ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.1707/24
20 Φεβρουάριου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Ν. Ν. Μ.
Αιτήτρια
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Ε. Μυριάνθους, Δικηγόρος για Αιτήτρια
Κα Θ. Βασιλάκη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή η αιτήτρια αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία της κοινοποιήθηκε στις 28/03/23, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης, αντισυνταγματικής, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος και/ή απόφαση «με την οποία να αναγνωρίζεται η Αιτήτρια ως πρόσφυγας και/ή ως δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας».
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, η αιτήτρια κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 29/10/21 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 03/12/21 (ερ.1-4, 12-13, 80).
Στις 29/02/24 (κατόπιν απόρριψης της αιτήσεως της ως σιωπηρώς αποσυρθείσας, λόγω μη ανταπόκρισης της σε κλήσεις για συνέντευξη και ακολούθως του επανανοίγματος του φακέλου της, μετά από αίτημα της ιδίας, ερ.51-65) πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με την αιτήτρια προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.68-80). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση - Εισήγηση και στις 24/03/24 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.135-149).
Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία της δόθηκε διά χειρός 30/04/24 και της μεταφράστηκε στην μητρική της γλώσσα (ερ.151, 3).
Στην επίδικη αίτηση η αιτήτρια καταγράφει ότι έφυγε από τη ΛΔΚ λόγω κακοποίησης της και απειλών θανάτου. Ως αναφέρει η αιτήτρια, μετά τον θάνατο του πατέρα της, η μητέρα της παντρεύτηκε ξανά και τότε ο πατριός της κακομεταχειριζόταν την ίδια και τα αδέλφια της, περιλαμβανομένου και του παιδιού της αιτήτριας και τελικά σκότωσε την μητέρα της.
Κατά τη συνέντευξη η αιτήτρια ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε όλη της τη ζωή στην Κινσάσα, μιλά lingala και λίγα γαλλικά, έχει ολοκληρώσει το λύκειο, δεν εργάστηκε ποτέ στη χώρα καταγωγής, ο πατέρας της απεβίωσε το 1999 (τον βρήκαν με θηλειά στον λαιμό με αφαιρεμένο τον ένα νεφρό), η μητέρα της παντρεύτηκε άλλον άνδρα το 2003 και είχαν μαζί μια κόρη, η δε αιτήτρια έχει ένα υιό (5 χρονών κατά τη συνέντευξη) και η μητέρα της απεβίωσε το 2021 από καρκίνο. Η αιτήτρια έχει τρία αδέλφια (ενήλικα), η μια αδελφή της αγνοείται από το 2021 (είχε πάει να αγοράσει κάτι και εξαφανίστηκε) και ο αδελφός της βρέθηκε σκοτωμένος κοντά σε τοπική αγορά, χωρίς η ίδια να γνωρίζει τον λόγο ή άλλες λεπτομέρειες για τα περιστατικά αυτά. Η αιτήτρια διατηρεί επαφή με τη φίλη της μητέρας της, η οποία φροντίζει το παιδί της αιτήτριας.
Ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια ανέφερε ότι λάμβανε απειλές κατά της ζωή της, επειδή αποκάλυψε και προέβη σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία εναντίον του πατριού της ότι την κακοποιούσε και ότι αυτός και ο αδελφός του εμπλέκονταν σε εμπορία προσώπων. Ως ανέφερε, ο πατριός της κακομεταχειριζόταν τόσο την ίδια όσο και τα αδέλφια της από το 2005. Τους επέβαλλε τιμωρίες, τους κτυπούσε, δεν τους επέτρεπε να έχουν φίλους ή να συναντιούνται μαζί τους, τους ανάγκαζε να διαμένουν σε ξεχωριστό δωμάτιο, κοντά στην οικία του, και δεν τους επέτρεπε να αποκαλύπτουν ποια είναι η μητέρα τους.
Από το 2019 που αρρώστησε η μητέρα της, η αιτήτρια ζούσε πλέον εντός της οικίας του πατριού της, για να τη φροντίζει. Σε άλλο σημείο της συνέντευξης, ανέφερε ότι το 2012 ήταν που αρρώστησε η μητέρα της και, καλούμενη να σχολιάσει την αντίφαση αυτή, η αιτήτρια ανέφερε ότι το 2012 αρρώστησε, νοσηλευόταν και λάμβανε θεραπεία συχνά, αλλά το 2019 χειροτέρευσε και χρειαζόταν ειδική θεραπεία, γιατί το 2020 ανακάλυψαν ότι μετατράπηκε σε καρκίνο της μήτρας. Η μητέρα της νοσηλευόταν από τον Μάρτιο του 2020 μέχρι τον Ιανουάριο 2021 και τον Οκτώβριο 2020 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για αφαίρεση της μήτρα της. Σε σχέση με το θάνατό της, δήλωσε ότι απεβίωσε λόγω του καρκίνου και επειδή δηλητηριάστηκε.
Ενόσω νοσηλευόταν η μητέρα της ο πατριός της την ανάγκασε να συνευρεθεί ερωτικά μαζί του, απειλώντας της ότι αν δεν το έπραττε θα πέθαινε η μητέρα της. Η σεξουαλική της κακοποίηση, ξεκίνησε στις 04/04/20 και διήρκησε μέχρι τον Ιούλιο του 2021, καθώς, ως ανέφερε η αιτήτρια, εξαιτίας της ευάλωτης θέσης που βρισκόταν και των απειλών που λάμβανε, αποδεχόταν να συνευρίσκεται μαζί του κάθε φορά που το ζητούσε, καθώς της υποσχόταν ότι θα τη βοηθούσε να εντοπίσει την αδελφή της και προσπαθούσε κιόλας να την καθησυχάσει, αναφέροντας της ότι θα την εγγράψει σε πανεπιστήμιο.
Ερωτηθείσα, για ποιο λόγο ανεχόταν την κακομεταχείριση από τον πατριό της μετά το θάνατο της μητέρας της μέχρι και τον Ιούλιο 2021, ενόψει του ότι επειδή την απειλούσε ότι θα σκοτώσει την μητέρα της αποδεχόταν να συνευρίσκεται ερωτικά μαζί του, η αιτήτρια δήλωσε ότι δεν είχε που να μείνει και επειδή της είχε υποσχεθεί κιόλας ότι θα την εγγράψει σε πανεπιστήμιο.
Στις 25/08/21 ο πατριός της την ανάγκασε να κάνει έκτρωση. Στις 28/08/21 έμαθε για την εμπλοκή του πατριού της και του αδελφού του σε κύκλωμα εμπορίας προσώπων από σχετικές συζητήσεις τους που είχε ακούσει. Στις 31/08/21 προέβη στην καταγγελία στην αστυνομία. Ερωτηθείσα για ποιο λόγο προέβη σε καταγγελία εναντίον τους σχεδόν μία εβδομάδα μετά την έκτρωση και τρείς ημέρες αφότου ανακάλυψε την εμπλοκή τους σε εμπορία προσώπων και όχι την ίδια ημέρα, η αιτήτρια δήλωσε ότι λάμβανε απειλές από τον πατριό της ότι θα την σκοτώσει εάν αποκάλυπτε τι συνέβαινε. Ερωτηθείσα, τι είχε αλλάξει και αποφάσισε να προβεί σε καταγγελία η αιτήτρια δήλωσε ότι αιμορραγούσε λόγω της έκτρωσης και επειδή, όταν άκουσε τις συζητήσεις για την εμπορία προσώπων, αντιλήφθηκε ότι ο πατριός της δεν θα τηρήσει τις υποσχέσεις του.
Όσον αφορά την καταγγελία στην αστυνομία, την είχαν ενημερώσει ότι δεν μπορούν να κάνουν κάτι και ότι θα έχει προβλήματα σε περίπτωση που στραφεί εναντίον του πατριού της και του αδελφού του, εξαιτίας του επιρροής που έχουν, καθώς, ως ανέφερε η αιτήτρια, ο αδελφός του πατριού της είναι ο πρώην υφυπουργός προϋπολογισμού.
Την περίοδο που υπέβαλε την καταγγελία ο γιος της αιτήτριας νοσηλευόταν και ενόσω η ίδια βρισκόταν στο νοσοκομείο, έλαβε κλήση από άγνωστο πρόσωπο, το οποίο της ζήτησε να του αναφέρει που βρίσκεται, καθώς την αναζητούν και ακολούθως ο αδελφός της είπε να εγκαταλείψει το νοσοκομείο και να μην επιστρέψει στην οικία της. Κατά την ελεύθερη αφήγησή της η αιτήτρια δήλωσε ότι το αυτό συνέβη στις 05/09/21, αλλά σε μετέπειτα στάδιο της συνέντευξης της, αναφερόμενη στο ίδιο γεγονός, δήλωσε ότι ήταν στις 04/09/21. Κληθείσα να σχολιάσει την αντίφαση, ανέφερε ότι στις 05/09/21 της είχε τηλεφωνήσει ο αδελφός και την είπε να μην επιστρέψει στην οικία της. Μετά απ’ αυτό, κατόπιν βοήθειας που έλαβε από τη φίλη της μητέρας της, κρυβόταν στην εκκλησία.
Στην ελεύθερη αφήγησή της η αιτήτρια αναφέρθηκε σε πολλές τηλεφωνικές απειλές από τον πατριό της, που έλαβε αφότου μετέβη στην εκκλησία για να κρυφτεί, όμως σε επόμενο στάδιο της συνέντευξής δήλωσε ότι στις 03/09/21 ήταν η μοναδική φορά που ο πατριός της την απείλησε τηλεφωνικώς ότι θα την εντοπίσει και θα την σκοτώσει. Κληθείσα να σχολιάσει την αντίφαση στα λεγόμενά της δήλωσε ότι δεχόταν πολλές τηλεφωνικές απειλές ότι θα την σκοτώσουν. Κληθείσα να σχολιάσει το γεγονός ότι σε προηγούμενο στάδιο της συνέντευξής της αναφέρθηκε μόνο σε μία ανώνυμη κλήση, ανέφερε ότι το είχε ξεχάσει και ανέμενε να της υποβληθεί σχετική ερώτηση.
Ως περαιτέρω ανέφερε η αιτήτρια, ο πατριός της ήθελε να την σκοτώσει επειδή τον κατήγγειλε στην αστυνομία, παρά τις προειδοποιήσεις του ότι αν αποκαλύψει το γεγονός της κακοποίησής της θα την σκοτώσει. Ερωτηθείσα για ποιο λόγο εξακολουθούσε να την θεωρεί απειλή, αφού προέβη ήδη σε καταγγελία στην αστυνομία, όπου έτυχε ενημέρωσης ότι δεν μπορούν να λάβουν κάποια ενέργεια εναντίον του, η αιτήτρια δήλωσε ότι θεωρεί ότι είχε ενημερωθεί σχετικά από την αστυνομία και φοβόταν ότι θα απευθυνόταν σε πιο ψηλό βαθμό για απόδοση δικαιοσύνης. Επειδή ένιωθε κατάθλιψη στις 07/10/21 η αιτήτρια προσπάθησε να αυτοκτονήσει παίρνοντας χάπια. Κληθείσα να σχολιάσει την αντιφατική της αναφορά κατά τη συνέντευξη για αξιολόγηση της ευαλωτότητας της ότι προσπάθησε να αυτοκτονήσει μέσω απαγχονισμού, δήλωσε ότι την είχαν τότε ρωτήσει εάν ήθελε να αυτοκτονήσει, αλλά δεν της ζήτησαν να παράσχει περισσότερες πληροφορίες.
Υποβλήθηκε στην αιτήτρια ότι στην αίτηση ασύλου της και στην φόρμα ευαλωτότητας, κατέγραψε ως λόγο εγκατάλειψης της χώρας της, την δολοφονία της μητέρας της από τον πατριό της. Κληθείσα να σχολιάσει για ποιο λόγο στην αίτηση ασύλου της, δεν ανέφερε τις απειλές που λάμβανε εξαιτίας της αποκάλυψης του γεγονότος ότι ο πατριός της και ο αδελφός του εμπλέκονταν σε εμπορία προσώπων, που ανέφερε κατά τη συνέντευξή της, η αιτήτρια δήλωσε ότι δεν έχει κάποιο σχόλιο και ότι απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν.
Επιπρόσθετα, κλήθηκε να σχολιάσει το γεγονός ότι στην φόρμα ευαλωτότητας ανέφερε ότι αντιμετώπιζε προβλήματα με τον πατριό της και την οικογένειά του, και ακολούθως ανέφερε ότι αντιμετώπιζε επίσης προβλήματα με την οικογένεια της μητέρας της, όμως κατά τη συνέντευξή της, δήλωσε ότι δεν έχει άλλους συγγενείς από την πλευρά της μητέρας της, πέραν από μία θεία της που δεν τη γνωρίζει καλά, η αιτήτρια ανέφερε ότι η εν λόγω θεία της είναι εκείνη στην οποία αναφερόταν, καθώς δεν είχαν καλή σχέση.
Τέλος, ερωτώμενη σχετικά, η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν θεωρεί ότι θα μπορούσε να ζήσει με ασφάλεια σε κάποιο μέρος της ΛΔΚ, καθώς, ως εξήγησε, οι Αρχές της χώρας της δεν θα της επιτρέψουν να επιστρέψει, εξαιτίας της επιρροής που έχει ο αδελφός του πατριού της και πιστεύει ότι, εάν επιστρέψει, ο πατριός της και ο αδελφός του θα την σκοτώσουν.
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα όσα ανέφερε η αιτήτρια εντόπισαν και αξιολόγησαν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, ως ακολούθως.
1. Ταυτότητα, προφίλ, χώρα καταγωγής και τόπο διαμονής της αιτήτριας
- Ισχυριζόμενες απειλές προς την αιτήτρια από τον πατριό της και τον αδελφό του εξαιτίας του ότι τους κατηγόρησε για διακίνηση προσώπων στην αστυνομία και κατηγόρησε τον πατριό της για κακομεταχείριση
Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν όμως τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό ως αναξιόπιστο.
Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι όσα ανέφερε η αιτήτρια στερούνται εσωτερικής συνοχής ενόψει της αοριστίας, ασάφειας, έλλειψης συνέπειας, ευλογοφάνειας και αντιφατικότητας των δηλώσεων της. Ως αναφέρεται στην επίδικη έκθεση, η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς πληροφορίες σε σχέση με την κακομεταχείριση που κατ’ ισχυρισμό δεχόταν από τον πατριό της, οι δε αναφορές της ότι η σεξουαλική της κακοποίηση που ξεκίνησε από το 2020 και διήρκησε μέχρι τον Ιούλιο του 2021, καθώς ο λόγος για τον οποίο αποδεχόταν να συνευρίσκεται με τον πατριό της, που – ως ανέφερε - ήταν διότι την απειλούσε ότι θα σκοτώσει τη μητέρα της, ενώ η τελευταία είχε ήδη αποβιώσει από τον Μάρτιο 2021, κρίθηκαν ότι στερούνται ευλογοφάνειας, είναι ασαφείς και παρουσιάζουν αντιφάσεις. Διαπιστώθηκε ότι οι αναφορές της ότι δεν είχε που αλλού να μείνει και ότι της υποσχόταν ο πατριός της ότι θα την εγγράψει σε πανεπιστήμιο, ομοίως, στερούνται ευλογοφάνειας, καθώς ευλόγως αναμενόταν από την αιτήτρια να σταματήσει να αποδέχεται την εν λόγω κατάσταση, δεδομένου του ότι ο λόγος για τον οποίο αποδέχθηκε να συνευρίσκεται μαζί του είχε εξαλειφθεί, σε κάθε περίπτωση, με τον θάνατο της μητέρας της και η ανοχή εκ μέρους της αυτής της κατάστασης μετά το θάνατο της μητέρας της υποβαθμίζει τον ισχυρισμό της περί σεξουαλικής κακοποίησης.
Κρίθηκε περαιτέρω ότι η αιτήτρια υπέπεσε σε πολλές αντιφάσεις σε σχέση με τη χρονική στιγμή και τον λόγο που επέλεξε να προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία εναντίον του πατριού της και του αδελφού του. Ειδικότερα, επικαλέστηκε ότι δεν υπέβαλε καταγγελία στην αστυνομία για την εξαναγκαστική έκτρωση και για τη διακίνηση προσώπων την ίδια ημέρα που έλαβαν χώρα τα εν λόγω περιστατικά αλλά μετέπειτα, επειδή ο πατριός της την απείλησε ότι θα την σκοτώσει εάν αποκάλυπτε ότι την κακοποιούσε, πληροφορία ωστόσο που δεν παρέθεσε σε προηγούμενο στάδιο της συνέντευξής της, όπου οι μόνες απειλές στις οποίες αναφέρθηκε ήταν ότι θα σκοτώσει τη μητέρα της εάν δεν αποδεχόταν να συνευρεθεί μαζί του και ότι την απείλησε ενόσω νοσηλευόταν ο γιός της. Επιπρόσθετα, ως κρίθηκε, η αιτήτρια υπέπεσε σε αντιφάσεις όταν ρωτήθηκε σχετικά, αναφέροντας ότι ο λόγος που αποφάσισε να προβεί αργότερα σε καταγγελία ήταν διότι αιμορραγούσε λόγω της έκτρωσης, ανακάλυψε για την εμπλοκή τους σε εμπορία προσώπων και επειδή αντιλήφθηκε ότι ο πατριός της δεν θα υλοποιήσει τις υποσχέσεις που της είχε δώσει, τα οποία κρίθηκαν μη ευλογοφανή και πειστικά.
Εντοπίστηκαν επίσης ασαφείς και αντιφατικές αναφορές ως προς το πότε έλαβε την ανώνυμη τηλεφωνική κλήση ενόσω ήταν στο νοσοκομείο ο γιος της, όπου της ζητήθηκε να γνωστοποιήσει που βρίσκεται, αλλά και ως προς το πότε και πόσες φορές έλαβε απειλητικά τηλεφωνήματα τόσο από τον πατριό της, όσο και από άγνωστα πρόσωπα. Το ίδιο έγινε και αναφορικά με τη δήλωσή της κατά τη συνέντευξή της ότι προσπάθησε να αυτοκτονήσει παίρνοντας χάπια, το οποίο έρχεται σε αντίφαση με την αναφορά της στη φόρμα ευαλωτότητας ότι προσπάθησε να αυτοκτονήσει μέσω απαγχονισμού και η δικαιολογία που πρόβαλε ότι δεν της ζητήθηκαν περαιτέρω πληροφορίες, κρίθηκε ότι δεν ήταν πειστική.
Επιπρόσθετα, καταγράφηκαν οι εξής αντιφάσεις. Στην αίτηση της δεν αναφέρθηκε στις απειλές που δεχόταν εξαιτίας της καταγγελίας στην αστυνομία για εμπορία προσώπων, ως λόγος αποχώρησης από τη χώρα της δηλώθηκε η κακομεταχείριση που δέχθηκε από τον πατριό της, που σκότωσε την μητέρα της, στην φόρμα ευαλωτότητας καταγράφεται ότι η αιτήτρια εντόπισε πιστοποιητικό θανάτου της μητέρας της που ζήτησε από κάποιον ιατρό να της εξηγήσει και όταν το ανέφερε στον πατριό της, αυτός θύμωσε, καθώς και το ότι στη φόρμα ευαλωτότητας καταγράφεται ότι η αιτήτρια άκουσε τηλεφωνική επικοινωνία του πατριού της με κάποιον φίλο το, κατά τη διάρκεια της οποίας χωρίς να αντιληφθεί την παρουσία της αιτήτριας, του ανέφερε ότι αυτή γνώριζε ότι η μητέρα της είχε δηλητηριαστεί και όταν το άκουσε αυτό φώναξε και ξεκίνησε να την απειλεί. Ως επί τούτου κρίθηκε, η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει τις εν λόγω αντιφάσεις, δεν σχολίασε και απαντούσε μονολεκτικά στα ερωτήματα που της υποβάλλονταν επί των αντιφάσεων. Εκ των ως άνω ήταν κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση ότι τα λεγόμενα της αιτήτριας στερούνται εσωτερικής συνοχής.
Στα πλαίσια αξιολόγησης της εξωτερικής συνοχής έγινε έρευνα σε εξωτερικές πηγές σε σχέση με τον αδελφό του πατριού της ( τον οποίο ονόμασε ως τον Daniel Mukoko Samba), εκ της οποίας προέκυψε ότι το πρόσωπο αυτό διετέλεσε Υπουργός Οικονομικών και Αναπληρωτής Πρωθυπουργός και όχι υφυπουργός Οικονομικών, όπως ισχυρίστηκε η αιτήτρια κατά τη συνέντευξή της, το οποίο, ως κρίθηκε, δεν συνάδει με τα λεγόμενα της αιτήτρια επί τούτου και, επιπρόσθετα, κρίθηκε ότι κατά τα λοιπά λεγόμενα της αιτήτριας στη συνέντευξή της, αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την εξέταση τους μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.
Στη βάση των ως άνω ευρημάτων, δεδομένου και αξιολογούμενου και του προφίλ της αιτήτριας, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογος βαθμός πιθανότητας να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της. Αναφορικά ειδικώς με το αρ.19 (2) (γ) του Νόμου, ομοίως, κατέληξαν ότι δεν υφίσταται κίνδυνος κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας η αιτήτρια κατά την επιστροφή, καθώς στην Κινσάσα δεν παρατηρείται αδιάκριτη βία σε υψηλό επίπεδο, με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες.
Συνεπεία των ανωτέρω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά της αιτήτριας απόφασης επιστροφής της στη χώρα καταγωγής.
Στις διευκρινήσεις η συνήγορος της αιτήτριας απέσυρε ρητώς όλους τους ισχυρισμούς (περιλαμβανομένων αυτών που άπτονται της αρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την επίδικη απόφαση) και προώθησε τελικά μόνο τους ισχυρισμούς που αφορούν την μη δέουσα έρευνα και ελλιπή αιτιολογία της επίδικης απόφασης.
Δεδομένου ότι όλοι οι προωθούμενοι από την αιτήτρια ισχυρισμοί άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, προχωρώ με την επί της ουσίας εξέταση των ενώπιον μου στοιχείων, εξ υπαρχής, η οποία και τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».
Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:
«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […]
Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Εν προκειμένω θα συμφωνήσω με το σύνολο των ευρημάτων και της κατάληξης των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού της αιτήτριας ως επαρκώς και ενδελεχώς τεκμηριωμένα αυτά καταγράφονται στα ερ.139-146 της επίδικης έκθεσης, καθώς, ως και οι καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν, τα λεγόμενα της αιτήτριας παρουσιάζουν ουσιώδη κενά, σημαντικές ελλείψεις, πλήθος αντιφάσεων, επί πολλών και ιδιαίτερα σημαντικών πτυχών του αφηγήματος της, και στερούνται - παντελώς και σε όλη τους την έκταση - χρονικής συνέχειας και ευλογοφάνειας, εκ των οποίων διαβρώνεται αναπόφευκτα και η συνολική αξιοπιστία των δηλώσεων της.
Διερχόμενος των λεγομένων της αιτήτριας παρατηρώ ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει χρονικά πότε έγιναν τα περιστατικά απειλών, γιατί ενέδιδε στον πατριό της μετά τον θάνατο της μητέρας της, πότε η τελευταία απεβίωσε, πόσο καιρό ήταν άρρωστη, γιατί δεν είχε αναφέρει σημαντικές πτυχές του αφηγήματος της προηγουμένως, τόσο στην αίτηση όσο και τη συνέντευξη ευαλωτότητας (που είχε προηγηθεί) και, πράγμα το οποίο θεωρώ ιδιαίτερης βαρύτητας, δεν ήταν σε θέση να προσφέρει την παραμικρή εξήγηση για της αντιφάσεις και διαφορές που εντοπίστηκαν στο αφήγημα της σε συνάρτηση με τα όσα ανέφερε στην αίτηση της και στη συνέντευξη ευαλωτότητας.
Δεδομένης της παντελούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής των λεγομένων της αιτήτριας δεν θεωρώ ότι ήταν απαραίτητη η αναζήτηση πληροφορίων αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία αυτών. Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.132, αναφέρεται ότι η αναζήτηση ΠΧΚ «ενδέχεται να μην είναι απαραίτητ[η] σε περίπτωση αρνητικής διαπίστωσης περί της αξιοπιστίας βάσει καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής ή μη ικανοποιητικής επεξήγησης αποκλίσεων ή παραλλαγών σε ό,τι αφορά τα ουσιώδη στοιχεία μιας αίτησης ή, ακόμη περισσότερο, σε περίπτωση απόρριψης προσφυγής ως απαράδεκτης.».
Δεδομένου του ότι οι καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε έρευνα θα πρέπει να σημειώσω ότι οι πληροφορίες που εντόπισαν οι καθ’ ων η αίτηση περί του προσώπου που ονομάτισε ως τον αδελφό του πατριού της συνάδουν με τα λεγόμενα της, κατ’ αντίθεση με το σχετικό περί του αντιθέτου εύρημα των καθ’ ων η αίτηση. [1], [2] Όμως, σε κάθε περίπτωση, αυτό βεβαίως δεν αρκεί για να υπερκεράσει ή και να ανατρέψει εν προκειμένω την παντελή έλλειψη εσωτερικής συνοχής των λεγομένων της, ενόψει και της συνολικής θεώρησης των δεικτών αξιοπιστίας. Τούτο γιατί η εσωτερική συνοχή ισχυρισμών ενός αιτητή (εδώ αιτήτριας) πρέπει να διατηρούν συνοχή και συνέπεια, προκειμένου να στοιχειοθετήσουν το αφήγημα του, αφού είναι στη βάση αυτών που γίνεται η απαραίτητη σύνδεση των ΠΧΚ με το ιστορικό του. Ως και στο εγχειρίδιο EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.».
Στην απουσία δε περαιτέρω μαρτυρίας που θα συμπλήρωνε τα κενά και τις ελλείψεις, ως ανωτέρω καταγράφονται, είναι η κατάληξη μου ότι τα τρωτά σημεία του αφηγήματος του αιτητή παραμένουν και συνεπώς ουδείς εκ των ισχυρισμών του μπορεί να γίνει δεκτός, καθότι οι ελλείψεις εσωτερικής συνοχής δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής τους.
Απομένει λοιπόν μια επικαιροποιημένη αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας (Κινσάσα).
Έκθεση του 2021 του portal RULAC σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, αναφέρει ότι «[η] Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε πολλές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον ένοπλων ομάδων στις περιοχές Ituri, Kasai και Kivu, ενώ δεν αναφέρεται η δραστηριοποίηση ένοπλων ομάδων στην Κινσάσα».[3]
Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση την 01/11/25) στην Επαρχία της Κινσάσα, όπου βρίσκεται και η ομώνυμη πρωτεύουσα, καταγράφηκαν 42 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις - απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 54 θάνατοι[4]. Ο πληθυσμός της επαρχίας της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [5]
Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για την αιτήτρια, ενόψει της απόρριψης του αφηγήματος της, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[6] (βλ. απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).
Εν προκειμένω λαμβάνω υπόψη και συνυπολογίζω ότι η αιτήτρια είναι περί των 33 ετών σήμερα, υγιής, ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και διαθέτει, στη βάση όσων η ίδια ανέφερε, υποστηρικτικό δίκτυο στην Κινσάσα, ήτοι τη φίλη της μητέρας της (με την οποία διατηρεί επαφή), με την οποία διαμένει το παιδί της αιτήτριας, το οποίο φροντίζει άλλωστε εδώ και χρόνια, και η ίδια η αιτήτρια έχει ζήσει όλη της τη ζωή εκεί. Τα δεδομένα τούτα αρκούν για να γίνει δεκτό ότι η αιτήτρια αναμένεται να λάβει στήριξη και στέγαση κατά την επιστροφή της έως ότου η ίδια ορθοποδήσει και βιοποριστεί.
Έπεται λοιπόν ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης [της] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς [της], θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Δεδομένων δε των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι η επιστροφή της αιτήτριας θα είναι σε παράβαση του εκ των αρ.2 και 3 της ΕΣΔΑ δικαιώματος του στην μη επαναπροώθηση.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] La primature, Cabinet de la Premi?re Ministre διαθέσιμο σε https://www.primature.gouv.cd/membres-du-gouvernement/#; Minist?re de l'?conomie Nationale διαθέσιμο σε https://economie.gouv.cd/ (ημερομηνία πρόσβασης 07/08/2025)
[2] Minist?re de l'?conomie Nationale διαθέσιμο σε https://economie.gouv.cd/; Institute of Security Studies, ‘D?j? vu: the DRC’s perpetual cycles of hope and despair’ (23 July 2021) διαθέσιμο σε https://issafrica.org/iss-today/deja-vu-the-drcs-perpetual-cycles-of-hope-and-despair (ημερομηνία πρόσβασης 07/08/2025)
[3] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο σε www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)
[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (πρόσβαση 17/12/2025).
[5] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,
[6] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο