ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υποθ. Αρ. Δ.Κ. 1/2026
18 Φεβρουαρίου 2026
[Β.ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, ΠΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
E.Μ.B.I, {ARC 565……}, από την Αίγυπτο και τώρα κρατούμενος στο ΧΩΚΑΜ Μεννόγειας.
Αιτητής
- και -
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω
1. ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ' ων η Αίτηση
Παναγιώτης Μπενέτης (κος) & Ζωή Ποντίκη (κα), Δικηγόροι για τον Αιτητή.
Ραφαέλα Προδρόμου, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα προσφυγή μέσω της οποίας ζητά δήλωση του Δικαστηρίου που να ακυρώνει την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 29/12/2025, σύμφωνα με την οποίαν εκδόθηκε διάταγμα κράτησής του δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 9ΣΤ(2)(β) και (δ) του περί Προσφύγων Νόμου (Ν.6(I)/2000) και να διατάζει την άμεση απελευθέρωσή της.
Β. Διαζευκτικά της παραγράφου «Α», δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται και/ή τροποποιείται η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 29/12/2025 με την οποίαν εκδόθηκε διάταγμα κράτησης της Αιτήτριας δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 9ΣΤ(2) (β) και (δ) του περί Προσφύγων Νόμου (Ν.6(Ι)/2000), και με την οποία να διατάζονται εναλλακτικά, της κράτησής της, μέτρα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Στις 26/11/25, μια (1) ημέρα μόνο μετά την έκδοση των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση ασύλου. Στις 19/12/25, έγινε ενημέρωση στο πλαίσιο της προσφυγής αρ. 1331/2025 ότι η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή έγινε δεκτή. Στις 29/12/25 δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2) του περί προσφύγων Νόμου, εκδόθηκε νέο διάταγμα κράτησης.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής προωθεί μέσω της γραπτής του αγόρευσης, ως πρώτο λόγο ακύρωσης ότι το διάταγμα κράτησης στερείται επαρκούς αιτιολογίας. Είναι η θέση των Καθ’ ων η Αίτηση ότι, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (βλ. Δημοκρατία v. Χατζηγεωργίου (1994) 3 Α.Α.Δ. 574). Το δε άρθρο 29 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 είναι χαρακτηριστικό της νομολογιακής προσέγγισης, ότι δηλαδή η αιτιολογία μιας πράξης μπορεί να συμπληρωθεί ή να αναπληρωθεί από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, όπως και από το σύνολο της διοικητικής ενέργειας.
Προς επίρρωση των ανωτέρω οι Καθ’ ων παραπέμπουν στα όσα λέχθηκαν στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας στην υπόθεση αρ. Δ.Κ. 40/2020, S.S. – και- Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Αναπληρωτή Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερομηνίας 27 Οκτωβρίου, 2020:
«Μέσα από την αιτιολογία του οργάνου θα πρέπει να διαφαίνεται ο συλλογισμός του, ο οποίος οδήγησε στην προσβαλλόμενη απόφαση ή τουλάχιστον να υπάρχουν στοιχεία στον φάκελο της υπόθεσης που να μπορούν να συμπληρώσουν την αιτιολογία της απόφασης του αρμόδιου οργάνου (βλ. Στέφανος Φράγκου v. Κυπριακή Δημοκρατίας, (1998) 3ΑΑΔ 270). Η αιτιολογία της απόφασης του διοικητικού οργάνου συμπληρώνεται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου (άρθρο 29 του Ν. 158 (Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371). Η δυνατότητα αυτή υπάρχει όταν τα στοιχεία που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου συνδέονται με την απόφαση και αποκαλύπτουν τους λόγους που οδήγησαν στην προσβαλλόμενη απόφαση. [….]
Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Συνεπώς, από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω ο προβαλλόμενος ισχυρισμός απορρίπτεται».
Επιπλέον παρέπεμψαν και στην απόφαση επί της προσφυγής Δ.Κ.36/20, M.A.R. -και- Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Αν. Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερομηνίας 13/10/2020, στην οποία αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, προκύπτει ποια ήταν η αιτιολογική σκέψη της διοίκησης για την έκδοση του διατάγματος κράτησής του Αιτητή» (Παναγιωτίδης ν Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ.α. (1998) 3 Α.Α.Δ. 342, Θ. Χριστοφή & Σια Λτδ ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α. (1998) 3 Α.Α.Δ. 427), ενώ σύντομη αιτιολόγηση με παραπομπή στο άρθρο 9ΣΤ(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου εμφαίνεται στο κείμενο του διατάγματος κράτησης. Παραπέμπω επίσης σε απόσπασμα της απόφασης που επικαλέστηκε η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερ. 29/06/18, A.A.S v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Αναπληρωτή Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, προσφυγή αρ. 755/18, το σκεπτικό της οποίας υιοθετώ στην παρούσα προσφυγή:
«Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 29 του Νόμου 158(Ι)/1999, η αιτιολογία μιας πράξης μπορεί να συμπληρωθεί από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (βλ. ενδεικτικά Θεοδωρίδου ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 146, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371), εφόσον βεβαίως τα απαιτούμενα στοιχεία προκύπτουν από το φάκελο κατά τρόπο βέβαιο και αναντίλεκτο (βλ. Χρίστος Παναγιωτίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 342), όπως συμβαίνει, κατά την κρίση μου, και στην παρούσα περίπτωση, εφόσον από τον οικείο διοικητικό φάκελο προκύπτει το πλήρες ιστορικό του αιτητή στη Δημοκρατία, δεδομένης βεβαίως της ύπαρξης των προηγηθέντων διαταγμάτων κράτησης και απέλασής του, και δη αυτών ημερομηνίας 1.3.2018, όπου και εκτίθενται οι λόγοι που αυτός κρίθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(δ),(κ),(θ) του Κεφαλαίου 105, καθώς και οι λόγοι που κρίθηκε απαραίτητη η κράτησή του. Τα εν λόγω στοιχεία σαφώς και συμπληρώνουν την αιτιολογία της επίδικης απόφασης. Εν κατακλείδι, κρίνω ότι τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου τα συγκεκριμένα και απαραίτητα στοιχεία, επιδεκτικά δικαστικής εκτίμησης, που επιτρέπουν τη διενέργεια του δικαστικού ελέγχου (βλ. ενδεικτικά Χρίστος Πετρώνδας ν. Δημοκρατίας (1969) 3 Α.Α.Δ. 214 και Παπαγεωργίου ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 1348).» Υπό το φως των πιο πάνω, ο ισχυρισμός περί πάσχουσας αιτιολόγησης της επίδικης απόφασης απορρίπτεται ως αβάσιμος.»
Είναι θέση των Καθ΄ ων, πως αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία στην παρούσα υπόθεση είναι η υποβολή αίτησης για παραχώρηση διεθνούς προστασίας μετά τη σύλληψη και κράτησή της στη βάση του Κεφ. 105, όπως προκύπτει, με σκοπό να καθυστερήσει τη διαδικασία απέλασής του. Είναι η θέση τους πως ο Αιτητής προέβη σε καταχώρηση αίτησης για παραχώρηση διεθνούς προστασίας αφού έλαβε γνώση των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης στη βάση του Κεφ. 105 και συνεπώς κατά την υποβολή της εν λόγω αίτησης ήταν εν γνώσει του το γεγονός ότι προετοιμαζόταν η απέλασή της.
Ως εκ τούτου, οι Καθ’ ων η αίτηση ερμήνευσαν και εφάρμοσαν το Νόμο ορθά και νόμιμα και οι ισχυρισμοί του Αιτητή για πλάνη περί το Νόμο, θα πρέπει να απορριφθούν από το Σεβαστό Δικαστήριο ως εντελώς αβάσιμοι.
Ευσεβάστως υποβάλλουν ότι ορθά οι Καθ’ ων η Αίτηση έκριναν ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του επίδικου Διατάγματος Κράτησης, ο Αιτητής δεν θα μπορούσε να εντοπιστεί, καθιστώντας αδύνατη τη διαδικασία επιστροφής του.
Προς ενίσχυση των ανωτέρω, οι Καθ’ ων παρέπεμψαν σχετικά στην απόφαση στην υπόθεση υπ’ αριθμό Δ.Κ. 28/20, απόφαση ημερομηνίας 20/8/2020 D.S. και Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Αν. Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, στην οποία αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η απόφαση για κράτηση του αιτητή ήταν ορθή και νόμιμη, λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και ήταν δεόντως αιτιολογημένη. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ενώπιον των Καθ’ ων η αίτηση υπήρχαν όλα τα απαιτούμενα στοιχειά, ήτοι το ιστορικό του Αιτητή, το επιβεβαιωμένο γεγονός ότι είχε πρόσβαση στη διαδικασία παροχής διεθνούς προστασίας, τη μη συμμόρφωσή του με την εκ του Νόμου απορρέουσα υποχρέωσή του να ενημερώνει τις αρχές για τον τόπο διαμονής του και την εκ νέου υποβολή αίτησης για παροχή διεθνούς προστασίας μετά τη σύλληψη και κράτησή του από τις αρχές, ώστε να καταλήξουν στο ότι η κράτηση του αιτητή ήταν αναγκαία και αναλογική και δικαιολογείτο σύμφωνα με τα όσα επιβάλλει το άρθρο 9ΣΤ(2)(δ) του Περί Προσφύγων Νόμου ώστε να επιβληθεί το κατ’ εξαίρεση μέτρο της στέρησης της ελευθερίας αιτητή ασύλου.
Οι Καθ’ ων η αίτηση ευσεβάστως εισηγούνται ότι ο υπό αναφορά ισχυρισμός θα πρέπει να απορριφθεί ως καθόλα αβάσιμος καθότι με την προσβαλλόμενη απόφαση παρέχονται όλα τα απαραίτητα ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία για τη διακρίβωση της νομιμότητάς της, με τρόπο ώστε να καθίσταται εφικτή η άσκηση δικαστικού ελέγχου επί της προσβαλλόμενης πράξης. Μέσω του προσβαλλόμενου διατάγματος προκύπτει ότι η κράτηση του Αιτητή αποφασίστηκε στη βάση του άρθρου 9 ΣΤ (2) (β) και (δ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Άνευ βλάβης των πιο πάνω, οι Καθ’ ων παρέπεμψαν στην Δ.Κ. 33/20, απόφαση ημερομηνίας 28/09/2020 Tatiana Kouassi Ahou και Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω 1) Υπουργού Εσωτερικών, 2) Αν. Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, 3) Υπεύθυνου Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Αστυνομίας Λευκωσίας, στην οποία το Δικαστήριο ανέφερε ότι ακόμα και αν απουσιάζει οποιαδήποτε αιτιολογία στο κείμενο του Διατάγματος σε σχέση με τους πραγματικούς λόγους, το Δικαστήριο λόγω της φύσης του να εξετάζει ουσία, προβαίνει σε δική του εκτίμηση για το εάν η κράτηση ήταν το προσφορότερο μέτρο, και κατέληξε ότι όντως ο Αιτητής υπέβαλε την αίτηση του με σκοπό να καθυστερήσει τη διαδικασία απέλασής του. Ως εκ τούτου σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι μέχρι τώρα αιτήσεις του εν λόγω Αιτητή είχαν απορριφθεί, και με τον κίνδυνο διαφυγής του, το Δικαστήριο επικύρωσε το Διάταγμα Κράτησης και απέρριψε την Προσφυγή του Αιτητή.
Ως δεύτερο λόγο ακύρωσης ο Αιτητής ισχυρίζεται έλλειψη δέουσας έρευνας από τους Καθ' ων η Αίτηση η οποία οδήγησε σε πλάνη περί τα πράγματα. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το προσβαλλόμενο Διάταγμα Κράτησης εκδόθηκε κατόπιν έρευνας η οποία δεν ήταν η δέουσα και επιβαλλόμενη υπό τις περιστάσεις. Η Καθ’ ης η αίτηση παρέλειψε να διερευνήσει πλήρως και επαρκώς όλα τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που αφορούν την προσωπική κατάσταση του Αιτητή, καθώς και τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων για την επιβολή του μέτρου της κράτησης. Ως εκ τούτου, το Διάταγμα πάσχει λόγω ελλιπούς έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα. Περαιτέρω, ο Αιτητής προβάλλει ότι η Καθ’ ης η αίτηση δεν προέβη σε εξατομικευμένη και ουσιαστική αξιολόγηση της περίπτωσής του, ως επιβάλλεται από τις αρχές της αναλογικότητας και της χρηστής διοίκησης. Αντιθέτως, κατέληξε σε κρίση περί καταχρηστικότητας του αιτήματος διεθνούς προστασίας, στηριζόμενη αποκλειστικά στη χρονική συγκυρία υποβολής του, χωρίς να εξετάσει εναλλακτικά, λιγότερο επαχθή μέτρα αντί της κράτησης.
Αποτελεί θέση και ισχυρισμό του Αιτητή ότι ουδεμία αποδεικτική προσπάθεια καταβλήθηκε εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση προς κατάδειξη ότι η επιβολή λιγότερο περιοριστικών της κράτησης μέτρων δεν θα ήταν επαρκής ή αποτελεσματική υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ότι εξετάστηκαν συγκεκριμένα εναλλακτικά μέτρα ούτε ότι αξιολογήθηκε η καταλληλότητα και επάρκειά τους.
Η ως άνω παράλειψη επαρκούς και ουσιαστικής διερεύνησης της δυνατότητας επιβολής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων οδήγησε των Καθ’ ων η Αίτηση στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης υπό καθεστώς πλάνης περί τα πράγματα και ελλιπούς αιτιολογίας.
Μεταξύ των ουσιωδών παραγόντων που, σύμφωνα με το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο και τις σχετικές κατευθυντήριες αρχές, οφείλουν να καθοδηγούν τη λήψη απόφασης περί κράτησης και οι οποίοι εν προκειμένω δεν λήφθηκαν υπόψη από τους Καθ’ ων η Αίτηση, περιλαμβάνονται: το στάδιο στο οποίο ευρίσκεται η διαδικασία εξέτασης της αίτησης ασύλου, ο δηλωθείς τελικός προορισμός του Αιτητή, οι οικογενειακοί και κοινωνικοί του δεσμοί, η προηγούμενη συμπεριφορά και ο χαρακτήρας του, καθώς και η ύπαρξη ή μη πραγματικού κινδύνου φυγής ή, αντιστρόφως, η προθυμία και η κατανόησή του αναφορικά με την ανάγκη συμμόρφωσης προς τυχόν επιβληθέντα μέτρα.
Η παράλειψη συνεκτίμησης των ανωτέρω στοιχείων καταδεικνύει έλλειψη εξατομικευμένης αξιολόγησης και πλημμελή στάθμιση των σχετικών παραγόντων, κατά παράβαση των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, ως αυτές αποτυπώνονται, μεταξύ άλλων, στις Κατευθυντήριες Οδηγίες για την Κράτηση των Αιτούντων Άσυλο (Κατευθυντήρια Οδηγία 4, παρ. 19).
Επιπλέον, δεν διερευνήθηκε τυχόν ευαλωτότητα του Αιτητή ούτε η κοινωνική και χρονική του ενσωμάτωση στην Κυπριακή Δημοκρατία, όπου διαμένει επί δεκαεπτά (17) έτη, ήτοι από το 2009. Ομοίως, δεν συνεκτιμήθηκε επαρκώς το ιστορικό καθεστώτος και δικαιωμάτων του, περιλαμβανομένου του ότι η αίτησή του για διεθνή προστασία είχε κριθεί βάσιμη.
Η Διοίκηση περιορίστηκε σε κρίση περί καταχρηστικότητας του αιτήματος, στηριζόμενη αποκλειστικά στη χρονική συγκυρία υποβολής του, χωρίς ουσιαστική και εξατομικευμένη αξιολόγηση. Περαιτέρω, δεν λήφθηκαν υπόψη οι οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις, ήτοι η ύπαρξη σταθερής διεύθυνσης διαμονής και η μακροχρόνια σχέση του με τη συμβία του, η οποία είναι αναγνωρισμένη πρόσφυγας στη Δημοκρατία, στοιχεία καίρια για την εκτίμηση του κινδύνου φυγής και της αναλογικότητας της κράτησης.
Αντικρούοντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή, η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη λήφθηκε νόμιμα και κατόπιν δέουσας έρευνας, σύμφωνα με το άρθρο 9ΣΤ(2)(β) και (δ) του περί Προσφύγων Νόμου και είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.
Περαιτέρω υποστηρίζεται πως η περίπτωση του Αιτητή είναι περίπτωση που μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 9 ΣΤ(2) (β) και (δ), σύμφωνα με το οποίο επιτρέπεται η κράτηση Αιτητή ασύλου όταν κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή/και να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του Αιτητή όπου τεκμηριώνεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου και του γεγονότος ότι το πρόσωπο είχε ήδη δυνατότητα πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου και το έπραξε αφότου εκδόθηκε διάταγμα κράτησης και απέλασης.
Είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι ενήργησαν υπό καθεστώς πλάνης περί τα πράγματα συνεπεία μη δέουσας έρευνας καθ’ ουδένα λόγω ευσταθεί. Οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν αξιολογήσει και σταθμίσει όλα τα στοιχεία και γεγονότα που παρουσιάστηκαν ενώπιον τους για κρίση και προέβησαν στην έκδοση του διατάγματος κράτησης, χωρίς οποιαδήποτε πρόθεση καθυστέρησης ή ταλαιπωρίας του διοικούμενου. Ουδόλως η έκδοση του επίδικου διατάγματος αποτελεί παρεμπόδιση στην πρόσβαση του Αιτητή στα θεμελιώδη δικαιώματά του και την προστασία των εννόμων συμφερόντων του. Οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας, στα πλαίσια της χρηστής διοίκησης και εντός των αρμοδιοτήτων τους. Οι Καθ’ ων η Αίτηση εκθέτουν τους λόγους κράτησής του, δηλαδή ότι αυτή αποφασίστηκε δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2) (β) και (δ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000.
Ως τρίτο και τελευταίο λόγο ακύρωσης, ο Αιτητής ισχυρίζεται παραβίαση της αρχής της αναγκαιότητας και αναλογικότητας.
Αποτελεί θέση του Αιτητή, ότι η κράτηση συνιστά το έσχατο μέτρο, καθώς θα πρέπει προηγουμένως να εξεταστεί το ενδεχόμενο επίτευξης του σκοπού της εφαρμογής της απόφασης της απέλασης ή/και της αποφυγής του κινδύνου διαφυγής, με λιγότερο περιοριστικά της προσωπικής ελευθερίας του, εναλλακτικά μέτρα, κατόπιν ατομικής αξιολόγησης της περίπτωσής του.
Αποτελεί επίσης θέση του Αιτητή ότι το βάρος απόδειξης σχετικά με τα παραπάνω το φέρει η Διοίκηση, το οποίο δεν έχει αποσείσει αλλά προχώρησε σε μια μηχανιστική απόφαση εξ ’αφορμής μόνο του χρονικού σημείου υποβολής του αιτήματος για διεθνή προστασία από πλευράς του αιτητή.
Επιπλέον αποτελεί θέση του, ότι το γεγονός ότι δεν μπορούν να επιβληθούν εναλλακτικά της κράτησης μέτρα πέραν από ελλιπής, παραβιάζει την αρχή της αναγκαιότητας και αναλογικότητας αφού δεν εξετάστηκε ή και δεν λήφθηκε υπόψιν αν ο προβλεπόμενος χρόνος κράτησης του, ο οποίος είναι καταχρηστικός και συνεπώς η ίδια η κράτηση δεν είναι ανάλογη του επιδιωκόμενου αποτελέσματός.
Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί θέση του Αιτητή, πως ο περιορισμός της ελευθερίας του, από την διαταχθείσα διοικητική κράτηση είναι προδήλως δυσανάλογη με τον επιδιωκόμενο σκοπό που επικαλούνται, ιδιαιτέρως αν ληφθεί υπόψιν ότι κατά την αίτηση διεθνούς προστασίας, ο αιτητής δήλωσε σταθερή διεύθυνση διαμονής, παρέδωσε τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και της δυνατότητας επιβολής από το Τμήμα Μετανάστευσης οποιουδήποτε εκ των προβλεπόμενων στο άρθρο 9ΣΤ(3) του περί Προσφύγων Νόμου.
Κατά την απαντητική του αγόρευση, ο Αιτητής, διά του συνηγόρου του, επανέλαβε όλους τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στη γραπτή του αγόρευση.
Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, ημερομηνίας 10/02/2026, ο συνήγορος του Αιτητή ανέφερε ότι ο φάκελος του Αιτητή στην Υπηρεσία Ασύλου έχει επανανοίξει, παραμένει σε εκκρεμότητα και μέχρι σήμερα δεν έχει διενεργηθεί συνέντευξη. Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι υπάρχει σχετική επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου, με την οποία επιβεβαιώνεται ότι ο φάκελος είναι ανοικτός, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται ο χρόνος εξέτασης της αίτησης.
Ο Αιτητής δια μέσω του συνηγόρου του, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι διατρέχει κίνδυνο επιστροφής στην Αίγυπτο, καθότι έχει εκδοθεί διαζύγιο εις βάρος του, κατόπιν αιτήματος της πρώην συζύγου του για λόγους τιμής και μοιχείας. Περαιτέρω ανέφερε ότι οι μεταγενέστερες αιτήσεις, όταν κριθούν παραδεκτές και ο Αιτητής τελεί υπό κράτηση, εξετάζονται κατά προτεραιότητα.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Επισημαίνεται ότι το άρθρο 9ΣΤ του Ν.6(Ι)/2000 προβλέπει, για ότι εδώ ενδιαφέρει, τα ακόλουθα:
«9ΣΤ.-(1) Απαγορεύεται η κράτηση αιτητή λόγω μόνο της ιδιότητας του ως αιτητή, καθώς και η κράτηση ανήλικου αιτητή.
(2) Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3), και εφόσον κρίνεται αναγκαίο και κατόπιν ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης, ο Υπουργός δύναται να εκδίδει γραπτό διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση αιτητή, μόνο για οποιοδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:
(δ) όταν κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή/και να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης, και ο Υπουργός τεκμηριώνει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι το πρόσωπο είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου, ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι το πρόσωπο υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής.(Η υπογράμμιση του Δικαστηρίου)
[.]
(3) Ο Υπουργός δύναται, αντί να θέσει τον αιτητή υπό κράτηση, να του επιβάλει εναλλακτικά, για όσο χρονικό διάστημα κρίνει σκόπιμο υπό τις περιστάσεις, ορισμένες υποχρεώσεις που στοχεύουν στην αποφυγή του κινδύνου διαφυγής, όπως -
(α) Τακτική εμφάνιση ενώπιον των αρχών της Δημοκρατίας,
(β) κατάθεση χρηματικής εγγύησης,
(γ) υποχρέωση διαμονής σε υποδεικνυόμενο μέρος, περιλαμβανομένου κέντρου φιλοξενίας,
(δ) επιτήρηση από επόπτη.
(4)(α) Η κράτηση αιτητή έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και διαρκεί μόνο για όσο διάστημα ισχύει λόγος κράτησης που προβλέπεται στο εδάφιο (2).
(β) Οι διοικητικές διαδικασίες που συνδέονται με λόγο κράτησης που προβλέπεται στο εδάφιο (2) εκτελούνται χωρίς περιττές καθυστερήσεις. Καθυστερήσεις των διοικητικών διαδικασιών που δεν μπορούν να αποδοθούν στο αιτητή δεν δικαιολογούν την συνέχιση της κράτησης.
(5) Το προβλεπόμενο στο παρόν άρθρο διάταγμα παραθέτει τους πραγματικούς και νομικούς λόγους βάσει των οποίων εκδίδεται και αντίγραφό του επιδίδεται στον επηρεαζόμενο αιτητή.
(6)(α) Το διάταγμα κράτησης υπόκειται σε προσφυγή βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω Άρθρου και υπό τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το εν λόγω Άρθρο επιτρέπει τέτοια προσφυγή.
(β)(i) Η πρωτοβάθμια εκδίκαση προσφυγής, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο (α), ολοκληρώνεται το συντομότερο δυνατό και η δικαστική απόφαση εκδίδεται, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας, εντός τεσσάρων (4) εβδομάδων από την καταχώριση της προσφυγής. Προς επίτευξη της πιο πάνω προθεσμίας και ανεξαρτήτως οποιουδήποτε Διαδικαστικού Κανονισμού, το εκδικάζον δικαστήριο δύναται να δίνει ανάλογες οδηγίες για ταχεία ανταλλαγή των δικογράφων και των συνακόλουθων αγορεύσεων, ή/και δύναται να ακούει προφορικά τους διαδίκους αντί γραπτών αγορεύσεων.
[.]».
Καταρχάς αναφορικά με την πιο πάνω προθεσμία εκδίκασης της παρούσας ο Αιτητής συναίνεσε στην μη αυστηρή τήρηση της για τους λόγους που αφορούν στους Καθ΄ων η αίτηση .
Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση των εγειρόμενων νομικών σημείων της προσφυγής. Επισημαίνω εκ προοιμίου ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι λόγοι προσφυγής που δεν αναπτύσσονται στο πλαίσιο της αγόρευσης του αιτητή θεωρούνται ως εγκατελειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και με τους λόγους σε σχέση με τους οποίους δεν προβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματολογία προς υποστήριξή τους (Βλ. συναφώς Υπόθεση Αρ. 692/89, Level Tachexcavs Ltd v. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, ημερ. 17.12.1990, (1990) 3 ΑΑΔ 4407, Α.Ε. Αρ. 2421, Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ. 24.1.2020 (2000) 3 ΑΑΔ 21, Υπόθεση Αρ. 1073/2004, Γεώργιας Αντωνίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ημερ. 6.2.2007).
Υπό το φως της πιο πάνω, όλοι οι εγειρόμενοι λόγοι ακύρωσης, πλην των εγειρόμενων λόγων περί έλλειψης δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και περί πλάνης θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες.
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.
Έχω εξετάσει προσεκτικά την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των θέσεων των δυο πλευρών και έχω εντοπίσει στο διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ως τεκμήριο, τα στοιχεία που καταδεικνύουν ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση βρίσκεται σε εύλογη σχέση με τις προϋποθέσεις του Νόμου και τον επιδιωκόμενο σκοπό που αφορά στον κίνδυνο διαφυγής του Αιτητή, ως ο σκοπός αυτός ειδικά ρυθμίζεται δια των προβλεπόμενων εξαιρέσεων του άρθρου 9ΣΤ(2) του Νόμου.
Από τα έγγραφα που βρίσκονται στο διοικητικό φάκελο συνάγεται ότι έγινε η απαιτούμενη εξατομικευμένη εκτίμηση των περιστάσεων του Αιτητή με τρόπο που να ανταποκρίνεται στην απαίτηση της κατά περίπτωση τεκμηρίωσης του ως άνω σχετικού πλαισίου.
Το δικαστήριο αντλεί καθοδήγηση και από την απόφαση στην Μehmet Arslan C-534/11 30/5/2013 όπου κρίθηκε ότι η οδηγία επιστροφής 2008/115/ΕΚ δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση Αιτητή ασύλου πριν την έκδοση απόφασης επί του αιτήματος του.
Θα πρέπει όμως να τονιστεί ότι, καίτοι η Οδηγία 2008/115 είναι μεν προσωρινώς ανεφάρμοστη κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας εξετάσεως της αιτήσεως ασύλου, τούτο ουδόλως σημαίνει ότι ως εκ τούτου θα τερματιζόταν οριστικά η διαδικασία επιστροφής, καθόσον αυτή μπορεί να συνεχιστεί σε περίπτωση που θα απορριπτόταν η αίτηση ασύλου. Είναι ξεκάθαρο ότι θα θιγόταν ο σκοπός της οδηγίας αυτής, δηλαδή η αποτελεσματική επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, αν αυτοί ήταν δυνατό, με την υποβολή αιτήσεως ασύλου, να επιτυγχάνουν αυτομάτως την απόλυσή τους (βλ. κατ' αναλογία, απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2011, C‑329/11, Achughbabian, Συλλογή 2011, σ. Ι‑12695, σκέψη 30).
Λαμβανομένης όμως υπόψη της σημασίας του δικαιώματος στην ελευθερία που κατοχυρώνει το άρθρο 6 του Χάρτη και της βαρύτητας της επεμβάσεως στο δικαίωμα αυτό, την οποία συνιστά το υπό κρίση μέτρο κρατήσεως, οι περιορισμοί της ασκήσεως του δικαιώματος πρέπει να μην υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως αναγκαίου (βλ. κατ' αναλογίαν, όσον αφορά το δικαίωμα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, απόφαση Digital Rights Ireland κ.λπ., C‑293/12 και C‑594/12, EU:C:2014:238, σκέψη 52).
Όσον αφορά δε την αναλογικότητα της διαπιστωθείσας επεμβάσεως, υπενθυμίζεται ότι η αρχή της αναλογικότητας επιτάσσει, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, να μην υπερβαίνουν οι πράξεις των οργάνων της Ένωσης το πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη των θεμιτών σκοπών που επιδιώκει η σχετική ρύθμιση, εξυπακουομένου ότι τα αρνητικά αποτελέσματα του μέτρου δεν πρέπει να είναι υπερβολικά σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (βλ. αποφάσεις Afton Chemical, C‑343/09, EU:C:2010:419, σκέψη 45· Nelson κ.λπ., C‑581/10 και C‑629/10, EU:C:2012:657, σκέψη 71, καθώς και Sky Österreich, C‑283/11, EU:C:2013:28, σκέψη 50).
Ακόμα επισημαίνεται ότι το άρθρο 8 της οδηγίας 2013/33 προβλέπει, όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις 15 και 20 της εν λόγω οδηγίας, σημαντικούς περιορισμούς της παρεχόμενης στα κράτη μέλη εξουσίας να επιβάλλουν κράτηση.
Πράγματι, από το άρθρο 8, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προκύπτει ότι τα κράτη μέλη δεν δύνανται να υποβάλλουν σε κράτηση ένα πρόσωπο απλώς και μόνο διότι υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Επιπλέον, το άρθρο 8, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας επιτάσσει η κράτηση να επιβάλλεται μόνον εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο και κατόπιν ατομικής αξιολογήσεως κάθε περιπτώσεως, εάν άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα δεν είναι δυνατό να εφαρμοστούν κατά τρόπο αποτελεσματικό.
Το άρθρο 8, παράγραφος 4, της οδηγίας 2013/33 ορίζει ότι τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το εθνικό δίκαιο να προβλέπει κανόνες που αφορούν εναλλακτικές της κρατήσεως λύσεις, όπως η τακτική εμφάνιση ενώπιον των αρχών, η κατάθεση χρηματικής εγγυήσεως ή η υποχρέωση διαμονής σε υποδεικνυόμενο μέρος. Ομοίως, το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/33 ορίζει ότι η κράτηση αιτούντος έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και εφαρμόζεται μόνο για όσο διάστημα ισχύουν οι λόγοι που καθορίζονται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας.
Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση/εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού στο διοικητικό φάκελο, με την οποία να καταδεικνύεται ότι αυτή εξέτασε αν πληρούνται οι αντικειμενικές προϋποθέσεις του άρθρου 9ΣΤ, καθώς και οποιαδήποτε εξατομικευμένη αξιολόγησης της υποκειμενικής συμπεριφοράς του Αιτητή όπου καταγράφεται με λεπτομέρειες το μεταναστευτικό ιστορικό του Αιτητή στα ερ. 288-285 του Δ.Φ., κρίνω ότι προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου που είχε ενώπιον της η Δ/ντρια, ότι έχει εξετάσει ότι η κράτηση είναι το μοναδικό πρόσφορο μέτρο για να διασφαλιστεί η επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού του Νόμου και δεν βαίνει πέραν αυτού που είναι απαραίτητο για την επίτευξή ώστε να είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας. [S.K. v. Russia -52722 (14.2.17)].
Κρίνω ότι ο ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει ως προς την δέουσα έρευνα δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.
Περαιτέρω η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97, Α.Ε.2371, Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).
Η υπό κρίση απόφαση λήφθηκε στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, κατόπιν συνεκτίμησης των πραγματικών στοιχείων και δεδομένων, στηριζόμενος στο ορθό νομικό υπόβαθρο όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω στην απόφαση μου και εφόσον στο φάκελο βρίσκονται τα απαιτούμενα εκείνα στοιχεία που δικαιολογημένα καθορίσαν και την απόφαση.
Στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν βρίσκουν έρεισμα οι ισχυρισμοί περί έλλειψης δέουσας έρευνας και παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και/ή υπέρβασης εξουσίας εκ μέρους της Διοίκησης, οι οποίοι επίσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Από το ιστορικό του Αιτητή σε διοικητικές και ποινικές διαδικασίες προκύπτουν αντικειμενικά στοιχεία που θεμελιώνουν κίνδυνο διαφυγής. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν συμμορφώθηκε με προηγούμενη απόφαση επιστροφής, έχει καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης, καταδίκη η οποία καταγράφεται στο μητρώο της Δημοκρατίας και είναι τέτοιας φύσεως ώστε να δημιουργεί εύλογη εικασία περί κινδύνου διαφυγής.
Ο Αιτητής στις 09/05/2012 απελάθηκε από τη Δημοκρατία και στις 21/06/2012 τα στοιχεία του καταχωρήθηκαν στον κατάλογο stop list ως απαγορευμένου μετανάστη, με ένδειξη απαγόρευσης εισόδου στη Δημοκρατία. Παρά ταύτα, παραβίασε την εν λόγω απαγόρευση και εισήλθε εκ νέου παράνομα στη Δημοκρατία σε άγνωστο χρόνο και από άγνωστο μέρος . Όπως προκύπτει αβίαστα ο Αιτητής παραδέχεται δια της γραπτής του αγόρευσης ότι βρισκόταν στη Δημοκρατία παράνομα για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα ενώ είχε στο ιστορικό του προηγούμενη καταδίκη για παράνομη παραμονή και απασχόληση στη Δημοκρατία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΥΑΜ, σε άγνωστο χρόνο και από άγνωστο σημείο της γραμμής αντιπαράταξης, ο Αιτητής επανήλθε στη Δημοκρατία παράνομα και υπέβαλε δύο (2) μεταγενέστερες αιτήσεις διεθνούς προστασίας, οι οποίες απορρίφθηκαν. Ακολούθως, καταχώρησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία επίσης απορρίφθηκε. Παρά ταύτα, συνέχισε να διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία.
Ενόψει του ότι θεωρήθηκε απαγορευμένος μετανάστης, δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (Κ) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων, συνελήφθη και σε βάρος του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερομηνίας 25/11/2025.
Το ανωτέρω ιστορικό καταδεικνύει ότι ο Αιτητής προέβη σε σειρά ενεργειών και παραλείψεων με σκοπό την αποφυγή της αναγκαστικής αναχώρησής του από τη Δημοκρατία. Το γεγονός ότι εκκρεμεί η εξέταση μεταγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας δεν αποκλείει την κράτησή του, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ) του Ν. 6(Ι)/2000. Εξ’αλλου το πλούσιο ιστορικό του Αιτητή καταδεικνύει ότι ο μοναδικός σκοπός υποβολής της Τρίτης μεταγενέστερης αιτήσεως διεθνούς προστασίας μετά την σύλληψη του στις 25/11/25 ήταν η ματαίωση της επιστροφής του.
Περαιτέρω στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν βρίσκουν έρεισμα οι ισχυρισμοί περί έλλειψης δέουσας έρευνας και παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και/ή υπέρβασης εξουσίας εκ μέρους της Διοίκησης, οι οποίοι επίσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Όσον αφορά τη δυνατότητα επιβολής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων κρίνω ότι εκ του ιστορικού του Αιτητή στη Δημοκρατία, ως καταγράφεται πιο πάνω , εύλογα προκύπτει το σοβαρό ενδεχόμενο αυτός να μη συμμορφωθεί με το υπό αναστολή διάταγμα απέλασης ημ.25/11/25 (βλ. ερ.61). Από τα μέχρι σήμερα συμπεριφορά του προκύπτει αβίαστα η απροθυμία του να συμμορφωθεί με τους κανόνες που αφορούν τη νομιμότητα της εισόδου και διαμονής του στη Δημοκρατία, δεδομένου ότι καταδικάστηκε και στο παρελθόν για τα αδικήματα παράνομης παραμονής και παράνομης απασχόλησης . Η μακροχρόνια σχέση του με την συμβία του δεν αρκεί από μόνη της να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με το κίνδυνο διαφυγής του.
Περαιτέρω η αιτιολογία μιας απόφασης για να θεωρείται ότι είναι σύμφωνη με τις Γενικές αρχές του Διοικητικού Δικαίου, Άρθρα 26 και 28 του Νόμου 158(Ι)/1999 και την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα πρέπει να περιέχει τους πραγματικούς λόγους και την νομική βάση στην οποία υπήγαγε τα γεγονότα ώστε να καταλήξει στη συγκεκριμένη απόφαση. Όμως η διατύπωση θα πρέπει να γίνεται με τρόπο που να δίνει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να ελέγξει τη νομιμότητα της (Βλ. Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998)3 Α.Α.Δ.270).
Κρίνω ότι τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου τα συγκεκριμένα και απαραίτητα στοιχεία, επιδεκτικά δικαστικής εκτίμησης, που επιτρέπουν τη διενέργεια του δικαστικού ελέγχου (βλ. ενδεικτικά Χρίστος Πετρώνδας ν. Δημοκρατίας (1969) 3 Α.Α.Δ. 214 και Παπαγεωργίου ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 1348).
Η απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη και η αιτιολογία της συμπληρώνεται περαιτέρω από τα έγγραφα στους διοικητικούς φακέλους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία στο φάκελο του Αιτητή η απόφαση έκδοσης διατάγματος κράτησης του λήφθηκε δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2) του Νόμου, στο οποίο ρητά προβλέπονται οι εξαιρέσεις, σύμφωνα με τις οποίες νομιμοποιείται η κράτηση αιτητή ασύλου.
Όπως ακριβώς κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και στην υπό εξέταση περίπτωση η αρμόδιος λειτουργός άσκησε ορθά τη διακριτική της ευχέρεια εξέτασε την περίπτωση του Αιτητή σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 9ΣΤ (2)(δ) και έκρινε ότι η κράτηση του ήταν αναγκαία κατόπιν ατομικής αξιολόγησης της περίπτωσής του και έκρινε ότι δεν ήταν εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά μέτρα, για το λόγο ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι, ο οποίος κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του Κεφαλαίου 105, ζήτησε επανάνοιγμα του φακέλου του δέκα (10) έτη μετά από την απόρριψη της αίτησης του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας και της απόρριψης της διοικητικής – ιεραρχικής προσφυγής του ενώπιων της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, προκειμένου να καθυστερήσει απλώς ή να εμποδίσει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής του.
Αυτό εξάλλου προκύπτει από το ιστορικό του Αιτητή όπως καταγράφεται στα αναντίλεκτα γεγονότα στο Διοικητικό φάκελο του Αιτητή.
Αφού εξέτασα τα αδιαμφισβήτητα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, δεν δύναμαι να παραγνωρίσω ότι, μετά την απόρριψη της αρχικής του αίτησης το 2011 και της διοικητικής ιεραρχικής προσφυγής του ενώπιον της Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, ο Αιτητής απελάθηκε από τη Δημοκρατία στις 21/5/2012 και αφίχθηκε παράνομα άγνωστο πριν πόσα χρόνια ωστόσο παρέμενε παράνομα με παραδοχή του με την συμβία του για 3 χρόνια υποβάλλοντας καταχρηστική μεταγενέστερη αίτηση ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου που ως φαίνεται από τα γεγονότα αυτή επικυρώθηκε ως απαράδεκτη από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας. Συγκεκριμένα υπέβαλε αίτηση επανανοίγματος μόλις το 2022. Ακολούθως, μετά την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησής του το 2023, εντοπίστηκε το 2025 κατά την προσέλευσή του με τη συμβία του προς τέλεση γάμου, οπότε και συνελήφθη. Η διαχρονική αυτή συμπεριφορά, σε συνδυασμό με την παραμονή του στη Δημοκρατία χωρίς νόμιμο καθεστώς, καταδεικνύει τάση αποφυγής των μεταναστευτικών αποφάσεων και ενισχύει αντικειμενικά την εκτίμηση περί κινδύνου διαφυγής. Υπό τα δεδομένα αυτά, η Διοίκηση ορθά έκρινε ότι η επιβολή ηπιότερων ή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων δεν θα ήταν πρόσφορη ούτε επαρκής για τη διασφάλιση της εκτέλεσης των διαταγμάτων
Το γεγονός ότι ο Αιτητής προέβη διαχρονικά σε ενέργειες οι οποίες συνέπιπταν χρονικά με την ενεργοποίηση ή εκτέλεση μεταναστευτικών μέτρων εις βάρος του, καταδεικνύει πρόσωπο που επιδιώκει πρωτίστως τη διασφάλιση της παραμονής του στη Δημοκρατία και όχι την αναζήτηση διεθνούς προστασίας λόγω πραγματικού και άμεσου φόβου δίωξης.
Περαιτέρω, αν και το παρόν Δικαστήριο δεν εξετάζει την αίτηση διεθνούς προστασίας δεν μπορώ να παραβλέψω ότι η χώρα καταγωγής του Αιτητή, ήτοι η Αίγυπτος συγκαταλέγεται στις χώρες που έχουν χαρακτηριστεί ως ασφαλείς χώρες με την Κ.Δ.Π. 145/2025, η οποία εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 12Βτρις του περί Προσφύγων Νόμου.
Εκείνο δε που προκύπτει από το ιστορικό και τις ενέργειες του Αιτητή είναι ότι, μετά την απέλασή του από τη Δημοκρατία στις 09/05/2012 και την καταχώρηση των στοιχείων του στον κατάλογο stop list στις 21/06/2012 ως απαγορευμένου μετανάστη, παραβίασε την εν λόγω απαγόρευση και εισήλθε εκ νέου παράνομα στη Δημοκρατία. Οι ενέργειες αυτές πλήττουν την αξιοπιστία του και καταδεικνύουν προφίλ Αιτητή που καταχράται τις διαδικασίες με αποκλειστικό σκοπό να παρεμποδίσει την απέλασή του.
Όλα τα ανωτέρω καθιστούν ορθή την εκτίμηση του αρμόδιου οργάνου, ότι οι ενέργειες του Αιτητή είχαν ως αποκλειστικό σκοπό είτε να καθυστερήσουν είτε να παρεμποδίσουν την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής του.
Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-534/11, Mehmet Arslan ν. Police ημερ.30/05/2013, όπου στο σκεπτικό 57 και 58 διατυπώθηκαν τα ακόλουθα:
«57. Όσον αφορά μια κατάσταση όπως η επίμαχη της κύριας δίκης, στην οποία, αφενός, ο υπήκοος τρίτης χώρας τέθηκε υπό κράτηση βάσει του άρθρου 15 της οδηγίας 2008/115 για τον λόγο ότι η συμπεριφορά του δημιουργούσε φόβους ότι, αν δεν ετίθετο υπό κράτηση, θα διέφευγε και θα παρεμπόδιζε την απομάκρυνσή του, και, αφετέρου, η αίτηση ασύλου φαίνεται να έχει υποβληθεί με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει, ή ακόμη και να υπομονεύσει, την εκτέλεση της αποφάσεως περί επιστροφής που εκδόθηκε κατ' αυτού, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι περιστάσεις αυτές μπορούν πράγματι να δικαιολογήσουν τη διατήρηση της κρατήσεως του εν λόγω υπηκόου ακόμη και μετά την υποβολή αιτήσεως»
Συνεπώς, όπως προκύπτει από τα πιο πάνω γεγονότα, αλλά και ως είναι η θέση των καθ΄ ων η αίτηση, η περίπτωση του Αιτητή, αποτελεί περίπτωση που μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 9 ΣΤ (2) (δ), σύμφωνα με το οποίο επιτρέπεται η κράτηση αιτητή ασύλου όταν κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή/και να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης, όπως συμβαίνει και στην παρούσα περίπτωση και τεκμηριώνεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου και του γεγονότος ότι το πρόσωπο είχε ήδη πρόσβαση στη διαδικασία χορήγησης ασύλου.
Περαιτέρω αναφορικά με τον ισχυρισμό του δικηγόρου του Αιτητή ότι η Διοίκηση δεν εξέτασε την επιβολή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, όπως προκύπτει από το νομοθετικό πλαίσιο, αυτά πρέπει να αποκλείονται μόνον στην περίπτωση που κρίνεται ότι αυτά δεν θα ήταν αποτελεσματικά συνεπώς η κράτηση πρέπει να είναι το ύστατο μέτρο και αναλογική στις συγκεκριμένες συνθήκες προς επίτευξη ενός από τους σκοπούς που καθορίζει το άρθρο 9 ΣΤ (2) του περί Προσφύγων Νόμου κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις το ιστορικό του Αιτητή δεν δικαιολογεί την επιβολή εναλλακτικών μέτρων όπως καταγράφεται ανωτέρω.
Κρίνεται σκόπιμο στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με την ημεδαπή νομολογία, η κήρυξη προσώπου ως απαγορευμένου μετανάστη «εμπεριέχει λογικά τον κίνδυνο διαφυγής του ανά πάσα στιγμή». Αυτό λέχθηκε και στην MAGDALIN MENSAH ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 5735/2013, ημερ. 9.8.2013, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι «στον ορισμό του «κινδύνου διαφυγής» καταγράφεται ότι αυτός ο κίνδυνος συναρτάται προς κάθε «ατομική περίπτωση», ο δε κίνδυνος αυτός εκτιμάται κατά «εικασία» ότι ο υποκείμενος σε διαδικασία επιστροφής «μπορεί να διαφύγει».
Στην υπό εξέταση υπόθεση, αυτός βεβαίως ο κίνδυνος δεν φαίνεται να εξέλιπε, αλλά προφανώς και συνέχισε να υφίσταται και κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης. (βλ. Υπόθεση Αρ. 755/2018, A.A.S. ν. Αν. Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερ. 29.6.2018)
Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι τα εναλλακτικά μέτρα στη παρούσα περίπτωση ορθά αποκλείστηκαν από τη Διοίκηση εφόσον αυτά δεν θα ήταν αποτελεσματικά.
Επιπρόσθετα, κρίνω ότι η Διοίκηση ενήργησε στα πλαίσια των γενικών αρχών του Διοικητικού Δικαίου, του περί Προσφυγών Νόμου, και της νομολογίας. Το επίδικο διάταγμα κράτησης εκδόθηκε αφού η Διευθύντρια του Τ.Μ. εξέτασε το σύνολο των στοιχείων του φακέλου στα πλαίσια της αρχής της αναλογικότητας και ορθά έκρινε ότι στην προκείμενη περίπτωση η απόφαση της εξυπηρετεί τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Προκύπτει δε με επάρκεια ότι ο λόγος για τον οποίο εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα κράτησης, στη βάση του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ) του Νόμου, οφείλεται απόλυτα στη συμπεριφορά του Αιτητή όπως πιο πάνω και σύμφωνα με τα αναντίλεκτα γεγονότα καταδεικνύεται.
Εναλλακτικές επιλογές αντί της κράτησης του Αιτητή, μέτρα που προβλέπονται στο προαναφερθέν άρθρο 9ΣΤ(3) του Νόμου και οι οποίες είναι, όντως, λιγότερο επεμβατικές και λιγότερο επαχθείς για τα δικαιώματά του, δεν θα μπορούσαν, στην υπό κρίση περίπτωση, να εξυπηρετήσουν αποτελεσματικά τον σκοπό.
Περαιτέρω οποιοδήποτε άλλο μέτρο μπορούσε να επιβληθεί υπό τις περιστάσεις, θα ήταν αναποτελεσματικό και ανεπαρκές αφού η χρονική στιγμή στην οποία επιβλήθηκε η κράτηση με βάση το επίδικο διάταγμα ήταν το τελικό στάδιο απομάκρυνσης του Αιτητή από τη Δημοκρατία και υπήρχε μεγάλη πιθανότητα ο Αιτητής να μη συμμορφωθεί με εναλλακτικά μέτρα με σκοπό να αποφύγει την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του και να παραμείνει στο έδαφος της Δημοκρατίας. Εξάλλου αυτό προκύπτει και από τα στοιχεία του φακέλου, ο Αιτητής παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία και καταδεικνύεται από τη συμπεριφορά του ότι η αίτηση του για διεθνή προστασία προωθήθηκε με μοναδικό σκοπό να εξασφαλίσει την νόμιμη παραμονή του στη Δημοκρατία. (Να σημειωθεί πως στις 24/11/2025, ο Αιτητής συνελήφθη για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία, και συγκεκριμένα στη Λευκωσία, ενώ στις 26/11/2025, (1) μια ημέρα μόνο μετά την έκδοση των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση ασύλου). Να σημειωθεί επίσης ως λέχθηκε παραπάνω, πως τις 09/05/2012 απελάθηκε από τη Δημοκρατία και στις 21/06/2012 τα στοιχεία του καταχωρήθηκαν στον κατάλογο STOP LIST ως απαγορευμένου μετανάστη, με ένδειξη απαγόρευσης εισόδου στη Δημοκρατία. Παρά ταύτα, παραβίασε την εν λόγω απαγόρευση και εισήλθε εκ νέου και παράνομα στη Δημοκρατία.
Προς τούτο παραπέμπω υιοθετώ τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση στην προσφυγή υπ' αριθμόν Δ.Κ. 34/20 G.S. από την Ινδία και Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Αναπληρωτή Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερομηνίας 05/10/2020:
«Διά τούτο, παρόλο που δέχομαι την εισήγηση της συνηγόρου του αιτητή ότι σε κρατήσεις δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου του Νόμου ο κίνδυνος διαφυγής δεν είναι κριτήριο αυτό καθ' αυτό, αλλά εξετάζεται βεβαίως ως παράμετρος που συνθέτει τον επιδιωκόμενο δια της κράτησης ή των εναλλακτικών μέτρων σκοπό, είναι επί τούτου κατάληξή μου ότι οι προϋποθέσεις που θέτει το επίδικο άρθρο πληρούνται.
Σε σχέση με τη δυνατότητα επιβολής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, ενόψει των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα, και λαμβανομένου υπόψη του ότι η εξέταση της αίτησης για παροχή διεθνούς προστασίας προχώρησε και κατάληξε με γοργό ρυθμό, αλλά και του ότι μπορεί να συναχθεί εκ της συμπεριφοράς του αιτητή πριν τον εντοπισμό του τον Μάϊο του τρέχοντος έτους από τις αρχές ότι υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις για την πρόθεση του να μην συμμορφωθεί, αν και εφόσον δεν επιτύχει ούτε η προσφυγή κατά της απορριπτικής απόφασης που έχει βεβαίως το δικαίωμα να ασκήσει με τη διαταγή απομάκρυνσης του δυνάμει του υπό αναστολή διατάγματος απέλασης, κρίνω ότι κανένα εναλλακτικό της κράτησης μέτρο θα μπορούσε να διασφαλίσει τον επιδιωκόμενο δια της προσβαλλόμενης πράξης σκοπό, ήτοι την εξασφάλιση της εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής του, ενόψει και της ήδη εκφρασθείσας δια της συμπεριφοράς του απροθυμίας του να συμμορφωθεί με τους κανόνες που αφορούν την νομιμότητα της προηγούμενος διαμονής του στο έδαφος της Δημοκρατίας. Είναι σε αυτό ακριβώς το σημείο που αποκτά πλέον ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα ο βαθμός πιθανολόγησης επί του όποιου κινδύνου διαφυγής του αιτητή με αναφορά στην προηγούμενη της αιτήσεως ασύλου συμπεριφορά του αιτητή, στην στάθμιση του καταλληλότερου υπό τις περιστάσεις μέτρου (βλ. απόφαση ΕΔΑΔ στην υπόθεση S.K. v. Russia, αρ.52722/15, ημ. 14/12/17, παρ. 111).
Είναι δια μέσου της στάθμισης αυτής που μπορεί να εκφρασθεί τελική κρίση επί του αν η επιλογή του επαχθέστερου μέτρου της κράτησης απολήγει να είναι η καταλληλότερη υπό τις περιστάσεις, στη βάση της αρχής της αναλογικότητας, που είναι και η κατάληξή μου στην παρούσα, ως ανωτέρω εξηγώ, και δια τούτο η μόνη ενδεδειγμένη και συνεπώς αναγκαία, στη βάση της αρχής της αναγκαιότητας».
Επιπρόσθετα, η απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη και η αιτιολογία της συμπληρώνεται περαιτέρω από τα έγγραφα στο Διοικητικό Φάκελο.
Η αιτιολογία μιας απόφασης για να θεωρείται ότι είναι σύμφωνη με τις γενικές αρχές του Διοικητικού Δικαίου, άρθρα 2 και 28 του Νόμου 158(Ι)/1999, και την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα πρέπει να περιέχει τους πραγματικούς λόγους και την νομική βάση στην οποία υπήγαγε τα γεγονότα ώστε να καταλήξει στη συγκεκριμένη απόφαση. Όμως η διατύπωση θα πρέπει να γίνεται με τρόπο που να δίνει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να ελέγξει τη νομιμότητα της (Βλ. Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998)3 Α.Α.Δ.270).
Κρίνω ότι τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου τα συγκεκριμένα και απαραίτητα στοιχεία, επιδεκτικά δικαστικής εκτίμησης, που επιτρέπουν τη διενέργεια του δικαστικού ελέγχου (βλ. ενδεικτικά Χρίστος Πετρώνδας ν. Δημοκρατίας (1969) 3 Α.Α.Δ. 214 και Παπαγεωργίου ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 1348).
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, θα συμφωνήσω και υιοθετώ δε τα όσα αναφέρει στην απόφαση της η αδελφή Δ. Χρ. Μιχαηλίδου στην υπ. Αρ. Υποθ. ΔΚ 40/20 ημερ. 27 Οκτωβρίου, 2020 : «Το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ αποσκοπεί στην προστασία της προσωπικής ελευθερίας του ανθρώπου. Η παράγραφος 1 του άρθρου 5, απαριθμεί τις εξαιρέσεις και/ή τους εξαντλητικούς λόγους που επιτρέπουν την επέμβαση στο θεμελιώδες δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας (ΕΔΔΑ, Saadi v. United Kingdom, Αρ. υποθ. 13229/03, ημερομηνίας 29/1/2008, σκέψη 43). Το άρθρο 6 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθορίζει πως κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια.
Επομένως, κάθε στέρηση της ελευθερίας πρέπει να είναι νόμιμη, να διενεργείται καλόπιστα και να συνδέεται στενά με τον σκοπό της, έχοντας πάντοτε υπόψη ότι το μέτρο εφαρμόζεται σε πρόσωπα που συχνά φοβούνται για τη ζωή τους και εγκαταλείπουν τη χώρα τους (Saadi ανωτέρω σκέψεις 67, 74 και ΕΔΔΑ, Conka v. Βελγίου, Αρ. υποθ. 13229/03, ημερομηνίας 5/2/2000, σκέψη 39). Η στέρηση της ελευθερίας θα πρέπει να είναι σύμφωνη με το εθνικό δίκαιο αλλά και να διασφαλίζει τα όσα καθορίζει το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, δηλαδή να προστατεύει τον αιτητή ασύλου από την πιθανή αυθαιρεσία των κρατών.
Στην υπόθεση ΕΔΔΑ, S. D. v. Greece, Αρ. υποθ. 53541/07, ημερομηνίας 11/6/09 (σκέψεις 62 και 64) το ΕΔΔΑ αποφάσισε ότι η απέλαση μπορεί να εκτελεσθεί μόνο μετά την οριστική εξέταση του αιτήματος ασύλου (ΕΔΔΑ, R.U. v. Greece, Αρ. υποθ. 2237/08, ημερομηνίας 7/9/11 σκέψη 95). Επίσης στην υπόθεση του ΕΔΔΑ, Abdolkhani and Karimnia v. Turkey, Αρ. υποθ. 30471/08, ημερομηνίας 22/9/09 (σκέψεις 128 μέχρι 130), αποφασίστηκε ότι η στέρηση της ελευθερίας κάτω από το άρθρο 5 (1) (στ) της ΕΣΔΑ, δηλαδή λόγω απέλασης, είναι επιτρεπτή εφόσον οι διαδικασίες προχωρούν με δέουσα επιμέλεια. Οποιαδήποτε άλλη συμπεριφορά από το αρμόδιο όργανο οδηγεί στην παραβίαση του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ, δηλαδή στην αρχή που επιβάλλει στα κράτη να προστατεύουν την ελευθερία του προσώπου από οποιαδήποτε αυθαιρεσία.
Θα πρέπει να αναφερθεί πως το διάταγμα κράτησης και απέλασης δεν έχει ακυρωθεί αλλά έχει ανασταλεί λόγω του υποβληθέντος αιτήματος επανανοίγματος του φακέλου του αιτητή για παραχώρηση διεθνούς προστασίας. Η αναστολή του διατάγματος κράτησης και απέλασης δεν φαίνεται να αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο από τον αιτητή».
Υπό το φως των πιο πάνω, στην υπό κρίση περίπτωση, οι Καθ' ων η Αίτηση ενήργησαν ορθά και νόμιμα και εντός των αρμοδιοτήτων και εξουσιών που τους προσδίδει η σχετική νομοθεσία. Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε συννόμως της κείμενης νομοθεσίας και του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου στη βάση των ενώπιον του αποφασίζοντας οργάνου πραγματικών δεδομένων.
Με βάση τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο