G.M.T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1043/2023, 13/2/2026
print
Τίτλος:
G.M.T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1043/2023, 13/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 1043/2023

13 Φεβρουαρίου, 2026

[Ε.ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 Συντάγματος

Μεταξύ:

G.M.T., 

από Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό

                                                                         Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

της Υπηρεσίας Ασύλου

                                            Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόροι για Αιτητή: Α. Πλιάκα (κα), για Δ. Κυριάκου (κα)

Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Μ. Αμπελώμος (κος), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής στρέφεται εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 23.02.2023, με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημά του για άσυλο, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

 

Ο Αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής αναφερόμενη ως «Λ.Δ.Κ.»)., την οποία εγκατέλειψε στις 24.07.2022 και εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, δια μέσου των μη ελεγχόμενων περιοχών, υποβάλλοντας αίτηση ασύλου στις 07.02.2023.  Στις 13.02.2023, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «Ο Λειτουργός Ασύλου»), ο οποίος υπέβαλε στις 21.02.2023 Έκθεση/Εισήγηση προς  τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης.  Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 23.02.2023 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 15.03.2023 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ίδιας ημερομηνίας.  Την απόφαση αυτή αμφισβητεί ο Αιτητής μέσω της υπό εξέταση προσφυγής του.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Ο Αιτητής, μέσω των συνηγόρων του, προέβαλε στα πλαίσια τόσο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας όσο και της γραπτής του αγόρευσης πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους ωστόσο απέσυρε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και περιορίστηκε μόνο στην προώθηση του ισχυρισμού περί έλλειψης δέουσας έρευνας.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση, υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, εξετάζοντας και αντικρούοντας έναν έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή, υποβάλλοντας ότι αυτή είναι αποτέλεσμα των εξουσιών με τις οποίες περιβάλλονται οι Καθ' ων η αίτηση, κατ' εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου, λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας όλων των σχετικών στοιχείων της υπόθεσης, αφού αξιολογήθηκαν όλα τα σχετικά γεγονότα και στοιχεία της υπόθεσης και ότι αυτή είναι επαρκώς αιτιολογημένη.

 

Αξιολόγηση εκατέρωθεν ισχυρισμών και καταληκτικά συμπεράσματα

 

Αναφορικά με τον εναπομείναντα λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας, επισημαίνω ότι αυτός προωθείται με γενικότητα και αοριστία χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης του Αιτητή[1].  Τούτο δε, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962[2]. Έχει πλειστάκις λεχθεί και από το παρόν Δικαστήριο, με παραπομπή στη σχετική επί του θέματος νομολογία ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[3], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο[4].  Δεν αρκεί συνεπώς η γενικόλογη και αόριστη επιχειρηματολογία περί έλλειψης δέουσας έρευνας, χωρίς ταυτόχρονα την εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και στη βάση ποιας συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας προωθείται ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως.

 

Εν πάση περιπτώσει, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας, όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[5], θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης αυτής, σε συνάρτηση και με τον έστω γενικόλογο ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας.

 

Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.

 

Στο πλαίσιο της υποβληθείσας αίτησής του για διεθνή προστασία κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του καθώς διωκόταν από τη μητέρα της κοπέλας με την οποίαν διατηρούσε δεσμό. Ειδικότερα, ανέφερε ότι η σύντροφός του, κόρη της Υπουργού Περιβάλλοντος, έμεινε έγκυος και, μη επιθυμώντας τη συνέχιση της κύησης, επιχείρησε να υποβληθεί σε ιατρική επέμβαση άμβλωσης. Κατά τη διάρκεια της επέμβασης προκλήθηκε ακατάσχετη αιμορραγία, με αποτέλεσμα τον θάνατό της. Η μητέρα της, θεωρώντας τον υπεύθυνο για τον θάνατο της κόρης της, άρχισε να τον αναζητά, γεγονός που τον οδήγησε στην αναχώρησή του από τη ΛΔΚ προκειμένου να διαφύγει τον κίνδυνο (βλ. ερ. 1 δ.φ.)

 

Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ανέφερε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην πρωτεύουσα της ΛΔΚ, την πόλη Kinshasa, η οποία αποτελεί και τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα. (βλ. ερ. 34 8X-9X δ.φ.).  Ως οι ισχυρισμοί του, οι γονείς του απεβίωσαν, η μητέρα του αφότου τον γέννησε και ο πατέρας του το 2005.  Επιπλέον, μεγάλωσε με τη γιαγιά του ενώ από το θάνατό της και έπειτα, οι συγγενείς του διέκοψαν κάθε επαφή λόγω  του ότι του καταλόγισαν τους θανάτους της μητέρας και της γιαγιάς του (βλ. ερ. 35/7Χ-8Χ, 34/1Χ δ.φ.).  Ως προς την εκπαίδευση και την εργασία του, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση το 2015 και ότι ουδέποτε εργάστηκε καθώς συντηρείτο οικονομικά από τη γιαγιά του (βλ. ερ. 35/3Χ-4Χ, 34 4Χ-5Χ δ.φ.).

 

Ως προς την ουσία του αιτήματός του, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης, επανέλαβε τα όσα κατέγραψε στην αίτηση ασύλου, δηλαδή ότι διατηρούσε δεσμό με μια κοπέλα η οποία έμεινε έγκυος.  Καθώς εκείνη δεν ήθελε το παιδί, προσπάθησε να το ξεφορτωθεί, πλην όμως υπήρξαν επιπλοκές, οπότε νοσηλεύτηκε και έπειτα πέθανε.

Έκτοτε, η μητέρα της τον αναζητούσε για να τον σκοτώσει και γι’ αυτό αποφάσισε να φύγει από τη ΛΔΚ(βλ. ερ. 32/1Χ δ.φ.).

 

Κατά τη διερεύνηση των ισχυρισμών του μέσω της υποβολής περαιτέρω ερωτήσεων από το Λειτουργό Ασύλου, κληθείς να παράσχει πληροφορίες για την εν λόγω κοπέλα, ο Αιτητής ανέφερε το ονοματεπώνυμο της, ότι γεννήθηκε στις 12.04.2000, ότι πέθανε στις 19.07.2022 και ότι πριν αποβιώσει, παρακολουθούσε μαθήματα λογοτεχνίας και νομικής.  Είχαν δεσμό για περισσότερο από 6 χρόνια, βρίσκονταν αρκετά συχνά και συνήθιζαν να βγαίνουν έξω τα βράδια.  Περαιτέρω, η μητέρα της αντιλήφθηκε ότι είχαν δεσμό από τις συχνές επισκέψεις του ιδίου στο σπίτι τους, ενώ δεν ήταν σύμφωνη με αυτή τη σχέση, καθώς η κόρη της περνούσε σημαντικό χρόνο μαζί του (βλ. ερ. 32/3Χ,5Χ-9Χ, 12Χ δ.φ.)

 

Περαιτέρω, ο Αιτητής δήλωσε ότι η μητέρα της συντρόφου του διετέλεσε Υπουργός Περιβάλλοντος από το έτος 2017 έως το 2019 ή το 2020 (βλ. ερ. 31/1Χ, 3Χ–4Χ δ.φ.). Ανέφερε ότι, μετά από έξι έτη σχέσης, η σύντροφός του έμεινε έγκυος. Ειδικότερα, αρχικά προσδιόρισε τον μήνα Ιανουάριο και, ερωτηθείς για το έτος, απάντησε τον Ιούλιο του 2022. Όταν του επισημάνθηκε η ασυνέπεια ως προς τον μήνα, επανέλαβε ότι επρόκειτο για τον Ιούλιο του 2022. Αναφορικά με τον χρόνο κατά τον οποίο πληροφορήθηκε την εγκυμοσύνη, ισχυρίστηκε ότι, αφού εκείνη του ανακοίνωσε το γεγονός, της απάντησε πως δεν είχε αντίρρηση και ότι θα απευθυνόταν στη γιαγιά και τον θείο του, προκειμένου να παρουσιαστούν ενώπιον της οικογένειάς της. Η σύντροφός του, ωστόσο, του ανέφερε ότι η μητέρα της ενδέχετο να τους βλάψει, δεδομένου ότι απαγορευόταν η εγκυμοσύνη εκτός γάμου. Παρά την επιμονή του, εκείνη αποχώρησε.

 

Ακολούθως, εξαφανίστηκε για δύο ημέρες και στη συνέχεια του έστειλε μήνυμα αναφέροντας ότι θα προέβαινε σε ό,τι έκρινε αναγκαίο. Μεταγενέστερα, η γιαγιά του τον ενημέρωσε ότι άγνωστα άτομα εισήλθαν στην οικία της, της ανέφεραν ότι η σύντροφός του είχε λάβει χάπια, ότι παρουσίασε αιμορραγία και ότι μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο, ενώ παράλληλα την απείλησαν ότι, σε περίπτωση που της συνέβαινε οτιδήποτε, ο εγγονός της θα υφίστατο τις συνέπειες.

 

Η γιαγιά του, αφού του μετέφερε τα ανωτέρω, του πρότεινε να μεταβεί και να διαμείνει στην οικία φίλου της, ενώ τον ενημέρωσε ότι θα επικοινωνούσε με τον θείο του προκειμένου να αναζητήσουν λύση. Την ίδια ημέρα, ο Αιτητής μετέβη στην εν λόγω οικία, όπου παρέμεινε έως την αναχώρησή του από τη ΛΔΚ και συγκεκριμένα για έξι ημέρες.

 

Ερωτηθείς σχετικά με τον χρόνο που απαιτήθηκε για την προετοιμασία των ταξιδιωτικών του εγγράφων για την Κύπρο, απάντησε ότι διήρκεσε περίπου δύο εβδομάδες. Ζητηθείς να διευκρινίσει πόσες ημέρες διέμεινε στην οικία του φίλου της γιαγιάς του, απάντησε έξι. Όταν του επισημάνθηκε ότι προηγουμένως είχε δηλώσει πως ξεκίνησε τη διαδικασία έκδοσης εγγράφων λίγο μετά την ενημέρωσή του για την εγκυμοσύνη, απάντησε ότι η διαδικασία άρχισε αφότου τα άγνωστα άτομα εισήλθαν στην οικία της γιαγιάς του.

 

Τέλος, δήλωσε ότι πληροφορήθηκε τον θάνατο της συντρόφου του από φίλο του και ότι δεν παρέστη στην κηδεία, καθότι είχε ήδη αναχωρήσει από τη ΛΔΚ (βλ. ερ. 31 7Χ–9Χ, 12Χ–14Χ, 30 7Χ–9Χ, 11Χ–13Χ, 29 7Χ–9Χ δ.φ.).

 

Σε ερωτήσεις που αφορούσαν τη φερόμενη δίωξή του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι αρχικώς απειλήθηκε η γιαγιά του και ότι, δύο ημέρες μετά την άφιξή του στην Κύπρο, έλαβε μήνυμα από τον αριθμό τηλεφώνου της συντρόφου του, με το οποίο τον ενημέρωναν ότι το όνομά του είχε δοθεί στην Υπηρεσία Πληροφοριών της ΛΔΚ και ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, θα συλλαμβανόταν και θα θανατωνόταν. Ερωτηθείς πώς εξηγεί το γεγονός ότι, ενώ το όνομά του είχε ήδη δοθεί στις εν λόγω υπηρεσίες, κατόρθωσε να ταξιδέψει χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα, απάντησε ότι έλαβε το σχετικό μήνυμα αφού είχε ήδη αφιχθεί στην Κύπρο και συγκεκριμένα ενώ βρισκόταν στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές (βλ. ερ. 24 11Χ–14Χ, 28 3Χ–4Χ δ.φ.).

Ερωτηθείς ως προς τον λόγο για τον οποίο πίστευε ότι διωκόταν από τη μητέρα της συντρόφου του, απάντησε ότι, την ημέρα που εμφανίστηκαν άγνωστα άτομα στην οικία της γιαγιάς του, της ανέφεραν ότι ο ίδιος θα αντιμετώπιζε όλες τις συνέπειες. Περαιτέρω, δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, φοβόταν πως, δεδομένου ότι η μητέρα της συντρόφου του τον αναζητούσε, θα συλλαμβανόταν και θα θανατωνόταν.

 

Επιπλέον, ανέφερε ότι, παρά το γεγονός ότι έχρηζε διεθνούς προστασίας, επέλεξε να παραμείνει στις κατεχόμενες περιοχές για χρονικό διάστημα έξι μηνών, καθότι, όταν του ειπώθηκε ότι έπρεπε να μεταβεί στις ελεύθερες περιοχές, του αναφέρθηκε παράλληλα ότι απαιτούνταν σημαντικό χρηματικό ποσό. Ως εκ τούτου, παρέμεινε εκεί μέχρις ότου συγκεντρώσει το αναγκαίο ποσό (βλ. ερ. 27 1Χ–2Χ, 5Χ δ.φ.).

 

Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του παρατηρώ ότι ο Λειτουργός Ασύλου διαχώρισε τους ισχυρισμούς του Αιτητή σε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς:

 

Ο πρώτος όσον αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής έγινε αποδεκτός, αφού στοιχειοθέτηθηκε η εσωτερική και η εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή.

 

Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορούσε το ότι ο Αιτητής διατηρούσε δεσμό με την κόρη της πρώην υπουργού περιβάλλοντος. Σε σχέση με τον εν λόγω ισχυρισμό, ο Λειτουργός Ασύλου έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει πληροφορίες που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός του, ενώ οι απαντήσεις του στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κρίθηκαν ασαφείς, αόριστες, αντιφατικές και μη ευλογοφανείς.

Ειδικότερα, επισημάνθηκε ότι στην αίτηση ασύλου ο Αιτητής ανέφερε πως διατηρούσε δεσμό με την κόρη της Υπουργού Περιβάλλοντος, ενώ κατά τη συνέντευξη ισχυρίστηκε ότι η μητέρα της συντρόφου του κατείχε το εν λόγω αξίωμα στο παρελθόν. Όταν του υποδείχθηκε ότι στην αίτησή του παρουσιαζόταν η μητέρα της ως εν ενεργεία δημόσιο πρόσωπο, απάντησε αρνητικά, επιμένοντας ότι η δήλωσή του αφορούσε πρώην Υπουργό Περιβάλλοντος. Περαιτέρω, δεν παρείχε επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με τον μεταξύ τους δεσμό. Ενώ δήλωσε ότι η μητέρα της συντρόφου του αντιλήφθηκε τη σχέση τους λόγω της συχνής παρουσίας του στην οικία τους, παρέλειψε να προσδιορίσει το χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο αυτό έλαβε χώρα. Ομοίως, δεν προσδιόρισε με σαφήνεια τον χρόνο κατά τον οποίο η μητέρα της έπαυσε να ασκεί τα καθήκοντά της, αναφέροντας γενικά και αόριστα τα έτη 2019 ή 2020. Επιπλέον, ενώ αρχικά ανέφερε ότι η σύντροφός του έμεινε έγκυος τον Ιανουάριο, ερωτηθείς ως προς το έτος, απάντησε, υποπίπτοντας σε αντίφαση, τον Ιούλιο του 2022. Τέλος, ερωτηθείς εάν διέθετε φωτογραφικό υλικό με τη σύντροφό του, ισχυρίστηκε, κατά τρόπο μη ευλόγως εξηγήσιμο, ότι διέγραψε όλες τις φωτογραφίες, επικαλούμενος την επιθυμία του να διαγράψει κάθε σχετική ανάμνηση.

 

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ισχυρισμού, o Λειτουργός Ασύλου ανατρέχοντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης παρέθεσε πληροφορίες για το χρονικό διάστημα το οποίο ανέφερε ο Αιτητής, τονίζοντας ότι εκείνη την περίοδο, το αξίωμα του υπουργού περιβάλλοντος το κατείχε ο Amy Ambatobe.  Περαιτέρω, η Chantal Safu, υπηρέτησε ως υπουργός νέων, οικογένειας και παιδιού ενώ δέχθηκε αντικατάσταση στις 09.09.2019.  Ως προς το δεσμό του Αιτητή με την κόρη της εν λόγω γυναίκας, ο Λειτουργός Ασύλου, σημείωσε ότι λόγω της υποκειμενικής φύσεως του ισχυρισμού δεν ήταν εφικτή η αναζήτηση πληροφοριών από εξωτερικές πηγές.  Η αδυναμία του Αιτητή να παραθέσει λεπτομερείς, συνεκτικές και ευλογοφανείς απαντήσεις, συνδυαστικά με των αντιφατικών με αυτές πληροφοριών εξωτερικής αξιοπιστίας, οδήγησαν στην απόρριψη του ισχυρισμού. 

 

Ο τρίτος ισχυρισμός αφορούσε το ότι ο Αιτητής διωκόταν και αυτό λόγω του θανάτου της κοπέλας με την οποίαν διατηρούσε δεσμό.  Σχετικά με τον εν λόγω ισχυρισμό, ο Λειτουργός Ασύλου έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει πληροφορίες που άπτονταν του πυρήνα του αιτήματός του ενώ τις απαντήσεις του στις ερωτήσεις που του τέθηκαν τις χαρακτήρισε ως ασαφείς, αντιφατικές και μη ευλογοφανείς. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής ανέφερε ότι η κοπέλα του έλαβε φαρμακευτική αγωγή θέλοντας να διακόψει την κύηση και ακολούθως, τη μετέφεραν σε νοσοκομείο και περαιτέρω, ότι άγνωστοι απείλησαν τη γιαγιά του ότι αν το κορίτσι πέθαινε, θα τον σκότωναν.  Ωστόσο, ως κρίθηκε από τον Λειτουργό Ασύλου, δεν προσδιόρισε χρονικά το πότε συνέβησαν τα περιστατικά ενώ έπειτα από επανειλημμένες ερωτήσεις, απάντησε μόνο ότι η στο νοσοκομείο μεταφορά έγινε 2 και πλέον βδομάδες μετά την ενημέρωση για την εγκυμοσύνη.  Περαιτέρω, δήλωσε ότι μετά τις απειλές, άρχισε να διαμένει στο σπίτι φίλου της γιαγιάς του όπου και  έμεινε για 6 μέρες προτού φύγει από τη ΛΔΚ, πλην όμως, βάσει προηγούμενων δηλώσεων του, ξεκίνησε τη διαδικασία για τα ταξιδιωτικά έγγραφα λίγο μετά την από πλευράς της κοπέλας του ανακοίνωση, και άρα, πριν τις κατ’ ισχυρισμόν απειλές.  Ερωτηθείς ως προς το πως ακριβώς γνώριζε ότι αναζητείτο από τη μητέρα της κοπέλας του, απάντησε με ασάφεια ότι την ώρα που μετέφεραν την κόρη της στο νοσοκομείο, ήξερε ότι ήταν λόγω της διακοπής της κύησης και γι’ αυτό άρχισε να τον ψάχνει.  Ζητηθείς εκ νέου να εξηγήσει το λόγο που πίστευε ότι τον αναζητούσαν, ανέφερε ότι πρώτα απείλησαν τη γιαγιά του και ότι δυο μέρες ακολούθως της άφιξής του στην Κύπρο, του έστειλαν μήνυμα από τον αριθμό της κοπέλας του, ενημερώνοντας τον ότι το όνομα του δόθηκε στην υπηρεσία πληροφοριών της ΛΔΚ και ότι αν επέστρεφε ποτέ πίσω, θα τον σκότωναν. Ωστόσο, ερωτηθείς για τον τύπο του μηνύματος, απάντησε ασαφώς ότι το είχε διαγράψει και είχε πετάξει την κάρτα.  Ως περαιτέρω επισημάνθηκε, ο Αιτητής δεν γνώριζε το λόγο που καταζητείτο και ούτε προθυμοποιείτο να ζητήσει από άτομα του κοινωνικού του περιβάλλοντος όπως εξασφαλίσουν έγγραφα προκειμένου να τον βοηθήσουν να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του.  Ακόμη, οι ισχυρισμοί του ότι σε περίπτωση τυχόν επιστροφής του, οι αρχές της ΛΔΚ επρόκειτο να τον δεχτούν, ωστόσο φοβόταν από τη μητέρα της συντρόφου του, αντίβαινε στη δήλωσή του ότι τον είχαν καταγγείλει στις εκεί μυστικές υπηρεσίες.  Τέλος, δήλωσε με γενικότητα και αοριστία ότι δεν αποτάθηκε στις αρχές της ΛΔΚ για προστασία αφ’ ης στιγμής εκεί δεν υπήρχε δικαιοσύνη.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ισχυρισμού, ο Λειτουργός Ασύλου, σημείωσε ότι τα όσα δήλωσε ο Αιτητής στη συνέντευξή του αποτελούσαν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός και δεν υπήρχαν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούσαν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. 

 

Υπό το φως της πιο πάνω ανάλυσης, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.

 

Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ενόψει του ισχυρισμού ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, ο Λειτουργός Ασύλου, αφού έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, έκρινε, ότι δεν συνέτρεχε εύλογη πιθανότητα να αντιμετώπιζε δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην Kinshasa

 

Κατά τη νομική ανάλυση, κρίθηκε πως δεν προέκυπτε βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.  Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στη ΛΔΚ, δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορούσε να θεωρηθεί ότι θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας.  Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο Λειτουργός Ασύλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή βλάβη και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, αφού η κατάσταση στη ΛΔΚ δεν χαρακτηριζόταν από καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. 

 

Η εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του Λειτουργού Ασύλου όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:

 

Καταρχάς, συμφωνώ και συντάσσομαι με την κρίση των Καθ' ων η αίτηση ως προς την αξιοπιστία του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού τον οποίον και αποδέχομαι.

 

Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής διατηρούσε δεσμό με την κόρη της πρώην υπουργού περιβάλλοντος, συμφωνώ και συντάσσομαι με την αξιολόγηση του Λειτουργού Ασύλου περί έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού του Αιτητή, την οποίαν κρίνω ως ορθή και τεκμηριωμένη. Πράγματι είναι και η δική μου εκτίμηση ότι η αφήγηση του Αιτητή χαρακτηρίζεται από ουσιώδεις ασάφειες, αντιφάσεις και μη ευλογοφανείς αναφορές, γεγονός που καθιστά αδύνατο τον σχηματισμό πεποίθησης ως προς την αληθοφάνεια των γεγονότων που επικαλείται. 

 

Αρχικώς, εντοπίζονται ουσιώδεις αντιφάσεις μεταξύ των καταγραφών που περιλαμβάνονται στην υποβληθείσα αίτησή του και των δηλώσεων που προέβη κατά τη συνέντευξη. Συγκεκριμένα, στην αίτησή του ανέφερε ότι η σύντροφός του, κόρη της Υπουργού Περιβάλλοντος, έμεινε έγκυος και, μη επιθυμώντας τη συνέχιση της κύησης, επιχείρησε να υποβληθεί σε ιατρική επέμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας υπέστη ακατάσχετη αιμορραγία και απεβίωσε. Αντιθέτως, κατά τη συνέντευξη και σε σχέση με το αξίωμα της μητέρας της συντρόφου του, επέμεινε ότι αυτό κατεχόταν παρελθοντικά. Περαιτέρω, ως προς τις συνθήκες θανάτου της συντρόφου του, αρχικώς ισχυρίστηκε ότι επιχείρησε να «ξεφορτωθεί» το παιδί και, λόγω επιπλοκών, μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο όπου και κατέληξε, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο, σε εμφανή προσπάθεια ενίσχυσης της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του, προέβη σε περαιτέρω εξειδίκευση, αναφέροντας ότι επιχείρησε να διακόψει την κύηση με τη λήψη χαπιών, τα οποία τελικώς της προκάλεσαν αιμορραγία (βλ. ερ. 1, 26/1Χ, 32/1Χ, 31/13Χ δ.φ.).

 

Περαιτέρω, δεν μπόρεσε να προσδιορίσει με ακρίβεια το χρονικό διάστημα που διήρκησε ο δεσμός τους, αφ’ ης στιγμής ανέφερε γενικά και αόριστα ότι είχαν δεσμό για περισσότερο από έξι (6) χρόνια, και κληθείς να παραθέσει στοιχεία για τη μεταξύ τους σχέση, αρκέστηκε στο να δηλώσει ότι βρίσκονταν αρκετά συχνά και συνήθιζαν να βγαίνουν έξω τα βράδια. (βλ. ερ. 32 8Χ-9Χ δ.φ.)

 

Επιπλέον δήλωσε, χωρίς λογική, ότι η μητέρα της κοπέλας του διαφωνούσε με αυτή τη σχέση και αυτό επειδή η κόρη της περνούσε σημαντικό χρόνο μαζί του, δήλωση την οποία και μετέπειτα άλλαξε, ισχυριζόμενος ότι ο λόγος για την από πλευράς της διαφωνία εδραζόταν στο ότι ήταν αντίθετη στην όποια εγκυμοσύνη πριν την τέλεση γάμου (βλ. ερ. 32 9Χ, 31 12Χ δ.φ.).

 

Ακόμη, το ότι δεν γνώριζε το πότε και που έγινε η ταφή μιας κοπέλας με την διατηρούσε δεσμό για περισσότερο από έξι χρόνια και η οποία ήταν έγκυος στο παιδί του, μόνο αρνητικά μπορεί να συνεκτιμηθεί μαζί με τα λοιπά στοιχεία ως προς την αξιοπιστία των λεχθέντων του (βλ. ερ. 30/13Χ, 24/1Χ-2Χ δ.φ.).

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, δεδομένης της παντελούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής του ισχυρισμού αυτού εκ της αοριστίας, της γενικότητας, της αντιφατικότητας και της έλλειψης ευλογοφάνειας που χαρακτηρίζει το αφήγημα του Αιτητή δεν προκύπτει ανάγκη για εξέταση της εξωτερικής του συνοχής, με αναφορά σε αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης. Επί τούτου, σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο εγχειρίδιο της EASO (νυν EUAA), Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System[6], σελ.169 όπου διαλαμβάνονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα:

 

«This will be necessary insofar as the rationale of the judgment relies on the appreciation of conditions prevailing in the country of origin. This would not be the case in all situations. For example, it may well be unnecessary in respect of a negative credibility finding based on a blatant lack of internal consistency or on unsatisfactorily explained discrepancies and variations on the essential elements of a claim, nor a fortiori if an appeal is rejected on inadmissibility grounds.»

 

Επί του ζητήματος τούτου, σχετικά είναι και τα όσα αναφέρθηκαν επί του ζητήματος τούτου  στην  απόφαση   του   Εφετείου   στην   Ferdinand   Ebele Ewelukwa[7].

 

Καταλήγω συνεπώς ότι ο δεύτερος αυτός ισχυρισμός του Αιτητή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και αυτός απορρίπτεται για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί.

 

Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής διωκόταν λόγω του θανάτου της κοπέλας με την οποία διατηρούσε δεσμό, παρατηρώ ότι το αφήγημα του Αιτητή χαρακτηρίζεται από έντονη αοριστία, αντιφατικότητα και έλλειψη βιωματικότητας. Ειδικότερα, προέβαλε ότι η γιαγιά του τον ενημέρωσε πως άγνωστα άτομα εισήλθαν στην οικία της και άρχισαν να την απειλούν, αναφέροντας ότι, σε περίπτωση που συνέβαινε οτιδήποτε στη σύντροφό του, ο ίδιος θα αντιμετώπιζε τις συνέπειες. Πέραν του γεγονότος ότι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την ταυτότητα των εν λόγω ατόμων, οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν συνιστούν βιωματικά στοιχεία, καθότι ο φερόμενος φόβος του στηρίζεται αποκλειστικά σε πληροφορίες που του μεταφέρθηκαν από τρίτο πρόσωπο, ήτοι τη γιαγιά του (βλ. ερ. 31/4Χ, 30/7Χ δ.φ.).

 

Επιπλέον, δήλωσε ότι, μετά τις φερόμενες απειλές, άρχισε να διαμένει στην οικία φίλου της γιαγιάς του, όπου παρέμεινε για χρονικό διάστημα έξι ημερών πριν αναχωρήσει από τη ΛΔΚ. Ωστόσο, βάσει προηγούμενων δηλώσεών του, είχε ήδη ξεκινήσει τη διαδικασία έκδοσης ταξιδιωτικών εγγράφων λίγο μετά την ανακοίνωση της εγκυμοσύνης από τη σύντροφό του και, ως εκ τούτου, πριν από τις επικαλούμενες απειλές. Όταν του επισημάνθηκε η εν λόγω ασυνέπεια, επιχειρώντας να θεμελιώσει ισχυρισμό περί κινδύνου στη ΛΔΚ, ανέφερε ότι η προετοιμασία των εγγράφων άρχισε αφότου άγνωστα άτομα εισήλθαν στην οικία της γιαγιάς του (βλ. ερ. 24 9Χ–10Χ δ.φ.).

Επίσης, δεν ήταν ξεκάθαρος ως προς τους φορείς δίωξής του αφ’ ης στιγμής κάποιες φορές μίλησε για δίωξη από τη μητέρα της κοπέλας του και άλλες από τις υπηρεσίες πληροφοριών της ΛΔΚ.  Ούτε εξήγησε τους λόγους που είχε ο ίδιος την πεποίθηση δίωξης του και ερωτηθείς ως προς το πώς αυτή προκλήθηκε, απάντησε με ανεπάρκεια, αφού σε σχέση με τη μητέρα της κοπέλας του, ανέφερε ότι τη μέρα που εμφανίστηκαν στο σπίτι της γιαγιάς του, την απείλησαν ότι ο εγγονός της (ο Αιτητής) θα αντιμετώπιζε όλες τις συνέπειες και για τις υπηρεσίες πληροφοριών της ΛΔΚ, δήλωσε ότι το όνομα του δόθηκε σ’ αυτές και ότι αν ερχόταν ποτέ πίσω, θα τον έπαιρναν και θα τον σκότωναν.  Στο τέλος δε, αναίρεσε και τον ισχυρισμό περί δίωξης του από τις μυστικές υπηρεσίες της ΛΔΚ αναφέροντας ότι εκείνες θα του επέτρεπαν να επιστρέψει, αλλά θα κινδύνευε από τη μητέρα της κοπέλας του η οποία θα τον εντόπιζε και θα του έκανε κακό (βλ. ερ. 24/11Χ-13Χ, 27/1Χ, 7Χ δ.φ.).

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, δεδομένης της παντελούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής του ισχυρισμού αυτού εκ της αοριστίας, της γενικότητας, της αντιφατικότητας και της έλλειψης βιωματικότητας που χαρακτηρίζει το αφήγημα του Αιτητή δεν προκύπτει ανάγκη για εξέταση της εξωτερικής του συνοχής, με αναφορά σε αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης. Επί τούτου, σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο εγχειρίδιο της EASO (νυν EUAA), στα οποία και έχει γίνει μνεία ανωτέρω.

 

Καταλήγω συνεπώς ότι ούτε ο τρίτος αυτός ισχυρισμός του Αιτητή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και αυτός απορρίπτεται για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί.

 

Υπό το φως των προλεχθέντων και του ισχυρισμού περί προσωπικών στοιχείων του Αιτητή που έγινε αποδεκτός από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν διαπιστώνονται δείκτες κινδύνου έναντι της ζωής του, σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, ιδιαιτέρως υπό τον ορισμό και προϋποθέσεις του προφίλ του πρόσφυγα, άρθρο 1Α της Συνθήκης της Γενεύης και άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα να υπαχθεί ο Αιτητής στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, ως αυτό καθορίζεται στην εθνική μας νομοθεσία.  Ειδικότερα, το άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει ότι:

 

«το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής.»

 

Ο ορισμός της «σοβαρής» ή «σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβη» καλύπτει δυνάμει του άρθρου 19(2) εξαντλητικά, τρεις διαφορετικές καταστάσεις, ήτοι :

 

(α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή

 

(β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ή

 

(γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Έχοντας υπόψη τις περιστάσεις που διαλαμβάνονται στην υπό κρίση υπόθεση, ο Αιτητής δεν μπορεί να ενταχθεί στα υπό (α) και (β) ανωτέρω εδάφια. Εξέτασης συνεπώς χρήζει το εδάφιο (γ) του άρθρου 19(2).

 

Ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν αναφορικά την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επεσήμανε στην απόφαση του CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[8] ότι συνιστούν:

 

«(...) μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (βλ. σκέψη 43 της απόφασης)

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του Sufi and Elmι[9], αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Όπως επίσης διευκρίνισε το ΔΕΕ στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[10] :

 

 «33. Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας βλάβη, καθόσον συνίσταται σε «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» του αιτούντος, αναφέρεται σε ένα γενικότερο κίνδυνο βλάβης.

 

34.Συγκεκριμένα, η βλάβη αυτή αφορά, ευρύτερα, «απειλή [.]κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» αμάχου και όχι συγκεκριμένες πράξεις βίας. Επιπροσθέτως, η απειλή αυτή είναι συμφυής με μια γενική κατάσταση «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης». Τέλος, η βία από την οποία προέρχεται η εν λόγω απειλή χαρακτηρίζεται ως «αδιακρίτως» ασκούμενη, όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους.

 

35. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ, της οδηγίας.

 

36. Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται  από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».

 

37.  Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.

 

38. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.

 

39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».

 

Στη βάση της ως άνω νομολογίας, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[11] και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης του Αιτητή, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την πόλη Kinshasa, από την οποία προκύπτει ότι η κατάσταση παραμένει ασταθής κυρίως στο ανατολικό τμήμα της Λ.Δ.Κ., καθώς υπάρχουν ένοπλες ομάδες και η διακοινοτική βία, η οποία μπορεί να επηρεάσει την πολιτική κατάσταση, την ασφάλεια και την ανθρωπιστική κατάσταση.  Καταγράφονται επίσης συνεχείς αναφορές για πολλές πόλεις στην ανατολική ΛΔΚ που δέχθηκαν επίθεση ή έπεσαν υπό τον προσωρινό έλεγχο ένοπλων ομάδων.  Πιο πρόσφατα στοιχεία, βάσει της βάσης δεδομένων RULAC[12], μια πρωτοβουλία της Ακαδημίας Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Γενεύης, έως τον Ιούνιο του 2024, αναφέρουν ότι η κατάσταση στην Kinshasa, δεν κατατάσσεται ως ένοπλη σύγκρουση σύμφωνα με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο.

 

Το RULAC παρακολουθεί και κατατάσσει τις ένοπλες συγκρούσεις με βάση αυστηρά νομικά κριτήρια και δεν αναφέρει την Kinshasa ως περιοχή που βιώνει τέτοια σύγκρουση. Σύμφωνα με μια εστιασμένη έκθεση COI που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2025 σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔK από το βέλγικο Κέντρο Τεκμηρίωσης και Έρευνας (CEDOCA), «όσον αφορά την Kinshasa, αναφέρθηκαν σποραδικά περιστατικά ασφαλείας κατά τη διάρκεια του 2024, συμπεριλαμβανομένων διαδηλώσεων, μιας απόπειρας πραξικοπήματος, μιας απόδρασης από τη φυλακή Makala και ορισμένων επεισοδίων στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku λόγω της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe».  Η ίδια πηγή, επικαλούμενη πληροφορίες από το United Nations Joint Human Rights Office, ανέφερε ότι η επαρχία της Kinshasa ήταν «ανεπηρέαστη από ένοπλη σύγκρουση» και ότι «από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, εκτός από διαδηλώσεις κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σοβαρά περιστατικά ασφαλείας στην Kinshasa»[13]. Τον Ιανουάριο του 2025, διαδηλωτές στην Kinshasa επιτέθηκαν σε πρεσβείες και προκάλεσαν πυρκαγιές στο πλαίσιο ενός ξεσπάσματος διαδηλώσεων κατά της επίθεσης των ανταρτών M23 στην ανατολική περιοχή[14].

 

Εξετάζοντας την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή (Kinshasa), όπου δηλαδή ευλόγως αναμένεται ότι θα επιστρέψει, και καθώς τα συμπεράσματά μου επί της αξιοπιστίας του Αιτητή συνάδουν με αυτά του Λειτουργού Ασύλου κατά την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησής του, αναφέρω ότι, όσον αφορά στην Kinshasa, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 06.02.2026), καταγράφηκαν 50 περιστατικά πολιτικής βίας (“political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 57 θάνατοι.[15] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Κινσάσα ανέρχεται σε 14,565,700 κατοίκους σύμφωνα με εκτίμηση του 2020[16].

 

Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω δεδομένα, δε διακρίνω την ύπαρξη κατάστασης αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης στην Kinshasa, ή έστω αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης η οποία να εξικνείται σε τέτοιο βαθμό ώστε ο Αιτητής λόγω της παρουσίας του και μόνο στο έδαφος της περιοχής αυτής να έρχεται αντιμέτωπος με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής απειλής κατά το άρθρο 19 στοιχείο (2)(γ). Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου, και ικανός προς εργασία, χωρίς ενδείξεις ευαλωτότητας.  Επισημαίνω τέλος, ότι δεν έχουν εγερθεί ή/και αναδειχθεί ατομικά χαρακτηριστικά ή στοιχεία του Αιτητή που να υποδηλώνουν και να δείχνουν ειδικώς ότι θα τεθεί σε κατάσταση που αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης και δυνατόν να μπορούσε να αντισταθμίσει το επίπεδο αδιάκριτης βίας βάσει της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα έχω αναφέρει, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).

  

Με βάση το σύνολο των στοιχείων ενώπιον μου, όπως έχω αναλύσει ανωτέρω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. 

 

 

 

Ε. Ρήγα, Δ. Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14 ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2 η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552

[2] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.»

[3] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598

[4] Zωμενή-Παντελίδου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 108/2006, ημερ. 26.07.2007

[5] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).

 

[6] Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System' (2023), 136 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023- 02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 08.11.2024)

 

[7] FERDINAND EBELE EWELUKWA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 18/2023, 31.10.2024.

[8] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland

[9] ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011

[10] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009

[11] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).

[12] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo, (ημερτελευταίας πρόσβασης στις 11.02.2026)

[13] EUAA COI Query Response - DRC - Democratic Republic of the Congo - Security Situation in Kinshasa,

01/07/2025, σελ. 4, 2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasaημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 11.02.2026.

[14] EUAA COI Query Response - DRC - Democratic Republic of the Congo - Security Situation in Kinshasa,

01/07/2025, σελ. 4, 2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasaημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 11.02.2026.

[15] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year,  https://acleddata.com/platform/explorer (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 11.02.2026)

[16] City Population - DRC - Kinshasa, https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/ (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 11.02.2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο