες που αποδίδονται στην Αιτήτρια είναι η τρομοκρατία, η απόσχιση και η εχθρική συμπεριφορά προς την πατρίδα, ενώ γίνεται μνεία και των σχετικών άρθρων όπου στοιχειοθετούνται τα εν λόγω αδικήματα. Ζητείται από την δικαστική αστυνομία να τη συλλάβουν και να την προσαγάγουν ενώπιον του Δικαστηρίου προκειμένου να υποβληθεί σε ακρόαση σχετικά με τις αποδιδόμενες κατηγορίες.

 

   v.     Ένορκη δήλωση του δικηγόρου Dickson Mbumbu Esq. της νομικής εταιρίας Hallmark, με έδρα την Buea. Η ένορκη δήλωση φέρει ημερομηνία 28.3.2023. Η ένορκη δήλωση αναφέρει σε γενικές γραμμές όσα αφηγήθηκε η Αιτήτρια κατά την προσωπική της συνέντευξη. Καταληκτικά, ο δικηγόρος της Αιτήτριας καταγράφει ότι δεν είναι ασφαλές για την Αιτήτρια να επιστρέψει στο Καμερούν, καθώς αποτελεί στόχο τόσο για τις κρατικές δυνάμεις ασφαλείας όσο και για τους αυτονομιστές. Προσέθεσε ότι η κατάσταση ασφαλείας στις Αγγλόφωνες Περιοχές επιδεινώνεται και ότι σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στο Καμερούν θα τεθεί σε κίνδυνο η ζωή της.

 

  vi.    Φωτογραφία κατ’ ισχυρισμόν της Αιτήτριας με τη μητέρα της και φωτογραφία κατ’ ισχυρισμόν της μητέρας της Αιτήτριας στο φέρετρό της (ερυθρά 33 και 32 δ.φ.).

 

26.          Οι Καθ’ ων έθεσαν ερωτήσεις στην Αιτήτρια αναφορικά με τα έγγραφα που προσκόμισε. Επεσήμαναν ότι στο πιστοποιητικό θανάτου του αρραβωνιαστικού της αναγράφεται ότι αυτός ήταν δάσκαλος και όχι ιδιοκτήτης καταστήματος εστίασης. Η Αιτήτρια αντέτεινε ότι ο αρραβωνιαστικός της σπούδασε δάσκαλος, αλλά δεν εργαζόταν στο αντικείμενο των σπουδών του λόγω έλλειψης θέσεων εργασίας, ωστόσο το «επίσημο» επάγγελμά του παραμένει αυτό του δασκάλου. Έλαβε τα πιστοποιητικά θανάτου τον Μάρτιο του 2023 μέσω του δικηγόρου της. Η ένορκη δήλωση που υπέβαλε έχει συνταχθεί από το δικηγόρο της, ο οποίος έλαβε γνώση των όσων καταγράφει μέσω της Αιτήτριας. Αναφορικά με το ένταλμα σύλληψης, η Αιτήτρια δήλωσε ότι έλαβε το ένταλμα τον Μάρτιο του 2023, ωστόσο γνώριζε για την ύπαρξή τους, καθώς ο δικηγόρος της της είχε στείλει στο παρελθόν φωτογραφία του εντάλματος από το αστυνομικό τμήμα της Muyuka. Ερωτηθείσα αναφορικά με το περιεχόμενο του εντάλματος δήλωσε ότι δεν θυμάται την ακριβή ημερομηνία έκδοσής του, αλλά αναφέρει ότι καταζητείται είτε ζωντανή είτε νεκρή. Δεν γνωρίζει πώς ήταν εφικτό για αυτή να ταξιδέψει δεδομένου ότι είχε εκδοθεί ένταλμα σε βάρος της ήδη από τις 3.2.2021. Αναφορικά με το ένταλμα προσαγωγής, η Αιτήτρια δήλωσε ότι το έλαβε επίσης τον Μάρτιο του 2023 μέσω του δικηγόρου της, ότι δεν γνωρίζει την ακριβή ημερομηνία έκδοσής του κι ότι αναφέρει ότι κατηγορείται για συμμετοχή στο αυτονομιστικό κίνημα. Προσέθεσε ότι το ένταλμα προσαγωγής συντάχθηκε από το δικηγόρο της και ότι δεν γνωρίζει για ποιο λόγο αναγράφεται ότι το επάγγελμά της είναι «Αιτήτρια».

 

27.          Αξιολογώντας τις δηλώσεις της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν τρεις (3) ουσιώδεις ισχυρισμούς: πρώτον, την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής της Αιτητή, δεύτερον, το ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι απειλείται και καταζητείται από τον στρατό του Καμερούν λόγω θεώρησής της ως κατάσκοπο των Αμπαζόνιανς και ως άτομο που γνωρίζει την κρυψώνα τους, και τρίτον, τον ισχυρισμό ότι απειλείται και καταζητείται από τους Αμπαζόνιανς καθώς και της δολοφονίας της μητέρας της από τους τελευταίους. 

 

28.          Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς οι πληροφορίες που έδωσε η Αιτήτρια κρίθηκαν ως επαρκώς λεπτομερείς και συνεκτικές, ενώ επιβεβαιώθηκαν και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καθώς και από το προσκομισθέν διαβατήριο της Αιτήτριας.

 

29.          Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός περί της καταζήτησής της από τον στρατό του Καμερούν λόγω του ότι θεωρείται κατάσκοπος των Αμπαζόνιανς, έτυχε απόρριψης. Οι Καθ’ ων έκριναν ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας ως προς τα γεγονότα στη Muyuka παρουσιάζουν ουσιώδεις ανακολουθίες σε σύγκριση με πληροφορίες που αντλήθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ειδικότερα, έλαβαν υπόψη τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι ο στρατός του Καμερούν εισέβαλε στη Muyuka στις 10 Ιανουαρίου 2021 και δολοφόνησε νέους άνδρες (ερ. 25, 1Χ), καθώς και ότι, μετά από επίθεση των Ambazonians κατά του στρατού, ο στρατός επέστρεψε στη Muyuka στις 24 Ιανουαρίου 2021, οπότε και δολοφονήθηκε ο αρραβωνιαστικός της (ερ. 25, 4Χ–5Χ). Κατόπιν αντιπαραβολής των ισχυρισμών αυτών με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές, διαπιστώθηκε ότι ναι μεν εντοπίζεται αναφορά σε επίθεση του στρατού στη Muyuka στις 10 Ιανουαρίου 2021 (ερ. 53, 52–51), πλην όμως δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε αναφορά σε επιστροφή του στρατού στη Muyuka στις 24 Ιανουαρίου 2021. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων σημείωσαν ότι η Αιτήτρια ανέφερε ως τόπους όπου σημειώθηκαν δολοφονίες κατά την επίθεση της 10ης Ιανουαρίου 2021 τα sand-sand quarter, Balong quarter, yoke village, makanga quarter και electric line quarter (ερ. 25, 2Χ), ενώ οι εξωτερικές πηγές αναφέρονται αποκλειστικά στο Mautu village ως τόπο διεξαγωγής της επίθεσης (ερ. 53, 52–51). Κατά την κρίση τους, η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκή εξήγηση για τη διαφοροποίηση αυτή, παρά της σχετικής διευκρινιστικής ερώτησης (ερ. 25, 4Χ). Επιπλέον, οι Καθ’ ων έλαβαν υπόψη τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι ο στρατός στοχοποίησε και σκότωσε αποκλειστικά νέους άνδρες κατά την επίθεση της 10ης Ιανουαρίου 2021 (ερ. 25, 3Χ). Ωστόσο, σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφέρεται η δολοφονία μιας γιαγιάς και του εγγονού/εγγονής της (ερ. 53). Κατά την κρίση τους, η μεταγενέστερη διευκρίνιση της Αιτήτριας ότι στοχοποιήθηκαν κυρίως νέοι άνδρες (ερ. 25, 4Χ) δεν κρίθηκε επαρκής, καθώς συνιστά μεταβολή των αρχικών της δηλώσεων και δημιουργεί διαδοχική αντίφαση σε σχέση με τον προηγούμενο ισχυρισμό της περί αποκλειστικής στοχοποίησης νέων ανδρών.

 

30.          Οι Καθ’ ων έκριναν ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας αναφορικά με το κίνητρο του στρατού του Καμερούν πίσω από την ισχυριζόμενη δολοφονία του αρραβωνιαστικού της στερούνται επαρκούς ευλογοφάνειας. Ειδικότερα, έλαβαν υπόψη τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι ο στρατός θεώρησε πως ο αρραβωνιαστικός της ήταν Ambazonian και ότι γνώριζε πού βρίσκονταν οι Ambazonians (ερ. 24, 1Χ). Περαιτέρω, οι Καθ’ ων σημείωσαν ότι, κατά τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, ο λόγος για τον οποίο ο στρατός θεώρησε τον αρραβωνιαστικό της κατάσκοπο ήταν ότι πολλοί άνθρωποι επισκέπτονταν την επιχείρησή του για φαγητό και ποτό, γεγονός που, κατά την Αιτήτρια, οδήγησε τον στρατό στο συμπέρασμα ότι «κάτι θα ήξερε» (ερ. 24, 2Χ). Ωστόσο, η ίδια η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ο αρραβωνιαστικός της δεν είχε καμία ανάμιξη με τους Ambazonians και ότι δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια που θα μπορούσε να κινήσει υποψίες (ερ. 24, 5Χ–6Χ). Κατά την κρίση των Καθ’ ων, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν κρίθηκαν εύλογοι, καθώς δεν αναμένεται κάποιο άτομο να θεωρηθεί κατάσκοπος αποκλειστικά και μόνο λόγω της λειτουργίας επιχείρησης μπαρ, χωρίς περαιτέρω συγκεκριμένα στοιχεία. Η έλλειψη ευλογοφάνειας, κατά τους Καθ’ ων, ενισχύεται από τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι ακόμη και μέλη του στρατού του Καμερούν ήταν πελάτες του εν λόγω μπαρ, στοιχείο που, κατά την κρίση τους, καταδεικνύει ότι δεν επρόκειτο για κρυφό χώρο συνάντησης Ambazonians αλλά για κανονική επιχείρηση ανοικτή στο κοινό. Σημειώνεται ότι στην Αιτήτρια δόθηκε η ευκαιρία να παράσχει περαιτέρω εξηγήσεις για την ανωτέρω έλλειψη ευλογοφάνειας, πλην όμως η Αιτήτρια περιορίστηκε στον ισχυρισμό ότι ο στρατός είδε τον αρραβωνιαστικό της να συνομιλεί με άτομα και, για τον λόγο αυτό, θεώρησε ότι γνώριζε κάτι (ερ. 24, 4Χ). Η εξήγηση αυτή δεν κρίθηκε επαρκής, καθώς η συνομιλία με πελάτες συνιστά συνήθη δραστηριότητα ιδιοκτήτη μπαρ και, από μόνη της, δεν προκύπτει ότι θα μπορούσε να δημιουργήσει βάσιμες υποψίες. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων έκριναν ότι δεν προκύπτει με σαφήνεια πώς η Αιτήτρια απέκτησε γνώση των κινήτρων του στρατού. Ειδικότερα, η ίδια ανέφερε ότι δεν πληροφορήθηκε τα σχετικά από μέλος του στρατού αλλά μέσω φημών, χωρίς συγκεκριμένη πηγή πληροφόρησης (ερ. 24, 3Χ). Κατά συνέπεια, οι πληροφορίες αυτές κρίθηκε ότι συνιστούν πληροφορίες προερχόμενες από τρίτους και ως εκ τούτου μη επαληθεύσιμες, γεγονός που, κατά την κρίση των Καθ’ ων, μειώνει περαιτέρω την αξιοπιστία των ισχυρισμών της αναφορικά με τη δολοφονία του αρραβωνιαστικού της. Τέλος, σημειώθηκε ότι, μολονότι σε εξωτερικές πηγές εντοπίστηκαν μεμονωμένες και ανεπιβεβαίωτες αναφορές σε βίαιες ενέργειες εναντίον ιδιοκτητών μπαρ από Ambazonians (ερ. 56–54), δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε αναφορά σε βίαιη ενέργεια εναντίον ιδιοκτήτη μπαρ από τις αρχές του Καμερούν.

 

31.          Οι Καθ’ ων έκριναν ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας ως προς τη στάση του στρατού απέναντι στον αρραβωνιαστικό της στερούνται νοηματικής συνοχής. Ειδικότερα, έλαβαν υπόψη τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι ο στρατός θεωρούσε τον αρραβωνιαστικό της κατάσκοπο των Ambazonians (ερ. 24, 1Χ), σε συνδυασμό με τον μεταγενέστερο ισχυρισμό της ότι, πριν από το φερόμενο περιστατικό δολοφονίας του, ο στρατός δεν τον είχε παρενοχλήσει ούτε συλλάβει (ερ. 24, 7Χ). Κατά την κρίση των Καθ’ ων, οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους, καθώς δεν αναμένεται οι αρχές να αφήνουν ανενόχλητο επί μακρόν άτομο το οποίο θεωρούν κατάσκοπο και να προβαίνουν αιφνιδίως στη θανάτωσή του χωρίς προηγούμενες ενέργειες ελέγχου ή παρενόχλησης. Η ασυνέπεια αυτή, κατά τους Καθ’ ων, εντείνεται από τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι μέλη του στρατού σύχναζαν στο μπαρ του αρραβωνιαστικού της και τον είχαν δει να συνομιλεί με διάφορα άτομα (ερ. 24, 2Χ), στοιχείο που, κατά την κρίση τους, θα μπορούσε να είχε οδηγήσει σε ενέργειες εναντίον του σε προγενέστερο χρόνο, εφόσον αυτό αρκούσε για να τον θεωρήσουν κατάσκοπο. Σημειώνεται ότι στην Αιτήτρια δόθηκε η δυνατότητα να παράσχει εξήγηση για την ανωτέρω έλλειψη συνοχής, πλην όμως περιορίστηκε στον ισχυρισμό ότι «έτσι το κάνουν και αν το μάθουν σε σκοτώνουν», χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση ή αναφορά σε συγκεκριμένο γεγονός που να εξηγεί τη μεταβολή της στάσης του στρατού (ερ. 24, 8Χ). Κατά την κρίση των Καθ’ ων, η εξήγηση αυτή δεν κρίθηκε επαρκής, καθόσον δεν προκύπτει ποιο συγκεκριμένο περιστατικό οδήγησε τον στρατό στο να θεωρήσει αιφνιδίως τον αρραβωνιαστικό της ως κατάσκοπο. Συνεπώς, κατά την κρίση τους, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα γιατί, ενώ ο στρατός γνώριζε ήδη τη δραστηριότητά του και τις επαφές του, δεν κινήθηκε εναντίον του σε προγενέστερο στάδιο.

 

32.          Σύμφωνα με τους Καθ’ ων, ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι ο στρατός, βλέποντας φωτογραφία της στο σπίτι του αρραβωνιαστικού της, συμπέρανε ότι γνώριζε την τοποθεσία των Ambazonians, δεν προκύπτει με σαφήνεια, καθόσον η Αιτήτρια δεν εξήγησε πειστικά πώς γνωρίζει ότι ο στρατός οδηγήθηκε σε αυτό το συμπέρασμα βάσει της φωτογραφίας, ενώ όταν ερωτήθηκε σχετικά απάντησε ότι το γνωρίζει επειδή ο στρατός την αναζητούσε (ερ. 23, 2Χ), απάντηση που, κατά την κρίση των Καθ’ ων, δεν είναι ευλογοφανής, δεδομένου ότι το γεγονός πως καταζητείτο δεν συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο ο στρατός θα μπορούσε να τη θεωρήσει κατάσκοπο. Περαιτέρω, όπως παρατηρούν οι Καθ’ ων, στην γραπτή αίτηση διεθνούς προστασίας η Αιτήτρια είχε ισχυριστεί ότι κάποιος ενημέρωσε τον στρατό πως ενδεχομένως γνώριζε στοιχεία για τους Ambazonians και την κρυψώνα τους (ερ. 1), ενώ στην προσωπική της συνέντευξη υποστήριξε ότι ο στρατός σχημάτισε αυτή την πεποίθηση αποκλειστικά από τη φωτογραφία της που βρέθηκε στο σπίτι του αρραβωνιαστικού της (ερ. 26, 1Χ, ερ. 24, 9Χ,  ερ. 23, 1Χ), ισχυρισμοί οι οποίοι κρίνονται αντιφατικοί. Σε διευκρινιστική ερώτηση η Αιτήτρια περιορίστηκε να δηλώσει ότι πρόκειται για το ίδιο πράγμα και ότι υπήρχε πληροφοριοδότης (ερ. 23, 9Χ, ερ. 22, 1Χ), εξήγηση που, κατά τους Καθ’ ων, δεν είναι πειστική, καθώς η αποδοχή του ενός ισχυρισμού καθιστά άτοπο τον άλλο. Επιπλέον, οι Καθ’ ων σημειώνουν ότι η αναφορά σε ύπαρξη πληροφοριοδότη δεν έγινε σε προγενέστερο στάδιο της συνέντευξης, γεγονός που υπονομεύει την ευλογοφάνεια του ισχυρισμού, δεδομένου ότι, εάν πράγματι υπήρχε πληροφοριοδότης, θα αναμενόταν να έχει αναφερθεί όταν η Αιτήτρια ερωτήθηκε για το πώς ο στρατός την στοχοποίησε. Τέλος, όταν της δόθηκε ευκαιρία να εξηγήσει την παράλειψη αυτή, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει σχετικές διευκρινίσεις (ερ. 22, 2Χ).

 

33.          Σύμφωνα με τους Καθ’ ων, ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι ταξίδεψε νόμιμα και χωρίς να αντιμετωπίσει προβλήματα μέσω αεροδρομίου (ερ. 27, 3Χ-4Χ-5Χ) δεν είναι συνεπής με τους λοιπούς ισχυρισμούς της, καθόσον η ίδια είχε υποστηρίξει ότι καταζητείτο από τον στρατό (ερ. 26, 1Χ), ότι μετά τη σύλληψή της είχαν τοποθετηθεί φωτογραφίες της παντού και ότι είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψής της (ερ. 23, 3Χ), ενώ, κατά την κρίση των Καθ’ ων, δεν αναμένεται άτομο το οποίο καταζητείται από τις αρχές της χώρας του να δύναται να ταξιδέψει νόμιμα και χωρίς κανένα πρόβλημα. Οι εξηγήσεις που παρείχε η Αιτήτρια για την ασυνέπεια αυτή, ήτοι ότι είχε μεταμφιεστεί, ότι υπήρχε φίλος του αδελφού της ο οποίος ήταν υπάλληλος του τελωνείου και την παρουσίασε ως κόρη του, καθώς και ότι δεν της διενεργήθηκε κανένας έλεγχος (ερ. 23, 4Χ), κρίθηκαν από τους Καθ’ ων μη επαρκείς και μη ευλογοφανείς, δεδομένου ότι τυχόν μεταμφίεση δεν θα μπορούσε να παρακάμψει έλεγχο διαβατηρίου, στον οποίο θα εμφανίζονταν τα πλήρη στοιχεία της, ενώ δεν αναμένεται ένας υπάλληλος του τελωνείου να μπορεί να πείσει το σύνολο των αρμόδιων αρχών, συμπεριλαμβανομένων των σωμάτων ασφαλείας, να μην προβούν σε οποιονδήποτε έλεγχο προσώπου που επιχειρεί να ταξιδέψει, ακόμη και αν αυτό παρουσιαζόταν ως συγγενικό του πρόσωπο. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων σημειώνουν ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε πειστικές εξηγήσεις για τα ανωτέρω, περιοριζόμενη να δηλώσει ότι δεν γνωρίζει πώς συνέβη και ότι το άτομο αυτό ήταν γνωστό στο αεροδρόμιο (ερ. 23, 5Χ-6Χ). Επιπλέον, όπως επισημαίνουν οι Καθ’ ων, η Αιτήτρια προσκόμισε έγγραφα τα οποία ισχυρίστηκε ότι συνιστούν εντάλματα σύλληψής της (ερ. 39, ερ. 38), στα οποία περιλαμβάνονται συστάσεις προς διάφορες δημόσιες αρχές για τη σύλληψή της και τα οποία φέρουν ημερομηνίες έκδοσης προγενέστερες της ημερομηνίας αναχώρησής της από τη χώρα καταγωγής της, ήτοι 29/01/2021 και 03/02/2021 έναντι αναχώρησης στις 21/02/2021 (ερ. 31), γεγονός που, κατά τους Καθ’ ων, δημιουργεί πρόσθετη ασυνέπεια με τον ισχυρισμό περί νόμιμης και ανεμπόδιστης εξόδου από τη χώρα. Η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκή εξήγηση ούτε για την ασυνέπεια αυτή, περιοριζόμενη να δηλώσει ότι δεν γνωρίζει και ότι ενδεχομένως επρόκειτο για «θαύμα» (ερ. 20, 13Χ).

 

34.          Τέλος, σύμφωνα με τους Καθ’ ων, στη γραπτή αίτηση διεθνούς προστασίας η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν στο σπίτι της με τον αρραβωνιαστικό της όταν ο στρατός τον πυροβόλησε (ερ. 1), ενώ στην προσωπική της συνέντευξη υποστήριξε ότι βρισκόταν στην Ekona όταν ο αρραβωνιαστικός της δολοφονήθηκε στη Muyuka (ερ. 27, 1Χ, ερ. 26, 1Χ, ερ. 25, 6Χ-7Χ-8Χ), γεγονός που, κατά τους Καθ’ ων, συνιστά αντίφαση. Η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκή εξήγηση, καθώς ο ισχυρισμός της ότι τελούσε υπό πίεση για να γράψει γρήγορα (ερ. 23, 7Χ) δεν κρίθηκε πειστικός.

 

35.          Όσον αφορά στην εξωτερική αξιοπιστία των εγγράφων που προσκόμισε η Αιτήτρια, οι Καθ’ ων κατέληξαν στα κάτωθι συμπεράσματα.

 

36.          Σύμφωνα με τους Καθ’ ων, από τις φωτογραφίες δεν προκύπτει κανένα αντικειμενικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει ότι η μεγαλύτερης ηλικίας γυναίκα που απεικονίζεται είναι πράγματι η μητέρα της Αιτήτριας. Η σχετική αναγραφή με στυλό επί των φωτογραφιών, η οποία αναφέρει ότι πρόκειται για τη μητέρα της, αξιολογείται ως απλή σημείωση και όχι ως αποδεικτικό στοιχείο της ταυτότητας του απεικονιζόμενου προσώπου (ερ. 21, 2Χ). Περαιτέρω, κατά την κρίση των Καθ’ ων, το περιεχόμενο των φωτογραφιών δεν παρέχει οποιαδήποτε πληροφορία ή ένδειξη αναφορικά με την ισχυριζόμενη αιτία θανάτου της μητέρας της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι η απεικονιζόμενη γυναίκα είναι η μητέρα της, οι φωτογραφίες αυτές δεν αποδεικνύουν τίποτα σε σχέση με τον πυρήνα του σχετικού ισχυρισμού (ερ. 21, 3Χ). Επιπλέον, οι Καθ’ ων επισημαίνουν ότι δεν υφίσταται καμία ένδειξη ή αποδεικτικό στοιχείο ως προς τον χρόνο λήψης των φωτογραφιών, γεγονός που αποδυναμώνει περαιτέρω την αποδεικτική τους αξία και δεν επιτρέπει τη συσχέτισή τους με τα επικαλούμενα γεγονότα (ερ. 21, 4Χ).

 

37.          Αναφορικά με τα πιστοποιητικά θανάτου που κατέθεσε η Αιτήτρια, οι Καθ’ ων έκριναν ότι αυτά δεν συγκεντρώνουν τα αναγκαία στοιχεία εξωτερικής αξιοπιστίας ώστε να θεωρηθούν αξιόπιστα αποδεικτικά μέσα. Σύμφωνα με τους Καθ’ ων, κατόπιν σχετικής έρευνας δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί πρότυπο πιστοποιητικού θανάτου από έγκυρη πηγή που να ταυτίζεται με τα έγγραφα που προσκόμισε η Αιτήτρια. Αν και εντοπίστηκαν έγγραφα αναφερόμενα ως πιστοποιητικά θανάτου τα οποία εμφανίζουν ομοιότητες με αυτά που κατέθεσε η Αιτήτρια (ερ. 41), η μορφή των συγκεκριμένων εγγράφων διαφοροποιείται από αντίστοιχη φόρμα που εντοπίστηκε σε ιστότοπο της UNICEF (ερ. 40), γεγονός που, κατά την κρίση των Καθ’ ων, δημιουργεί αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητά τους. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων επισημαίνουν ουσιώδη αντίφαση μεταξύ των στοιχείων που αναγράφονται στο πιστοποιητικό θανάτου του αρραβωνιαστικού της Αιτήτριας και των ισχυρισμών της ίδιας. Ειδικότερα, στο πιστοποιητικό αναφέρεται ότι ο αποθανών ήταν δάσκαλος (ερ. 35), ενώ η Αιτήτρια είχε ισχυριστεί ότι ο αρραβωνιαστικός της ήταν ιδιοκτήτης μπαρ (ερ. 27, 1Χ). Κατά τους Καθ’ ων, η εξήγηση που παρείχε εκ των υστέρων η Αιτήτρια, ότι επισήμως ήταν δάσκαλος (ερ. 21, 6Χ), δεν κρίθηκε επαρκής, αφενός διότι δεν είχε αναφερθεί σε κανένα προηγούμενο στάδιο της συνέντευξης, αφετέρου διότι δεν παρουσιάζει ευλογοφάνεια ο ισχυρισμός ότι σε επίσημο έγγραφο θα αναγραφόταν το αντικείμενο σπουδών του θανόντος και όχι το επάγγελμά του. Επιπλέον, σύμφωνα με τους Καθ’ ων, τα προσκομισθέντα πιστοποιητικά θανάτου δεν περιλαμβάνουν οποιαδήποτε αναφορά στην αιτία θανάτου κανενός εκ των δύο προσώπων (ερ. 21, 7Χ). Ως εκ τούτου, ακόμη και αν γίνονταν δεκτά ως γνήσια, δεν αποδεικνύουν κάτι σχετικό με τον πυρήνα των προβαλλόμενων ισχυρισμών της Αιτήτριας. Τέλος, οι Καθ’ ων σημειώνουν ότι δεν είναι δυνατή η πιστοποίηση της γνησιότητας των υπογραφών και των σφραγίδων που φέρουν τα εν λόγω έγγραφα, γεγονός που αποδυναμώνει περαιτέρω την αποδεικτική τους αξία.

 

38.          Σύμφωνα με τους Καθ’ ων, η ένορκη βεβαίωση (affidavit) συντάχθηκε από τον δικηγόρο της Αιτήτριας (ερ. 20, 1Χ) και, ως εκ τούτου, δεν αποτελεί έγγραφο δημόσιας αρχής ούτε ένορκη βεβαίωση ουδέτερου τρίτου προσώπου. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων επισημαίνουν ότι η Αιτήτρια ισχυρίστηκε, χωρίς να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες, πως ο δικηγόρος της γνωρίζει το περιεχόμενο του affidavit από όσα του μετέφερε η ίδια και ότι προέβη και σε δική του έρευνα (ερ. 20, 2Χ). Κατά την κρίση των Καθ’ ων, ο ισχυρισμός ότι οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο affidavit προέρχονται από την ίδια την Αιτήτρια κρίνεται ευλογοφανής, δεδομένου ότι δεν προκύπτει άλλος τρόπος με τον οποίο ο δικηγόρος θα μπορούσε να γνωρίζει τα αναφερόμενα. Ωστόσο, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει συγκεκριμένες πληροφορίες ή λεπτομέρειες αναφορικά με τη φερόμενη έρευνα του δικηγόρου, περιοριζόμενη σε γενικόλογη αναφορά ότι αυτός μετέβη στη Muyuka, χωρίς να υφίσταται οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο που να καταδεικνύει ότι πράγματι διενεργήθηκε ανεξάρτητη έρευνα (ερ. 20, 3Χ-4Χ). Επιπλέον, σύμφωνα με τους Καθ’ ων, στο ίδιο το affidavit, και συγκεκριμένα στις παραγράφους 5 και 16, ο δικηγόρος δηλώνει ότι οι πληροφορίες που παρατίθενται προέρχονται από την πελάτισσά του. Περαιτέρω, σε άλλες παραγράφους, ενδεικτικά στις παραγράφους 11 και 12, ο δικηγόρος προβαίνει σε αναφορές σχετικά με τη συναισθηματική κατάσταση της Αιτήτριας, στοιχεία τα οποία, κατά την κρίση των Καθ’ ων, δεν θα μπορούσε αντικειμενικά να γνωρίζει με άλλο τρόπο πέραν της πληροφόρησης που έλαβε από την ίδια. Κατά συνέπεια, οι Καθ’ ων έκριναν ότι το περιεχόμενο του affidavit συνιστά ουσιαστικά επαναδιατύπωση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, χωρίς να προσθέτει νέες πληροφορίες ή να αίρει τα ζητήματα αξιοπιστίας που διαπιστώθηκαν κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών της.

 

39.          Αναφορικά με το έγγραφο Avis de recherches / Search warrant που προσκόμισε η Αιτήτρια, οι Καθ’ ων έκριναν ότι αυτό δεν συγκεντρώνει τα απαιτούμενα στοιχεία εξωτερικής αξιοπιστίας ώστε να θεωρηθεί αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο (ερ. 39). Σύμφωνα με τους Καθ’ ων, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για γνήσιο ένταλμα σύλληψης (ερ. 20, 5Χ), πλην όμως η πρωτοτυπία του εγγράφου, καθώς και η γνησιότητα των υπογραφών και των σφραγίδων που φέρει, δεν κατέστη δυνατό να πιστοποιηθούν. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων σημειώνουν ότι δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί επίσημη αναφορά ή πρότυπη φόρμα του Avis de recherches / Search warrant. Αντιθέτως, από την έρευνα που διεξήγαγαν εντοπίστηκε έκθεση του Immigration and Refugee Board of Canada, σύμφωνα με την οποία πολίτες παρουσιάζουν πλαστά έγγραφα σύλληψης ή κράτησης, συχνά σχεδόν πανομοιότυπα με τα γνήσια, τα οποία ωστόσο δεν έχουν καταγραφεί στην αρμόδια αρχή που φέρεται να τα εξέδωσε (ερ. 47-42). Αντίστοιχα, όπως αναφέρουν, ήταν και τα ευρήματα της EUAA σε COI query της 14ης Ιουνίου 2018 (ερ. 49-48), ενώ έγγραφα που εντοπίστηκαν στο διαδίκτυο δεν κατέστη δυνατό να πιστοποιηθούν ως αυθεντικά (ερ. 50). Επιπλέον, σύμφωνα με τους Καθ’ ων, η Αιτήτρια επέδειξε περιορισμένες γνώσεις ως προς το περιεχόμενο και τις περιστάσεις έκδοσης του εγγράφου, καθώς δεν γνώριζε πότε εκδόθηκε (ερ. 20, 7Χ-8Χ), πώς περιήλθε στην κατοχή του δικηγόρου της (ερ. 20, 14Χ) ούτε τι ακριβώς αναγράφει (ερ. 20, 10Χ), περιοριζόμενη σε γενικόλογο ισχυρισμό ότι την καταζητούν οι αρχές (ερ. 20, 6Χ). Κατά την κρίση των Καθ’ ων, η ελλιπής αυτή γνώση δεν κρίθηκε εύλογη, δεδομένης της σημασίας του εγγράφου για τη νομική της κατάσταση (ερ. 20, 9Χ-10Χ). Περαιτέρω, οι Καθ’ ων εντόπισαν αντίφαση μεταξύ του ισχυρισμού της Αιτήτριας ότι το έγγραφο αναφέρει πως οι αρχές τη θέλουν «νεκρή ή ζωντανή» (ερ. 20, 11Χ) και του περιεχομένου του ίδιου του εγγράφου, στο οποίο δεν απαντάται τέτοια διατύπωση. Η αντίφαση αυτή, κατά τους Καθ’ ων, υπονομεύει περαιτέρω την αξιοπιστία του αποδεικτικού μέσου. Τέλος, οι Καθ’ ων επισημαίνουν ότι τα φερόμενα ως εντάλματα σύλληψης φέρουν ημερομηνίες έκδοσης προγενέστερες της αναχώρησης της Αιτήτριας από τη χώρα καταγωγής της (ερ. 31), γεγονός που δεν συμβιβάζεται με τον ισχυρισμό της ότι ταξίδεψε νόμιμα και χωρίς δυσχέρεια. Η εξήγηση που παρείχε, ότι αυτό ενδεχομένως συνέβη ως «θαύμα» (ερ. 20, 13Χ), δεν κρίθηκε επαρκής, ιδίως υπό το δεδομένο ότι ταξίδεψε κάνοντας χρήση του διαβατηρίου της.

 

40.          Λαμβάνοντα υπόψη τα πιο πάνω δεδομένα, το μέρος αυτό του αιτήματος της Αιτήτριας, δεν έγινε αποδεκτό.

 

41.          Αναφορικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας περί απειλών και αναζήτησής της από Ambazonians, καθώς και περί δολοφονίας της μητέρας της από αυτούς (ερ. 29, 9Χ-10Χ, ερ. 26, 1Χ), σημειώθηκε κατ’ αρχάς ότι, δεδομένης της απόρριψης του προγενέστερου ισχυρισμού της Αιτήτριας περί δίωξής της από την κυβέρνηση, δεν έγινε αποδεκτός και ο συνακόλουθος ισχυρισμός περί απειλών από Ambazonians, ελλείψει της γενεσιουργού του αιτίας. Σε κάθε περίπτωση, ο ισχυρισμός εξετάστηκε επικουρικά και αυτοτελώς.

 

42.          Ειδικότερα, είναι θέση των Καθ’ ων ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς και συνεκτικές πληροφορίες ως προς γεγονότα που άπτονται του πυρήνα του ισχυρισμού της, παρουσιάζοντας αντιφάσεις, έλλειψη συνοχής και έλλειψη ευλογοφάνειας. Αρχικά, ισχυρίστηκε ότι οι Ambazonians την αναζητούσαν επειδή φοβούνταν μήπως πανικοβληθεί και αποκαλύψει την τοποθεσία της κρυψώνας τους (ερ. 22, 3Χ), ενώ σε επόμενο σημείο δήλωσε ότι δεν γνώριζε πού βρισκόταν η κρυψώνα αυτή (ερ. 22, 4Χ), γεγονός που δεν παρουσιάζει νοηματική συνοχή. Η εξήγηση που παρείχε, ότι οι Ambazonians νόμιζαν πως γνώριζε επειδή επισκέπτονταν το σπίτι για φαγητό και ποτό (ερ. 22, 5Χ), δεν κρίθηκε ευλογοφανής. Σε περαιτέρω διευκρινιστική ερώτηση, η Αιτήτρια τροποποίησε τον ισχυρισμό της, δηλώνοντας ότι οι Ambazonians γνώριζαν πως δεν ήξερε πού βρίσκεται η κρυψώνα τους, αλλά παρ’ όλα αυτά ήθελαν να τη βλάψουν (ερ. 22, 6Χ), ερχόμενη έτσι σε αντίφαση με τον αρχικό ισχυρισμό ότι η αναζήτησή της οφειλόταν στον φόβο αποκάλυψης της τοποθεσίας τους. Επιπλέον, η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς και σχετικές πληροφορίες ως προς τον ισχυρισμό ότι δεν θα ήταν ασφαλής εάν παρέμενε στη Douala (ερ. 21, 8Χ), περιοριζόμενη σε γενικόλογη αναφορά φόβου χωρίς να εξηγεί με ποιον τρόπο θα μπορούσαν οι Ambazonians να της προκαλέσουν βλάβη στην εν λόγω περιοχή (ερ. 21, 9Χ).

 

43.          Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, οι Καθ’ ων εκτιμούν ότι από δημοσίευση της Human Rights Watch για τα γεγονότα στο Καμερούν το 2022 προκύπτει ότι αυτονομιστές μαχητές προέβησαν σε δολοφονίες, βασανισμούς, επιθέσεις και απαγωγές αμάχων (ερ. 89-87). Ωστόσο, τα γενικά αυτά στοιχεία δεν κρίθηκαν επαρκή για να αντισταθμίσουν τις σοβαρές ελλείψεις εσωτερικής αξιοπιστίας του συγκεκριμένου ισχυρισμού της Αιτήτριας ούτε για να τεκμηριώσουν ατομικό και εξατομικευμένο κίνδυνο.

 

44.          Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, το μέρος αυτό του αιτήματος της Αιτήτριας δεν έγινε αποδεκτό.

 

45.          Στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού της Αιτήτριας, ήτοι του ισχυρισμού του περί των στοιχείων ταυτότητας, του προφίλ του και της χώρας καταγωγής της, οι Καθ’ ων η αίτηση παρέπεμψαν σε εξωτερικές πληροφορίες αναφορικά με την νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, όπου ανήκει η πόλη Muyuka, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας. Συγκεκριμένα, παρέπεμψαν σε πληροφορίες αναφορικά με τον αριθμό των εκτοπισμένων στο Καμερούν και αναφορικά με τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις δύο πλευρές της σύγκρουσης, ενώ τέλος, κατέγραψαν ποσοτικά δεδομένα για τα περιστατικά ασφαλείας στη νοτιοδυτική περιφέρεια. Υπό το φως αυτών των πληροφοριών, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι καταρχήν υφίστανται εύλογοι λόγοι ώστε να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στο ΝΔ Καμερούν αυτή θα κινδυνεύσει να υποστεί μεταχείριση ισοδυναμούσα με δίωξη ή σοβαρή βλάβη.

 

46.          Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι δεν τεκμηριώνεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Στη συνέχεια, διαπίστωσαν πως δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα η Αιτήτρια να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 του προαναφερθέντος Νόμου και κατά συνέπεια, δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ειδικά σε σχέση με το εδάφιο (γ) του άρθρου 19 (2) οι Καθ’ ων η αίτηση κατέγραψαν αρχικά ότι η κατάσταση που επικρατεί στις αγγλόφωνες περιοχές, απ’ όπου κατάγεται και όπου διέμενε η Αιτήτρια, συνιστά κατάσταση εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (ερυθρό 94 δ.φ.) ωστόσο λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο της αδιάκριτης βίας που επικρατεί στην περιοχή σε συνάρτηση με τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι εκ της παρουσίας της και μόνο διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή.

 

47.          Συγκεκριμένα, αξιολογώντας το προφίλ της κατέληξαν πως πρόκειται για άμαχη, ενήλικη γυναίκα, χωρίς ευαλωτότητες, χωρίς προβλήματα υγείας, με οικογένεια στη χώρα και περιοχή καταγωγής της και συγκεκριμένα τον πατέρα της και τη μεγαλύτερη αδερφή της οι οποίοι διαμένουν στο Limbe του Southwest region (Π.Β. ερ. 29, 6Χ-7Χ). Επιπροσθέτως,  έχει εργασιακή εμπειρία στον τομέα της παροχής υπηρεσιών εστίασης καθώς πουλούσε φαγητό σε ένα μικρό μπαρ (Π.Β. ερ. 29, 58) καθώς και στον τομέα παροχής ιδιαίτερων μαθημάτων σε μικρά παιδιά (Π.Β. ερ. 29, 4Χ). Περαιτέρω, έχει ολοκληρώσει τριτοβάθμια εκπαίδευση και είναι κάτοχος πτυχίου κοινωνιολογίας και ανθρωπολογίας, ενώ ομιλεί Αγγλικά καθώς και λίγα Γαλλικά.

 

48.          Προχωρώντας στην de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, κρίνεται, γίνεται δεκτό το εύρημα των Καθ' ων η αίτηση αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό για τους λόγους που αναφέρονται στην εισηγητική έκθεση, η οποία αποτελεί την αιτιολογική βάση της επίδικης απόφασης Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες εντοπίζονται στο διοικητικό φάκελο Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]

 

49.          Ως προς την αξιολόγηση του δεύτερου και τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο συντάσσεται με την ανάλυση και τη με την κατάληξη των Καθ’ ων η Αίτηση περί μη θεμελίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας της Αιτήτριας σε σχέση με αυτούς.

 

50.          Αξιολογώντας τα προσκομισθέντα έγγραφα επισημαίνεται ότι η γνησιότητα των οποίων δε δύναται να επιβεβαιωθεί, εκτιμώνται ελεύθερα σε συνάρτηση με τα λοιπά στοιχεία που έχει ενώπιόν του το Δικαστήριο. Κατά πάγια νομολογημένη αρχή ο δικαστής δεν υποχρεούται να αποφασίζει επί τεχνικών θεμάτων, όπως εν προκειμένω η γνησιότητα ενός εγγράφου, αλλά ούτε έχει τη δυνατότητα προς τούτο αφού δεν έχει την απαιτούμενη τεχνογνωσία για να προβεί σε ένα τέτοιο εγχείρημα (βλ. Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 3866, Λάμπρου Λάμπρος v. Κυπριακής Δημοκρατίας και Άλλου, (2009) 3 Α.Α.Δ. 79). Τελικώς και η γνησιότητα των εγγράφων θα διασταυρωθεί μέσω των προφορικών ισχυρισμών, άλλως αυτά θα ενισχύσουν προφορικούς ισχυρισμούς, αλλά δεν επαρκούν αφ' εαυτών για να τους αποδείξουν.[2] Ως εκ τούτου, το παρόν Δικαστήριο συναξιολογεί καταρχάς τα εν λόγω έγγραφα ακόμα και στις περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί η γνησιότητά τους (Βλ. Απόφαση του ΔΕΕ της 10.6.2021, την υπόθεση C 921/19, LH κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2021:478, σκέψεις 44 και 66). εμπεριστατωμένη ανάλυση των Καθ’ ων η αίτηση, με την οποία το παρόν Δικαστήριο συντάσσεται, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα είτε είναι μειωμένης αποδεικτικής αξίας (όπως τα εντάλματα και η ένορκη δήλωση) είτε δεν είναι ικανά να αποδείξουν τον πυρήνα των ισχυρισμών της Αιτήτριας. Ενδεικτικώς, τα προσκομισθέντα πιστοποιητικά θανάτου, μολονότι χρονικώς συμπίπτουν με το αφήγημα της Αιτήτριας, δεν αποδεικνύουν την αιτία θανάτου, ενώ ούτε η αυθεντικότητά τους δύναται να επιβεβαιωθεί. Ομοίως, η προσκομισθείσα φωτογραφία προσώπου εντός φερέτρου δεν συνοδεύεται από στοιχεία ικανά να τεκμηριώσουν την ταυτότητα του εικονιζόμενου προσώπου ή να επιβεβαιώσουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι στο προσκομισθέν ένταλμα σύλληψης της Αιτήτριας, στο πεδίο του επαγγέλματός της, αναγράφεται η λέξη «Applicant» (σε ελεύθερη μετάφραση «Αιτητής/Αιτήτρια»), στοιχείο που δεν κρίνεται εύλογο. Όταν το συγκεκριμένο ζήτημα τέθηκε υπόψη της Αιτήτριας, αυτή απάντησε ότι είχε δηλώσει στον δικηγόρο της πως είναι κοινωνιολόγος, απόκριση η οποία θέτει εν αμφιβόλω περαιτέρω την αυθεντικότητα του εν λόγω εγγράφου (βλ. ερ. 19). Τέλος, η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς και συγκεκριμένες λεπτομέρειες αναφορικά με τη μεταγενέστερη εξασφάλιση των εν λόγω εγγράφων από τον δικηγόρο της, ούτε διευκρίνισε πώς έλαβε γνώση της ύπαρξής τους τόσα έτη μετά τα φερόμενα πραγματικά περιστατικά, γεγονός που επιτείνει τις αμφιβολίες ως προς την αυθεντικότητά του και κατ’ επέκταση την αποδεικτική τους αξία.

 

51.          Υπό το σύνολο των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο δεύτερος, τρίτος και τέταρτος ουσιώδεις ισχυρισμοί του Αιτητή δεν στοιχειοθετούνται επαρκώς τόσο από πλευράς της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας της Αιτήτριας.

 

52.          Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που τυχόν διατρέχει η Αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, στη βάση του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού του, επισημαίνονται τα εξής ως προς την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας και στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής  της αρχικά βάσει πληροφοριών από τον ανεξάρτητο οργανισμό ACAPS, σημειώνεται ότι η κρίση που ξέσπασε στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν (ήτοι στις Νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές περιφέρειες) περί τα τέλη του 2016 οδήγησε στην εμφάνιση διαφόρων αποσχιστικών ομάδων και σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ του κρατικού στρατού και των ενόπλων δυνάμεων των αυτονομιστών, που έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις αγγλόφωνες περιοχές, «αφήνοντας πάνω από 334.000 άτομα εσωτερικά εκτοπισμένα και περισσότεροι από 76.000 να αναζητούν καταφύγιο στη γειτονική Νιγηρία, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2025.».[3] Εκ των όσων επίσης αναφέρονται στην ίδια πηγή, οι απαρχές της σύγκρουσης εντοπίζονται στα μακροχρόνια προβλήματα στην αγγλόφωνη κοινότητα στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές της χώρας, λόγω της περιθωριοποίησης τους από τη γαλλόφωνη κυβέρνηση, «που κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες περί τα τέλη του 2016».[4]

 

53.          Οι αντιμαχόμενες πλευρές αποτελούνται από τις ένοπλες κρατικές δυνάμεις ασφαλείας του Καμερούν που έχουν αναπτυχθεί στην περιοχή (συμπεριλαμβανομένης της επίλεκτης μονάδας μάχης) και από διάφορες ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες (που αριθμούν πέραν των 7 διαφορετικών ενόπλων ομάδων, συνολικής δυναμικότητας 2.000-4.000 μαχητών, που κατά τις επιθέσεις τους εναντίον του κρατικού στρατού χρησιμοποιούν αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς, καθώς και πιο προηγμένο οπλισμό όπως εκτοξευτές αντιαρματικών), που δρουν (κυρίως) στις αγγλόφωνες περιοχές (παρά το ότι εμφανίζονται με ορισμένο διαχωρισμό, οι ομάδες αυτές προσπαθούν όλο και περισσότερο να συντονιστούν μεταξύ τους, ενώ «οι συνεχιζόμενες εχθροπραξίες παρουσιάζουν ένα συλλογικό χαρακτήρα»).[5]

 

54.          Σύμφωνα με τη Μηνιαία Επισκόπηση του ACLED για τις εξελίξεις στην Αφρική του μήνα Νοεμβρίου (2025), ξέσπασαν ταραχές στο Καμερούν, οι οποίες σχετίζονται με τις εκλογές του προηγούμενου μήνα. Ειδικότερα ο κύριος υποψήφιος της αντιπολίτευσης, Issa Tchiroma Bakary, ισχυρίστηκε ότι είχε κερδίσει τις προεδρικές εκλογές της 12ης Οκτωβρίου πριν από την επίσημη ανακοίνωση του Constitutional Council. Ωστόσο, η επίσημη ανακοίνωση του Constitutional Council στις 27 Οκτωβρίου δήλωσε νικητή τον εν ενεργεία Πρόεδρο Paul Biya. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, ο Biya έλαβε 53.6% των ψήφων, έναντι 35.19% του Bakary. Η ανακοίνωση προκάλεσε πολυάριθμες διαδηλώσεις. Η ACLED κατέγραψε τουλάχιστον 48 θανάτους λόγω πυρών και ξυλοδαρμών, καθώς και μαζικές συλλήψεις διαδηλωτών από κρατικές δυνάμεις. Σε μεγάλες πόλεις όπως Douala, Garoua και Maroua, πρόσωπα έστησαν οδοφράγματα, έκαψαν κτίρια του κυβερνώντος κόμματος και συγκρούστηκαν με τις δυνάμεις ασφαλείας[6].

 

55.          Αναφορικά με τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η τελευταία έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας (2025) επιβεβαιώνει ότι στις δύο Αγγλόφωνες Περιοχές πραγματικοί ή θεωρούμενοι αυτονομιστές συνέχισαν να διαπράττουν ανθρωποκτονίες, απαγωγές για λύτρα και εκβιασμούς, στοχοποιώντας δυνάμεις άμυνας και ασφάλειας, πολιτικές και διοικητικές αρχές, δημόσιους υπαλλήλους και άλλους αμάχους, τους οποίους κατηγορούσαν ότι δεν συμμορφώνονταν με τους κανόνες τους, συμπεριλαμβανομένων των lockdowns και την καταβολή του “φόρου απελευθέρωσης”.

 

56.          Αντίστοιχα, η ίδια έκθεση επιβεβαιώνει ότι στις Νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές Περιοχές, οι δυνάμεις άμυνας και ασφάλειας κατηγορήθηκαν από καμερουνέζικες μη κυβερνητικές οργανώσεις για παράνομες δολοφονίες ατόμων που θεωρούνταν ύποπτα για συνεργασία με ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες[7].

 

57.          Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 01/01/2026) στην Νοτιοδυτική Επαρχία (Sud - Ouest) του Καμερούν, καταγράφηκαν συνολικά 881 περιστατικά πολιτικής βίας (Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 639 θάνατοι[8]. Σημειωτέον ότι ο πληθυσμός της εν λόγω περιφέρειας εκτιμάται στους 2,098,500 κατοίκους (με τελευταία επίσημη καταμέτρηση το 2025)[9].

 

58.          Ως προς τις αποδεκτές προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας δεν προκύπτει οποιαδήποτε παράμετρος του προφίλ της, η οποία να επιτείνει με οποιοδήποτε τρόπο τον κίνδυνο που τυχόν αυτή διατρέχει, ούτε και καθαυτό κάποιο στοιχείο του προφίλ της δίδει βάσιμο έρεισμα για δίωξή της. Ούτε και η Αιτήτρια εξέφρασε οποιοδήποτε φόβο απορρέων από το προφίλ της, πέραν των όσων εξετάστηκαν ήδη ανωτέρω.

 

59.          Ειδικώς ως προς το θρησκευτικό της προφίλ ως χριστιανής δεν προκύπτει κάποιος κίνδυνος. Πηγές αναφέρουν πως στο Καμερούν, οι Χριστιανοί αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού, με περίπου 70% να ανήκουν σε διάφορα χριστιανικά δόγματα. Ωστόσο, υπάρχουν περιοχές όπου οι Χριστιανοί αντιμετωπίζουν προκλήσεις. Στις βόρειες περιοχές, όπου κυριαρχεί το Ισλάμ, έχουν αναφερθεί περιστατικά  κοινωνικών εντάσεων μεταξύ χριστιανικών και μουσουλμανικών κοινοτήτων. Επιπλέον, η παρουσία εξτρεμιστικών ομάδων, όπως η Boko Haram, έχει οδηγήσει σε επιθέσεις κατά χριστιανικών κοινοτήτων στα βόρεια σύνορα με τη Νιγηρία και όχι στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή. Παρά τις προκλήσεις αυτές, οι Χριστιανοί στο Καμερούν γενικά ασκούν τη θρησκεία τους ελεύθερα.[10]

 

60.          Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη και το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας, ως αυτό έγινε αποδεκτό και ειδικότερα ότι η Αιτήτρια είναι νεαρή, υγιής, με υψηλό μορφωτικό υπόβαθρο και εργασιακή πείρα στη χώρα καταγωγής της και χωρίς οποιοδήποτε σημείο ευαλωτότητας ή αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης, διαθέτοντας εκεί οικογενειακό και γενικότερα κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο, κρίνεται πως σε συνάρτηση με τις παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της στη χώρα καταγωγής της, δεν πιθανολογείται ότι σε περίπτωση επιστροφής της εκεί, θα εκτεθεί  ευλόγως σε σοβαρό κίνδυνο.

 

61.          Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή της Αιτήτριας στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

62.          Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή της στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς η Αιτήτρια δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

 

63.          Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι η Αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών της περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)] ότι αυτή διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της [βλ άρθρο 19(2)(α) και (β)].

 

64.          Επιπροσθέτως, δεδομένης της κατάστασης που επικρατεί στον τελευταίο τόπο διαμονής της Αιτήτριας και στην ευρύτερη περιφέρεια που αυτή εμπίπτει, δέον να εξεταστούν τα επιμέρους συστατικά στοιχεία του άρθρου 19(2)(γ) και ειδικότερα, κατά πόσον συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής της Αιτήτριας, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι η Αιτήτρια, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας της και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94  Elgafaji, σκέψη 43].

 

65.          Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε Αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως  «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».

 

66.          Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ.  απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28).

 

67.          Ακολούθως ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν κατά την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε ότι λαμβάνονται υπόψη «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (Βλ. C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

 

68.          Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

69.          Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.» (απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».

 

70.          Αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια (South West Region) του Καμερούν (βλ. ανωτέρω), στην οποία βρίσκεται ο τόπος καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, διαπιστώνεται ότι στην εν λόγω περιοχή εξελίσσεται εσωτερική ένοπλη σύρραξη μεταξύ των δυνάμεων του εθνικού στρατού και αποσχιστικών ομάδων που δραστηριοποιούνται εκεί. Εξωτερικές πηγές περαιτέρω καταδεικνύουν ότι στην περιοχή αυτή εκδηλώνονται φαινόμενα αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια που επηρεάζει πρόσωπα ανεξαρτήτως των προσωπικών τους περιστάσεων (βλ. ανωτέρω Elgafaji, σκ. 34, ΔΕΕ· Diakité, απόφαση της 30.01.2014, C-285/12). Λαμβανομένων υπόψη των ποσοτικών και ποιοτικών χαρακτηριστικών της σύρραξης, όπως αναλύθηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προερχόμενη από αυτήν αδιάκριτη βία κυμαίνεται σε μέτριο επίπεδο έντασης, χωρίς ωστόσο να ανέρχεται σε τέτοιο βαθμό ώστε, και μόνη η παρουσία ενός αμάχου στην περιοχή, να αρκεί για τη στοιχειοθέτηση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του 19(2)(γ), ανεξαρτήτως των προσωπικών του περιστάσεων. Ως προς τις περιστάσεις της Αιτήτριας, επισημαίνεται ότι  είναι ενήλικη γυναίκα, χωρίς διαπιστωμένες ευαλωτότητες ή προβλήματα υγείας. Διαθέτει ολοκληρωμένη τριτοβάθμια εκπαίδευση, είναι κάτοχος πτυχίου κοινωνιολογίας και ανθρωπολογίας και ομιλεί αγγλικά καθώς και βασικά γαλλικά. Έχει εργασιακή εμπειρία στον τομέα της παροχής υπηρεσιών εστίασης, καθώς δραστηριοποιούνταν στην πώληση φαγητού σε μικρό μπαρ, καθώς και εμπειρία στην παροχή ιδιαίτερων μαθημάτων σε μικρά παιδιά. Στη χώρα καταγωγής της διατηρεί ενεργό οικογενειακό και κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο, καθώς ο πατέρας της και η μεγαλύτερη αδελφή της διαμένουν στο Limbe της νοτιοδυτικής περιφέρειας. Τα ανωτέρω στοιχεία καταδεικνύουν ότι πρόκειται για άτομο λειτουργικά αυτόνομο, ικανό προς εργασία και αυτοσυντήρηση, με ουσιαστικούς δεσμούς, δυνατότητες κοινωνικής και επαγγελματικής επανένταξης και ρεαλιστική προοπτική επιστροφής στη χώρα καταγωγής της. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια είναι εξοικειωμένη με την περιοχή, άρα σε θέση να γνωρίζει και να αξιολογεί επαρκώς τους κινδύνους. Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι η Αιτήτρια ως άμαχη δεν διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας, ένεκα του επιπέδου των ένοπλων συγκρούσεων που λαμβάνουν χώρα στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της.

 

71.          Επικουρικώς επισημαίνεται ότι η Αιτήτρια προτού εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της φιλοξενούνταν από τον αδελφό της, ο οποίος διαμένει στην πόλη Douala. Σύμφωνα με τις πηγές στις οποίες ανέτρεξε το Δικαστήριο σχετικά με την κατάσταση ασφάλειας εκεί, παρά τις κοινωνικές εντάσεις που σημειώθηκαν μετά τις προεδρικές εκλογές του Οκτωβρίου 2025 και οδήγησαν σε διαδηλώσεις, οδοφράγματα και συγκρούσεις με τις δυνάμεις ασφαλείας[11], τα δεδομένα της ACLED για την περιφέρεια Littoral δείχνουν ότι το τελευταίο έτος καταγράφηκαν 9 περιστατικά πολιτικής βίας με 11 θανάτους, όλα στην Douala[12]. Η κατάσταση στην πόλη δεν συνιστά γενικευμένη ή ένοπλη σύρραξη και η αγγλόφωνη κρίση δεν επεκτείνεται έως εκεί. Συνεπώς, η Αιτήτρια μπορεί να βρει προστασία και υποστήριξη από τον αδελφό της, καθιστώντας τη Douala χώρο πρώτης στήριξης και εναλλακτική επιλογή για εγκατάστασή της σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της.

 

72.          Ως προς δε την απόφαση επιστροφής της, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C- 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51).

 

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €1000 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

 

Κ. Κ. ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 



[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition,

 EUAA https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system, σ. 120-134.

UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status

[2] Βλ. Κωνσταντίνος Δ. Φαρμακίδης - Μάρκου, Προσφυγικό Δίκαιο, Ερμηνευτική προσέγγιση και πρακτική διάσταση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2021, σελ. 31.

[3] ACAPS, Country analysis: Cameroon, https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# [Ημερομηνία Πρόσβασης: 27.11.2025]

[4]  Ibid

[5]              Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights – RULAC: Rule of Law in Armed Conflicts, Non-international Armed Conflicts in Cameroon, Last updated: 12th January 2023, https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-cameroon [Ημερομηνία Πρόσβασης: 27.11.2025]

[6] ACLED Monthly Regional Updates, Africa Overview: November 2025, https://acleddata.com/update/africa-overview-november-2025

[8] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Southwest (Sud-Ouest) Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/01/2025).

[9] City Population, Cameroon, South West (Sud-Ouest) Region,  https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/?admid=6823 ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/12/2025).

[10] USDOS - US Department of State: 2023 Report on International Religious Freedom: Cameroon, 26 June 2024

https://www.ecoi.net/en/document/2111838.html, USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 23 April 2024

https://www.ecoi.net/en/document/2107637.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29.10.2025)

[11] ACLED Monthly Regional Updates, Africa Overview: November 2025, https://acleddata.com/update/africa-overview-november-2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/01/2026).

[12] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφήςμε χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country:Cameroon, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/01/2026).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο