H. H. E. F. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. Τ298/2024, 7/1/2026
print
Τίτλος:
H. H. E. F. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. Τ298/2024, 7/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

      Υπόθεση Αρ. Τ298/2024

 

7 Ιανουαρίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

 H. H. E. F.

Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ’ ων η αίτηση.

 …………………….

 

Ο αιτητής παρουσιάστηκε προσωπικά ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Χυστάλλα Παφίτη για Έλενα Μυριάνθους, Δικηγόρος για τoν αιτητή

 

Ραφαέλλα Προδρόμου, Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 31/01/2024, με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη.

 

Τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης προκύπτουν από το Υπόμνημα το οποίο συνοδεύεται από τον διοικητικό φάκελο που αφορά τον αιτητή και καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο από την Υπηρεσία Ασύλου, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019.

 

Σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 (ε) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«3 (α).............

 

(ε) Στις περιπτώσεις όπου η προσβαλλόμενη απόφαση εκδίδεται δυνάμει των ακόλουθων άρθρων του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(I)/2000), ως έχει τροποποιηθεί:

 

(i)   12Βτετράκις(2)(δ),

 

(ii)  12Βτρις,

 

Υπόμνημα ως το Έντυπο Αρ. 3 καταχωρείται στο αρμόδιο Πρωτοκολλητείο από την Υπηρεσία Ασύλου, συνοδευόμενο από τον σχετικό διοικητικό φάκελο που αφορά την προσφυγή, εντός δέκα ημερών από την επίδοση αυτής:

 

Νοείται ότι, ουδεμία καταχώριση γραπτής αγόρευσης από τον αιτητή ή τους καθ' ων η αίτηση απαιτείται και η υπόθεση ορίζεται απευθείας από το Πρωτοκολλητείο για ακρόαση, χωρίς να απαιτείται η παρουσία των καθ' ων η αίτηση, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.».

 

Όπως προκύπτει από τον πιο πάνω Κανονισμό, οι καθ' ων η αίτηση δεν εμφανίζονται σε αυτή τη διαδικασία, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Συνεπώς, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να ζητήσει την παρουσία του αρμόδιου οργάνου/ καθ' ων η αίτηση στην ενώπιον του διαδικασία για να έχει τη δυνατότητα να ακουστεί σε περίπτωση που κριθεί αναγκαίο, εφόσον ο ρόλος του Δικαστηρίου είναι να επιλύει τη διαφορά που τίθεται ενώπιον του στα πλαίσια ορθής απονομής της δικαιοσύνης.  Ενόψει του ότι τέθηκαν αρκετοί προβληματισμοί εκ μέρους του συνηγόρου του αιτητή, έκρινα αναγκαίο να παρουσιαστούν οι καθ’ων η αίτηση προκειμένου να τοποθετηθούν επί των ζητημάτων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. 

 

Ο δικηγόρος του αιτητή προβληματίστηκε για την επιστολή που απέστειλε ο αιτητής στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η οποία είναι τοποθετημένη στα ερυθρά 94 – 99 του διοικητικού φακέλου (Τεκμήριο 1) και την οποία θεωρεί πως το αρμόδιο όργανο όφειλε να λάβει υπόψη του και πως μέσω αυτής προσκομίστηκαν νέα στοιχεία.  Σημειώνεται πως το μεταγενέστερο αίτημα υποβλήθηκε στην Υπηρεσία Ασύλου στις 5/6/2019 (ερυθρά 83,84 του διοικητικού φακέλου, Τεκμήριο 1) και η επιστολή προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας φέρει ημερομηνία 11/6/2020 (ερυθρά 94-99, του διοικητικού φακέλου -Τεκμήριο1).  Παρόλο λοιπόν που τέθηκε το ζήτημα αυτό από το συνήγορο του αιτητή, στη συνέχεια η συνήγορος που εκπροσωπεί τον αιτητή και εμφανίστηκε κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, δήλωσε πως προωθεί τον λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσα έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, αποσύροντας όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην αίτηση ακυρώσεως.  Κατα συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν από τη συνήγορό του, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.  Η κυρία Παφίτη τόνισε βέβαια πως προωθεί τα όσα κατέγραψε ο αιτητής στην προσωπική του αγόρευση που καταχώρησε στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας.

 

Όπως προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο και το υπόμνημα της Υπηρεσίας Ασύλου, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: ο Αιτητής είναι υπήκοος Αιγύπτου και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 16/04/2013, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Αυθημερόν, ο Αιτητής παρέλαβε βεβαίωση υποβολής αιτήματος διεθνούς προστασίας. 

 

Στις 17/06/2013 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου και του παραχωρήθηκε δωρεάν βοήθεια διερμηνέα. Αυθημερόν, ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση - Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή. Στις 20/06/2013, συγκεκριμένος λειτουργός που δύναται δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης αυθημερόν. Στις 21/06/2013, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία επισυνάφθηκε η απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα του αιτητή. Η επιστολή παραλήφθηκε από τον αιτητή στις 18/07/2013, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου της από διερμηνέα.

 

Στις 18/07/2013 λήφθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφυγών, διοικητική προσφυγή από τον Αιτητή κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία ακολούθως απορρίφθηκε με απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφυγών, ημερομηνίας 22/01/2014.

 

Στις 21/09/2017, ο αιτητής απέστειλε επιστολή προς την Αναθεωρητική Αρχή Προσφυγών (βλ. ερυθ. 97–95 δ.φ., Τεκμήριο 2), καταγράφοντας ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στην χώρα καταγωγής του, διότι αντιμετωπίζει μεγάλο πρόβλημα, καθότι μεγάλωσε σε Ορφανοτροφείο, καθώς και ότι ισλαμικές ομάδες επιθυμούν να τον σκοτώσουν, διότι ήταν παιδί άγνωστων γονέων. Ακολούθως, στις 28/09/2017, ο αιτητής υπέβαλε νέα επιστολή προς την Αρχή, στην οποία επισύναψε δύο έγγραφα στην αραβική γλώσσα, βεβαίωση από το Baladi Association, ημερομηνίας 23/10/2011 και βεβαίωση Υπουργείου Εσωτερικών, έγγραφα τα οποία είχε ήδη προσκομίσει στην Υπηρεσία Ασύλου κατά την διάρκεια της συνέντευξής του και τα οποία λήφθηκαν υπόψη από τον αρμόδιο λειτουργό (βλ. ερυθ. 100, 102 -101 και 37 – 36 και 35 - 34 του δ.φ. Τεκμήριο 2).

 

Στις 13/12/2017 ο Πρόεδρος της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφυγών ετοίμασε επιστολή προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, σχετικά με το αίτημα/επιστολές του αιτητή, στην οποία κατέγραψε ότι η Αναθεωρητική Αρχή Προσφυγών εκ παραδρομής παρέλαβε/αποδέχτηκε την μεταγενέστερη αίτηση/νέα στοιχεία που προσκόμισε ο Αιτητής στις 21/09/2017 και απέστειλε την εν λόγω μεταγενέστερη αίτηση/νέα στοιχεία του αιτητή για περαιτέρω διαβήματα στην Υπηρεσία Ασύλου. Καταγράφεται επιπλέον, πως η Αναθεωρητική Αρχή Προσφυγών, βάσει του άρθρου 28Ε του Περί Προσφύγων Νόμου του 2000-2016, έχει εξουσία να εξετάζει μόνο διοικητικές προσφυγές, οι οποίες υποβάλλονται από αιτητές διεθνούς προστασίας κατά αρνητικών αποφάσεων του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και αρνητικών αποφάσεων του  Διευθυντή. (βλ. ερυθ. 110 δ.φ. Τεκμήριο 2). Αυθημερόν, αρμόδιος λειτουργός της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφυγών ετοίμασε επιστολή προς τον Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε αυθημερόν από τον ίδιο, με την οποία τον ενημέρωνε για τα ανωτέρω, καθώς και ότι οι μεταγενέστερες αιτήσεις/νέα στοιχεία πρέπει να υποβληθούν στην Υπηρεσία Ασύλου.  Στις 30/01/2018 και στις 07/02/2018, ο Αιτητής υπέβαλε νέες επιστολές στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφυγών, επαναλαμβάνοντας τους ίδιους ισχυρισμούς (βλ. ερυθ. 118 – 114 του δ. φ. Τεκμήριο 2).

 

Στις 12/02/2018, αρμόδια λειτουργός της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφυγών, ετοίμασε επιστολή, με την οποία βεβαιώνει ότι ο Αιτητής στις 21/09/2017 υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση/νέα στοιχεία για επανάνοιγμα και επανεξέταση του φακέλου του και ότι μέχρι να εξεταστεί το αίτημά του από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφυγών ή την Υπηρεσία Ασύλου, θεωρείται αιτητής διεθνούς προστασίας (ερυθ. 126 του δ. φ. Τεκμήριο 2).  Στις 12/03/2018, ο Αιτητής υπέβαλε εκ νέου επιστολή στην Αναθεωρητική αρχή Προσφυγών, επαναλαμβάνοντας τους ίδιους ισχυρισμούς (ερυθ. 131 - 130 του δ. φ. Τεκμήριο 2).

 

Στις 12/06/2018 αρμόδιος λειτουργός της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφυγών ετοίμασε Έκθεση/ Σημείωμα προς τον Προϊστάμενο της Αναθεωρητικής Αρχής και αυθημερόν, ο Προϊστάμενος της Αναθεωρητικής Αρχής υιοθέτησε την Έκθεση/ Σημείωμα του λειτουργού σχετικά με το αίτημα του αιτητή που αφορά Εισήγηση όπως η Μεταγενέστερη Αίτηση/νέα στοιχεία υποβληθεί στην Υπηρεσία Ασύλου, βάσει του άρθρου 16Δ του Περί Προσφύγων Νόμου του 2000-2016. Στις 12/06/2018, η Αναθεωρητική Αρχή εξέδωσε ενημερωτική επιστολή σχετικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία αποστάλθηκε ταχυδρομικώς στον αιτητή στις 27/06/2018 (βλ. ερυθ. 135 – 133 και 97-95).

 

Ακολούθως, στις 28/12/2018, ο Αιτητής υπέβαλε νέα επιστολή, η οποία λήφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου και με την οποία προέβαλε τους ίδιους ισχυρισμούς, αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του (βλ. ερυθ. 78 δ.φ. Τεκμήριο 1).  Στις 07/03/2019 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, εξέδωσε επιστολή σχετικά με το αίτημα του αιτητή, στην οποία καταγράφεται ότι το αίτημά του Αιτητή σχετικά με το επανάνοιγμα του φακέλου του, δεν μπορεί να εξεταστεί από την Υπηρεσία Ασύλου για τον λόγο ότι η αρχική αίτησή του έχει εξεταστεί σε δεύτερο βαθμό από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφυγών (ερυθ. 79 δ.φ. Τεκμήριο 1). Περαιτέρω, τον ενημέρωσε ότι θεωρείται αιτητής ασύλου, εφόσον εκκρεμεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησής του, σύμφωνα με την κοινοποιημένη επιστολή της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφυγών προς την Υπηρεσία Ασύλου.

 

Στις 05/06/2019 ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία με σκοπό το επανάνοιγμα του φακέλου του, σχετικά με το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας (βλ. ερυθ. 84 – 83 δ.φ. Τεκμήριο 1). Στις 30/01/2024 ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε έκθεση-εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή, με την οποία εισηγήθηκε όπως η μεταγενέστερη αίτηση απορριφθεί ως απαράδεκτη καθώς και την επιστροφή του Αιτητή στην Αίγυπτο. Στις 31/01/2024, ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε το Σημείωμα/Εισήγηση του λειτουργού σχετικά με τη μεταγενέστερη αίτηση που υπέβαλε ο αιτητής, κρίνοντάς την ως απαράδεκτη (βλ. ερυθ. 91-88 δ.φ. Τεκμήριο 1). H Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε στις 12/02/2024 επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση επί της μεταγενέστερης αίτησης, η οποία υπογράφηκε ιδιοχείρως αυθημερόν από τον Αιτητή (βλ. ερυθ. 93 δ.φ. Τεκμήριο 1).  Στη συνέχεια, ο Αιτητής αμφισβήτησε την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου καταχωρώντας την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον  του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.

 

Ο αιτητής παρόλο που εκπροσωπείτο από δικηγόρο καταχώρησε προσωπική Γραπτή Αγόρευση στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας.  Ο Αιτητής, μέσω της γραπτής του αγόρευσης, δήλωσε ότι μετέβη στην Κυπριακή Δημοκρατία το 2013 και υπέβαλε αίτηση ασύλου, η οποία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου. Στη συνέχεια υπέβαλε προσφυγή, η οποία επίσης απορρίφθηκε. Αναφερόμενος στα έντεκα (11) έτη παραμονής του στην Κυπριακή Δημοκρατία, ο αιτητής δήλωσε ότι δραστηριοποιείται επαγγελματικά στον τομέα της ελληνικής κουζίνας, όπου με την πάροδο των ετών απέκτησε επαγγελματική κατάρτιση και εμπειρία, και ότι σήμερα εργάζεται ως βοηθός μάγειρα σε εστιατόριο. Δήλωσε περαιτέρω ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής του στη Δημοκρατία δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα ή διοικητική παράβαση, ότι καταβάλλει κανονικά τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και ύδατος, ότι ο εργοδότης του καταβάλλει τις προβλεπόμενες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, και ότι ο ίδιος ομιλεί την ελληνική γλώσσα.

 

Περαιτέρω, υπογράμμισε ότι ορισμένα από τα γεγονότα που είχε αναφέρει στην αίτησή του για διεθνή προστασία είναι πλήρως τεκμηριωμένα, όπως το γεγονός ότι διέμεινε σε ορφανοτροφείο και ότι είναι άγνωστης καταγωγής, για τα οποία προσκομίστηκαν σχετικά στοιχεία από το Υπουργείο Εσωτερικών και το Υπουργείο Εξωτερικών. Πρόσθεσε ότι υφίστανται και γεγονότα τα οποία δεν είναι δυνατόν να αποδειχθούν, όπως οι προσβολές και οι απειλές θανάτου που όπως ανέφερε, είχε δεχθεί. Τέλος, ζητά να του χορηγηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας, ώστε να μπορέσει να εκπληρώσει το όνειρο της ζωής του, να ταξιδέψει στην Ελλάδα και να δοκιμάσει ελληνικές γεύσεις.

 

Στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία στις 07/07/2025, κατά τη δικάσιμο που η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση φακέλου, η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή κατά την προφορική της αγόρευση ενώπιον του Δικαστηρίου, απέσυρε όλους τους ισχυρισμούς της, και περιορίστηκε στον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα μη δέουσας έρευνας, καθότι δεν έγινε επαρκής αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή. Περαιτέρω, η συνήγορος του Αιτητή προβάλλει ότι με την μεταγενέστερη αίτησή του ο Αιτητής προσκόμισε νέα στοιχεία, και ως εκ τούτου η αίτησή του πρέπει να κριθεί παραδεκτή και να εξεταστεί εκ νέου.

 

Η συνήγορος των καθ’ων η αίτηση αντιτείνει ότι όλα έγιναν ορθά και νόμιμα και υποστηρίζει πως τα όσα ανέφερε ο αιτητής στο μεταγενέστερο αίτημά του δεν αυξάνουν τις πιθανότητες για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.  Έλαβα υπόψη μου τους ισχυρισμούς που τέθηκαν ενώπιον μου λαμβάνοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται η μεταγενέστερη αίτηση.  Ο έλεγχος του Δικαστηρίου περιορίζεται αυστηρά στα πλαίσια του παραδεκτού της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, που εκδόθηκε επί του μεταγενέστερου αιτήματος, χωρίς δυνατότητα επανεξέτασης της προγενέστερης διοικητικής κρίσης.  Λαμβάνω βεβαίως υπόψη μου, όλα όσα προηγήθηκαν της διαδικασίας που ελέγχεται, προκειμένου να εξεταστεί η απόφαση επί του μεταγενέστερου αιτήματος και μόνον και όχι για να επέμβω στην διαδικασία που προηγήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο, εφόσον κάτι τέτοιο είναι εκτός των αρμοδιοτήτων του παρόντος Δικαστηρίου.  Είναι χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε  ο αιτητής σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.

 

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, o αιτητής κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας δήλωσε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, διότι δεν έχει οικογένεια στην Αίγυπτο και μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο με παιδιά που έχουν χάσει τους γονείς τους. Το γεγονός αυτό του προκάλεσε προβλήματα, επειδή αντιμετώπισε διάκριση από την Αιγυπτιακή κοινωνία. Όπως ισχυρίζεται οι άνθρωποι τον αντιμετωπίζουν σαν “λάθος” με αποτέλεσμα αυτό να του προκαλεί αναστάτωση στον ψυχικό και συναισθηματικό του κόσμο. Αναφέρει ότι θα ήθελε να ζήσει στην Κυπριακή Δημοκρατία, όπου η κοινωνία είναι πιο φιλελεύθερη (ερυθρά 4 και 18 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του στην Υπηρεσία Ασύλου, ο αιτητής δήλωσε πως μετέβη στην Κυπριακή Δημοκρατία αρχικά ως επισκέπτης και ακολούθως αποφάσισε να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας εξαιτίας της κατάστασης που επικρατούσε στην Αίγυπτο αλλά και του τρόπου που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι τα άτομα που προέρχονται από ορφανοτροφείο. Όπως ισχυρίστηκε είναι πτυχιούχος, όμως αποστερήθηκε τα δικαιώματά του εξαιτίας του ότι αντιμετωπίζεται ως ‘κατώτερος’ άνθρωπος, διότι προερχόταν από ορφανοτροφείο. Ερωτηθείς από τον αρμόδιο λειτουργό εάν έχει ο ίδιος ποτέ παρενοχληθεί ή διωχθεί, δήλωσε ότι κατά κάποιο τρόπο ναι, προσθέτοντας ότι όταν υποβάλει αίτηση για μια εργασία και αντιληφθούν ότι είναι ορφανός, τον αντιμετωπίζουν ως κατώτερο άνθρωπο (ερυθρό 26x1, του διοικητικού φακέλου).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε στην αφήγησή του ο αιτητής, διέκρινε στην έκθεση - εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή ως κατωτέρω: Ο πρώτος αφορά τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή καθώς και την περιοχή καταγωγής και διαμονής του Αιτητή και ο δεύτερος αφορά τα κοινωνικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο Αιτητής, λόγω του γεγονότος ότι ήταν ορφανός και διέμενε σε ορφανοτροφείο. Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε δεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό, ενώ ο δεύτερος απορρίφθηκε καθώς ο λειτουργός απέρριψε τους ισχυρισμούς του Αιτητή αναφορικά με τον λόγο που εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του, καθότι κρίθηκε πως τμήματα της προσωπικής του αφήγησης είναι αναληθή. Ως προς τα έγγραφα που είχε προσκομίσει ο Αιτητής, βεβαίωση από το Baladi Assocciation, ημερομηνίας 23/10/2011 και βεβαίωση Υπουργείου Εσωτερικών (βλ. ερυθ. 37 – 36 και 35 - 34 του δ.φ. Τεκμήριο 2 του διοικητικού φακέλου), ο αρμόδιος λειτουργός, έκρινε ότι αυτά φέρουν μόνο υποστηρικτικό χαρακτήρα και δεν μπορούν να τεκμηριώσουν τους ισχυρισμούς του.

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός, έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του Αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του για έναν από τους λόγους του άρθρου 3 (1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.  Στη συνέχεια, διαπίστωσε πως δεν υπήρχε εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 του προαναφερθέντος Νόμου. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης - Εισήγησης υιοθέτησε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.

 

Στις 18/07/2013 λήφθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφυγών, διοικητική προσφυγή από τον Αιτητή κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου. Ο Αιτητής μέσω της προσωπικής του επιστολής (ερυ. 55 και ερ. 61 – 60 δ.φ. Τεκμήριο 2 του διοικητικού φακέλου), ισχυρίστηκε ότι είναι θύμα καταπίεσης και δεν είναι κακός άνθρωπος όπως τον αντιμετωπίζει η ανατολική ισλαμική και συντηρητική κοινωνία της Αιγύπτου. Μεγάλωσε σε Ορφανοτροφείο και δεν γνώρισε τους γονείς του. Η πλειοψηφία στην Αίγυπτο είναι μουσουλμάνοι και ο μόνος τρόπος να αποκτήσει κάποιος τέκνα είναι μέσω της τέλεσης γάμου, ενώ φέρονται άσχημα στα άτομα που γεννήθηκαν εκτός γάμου. Ακολούθως η προσφυγή απορρίφθηκε με απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφυγών, ημερομηνίας 22/01/2014, καθότι κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει το αίτημά του με αξιόπιστο τρόπο.  Στις 05/06/2019 ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση, στην οποία κατέγραψε ότι βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία για διάστημα επτά ετών και δεν μπορεί να επιστρέψει στην χώρα καταγωγής του, διότι είναι ορφανός καθώς δεν έχει τους γονείς του και κανένα συγγενή (βλ. ερυθ. 84 – 83 του δ.φ. Τεκμήριο 1 του διοικητικού φακέλου).

 

Προχωρώντας στη προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού της αίτησης, ο αρμόδιος λειτουργός απέρριψε το μεταγενέστερο αίτημά του στις 30/01/2024, κρίνοντας το ως απαράδεκτο, καθότι  κρίθηκε ότι τα στοιχεία που υπέβαλε ο Αιτητής με την μεταγενέστερη αίτησή του, δεν αποτελούν νέα στοιχεία. Ο Αιτητής με την μεταγενέστερη αίτηση, δεν προέβαλε νέους ισχυρισμούς αλλά επανέλαβε τους ίδιους.

 

Επιπλέον, ο λειτουργός καταγράφει ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν ότι, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στην Αίγυπτο, θα διατρέχει τον κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης.

 

Έχω εξετάσει όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου με μεγάλη προσοχή.  Αξίζει να επισημανθεί πως ο αιτητής υπέβαλε αρκετές επιστολές προς τις αρμόδιες αρχές όπως προκύπτει από την καταγραφή του ιστορικού ανωτέρω.  Αυτές οι επιστολές αποτελούν μέρος του ιστορικού τις παρούσα υπόθεσης όχι όμως αντικείμενό της.  Οποιαδήποτε απόφαση της αρμόδιας αρχής ή παράλειψη απάντησής της θα αποτελούσε μέρος άλλης διαδικασίας, εάν αυτό βέβαια προωθείτο από τον αιτητή με τον ορθό τρόπο ενώπιον Δικαστηρίου.  Στα πλαίσια του μεταγενέστερου αιτήματος ο αιτητής δεν υπέβαλε οποιοδήποτε νέο ισχυρισμό και/ή στοιχείο.  Ο αιτητής επανέλαβε πως είναι ορφανός και ότι δεν έχει γονείς και συγγενείς στη χωρα του.  Ο ισχυρισμός αυτός εξετάστηκε τόσο από την Υπηρεσία Ασύλου, όσο και από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων και σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο εξετάζει μόνο εάν η Υπηρεσία Ασύλου με βάση τα ενώπιον της στοιχεία εξέτασε ή όχι το μεταγενέστερο αίτημα του αιτητή. 

 

Τα ερυθρά 94-99, του διοικητικού φακέλου, τα οποία περιλαμβάνουν επιστολή προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, δεν φαίνεται να λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την εξέταση του μεταγενέστερου αιτήματος αλλά ο αιτητής και πάλι σε αυτή την επιστολή επαναλαμβάνει τους ίδιους ισχυρισμούς, χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε νέο στοιχείο.  Τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στην εν λόγω επιστολή έχουν ήδη εξεταστεί και από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων στα πλαίσια της απόφασης ημερομηνίας 22/1/2014 (συγκεκριμένη αναφορά στο ερυθρό 51, του διοικητικού φακέλου- Τεκμήριο 1).  Συνεπώς, δεν αντιλαμβάνομαι με ποιο τρόπο, τα στοιχεία αυτά αποτελούν νέα στοιχεία.  Επιπρόσθετα, δεν αποτελούν μέρος του μεταγενέστερου αιτήματος ημερομηνίας 5/6/2019, αλλά επιστολή προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ημερομηνίας 5/6/2020.  Επομένως, δεν προκύπτει να τέθηκε οποιοδήποτε νέο στοιχείο ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου.  Συνεπώς, ορθά η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε το μεταγενέστερο αίτημά του ως απαράδεκτο.  Τα στοιχεία που ο αιτητής προσκόμισε μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης δεν βοηθούν ούτε τεκμηριώνουν με οποιονδήποτε τρόπο το αίτημά του.

 

Επιπρόσθετα, λαμβάνεται υπόψη ότι ο Υπουργός Εσωτερικών στα πλαίσια των εξουσιών του  δυνάμει του άρθρου 12 Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000) με την Κ.Δ.Π. 145/2025, καθόρισε τη χώρα καταγωγής του αιτητή ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιήθηκε βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, ότι στην οριζόμενη χώρα γενικά και μόνιμα δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική  μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

 

Από τα άρθρα 16Δ και 12Βτετράκις στο εδάφιο 2 παράγραφος (δ), του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, συνάγεται πως εάν υποβληθεί μεταγενέστερη αίτηση ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ο Προϊστάμενος διαπιστώσει στα πλαίσια του μεταγενέστερου αυτού αιτήματος πως δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε η μεταγενέστερη αίτηση κρίνεται απαράδεκτη, όπως συνέβη και στην υπό εξέταση περίπτωση.  Ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσον προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από την αιτήτρια,  νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη του κατά την έκδοση της απόφασης επί της αίτησης.

 

Προκύπτει, ακόμα, από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου πως η μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται ως ένα νέο αίτημα αλλά ως ένα μεταγενέστερο διάβημα στα πλαίσια της αίτησης που αποφασίστηκε ήδη από το αρμόδιο όργανο.  Ο Προϊστάμενος έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μία συγκριτική εξέταση της προγενέστερης και μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή, προκειμένου να διαφανεί εάν από την υποβολή του μεταγενέστερου αιτήματος προβάλλονται στοιχεία ή ισχυρισμοί για πρώτη φορά ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου τα οποία χρήζουν διερεύνησης (βλ. ΔΕΕΧΥ κατά Bundesamtfur Fremdenwesen undAsyl (C-18/20, XY κατά Bundesamt fur Fremdenwesen und Asyl, ημερομηνίας 15/4/2021).

 

Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω την παράγραφο 55 της απόφασης στην υπόθεση του ΔΕΕ C 563-22, SNLN κατά Zamestnik-predsedatel na Darzhavnata agentsia za bezhantsite, ημερομηνίας 13/6/2024, σύμφωνα με την οποία αναφέρθηκαν τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

"55. Πράγματι, η αρμόδια αποφαινόμενη αρχή πρέπει να περιορίζεται να ελέγχει, αφενός, αν υφίστανται, προς στήριξη της ως άνω αιτήσεως, στοιχεία ή πορίσματα που δεν εξετάσθηκαν στο πλαίσιο της απρόσβλητης πλέον αποφάσεως επί της προηγούμενης αιτήσεως και, αφετέρου, αν τα νέα αυτά στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν αφ' εαυτών ουσιωδώς την πιθανότητα υπαγωγής του αιτούντος σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, μόνον κατά το στάδιο εξετάσεως του παραδεκτού της μεταγενέστερης αιτήσεως [πρβλ. απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα), C‑921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 50]. Κατά τα λοιπά, ακόμη και κατά το στάδιο εξετάσεως του παραδεκτού μεταγενέστερης αιτήσεως, τα νέα στοιχεία ή πορίσματα δεν πρέπει να εκτιμώνται κατά τρόπο εντελώς ανεξάρτητο από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται, περιλαμβανομένης και της περιπτώσεως κατά την οποία το εν λόγω πλαίσιο δεν μεταβλήθηκε κατόπιν της απορρίψεως της προηγούμενης αιτήσεως με απόφαση που έχει καταστεί απρόσβλητη."

 

Δεν διαφαίνεται ότι θα μπορούσε η Υπηρεσία Ασύλου να αποφασίσει κάτι άλλο πέραν από το ότι το μεταγενέστερο αίτημα του αιτητή είναι απαράδεκτο, καθότι ο αιτητής δεν υπέβαλε οποιοδήποτε νέο στοιχείο, αλλά αντιθέτως υπέβαλε εκ νέου τους ίδιους ισχυρισμούς, τους οποίους είχε κάθε ευκαιρία να προωθήσει και να εξειδικεύσει σε προηγούμενα στάδια της εξέτασης της αίτησής του.  Κατόπιν προσεκτικής αξιολόγησης του συνόλου των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς του αιτητή, ο οποίος δεν υπέβαλε νέα στοιχεία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου τα οποία να αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος  διεθνούς προστασίας, κρίνω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια από το αρμόδιο όργανο.

 

Ο αιτητής εξάντλησε όλες τις δυνατότητες που είχε στη Δημοκρατία για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας χωρίς να παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Σημειώνεται άλλωστε ότι η αναφορά του αιτητή ότι η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο, προβάλλεται κατά γενικό και αόριστο τρόπο. Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης (βλ. απόφαση στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20 A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020). 

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα. 

 

Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής , το αρμόδιο όργανο διεξήγαγε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα, εκδίδοντας με τον τρόπο αυτό πλήρως αιτιολογημένη απόφαση και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.  Ως εκ τούτου, το αρμόδιο όργανο διενήργησε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και αποφάσισε εντός της προβλεπόμενης από το νόμο διαδικασίας. Κατά συνέπεια, ο προβαλλόμενος νομικός ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση.  Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού σχετικά με τη μεταγενέστερη αίτηση που υπέβαλε ο αιτητής και στην οποία αναφέρονται οι λόγοι της απόρριψής της ως απαράδεκτης, αποκαλύπτουν ότι η απόφασή της ήταν απόλυτα ορθή και σύμφωνη με τη νομοθεσία.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο