Μ.Χ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 986/24, 16/1/2026
print
Τίτλος:
Μ.Χ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 986/24, 16/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 986/24

16 Ιανουαρίου, 2026

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Μ.Χ.

Αιτητού,

και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η αίτηση

Ε. Μυριάνθους (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Ν. Νικολάου (κ.), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται παράνομη, άκυρη, και στερούμενη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος, η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 20.2.2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023.

Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από την Δημοκρατία του Καμερούν (εφεξής: «Καμερούν») και  περί τις 15.3.2022 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 14.2.2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό, ο οποίος υπέβαλε σχετική Έκθεση/ Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή και για επιστροφή στη χώρα καταγωγής του. Στις 20.2.2024, ο Προϊστάμενος εξέδωσε απόφαση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή και επιστροφή του στο Καμερούν. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 27.2.2024 αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

Νομικοί Ισχυρισμοί

2.             Ο Αιτητής, δια της συνηγόρου του, κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, προώθησε αποκλειστικά την ουσία της υπόθεσης, προβάλλοντας ότι διατρέχει κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ένεκα της έκρυθμης κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν και ιδιαιτέρως στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, ήτοι την πόλη Limbe, η οποία βρίσκεται στην αγγλόφωνη περιοχή του Καμερούν, στη νοτιοδυτική περιφέρεια της χώρας. Καινοφανώς, κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, ο Αιτητής, δια του συνηγόρου του, ανέφερε ότι, ένεκα του επαγγέλματός του ως μηχανικός αυτοκινήτων, ενδέχεται να αντιμετωπίσει πρόβλημα από τις αρχές της χώρας, εξαιτίας του γεγονότος ότι ενίοτε παρείχε υπηρεσίες σε αποσχιστικές ομάδες. Ως εκ τούτου, εισηγείται τη χορήγηση σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

3.             Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, καταδεικνύοντας ότι δεν προκύπτει μελλοντικός κίνδυνος σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, παραπέμποντας στα ευρήματά τους κατά τη διοικητική εξέταση της αίτησής του. Συνεπώς, εισηγούνται την απόρριψη της αίτησής του. Επισημαίνουν ότι ο Αιτητής, κατά το στάδιο της συνέντευξής του, προέβαλε ως μοναδικό λόγο εγκατάλειψης της χώρας του την κατάσταση ασφάλειας που επικρατεί στον τόπο συνήθους διαμονής του, χωρίς να επικαλεστεί οποιονδήποτε κίνδυνο απορρέοντα από το επάγγελμά του, δεδομένο το οποίο, κατά τους Καθ’ ων η αίτηση, προβάλλεται απαραδέκτως, καθότι τέθηκε προφορικώς από τον συνήγορο του Αιτητή, χωρίς την αξιοποίηση των δεόντων δικονομικών μέσων.

Το νομικό πλαίσιο

4.             Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».

5.             Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2023 έχει ως ακολούθως:

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

6.             Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

 

7.             Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος)καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

 

8.             Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:

«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών

16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).

(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-

(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».

9.             Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

Κατάληξη

10.          Επισημαίνεται εκ προοιμίου, ότι το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc (Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, TorubarovC-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552].

11.          Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτών. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie vAναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

12.          Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών του Αιτητή, σημειώνεται ότι, κατά την καταγραφή της αίτησής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του εξαιτίας της συνεχιζόμενης πολιτικής κρίσης, από την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, απορρέει φόβος για τη ζωή του.

13.          Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε στην πόλη Limbe το 1994, η οποία υπάγεται στη νοτιοδυτική περιφέρεια της χώρας, όπου και διέμενε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, με εξαίρεση το διάστημα των σπουδών του, κατά το οποίο διέμενε στην πόλη Buea. Δήλωσε χριστιανός ως προς το θρήσκευμά του. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε άγαμος, ενώ ανέφερε ότι η μητέρα του απεβίωσε σε νεαρή ηλικία, ενώ ο πατέρας του, η μητριά του και οι τέσσερις ετεροθαλείς αδελφοί του διαμένουν στην πόλη Bota. Με την οικογένειά του διατηρεί, ως ανέφερε, επικοινωνία. Διαθέτει, εξάλλου, θείους και θείες στο ευρύτερο οικογενειακό του περιβάλλον στη χώρα του. Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι κατέχει πτυχίο πανεπιστημιακού επιπέδου στη μηχανολογία (μηχανολόγος μηχανικός). Ομιλεί την αγγλική γλώσσα και σε περιορισμένο βαθμό τη γαλλική. Ως προς την επαγγελματική του πείρα, ανέφερε ότι εργάστηκε ως πωλητής και οδηγός σε εταιρεία ποτών για χρονικό διάστημα ενός έτους. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του εργαζόταν ως μηχανολόγος μέχρι και το 2021, οπότε και έπαυσε να εργάζεται και συντηρείτο οικονομικά από τον πατέρα του.

14.          Όσον αφορά στους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά την ελεύθερη αφήγησή του, δήλωσε ότι ο μοναδικός λόγος εγκατάλειψης της χώρας του ήταν η μαινόμενη αγγλόφωνη κρίση και η ανασφάλεια που απορρέει από αυτήν. Ερωτηθείς περαιτέρω, δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να προσθέσει οτιδήποτε επιπλέον αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. Ως προς τις συνέπειες ενδεχόμενης επιστροφής του, δήλωσε ότι φοβάται να επιστρέψει σε εμπόλεμη ζώνη, φέροντας ως παράδειγμα περιστατικό πυροβολισμών στην περιοχή της Buea. Επιβεβαίωσε, τέλος, ότι ο ίδιος διάβασε και ενέκρινε το περιεχόμενο του εντύπου της αίτησής του για διεθνή προστασία.

15.          Αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: πρώτον την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του και δεύτερον, την γενική κατάσταση ανασφάλειας που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του Αιτητή.

16.          Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς κρίθηκε ότι ο Αιτητής απάντησε σε όλα τα ερωτήματα που του τέθηκαν με ακρίβεια και κατέβαλε πραγματική προσπάθεια να παράσχει όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες, ενώ επίσης οι πληροφορίες που παρείχε επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καθώς και από το προσκομισθέν από αυτόν διαβατήριο.

17.          Ομοίως, ο δεύτερος ισχυρισμός του Αιτητή έγινε αποδεκτός καθώς οι αναφορές του Αιτητή περί της έκρυθμης κατάστασης που επικρατεί στην νοτιοδυτική περιφέρεια της χώρας, στην οποία υπάγεται ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή επιβεβαιώνονται και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

18.          Στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών του Αιτητή, και κατόπιν αξιολόγησης του μελλοντοστραφούς κινδύνου που αυτός ενδέχεται να διατρέχει, έγινε καταρχάς δεκτό ότι ο Αιτητής θα μπορούσε, κατ’ αρχήν, να αντιμετωπίσει κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Ακολούθως, ωστόσο, στο πλαίσιο της νομικής ανάλυσης, κρίθηκε ότι, λαμβανομένων υπόψη τόσο της υποκειμενικής όσο και της αντικειμενικής πτυχής του εκφρασθέντος φόβου του, δεν προκύπτει ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο κατά της ζωής του ή της σωματικής του ακεραιότητας, ιδίως ένεκα της κατάστασης ασφάλειας. Μολονότι διαπιστώθηκε η ύπαρξη ένοπλης σύρραξης, εντούτοις, κατόπιν εξατομικευμένης εξέτασης της περίπτωσης του Αιτητή, κρίθηκε ότι ο βαθμός της αδιάκριτης βίας δεν είναι τέτοιος που να τον εκθέτει σε κίνδυνο άνευ ετέρου. Σε συνάρτηση με τις προσωπικές του περιστάσεις, κρίθηκε ότι ο Αιτητής, όντας άμαχος πολίτης, νεαρός άνδρας, μορφωμένος, χωρίς ζητήματα ευαλωτότητας, με εργασιακή εμπειρία και χωρίς ιστορικό προηγούμενων περιστατικών δίωξης, δεν αντιμετωπίζει εξατομικευμένο κίνδυνο. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι δεν δικαιολογείται ούτε η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα ούτε η χορήγηση καθεστώτος επικουρικής προστασίας.

19.          Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία, ο συνήγορος του Αιτητή προέβαλε καινοφανώς και προφορικώς τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητή ενδέχεται να κινδυνεύει στη χώρα του ένεκα του επαγγέλματός του ως μηχανολόγου, καθώς μπορεί να ελκύσει το ενδιαφέρον των αρχών. Ανέφερε εξάλλου συναφώς ότι ο ίδιος ουδέποτε διώχθηκε ωστόσο γνωρίζει περιπτώσεις άλλων συναδέλφων του που κίνησαν το ενδιαφέρον των αρχών.

20.          Προχωρώντας το Δικαστήριο σε de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν του δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το Δικαστήριο συντάσσεται με τη διάκριση των επιμέρους ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]

21.          Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή γίνεται αποδεκτός, καθώς αυτός παρέθεσε με συνοχή και συνέπεια τα προσωπικά του στοιχεία, καθώς και τον τόπο καταγωγής και διαμονής του, με τα στοιχεία που ανέφερε ως προς τα μέρη διαμονής και καταγωγής του να επιβεβαιώνονται και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες εντοπίζονται εντός του διοικητικού φακέλου και μερικώς από το προσκομισθέν από αυτόν διαβατήριο.

22.          Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό περί της αγγλόφωνης κρίσης και την καινοφανή προσθήκη ότι το επαγγελματικό του υπόβαθρο τον εκθέτει έτι περαιτέρω σε δίωξη από τις αρχές της χώρας, επισημαίνονται τα εξής. Αναφορικά με την ύπαρξη της αγγλόφωνης κρίσης, όπως προκύπτει τόσο από τις πηγές στις οποίες παραπέμπουν οι Καθ’ ων η αίτηση όσο και από επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης, αυτή πράγματι εξακολουθεί να υφίσταται κατά το παρόν στάδιο και να επηρεάζει την ευρύτερη περιοχή διαμονής του Αιτητή, με τις ένοπλες δυνάμεις του κράτους να συγκρούονται με αποσχιστικές ομάδες. Ως προς, όμως, την ιδιαίτερη προσωπική περίσταση την οποία ο Αιτητής καινοφανώς προβάλλει, επισημαίνονται τα ακόλουθα. Ο Αιτητής, ήδη κατά τη διοικητική διαδικασία, προέβαλε ισχυρισμό αναφορικά με την επαγγελματική του ταυτότητα, ο οποίος και έγινε αποδεκτός, ήτοι ότι εργάστηκε στο παρελθόν ως μηχανολόγος. Η επίκληση κινδύνου απορρέοντος από την εν λόγω επαγγελματική του ιδιότητα, μολονότι προβάλλεται καινοφανώς, δύναται να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης του κινδύνου που απορρέει από το γενικότερο προφίλ του Αιτητή, μέρος του οποίου αποτελεί και η εν λόγω παρελθούσα επαγγελματική του ιδιότητα. Επισημαίνεται ότι, είναι παραδεκτό από τον ίδιο τον Αιτητή ότι ουδέποτε στο παρελθόν υπήρξε αντικείμενο δίωξης ή άλλης δυσμενούς μεταχείρισης εκ μέρους των αρχών της χώρας του ένεκα της επαγγελματικής του ιδιότητας. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή περί της αγγλόφωνης κρίσης στην περιοχή τελευταίας διαμονής του Αιτητή γίνεται αποδεκτός όπως επίσης αποδεκτή είχε γίνει στο πλαίσιο το προφίλ το Αιτητή η ιδιότητά του ως μηχανικού οχημάτων.

 

23.          Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να διατρέχει ο Αιτητής, πέραν των όσων ο ίδιος δήλωσε και τα οποία απορρίφθηκαν ανωτέρω, σημειώνεται ότι ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε αρχικώς οποιονδήποτε πρόσθετο ή ανεξάρτητο κίνδυνο απορρέοντα από το προσωπικό του προφίλ ή τις ιδιαίτερες περιστάσεις του.

 

24.          Το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του και αναφορικά με την θρησκεία του.

 

25.          Ως προς τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, αναφέρονται τα ακόλουθα, ως προκύπτουν από έγκυρες πηγές πληροφόρησης. Βάσει πληροφοριών από τον ανεξάρτητο οργανισμό ACAPS, η κρίση που ξέσπασε στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν (ήτοι στις περιφέρειες Northwest και Southwest) περί τα τέλη του 2016 οδήγησε στην εμφάνιση διαφόρων αποσχιστικών ομάδων και σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ του κρατικού στρατού και των ενόπλων δυνάμεων των αυτονομιστών, που έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις αγγλόφωνες περιοχές, «αφήνοντας πάνω από 334.000 άτομα εσωτερικά εκτοπισμένα και περισσότεροι από 76.000 να αναζητούν καταφύγιο στη γειτονική Νιγηρία, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2025.».[2]

 

26.          Εκ των όσων επίσης αναφέρονται στην ίδια πηγή, οι απαρχές της σύγκρουσης εντοπίζονται στα μακροχρόνια προβλήματα στην αγγλόφωνη κοινότητα στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές της χώρας, λόγω της περιθωριοποίησης τους από τη γαλλόφωνη κυβέρνηση, «που κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες περί τα τέλη του 2016».[3]

 

27.          Έκθεση του Global Centre for the Responsibility to Protect στις 15 Ιουλίου 2025, αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν διαπράξει εξωδικαστικές δολοφονίες και εκτεταμένη σεξουαλική και έμφυλη βία, έχουν κάψει αγγλόφωνα χωριά και έχουν υποβάλει άτομα με ύποπτους αυτονομιστικούς δεσμούς σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση. Ένοπλοι αυτονομιστές έχουν επίσης σκοτώσει, απαγάγει και τρομοκρατήσει πληθυσμούς, ενώ παράλληλα διατηρούν σταθερά τον έλεγχο μεγάλων τμημάτων των αγγλόφωνων περιοχών. Οι αυτονομιστές και οι κυβερνητικές δυνάμεις έχουν διαπράξει στοχευμένες επιθέσεις σε εγκαταστάσεις υγείας και εργαζόμενους σε ανθρωπιστικές οργανώσεις, περιορίζοντας την παροχή και την πρόσβαση σε ζωτικής σημασίας βοήθεια και αναγκάζοντας διάφορους διεθνείς ανθρωπιστικούς οργανισμούς να αναστείλουν τις δραστηριότητές τους. Οι αυτονομιστές έχουν επίσης απαγορεύσει την κρατική εκπαίδευση και συχνά επιτίθενται, απειλούν και απαγάγουν μαθητές και εκπαιδευτικούς, καθώς και καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία[4].

 

28.          Ως προς τους πολίτες που δύνανται να επηρεαστούν περισσότερο από τις ανωτέρω συνθήκες, η επικληθείσα έκθεση αναφέρει ότι οι άμαχοι πληθυσμοί, ιδίως οι γυναίκες και τα παιδιά, υφίστανται δυσανάλογα το κύριο βάρος της βίας και αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο κακοποίησης και εκμετάλλευσης ενώ εξηγεί ότι η δυναμική των συγκρούσεων στις αγγλόφωνες περιοχές έχει αλλάξει καθώς η κρίση έχει γίνει ολοένα και πιο οικονομικά επικερδής, με τις αυτονομιστικές ομάδες να έχουν επεκτείνει τις πηγές εσόδων τους μέσω απαγωγών και εκβιασμών. Οι ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες είναι ολοένα και πιο ανοργάνωτες και ανταγωνίζονται μεταξύ τους, καθιστώντας την κατάσταση - και τις πιθανές οδούς προς την ειρήνη - εξαιρετικά δύσκολες[5].

 

29.          Η έκθεση του Global Centre for the Responsibility to Protect της 15ης Ιουλίου 2025, τονίζει ότι η κατάσταση ασφαλείας επιδεινώθηκε περαιτέρω τον Απρίλιο του 2025, σύμφωνα με την Παγκόσμια Ομάδα Προστασίας της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), ενώ το OCHA ανέφερε σχεδόν 200 περιστατικά ασφαλείας για τον ίδιο μήνα. Οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνεχίστηκαν αμείωτες, τροφοδοτούμενες από επαναλαμβανόμενες επιθέσεις, απαγωγές, παράνομες συλλήψεις, αυθαίρετες κρατήσεις, κλοπές και σκόπιμη καταστροφή προσωπικής περιουσίας. Οι περιορισμοί στην ελευθερία κυκλοφορίας και τα συχνά lockdown συνεχίζουν να διαταράσσουν την καθημερινή ζωή και να υπονομεύουν σοβαρά τις κοινωνικοοικονομικές δραστηριότητες. Η συνεχής χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IED) σε δημόσιους δρόμους και σε πυκνοκατοικημένες περιοχές εξακολουθεί να αποτελεί απειλή για τους πολίτες και τους εργαζόμενους στον ανθρωπιστικό τομέα[6].

 

30.          Ως προς την οργάνωση των αντιμαχόμενων πλευρών, η Rulac, μία διαδικτυακή πύλη για το Κράτος Δικαίου σε καταστάσεις Ένοπλων Συγκρούσεων, καταγράφει συστηματικά τις καταστάσεις ένοπλης βίας και περιγράφει ότι οι αντιμαχόμενες πλευρές στα πλαίσια της αγγλόφωνης κρίσης αποτελούνται από τις ένοπλες κρατικές δυνάμεις ασφαλείας του Καμερούν που έχουν αναπτυχθεί στην περιοχή (συμπεριλαμβανομένης της επίλεκτης μονάδας μάχης) και από διάφορες ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες (που αριθμούν πέραν των 7 διαφορετικών ενόπλων ομάδων, συνολικής δυναμικότητας 2.000-4.000 μαχητών, που κατά τις επιθέσεις τους εναντίον του κρατικού στρατού χρησιμοποιούν αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς, καθώς και πιο προηγμένο οπλισμό όπως εκτοξευτές αντιαρματικών), που δρουν (κυρίως) στις αγγλόφωνες περιοχές (παρά το ότι εμφανίζονται με ορισμένο διαχωρισμό, οι ομάδες αυτές προσπαθούν όλο και περισσότερο να συντονιστούν μεταξύ τους, ενώ «οι συνεχιζόμενες εχθροπραξίες παρουσιάζουν ένα συλλογικό χαρακτήρα»)[7].

 

31.          Η υπό εξέταση σύγκρουση έχει ήδη διάρκεια περίπου εννέα ετών και επηρεάζει τόσο τη Βορειοδυτική όσο και τη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν. Τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι πρόκειται για μια μακροχρόνια και σταθερά εγκατεστημένη κρίση. Επιπλέον, δεν φαίνεται να υπάρχει καμία πρόθεση επίλυσής της στο άμεσο μέλλον, καθώς η σύγκρουση δεν συζητήθηκε ούτε στην πρόσφατη συνεδρίαση της Ομάδας Υπουργικής Δράσης της Κοινοπολιτείας του Καμερούν τον Μάρτιο του 2025.[8].

 

32.          Ως προς τα ποσοτικά δεδομένα της σύγκρουσης, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 01/01/2026) στην Νοτιοδυτική Επαρχία (Sud - Ouest) του Καμερούν, καταγράφηκαν συνολικά 881 περιστατικά πολιτικής βίας (Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 639 θάνατοι[9]. Σημειωτέον ότι ο πληθυσμός της εν λόγω περιφέρειας εκτιμάται στους 2,098,500 κατοίκους (με τελευταία επίσημη καταμέτρηση το 2025)[10].

33.          Ως προς τις αποδεκτές προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή επισημαίνονται τα εξής.

34.          Ειδικώς ως προς το θρησκευτικό του προφίλ ως χριστιανού δεν προκύπτει κάποιος κίνδυνος. Πηγές αναφέρουν πως στο Καμερούν, οι Χριστιανοί αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού, με περίπου 70% να ανήκουν σε διάφορα χριστιανικά δόγματα. Ωστόσο, υπάρχουν περιοχές όπου οι Χριστιανοί αντιμετωπίζουν προκλήσεις. Στις βόρειες περιοχές, όπου κυριαρχεί το Ισλάμ, έχουν αναφερθεί περιστατικά  κοινωνικών εντάσεων μεταξύ χριστιανικών και μουσουλμανικών κοινοτήτων. Επιπλέον, η παρουσία εξτρεμιστικών ομάδων, όπως η Boko Haram, έχει οδηγήσει σε επιθέσεις κατά χριστιανικών κοινοτήτων στα βόρεια σύνορα με τη Νιγηρία και όχι στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή. Παρά τις προκλήσεις αυτές, οι Χριστιανοί στο Καμερούν γενικά ασκούν τη θρησκεία τους ελεύθερα.[11]

 

35.          Ειδικώς ως προς την ενασχόλησή του ως μηχανικού οχημάτων, επισημαίνεται ότι ο Αιτητής δήλωσε ότι ενδέχεται να τεθεί σε κίνδυνο ένεκα της εν λόγω επαγγελματικής του δραστηριότητας. Ο ισχυρισμός του περί φόβου δίωξης προβλήθηκε κατά τη διαδικασία των διευκρινίσεων, αφενός με γενικότητα, αφετέρου χωρίς ο ίδιος να επικαλεστεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη προσωπική περίσταση δίωξης, ούτε και να προσκομίσει οποιαδήποτε εξωτερική πηγή από την οποία να προκύπτει διευρυμένη στοχοποίηση προσώπων με το δικό του επαγγελματικό προφίλ.

 

36.          Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τις ίδιες τις δηλώσεις του Αιτητή κατά τη διοικητική διαδικασία, αυτός εργάστηκε ως μηχανικός μόνο κατά την περίοδο των σπουδών του και δη μέχρι και το έτος 2021, οπότε και συντηρείτο από τους οικονομικούς πόρους του πατέρα του. Ο ίδιος εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του τον Φεβρουάριο του 2022 (βλ. ερ. 18). Παρά το γεγονός ότι η κρίση άρχισε το 2016 και ο Αιτητής, κατά το διάστημα των σπουδών του που συνέπιπταν χρονικά με την κρίση, εργαζόταν ως μηχανικός, δεν ανέφερε ότι αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα. Περαιτέρω, κατά τον χρόνο εγκατάλειψης της χώρας του, ο Αιτητής, σύμφωνα με τη δική του δήλωση, δεν φαίνεται να εργαζόταν ως μηχανολόγος. Ο Αιτητής δεν παρεμποδίζει εξάλλου, εάν αισθάνεται ο ίδιος φόβο να ασκήσει άλλο επάγγελμα, καθώς πρόκειται περί υγιούς, μορφωμένου και ικανού προς εργασίας προσώπου (Βλ απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην Υπόθεση Αρ.: 5209/21, J. S. ν. Δημοκρατίας, ημερομ. 10.8.2022, παρ. 28 και 29)

 

37.          Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο Αιτητής, ως επαγγελματίας μηχανολόγος, δεν ανήκει στις ομάδες του πληθυσμού που στοχεύονται ή πλήττονται συστηματικά στο πλαίσιο της αγγλόφωνης κρίσης στο Καμερούν. Οι διαθέσιμες πηγές καταδεικνύουν ότι οι άμεσες συνέπειες της βίας πλήττουν δυσανάλογα συγκεκριμένες κατηγορίες αμάχων, όπως γυναίκες, παιδιά, μαθητές, εκπαιδευτικούς και εργαζόμενους σε ανθρωπιστικές οργανώσεις, οι οποίοι εκτίθενται σε υψηλό κίνδυνο απαγωγών, εκβιασμών, αυθαίρετων συλλήψεων, βασανιστηρίων και άλλων μορφών κακοποίησης. Αντιθέτως, άτομα με επαγγελματικά προφίλ όπως ο Αιτητής δεν έχουν καταγραφεί ως συστηματικοί στόχοι των αντιμαχόμενων πλευρών, γεγονός που μειώνει τον προσωπικό κίνδυνο που αντιμετωπίζει σε σχέση με τους πληθυσμούς που πλήττονται άμεσα από τις συγκρούσεις.

 

38.          Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ως αυτό έγινε αποδεκτό και ειδικότερα ότι ο Αιτητής είναι νεαρός, υγιής, με εργασιακή πείρα στη χώρα καταγωγής του  και χωρίς οποιοδήποτε σημείο ευαλωτότητας ή αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης, διαθέτοντας εκεί οικογενειακό και γενικότερα κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο, κρίνεται πως σε συνάρτηση με τις παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του, δεν πιθανολογείται ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, θα εκτεθεί  ευλόγως σε σοβαρό κίνδυνο.

 

39.          Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

40.          Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

 

41.          Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)] ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του [βλ άρθρο 19(2)(α) και (β)].

 

42.          Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο προσφεύγων, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή (βλ. άρθρο 19(2)(γ) απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94  Elgafaji, σκέψη 43).

 

43.          Επιπροσθέτως, δεδομένης της κατάστασης που επικρατεί στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή και στην ευρύτερη περιφέρεια που αυτός εμπίπτει, δέον να εξεταστούν τα επιμέρους συστατικά στοιχεία του άρθρου 19(2)(γ) και ειδικότερα, κατά πόσον συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο Αιτητής, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94  Elgafaji, σκέψη 43].

 

44.          Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε Αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως  «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».

 

45.          Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ.  απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28).

46.          Ακολούθως ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν κατά την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε ότι λαμβάνονται υπόψη «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (Βλ. C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

47.          Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

48.          Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.» (απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».

49.          Αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια (South West Region) του Καμερούν (βλ. ανωτέρω), στην οποία βρίσκεται ο τόπος καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, διαπιστώνεται ότι στην εν λόγω περιοχή εξελίσσεται εσωτερική ένοπλη σύρραξη μεταξύ των δυνάμεων του εθνικού στρατού και αποσχιστικών ομάδων που δραστηριοποιούνται εκεί. Εξωτερικές πηγές περαιτέρω καταδεικνύουν ότι στην περιοχή αυτή εκδηλώνονται φαινόμενα αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια που επηρεάζει πρόσωπα ανεξαρτήτως των προσωπικών τους περιστάσεων (βλ. ανωτέρω Elgafaji, σκ. 34, ΔΕΕ· Diakité, απόφαση της 30.01.2014, C-285/12). Λαμβανομένων υπόψη των ποσοτικών και ποιοτικών χαρακτηριστικών της σύρραξης, όπως αναλύθηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προερχόμενη από αυτήν αδιάκριτη βία κυμαίνεται σε μέτριο επίπεδο έντασης, χωρίς ωστόσο να ανέρχεται σε τέτοιο βαθμό ώστε, και μόνη η παρουσία ενός αμάχου στην περιοχή, να αρκεί για τη στοιχειοθέτηση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του 19(2)(γ), ανεξαρτήτως των προσωπικών του περιστάσεων. Ως προς τις περιστάσεις του Αιτητή, επισημαίνεται ότι ο Αιτητής είναι άνδρας νεαρής ηλικίας, χωρίς προβλήματα υγείας, με ολοκληρωμένη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και γνώση αγγλικών και γαλλικών. Πρόκειται για άτομο εργατικό, λειτουργικά αυτόνομο και ικανό προς εργασία και αυτοσυντήρηση. Στη χώρα καταγωγής του διαθέτει ενεργό οικογενειακό και κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο, με το οποίο διατηρεί επικοινωνία. Επιπρόσθετα, ο Αιτητής είναι εξοικειωμένος με την περιοχή, άρα σε θέση να γνωρίζει και να αξιολογεί επαρκώς τους κινδύνους. Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι ο Αιτητής ως άμαχος δεν διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, ένεκα του επιπέδου των ένοπλων συγκρούσεων που λαμβάνουν χώρα στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του.

50.          Ως προς δε την απόφαση επιστροφής του, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C- 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51).

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

 

 



[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition,

 EUAA https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system  [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 7.1.2026], σ. 120-134 και επίσης

UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status

 

[2]     ACAPS, Country analysis: Cameroon, https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29.10.2025)

[3]      Ό.π.

[4] Global Center with the Responsibility to Protect, Cameroon, July 2025, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15.1.2026).

[5] Development and Cooperation, Rebuilding lives in times of crisis, January 2025, https://www.dandc.eu/en/article/women-strife-ridden-cameroon-are-demanding-chance-set-their-lives-a…, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15.1.2026).

[6] Global Center with the Responsibility to Protect, Cameroon, July 2025, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15.1.2026).

[7] Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights- RULAC: Rule of Law in Armed Conflicts, Non-international Armed Conflicts in Cameroon, Last updated: 12th January 2023,https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-cameroon (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15.1.2026).

[8] Τaylor and Fransis, Cameroon, the Commonwealth, and crisis: Commonwealth intervention in Cameroon’s Anglophone conflict, June 2025, https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/00358533.2025.2516706?src=#abstract, (ημ. πρόσβ. 15/01/2026).

[9] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Southwest (Sud-Ouest) Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/01/2025).

[10] City Population, Cameroon, South West (Sud-Ouest) Region,  https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/?admid=6823 ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/12/2025).

[11] USDOS - US Department of State: 2023 Report on International Religious Freedom: Cameroon, 26 June 2024

https://www.ecoi.net/en/document/2111838.html, USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 23 April 2024

https://www.ecoi.net/en/document/2107637.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29.10.2025)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο