ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. Τ548/25
27 Φεβρουαρίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S.B.
Αιτήτριας
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντή της
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
…………………….
Η αιτήτρια εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου
Ζωή Ποντίκη για Αλ Ταχερ Μπενέτης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόρος για την αιτήτρια
Καμία εμφάνιση για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η αιτήτρια προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 23/10/2025, με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτησή της ως απαράδεκτη και ζητά με το αιτητικό Α της αίτησης ακυρώσεως να κριθεί άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Με το αιτητικό Β της αίτησης ακυρώσεως ζητά να αναγνωριστεί στην αιτήτρια το καθεστώς πρόσφυγα ή εναλλακτικά με το αιτητικό Γ να αναγνωριστεί στην αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Με το αιτητικό Δ ζητά απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι με την επιστροφή της αιτήτριας θα παραβιαστούν άρθρα της ΕΣΔΑ.
Τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης προκύπτουν από το Υπόμνημα το οποίο συνοδεύεται από τον διοικητικό φάκελο που αφορά την αιτήτρια και καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο από την Υπηρεσία Ασύλου, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 του περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2019. Από τη μελέτη του διοικητικού φακέλου προκύπτει πως η αιτήτρια είναι υπήκοος του Νεπάλ και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 29/09/2021, αφού εισήλθε νόμιμα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές.
Στις 09/05/2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 02/11/2022, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε έκθεση-εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη της αιτήτριας. Στη συνέχεια, ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εν λόγω έκθεση-εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και απέρριψε την αίτηση της αιτήτριας στις 08/11/2022. Στις 11/11/2023 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση, που παραλήφθηκε από την αιτήτρια αυθημερόν.
Στις 23/10/2025, η αιτήτρια υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία με σκοπό το επανάνοιγμα του φακέλου της, σχετικά με το αίτημα της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Αυθημερόν ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε έκθεση-εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την μεταγενέστερη αίτηση ττης αιτήτριας. Την ίδια ημέρα, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού εξέτασε την έκθεση-εισήγηση του λειτουργού σχετικά με τη μεταγενέστερη αίτηση που υπέβαλε η αιτήτρια, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησής της, ως απαράδεκτης και την επιστροφή της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.
H Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση επί της μεταγενέστερης αίτησης, η οποία παραλήφθηκε από την αιτήτρια προσωπικά. Στη συνέχεια, η αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επί της μεταγενέστερης αίτησής της.
Η συνήγορος του αιτητή στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία και στην παρουσία της αιτήτριας, απέσυρε τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην αίτηση ακυρώσεώς της και δήλωσε πως προωθεί τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Η κυρία Ποντίκη συγκεκριμένα ανέφερε πως δεν διεξήχθη η δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα σε σχέση με τα όσα ανέφερε στην αίτησή της.
Στην υπό εξέταση υπόθεση, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 (ε) του περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2019, δεν απαιτείται η παρουσία των καθ’ ων η αίτηση στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία. Είναι χρήσιμο να παρατεθούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε η αιτήτρια σε όλα τα στάδια της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η Υπηρεσία Ασύλου έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση αφού διεξήγαγε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και προκειμένου να εξεταστεί η ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, η αιτήτρια στην αίτηση που υπέβαλε στην Υπηρεσία Ασύλου, δήλωσε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της με σκοπό να εργαστεί για να βοηθήσει τα παιδιά και τα αδέλφια της προκειμένου να έχουν ένα καλύτερο μέλλον. Επίσης ανέφερε πως αντιμετώπιζε οικονομικό πρόβλημα λόγω δανείου που είχε συνάψει στη χώρα της. Η αιτήτρια ανέφερε πως σε περίπτωση επιστροφής της θα αντιμετωπίσει οικονομικά προβλήματα και πως θα είναι δύσκολο το μέλλον των παιδιών της. Επιπρόσθετα, ανέφερε πως σε περίπτωση επιστροφής της, οι αρχές της χώρας της θα της επιτρέψουν την είσοδο.
Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε στην έκθεση-εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά την ταυτότητα και τη χώρα καταγωγής της αιτήτριας, ενώ ο δεύτερος αφορά τη δήλωση της αιτήτριας ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της με σκοπό να εργαστεί και να αντιμετωπίσει το οικονομικό πρόβλημα που είχε λόγω του δανείου που είχε συνάψει. Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθότι ο λειτουργός έκρινε ότι πληρούνται τόσο η εσωτερική, όσο και η εξωτερική αξιοπιστία των προβληθέντων ισχυρισμών. Αποδεκτός έγινε και ο δεύτερος ισχυρισμός από την Υπηρεσία Ασύλου, καθώς ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η αιτήτρια ήταν συνεπής και αξιόπιστη στις δηλώσεις της και κρίθηκε ότι η αιτήτρια βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία για να αντιμετωπίσει τα οικονομικά της προβλήματα.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ισχυρισμούς έκρινε πως δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα σε περίπτωση που η αιτήτρια επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός, έκρινε ότι δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της για έναν από τους λόγους του άρθρου 3 (1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Στη συνέχεια, διαπίστωσε πως δεν υπήρχε εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 του προαναφερθέντος Νόμου και κατά συνέπεια, δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθέτησε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας.
Στις 23/10/2025, η αιτήτρια υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση μέσω της οποίας ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει γιατί ο σύζυγός της την χτυπούσε και την έβριζε όταν βρισκόταν στη χώρα της και την ενημέρωσε πως αν επιστρέψει στη χώρα της ότι θα την σκοτώσει. Δήλωσε μάλιστα πως εργάζεται στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Η Υπηρεσία Ασύλου λαμβάνοντας υπόψη όλους τους ισχυρισμούς που προώθησε η αιτήτρια σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, απέρριψε το μεταγενέστερο αίτημά της στις 23/10/2025, κρίνοντας το ως απαράδεκτο καθότι τα στοιχεία που υπέβαλε η αιτήτρια με την μεταγενέστερη αίτησή της, δεν υποβλήθηκαν λόγω δικής της υπαιτιότητας. Ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε και το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και έκρινε πως η επιστροφή της αιτήτριας δεν θα τη θέσει σε κίνδυνο και πως δεν θα παραβιαστεί η αρχή της μη επαναπροώθησης.
Υπό το φως των ανωτέρω, o αρμόδιος λειτουργός εισηγήθηκε την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης της αιτήτριας ως απαράδεκτης και ακολούθως η Υπηρεσία Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης. Η απόφαση αυτή είναι και το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας.
Από τα άρθρα 16Δ και 12Βτετράκις στο εδάφιο 2 παράγραφος (δ), του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 συνάγεται πως εάν υποβληθεί μεταγενέστερη αίτηση ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ο Προϊστάμενος διαπιστώσει στα πλαίσια του μεταγενέστερου αυτού αιτήματος πως υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, μόνο εφόσον ικανοποιείται πως η αιτήτρια, άνευ δικής της υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία κατά τη διαδικασία που προηγήθηκε. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, διαφαίνεται πως το αρμόδιο όργανο εξέτασε εξατομικευμένα το αίτημα της αιτήτριας εφόσον αξιολόγησε το αίτημα της.
Από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου συνάγεται πως η μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται ως ένα νέο αίτημα, αλλά ως ένα μεταγενέστερο διάβημα στα πλαίσια της αίτησης που αποφασίστηκε ήδη από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μία συγκριτική εξέταση της προγενέστερης και μεταγενέστερης αίτησης της αιτήτριας, προκειμένου να διαφανεί εάν από την υποβολή του μεταγενέστερου αιτήματος προβάλλονται στοιχεία ή ισχυρισμοί για πρώτη φορά ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου τα οποία χρήζουν διερεύνησης.
Έχω εξετάσει με μεγάλη προσοχή όλα τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και διαφαίνεται πως δεν θα μπορούσε η Υπηρεσία Ασύλου να αποφασίσει κάτι άλλο πέραν από το ότι το μεταγενέστερο αίτημα της αιτήτριας είναι απαράδεκτο, καθότι η αιτήτρια ενώ είχε κάθε ευκαιρία να προβάλει τα στοιχεία αυτά και τους ισχυρισμούς της σε προηγούμενα στάδια της εξέτασης της αίτησής της, λόγω δικής της υπαιτιότητας δεν αναφέρθηκε στα στοιχεία αυτά. Ούτως ή άλλως, τα όσα αναφέρει η αιτήτρια στη μεταγενέστερη της αίτηση δεν αυξάνουν την πιθανότητα χορήγησης της με καθεστώς διεθνούς προστασίας, εφόσον οι ισχυρισμοί της δεν συνεπικουρούνται εξ’ ουδενός αντικειμενικού στοιχείου, που μπορεί να καλύψει τις προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, οι ισχυρισμοί που προωθεί η αιτήτρια στο μεταγενέστερό της αίτημα, δεν έχρηζαν περαιτέρω διερεύνησης και για το λόγο αυτό ορθά απορρίφθηκε το αίτημα της, ως απαράδεκτο. Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης (βλ. απόφαση στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20 A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Θα πρέπει να αναφερθεί πως από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.
Οι καθ’ ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιόν τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε η αιτήτρια, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα, εκδίδοντας με τον τρόπο αυτό πλήρως αιτιολογημένη απόφαση. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι το αρμόδιο όργανο διενήργησε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και αποφάσισε εντός των πλαισίων του Νόμου. Κατά συνέπεια, ο μοναδικός προβαλλόμενος ισχυρισμός της συνηγόρου της αιτήτριας, περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου απορρίπτεται στο σύνολο του.
Σε σχέση με την έκταση του ελέγχου του παρόντος Δικαστηρίου επί της μεταγενέστερης αίτησης, στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση υπ’αριθμόν C-651/19, JP v Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides, ημερομηνίας 9/9/2020, αναφέρθηκαν τα εξής:
«60 Επομένως, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να ελέγξει μόνον κατά πόσον, αντιθέ- τως της ό,τι αποφάσισε η αρμόδια αρχή, από την προκαταρκτική εξέταση της αίτησης της προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, κατά τα διαλαμβα- νόμενα στην προηγούμενη σκέψη. Εξ αυτού συνάγεται ότι, στο δικόγραφο της προσφυγής του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ο αιτών πρέπει, κατ’ ουσίαν, απλώς να αποδείξει ότι βασίμως θεώρησε ότι υφίστανται νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με εκείνα που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης αιτήσεώς του.».
Συνεπώς, προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα πως η αιτήτρια στην ενώπιον μου διαδικασία είναι αρκετό να αποδείξει πως το αρμόδιο όργανο είχε νέα στοιχεία τα οποία δεν εξέτασε ενώ όφειλε να τα εξετάσει και να τα αξιολογήσει πριν την έκδοση απόφασης επί μεταγενέστερου αιτήματος. Απο τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου αλλά και από την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου διαφαίνεται πως το αρμόδιο όργανο εξέτασε όλα τα στοιχεία που έθεσε η αιτήτρια ενώπιον τους.
Πρόσθετα, λαμβάνεται υπόψη πως ο Υπουργός Εσωτερικών στα πλαίσια των εξουσιών του άρθρου 12 Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, με την ΚΔΠ 145/2025, καθόρισε τη χώρα καταγωγής της αιτήτριας, ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιείται ότι δεν υφίστανται πράξεις δίωξης, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα της αιτήτριας εξετάστηκε με επάρκεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου στην οποία αναφέρονται οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος της αιτήτριας ως απαράδεκτο, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της ήταν απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της διακριτικής της ευχέρειας.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με 1000€ έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο