J.S.T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1723/2023, 13/2/2026
print
Τίτλος:
J.S.T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1723/2023, 13/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 1723/2023

13 Φεβρουαρίου, 2026

[Ε.ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 Συντάγματος

Μεταξύ:

J.S.T., 

από Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό

                                                                         Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

της Υπηρεσίας Ασύλου

                                            Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόροι για Αιτητή: Τζ. Μπετίτο (κος), για Πιερίδης & Πιερίδης

Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Ι. Χαραλάμπους (κα), για Ν. Ιερωνυμίδη (κος), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής στρέφεται εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 07.02.2023, με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημά του για άσυλο, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

 

Ο Αιτητής κατάγεται από  την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής αναφερόμενη ως «Λ.Δ.Κ.»),την οποία εγκατέλειψε στις 23.09.2021 και στις 27.09.2021 εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, μέσω των μη ελεγχόμενων περιοχών. Στις 19.10.2021 υπέβαλε αίτηση για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας και στις 05.12.2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA) (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος υπέβαλε στις 24.01.2023 Έκθεση-Εισήγηση προς  τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου υπάλληλος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 07.02.2023 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 12.05.2023 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ίδιας ημερομηνίας. Με την υπό κρίση προσφυγή ο Αιτητής αμφισβητεί την εν λόγω απόφαση.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης, τους εγειρόμενους στην προσφυγή λόγους ακυρώσεως, ο Αιτητής υποστηρίζει, δια των συνηγόρων ότι οι Καθ’ ών η Αίτηση δεν άσκησαν ουσιαστικά και/ή με ορθό τρόπο την διοικητική και/ή αποφασιστική τους αρμοδιότητα και την διακριτική τους εξουσία και δεν διενήργησαν πραγματική και/ή επαρκή αξιολόγηση και/ή έρευνα απορρίπτοντας αυθαίρετα και/ή εσφαλμένα την αίτηση του Αιτητή. Προβάλλει δε, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα και κατ' αντίθεση προς το Νόμο και ότι αυτή αποτελεί αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα  και κατάχρησης εξουσίας, ενώ η αιτιολογία είναι ελλιπής και/ή εσφαλμένη. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι η προσωπική συνέντευξη του Αιτητή λήφθηκε από λειτουργό του  EASO/EUAA κατά παράβαση του άρθρου 13Α(1Α) του περί Προσφυγών Νόμου καθότι ο εν λόγω λειτουργός δεν είναι καταρτισμένος και δεν κατέχει τα απαραίτητα προσόντα, ενώ προέβη σε συνέντευξη χωρίς τη συμμετοχή λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, συνεπώς, η απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας με τη συμμετοχή αναρμόδιου οργάνου.

 

Επισημαίνουν δε, ότι ο Αιτητής δεν έτυχε ιατρικής και ψυχολογικής εξέτασης ως απαιτεί το άρθρο 15 του Περί προσφύγων Νόμου καθώς και της ειδικής μεταχείρισης ως απαιτεί το άρθρο 18 (6) του ιδίου Νόμου.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση, υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας  και ορθής ενάσκησης των εξουσιών που δίδει ο Νόμος, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι αυτή είναι δεόντως αιτιολογημένη.  Προβάλλουν δε, ότι η αίτηση του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και ότι ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει το οποίο βαραίνει τον ίδιο, υποστηρίζοντας ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.


Αξιολόγηση εκατέρωθεν ισχυρισμών και καταληκτικά συμπεράσματα

 

Επί του λόγου ακυρώσεως περί αναρμοδιότητας

 

Προέχει βεβαίως, λόγω της φύσης του αλλά και ως θέμα λογικής προτεραιότητας, η εξέταση του ισχυρισμού περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ο οποίος και εξετάζεται σε κάθε περίπτωση αυτεπαγγέλτως, ως ζήτημα δημόσιας τάξης, ακόμα και αν δεν είναι δεόντως δικογραφημένος.

Υποστηρίζει επί τούτου ο Αιτητής ότι η προσωπική συνέντευξη του Αιτητή λήφθηκε από λειτουργό του  EASO/EUAA κατά παράβαση του άρθρου 13Α(1Α) του περί Προσφυγών Νόμου καθότι ο εν λόγω λειτουργός δεν είναι καταρτισμένος και δεν κατέχει τα απαραίτητα προσόντα, ενώ προέβη σε συνέντευξη χωρίς τη συμμετοχή λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, συνεπώς, η απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας με τη συμμετοχή αναρμόδιου οργάνου.

 

Απαντώντας τον ισχυρισμό αυτό του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι η προσωπική συνέντευξη δεν ελήφθη κατά παράβαση του άρθρου 13Α(1Α) του περί Προσφύγων Νόμου, διότι ο λειτουργός του EASO/EUAA ήταν δεόντως καταρτισμένος και εξουσιοδοτημένος βάσει της ισχύουσας ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας, καθώς και του σχετικού επιχειρησιακού σχεδίου που βρισκόταν σε ισχύ κατά τον κρίσιμο χρόνο. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η συμμετοχή λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου δεν ήταν υποχρεωτική, εφόσον πληρούνταν οι προϋποθέσεις του νόμου και του κανονιστικού πλαισίου, ενώ σε κάθε περίπτωση η τελική απόφαση ελήφθη από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν εξουσιοδότησης, γεγονός που αποκλείει παραβίαση της αρχής της νομιμότητας ή συμμετοχή αναρμόδιου οργάνου.

 

Το ζήτημα της κατ’ ισχυρισμό αναρμοδιότητας λειτουργού του EASO/EUAA έχει ήδη κριθεί και επιλυθεί νομολογιακά με την απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 27.02.2025 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 95/2023, BOLARNINWA EMMANUEL JOHNSON v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, όπου το Εφετείο απέρριψε ρητά αντίστοιχο ισχυρισμό. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι, δυνάμει του άρθρου 13Α(1Α) του περί Προσφύγων Νόμου και του διατάγματος του Υπουργικού Συμβουλίου ΚΔΠ 297/2019, οι εμπειρογνώμονες που επιστρατεύονται από την EASO/EUAA δύνανται όχι μόνο να συμμετέχουν αλλά και να διενεργούν αυτοτελώς προσωπικές συνεντεύξεις αιτητών διεθνούς προστασίας, χωρίς να απαιτείται η ταυτόχρονη συμμετοχή λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου. Περαιτέρω, το Εφετείο υιοθέτησε την πάγια νομολογία ότι οι λειτουργοί της EASO/EUAA ενεργούν στο πλαίσιο συμφωνημένης παροχής βοήθειας προς την Κυπριακή Δημοκρατία, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 439/2010 και το εκάστοτε ισχύον επιχειρησιακό σχέδιο, χωρίς να τους έχει μεταβιβασθεί αποφασιστική αρμοδιότητα, η οποία παραμένει στην Υπηρεσία Ασύλου και ασκείται από δεόντως εξουσιοδοτημένο λειτουργό. Τέλος, κρίθηκε ότι δεν ανετράπη το τεκμήριο της κανονικότητας των διοικητικών πράξεων ούτε προέκυψε οποιαδήποτε παρατυπία ως προς τα προσόντα, την κατάρτιση ή τη διαδικασία διεξαγωγής της συνέντευξης, με αποτέλεσμα ο σχετικός λόγος περί παραβίασης της αρχής της νομιμότητας να απορριφθεί ως αβάσιμος. 

 

Ενόψει των πιο πάνω, ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται.

 

Αναφορικά με τους λοιπούς λόγους ακυρώσεως και την ουσία την υπόθεσης.

 

Αναφορικά με τους λοιπούς λόγους ακυρώσεως που προωθεί ο Αιτητής, διαπιστώνει ότι πλην του λόγου ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας ο οποίος προωθείται επί τη βάση σχετικής επιχειρηματολογίας, οι υπόλοιποι προωθούνται με γενικόλογη, αόριστη και εν πολλοίς ρητορική αναφορά σε σειρά επιχειρημάτων, χωρίς ωστόσο να δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία ή επιχειρήματα, που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του αυτούς. Πράττει δε τούτο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962.[1]

 

Είναι διαχρονική η θέση της ημεδαπής νομολογίας ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[2], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο.[3]Σχετική είναι και η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, ECLI:CY:AD: 2018:C344,  Α.Ε. 95/2012, ημερ. 06.07.2018, ECLI:CY:AD:2018:C344, ECLI:CY:AD:2018:C344, όπου επισημάνθηκε ακριβώς ότι η γενικότητα με την οποίαν παρατηρείται η δικογράφηση των νομικών ισχυρισμών έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και στην ουσία παρακωλύει την ορθή και σύννομη απονομή της δικαιοσύνης, διότι οι προσφεύγοντες καλυπτόμενοι πίσω από τη γενικότητα των ισχυρισμών τους, θεωρούν ότι δύνανται να εγείρουν οποιοδήποτε θέμα κατά τον τρόπο που επιθυμούν, αποπροσανατολίζοντας έτσι την υπόθεση από την ορθή της διάσταση, αλλά και με το Δικαστήριο να ασχολείται άνευ λόγου με σωρεία θεμάτων. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι  η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση, αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με γενικότητες και αοριστολογίες. 

 

Στην εξεταζόμενη λοιπόν υπόθεση δεν ήταν αρκετό να τεθεί στα νομικά σημεία της αιτήσεως ακυρώσεως αλλά και της μετέπειτα καταχωρισθείσας γραπτής αγόρευσης, με γενικόλογη και αόριστη επιχειρηματολογία, η παραβίαση κανόνων δικαίου κάτω από τη γενικότερη σφαίρα παραβίασης των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, χωρίς ταυτόχρονα την εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου με τον οποίον οι αρχές αυτές παραβιάζονται. Στη βάση ποιας συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας προωθούνται οι λόγοι ακυρώσεως περί του αναιτιολόγητου, πλάνης κ.τ.λ. ουδόλως εξηγείται με τη γραπτή αγόρευση, που είναι και το μέσο για ανάπτυξη μίας τέτοιας επιχειρηματολογίας.

 

Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, αυτό που επίσης παρατηρείται είναι πως πέραν από γενικόλογους λόγους ακυρώσεως, ο Αιτητής δεν προβάλει, στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Υπενθυμίζεται ότι, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας το οποίο εξετάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του  πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc), κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει την ουσιαστική ορθότητα της επίδικης πράξεως (στο πλαίσιο πάντα που καθορίζουν οι ισχυρισμοί του εκάστοτε αιτητή). Συνεπώς η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής τέτοιων ισχυρισμών, αφού ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι συγκεκριμένοι λόγοι ακυρώσεως είναι βάσιμοι, καμία επίδραση δεν θα έχει, μία τέτοια κρίση, στο νομικό αποτέλεσμα που επήλθε με την προσβαλλόμενη απόφαση αφού ο Αιτητής δεν προβάλλει, ως οφείλει, ειδικούς και τεκμηριωμένους ισχυρισμούς που να δικαιολογούν την υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, που είναι και το κρίσιμο στα πλαίσια της έκτασης του ελέγχου του παρόντος δικαστηρίου.[4]

 

Όλοι λοιπόν οι λόγοι ακυρώσεως, πλην αυτών που αφορούν στην έλλειψη δέουσας έρευνας, είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης ως γενικοί, αόριστοι αλλά και αλυσιτελείς και κατά τούτο απορρίπτονται στο σύνολό τους. Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξης μου, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν,[5] θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης, σε συνάρτηση και με τον λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας.

 

Ως εκ τούτου , προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.

 

Στο πλαίσιο της υποβληθείσας αίτησής του για διεθνή προστασία και αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής κατέγραψε ότι έπραξε αυτό λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού ως ομοφυλόφιλος. Δήλωσε, ότι οι γονείς του οι οποίοι ήταν ιδιαίτερα θρησκευόμενα άτομα, τον εντόπισαν επ’ αυτοφώρω με άλλο άνδρα, γεγονός που προκάλεσε έντονο σοκ στον πατέρα του, ο οποίος υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και απεβίωσε. Ο θάνατος του πατέρα του επηρέασε σοβαρά και τη μητέρα του Αιτητή, η οποία, αδυνατώντας να αντέξει την απώλεια του συζύγου της, απεβίωσε δύο εβδομάδες αργότερα. Μετά τα γεγονότα αυτά, ο Αιτητής αντιμετωπίστηκε αρνητικά από το σύνολο της οικογένειάς του και απορρίφθηκε από τα συγγενικά του πρόσωπα. Όπως ανέφερε, ο θείος του τον κράτησε περιορισμένο για δεκαοκτώ ημέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων υπέστη σωματική κακοποίηση. Τέλος, κατέγραψε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην ΛΔΚ, ο θείος του θα τον σκοτώσει (βλ. ερυθ. 1 του δ.φ.).

 

Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, γεννημένος στην πόλη της Kinshasa, όπου μεγάλωσε και διέμενε μόνιμα μέχρι να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του. Είναι Χριστιανός Ευαγγελιστής στο θρήσκευμα και ανήκει στην  φυλή Moyombe (βλ. ερυθ. 68 2x, 70). Ως ο ίδιος ανέφερε, δεν είναι παντρεμένος και δεν έχει τέκνα (βλ. ερυθ. 67 2x). Οι γονείς του απεβίωσαν το έτος 2021 (βλ. ερυθ. 67 2x, 66). Έχει δύο αδερφές, οι οποίες κατοικούν στην πόλη της Kinshasa μαζί με την γιαγιά του, τον αδερφό και την αδερφή της μητέρας του και τα παιδιά των τελευταίων.  Ανέφερε ότι διατηρεί επικοινωνία μόνο με την μεγαλύτερη αδερφή του. (βλ. ερυθ. 67 2x, 66x, 65x, 64x).

 

Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο δήλωσε πως είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ότι μιλάει Λινγκάλα και Γαλλικά (βλ. ερυθ. 69 1x, 69 2x). Επιπλέον, δήλωσε ότι από το 2018 έως τον Ιούνιο του 2021 απασχολήθηκε ως υπάλληλος υποδοχής σε δύο διαφορετικά ξενοδοχεία της Kinshasa (βλ. ερυθ. 69 3x, 68 1x).

 

Εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του στις 23.09.2021. Αφότου ταξίδεψε μέσω της Istanbul της Τουρκίας, εισήλθε στις 24.09.2021 στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου της χώρας καταγωγής του και της φοιτητικής άδειας (visa). Τρεις ημέρες αργότερα, εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ο Αιτητής ανέφερε ότι κατά την άφιξή του στο αεροδρόμιο Ercan στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, τον παρέλαβε ένας άνθρωπος και τον μετέφερε σε ένα φοιτητικό σπίτι όπου διέμεινε με άλλους 4 φοιτητές. Τα άτομα που έμεναν στο σπίτι ζήτησαν από τον Αιτητή να έρθει σε σεξουαλική επαφή μαζί τους και όταν ο Αιτητής αρνήθηκε, του ζήτησαν να φύγει από το σπίτι (βλ. ερυθ. 63x, 62x, 61x).

 

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης του, ότι όταν εργαζόταν ως υπάλληλος ξενοδοχείου, γνώρισε τον Jose, ο οποίος ήταν πελάτης του ξενοδοχείου και ανέπτυξαν συναισθηματική σχέση. Στις 19 Αυγούστου του 2021, ο Jose επισκέφτηκε το σπίτι του Αιτητή, καθώς πίστευαν ότι κανείς δεν θα μάθει για την σχέση τους. Όταν ο πατέρας του Αιτητή μπήκε στο σπίτι και είδε τον Αιτητή να φιλιέται με τον σύντροφό του, άρχισε να κλαίει και έπεσε στο πάτωμα, ενώ ο σύντροφος του Αιτητή διέφυγε από το σπίτι. Ο πατέρας του Αιτητή μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου αρρώστησε από το σοκ και απεβίωσε. Μία εβδομάδα αργότερα, η μητέρα του Αιτητή, η οποία υπέφερε από υψηλή αρτηριακή πίεση, απεβίωσε επίσης λόγω του σοκ που υπέστη. Ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν παρέστη στην κηδεία της μητέρας του και ότι η οικογένειά του τον κοιτούσε σαν να είχε διαπράξει κάποιο έγκλημα.

 

Κατόπιν περαιτέρω διευκρινιστικών ερωτήσεων, ο Αιτητής ανέφερε σχετικά με την σύλληψή του, ότι στις 31 Αυγούστου 2021, μετά τον θάνατο της μητέρας του, ο θείος του, υψηλόβαθμος Στρατηγός της Αστυνομίας, τον συνέλαβε και επιθυμούσε τον βασανισμό του. Κατά την διάρκεια της σύλληψης του Αιτητή, ο μόνος άνθρωπος με τον οποίο ο τελευταίος είχε επικοινωνία ήταν η αδερφή του, η οποία ερχόταν να τον βοηθήσει. Ο Αιτητής έδωσε στην αδερφή του τα στοιχεία επικοινωνίας του ανθρώπου τον οποίο η αδερφή του Αιτητή συνάντησε και ο οποίος κανόνισε αργότερα το ταξίδι του Αιτητή. (βλ. ερυθ. 64)

 

Ο Αιτητής δήλωσε ότι η φυλακή στην οποία οδηγήθηκε ονομαζόταν Makala (βλ. ερυθ. 60). Ακολούθως, δήλωσε ότι η φυλακή στην οποία οδηγήθηκε δεν ήταν κανονικό σωφρονιστικό κατάστημα, αλλά στρατιωτική φυλακή με την ονομασία Ndolo. Πρόσθεσε ότι ο θείος του ήθελε να τον στείλει στη μεγάλη φυλακή Makala, αλλά τελικά δεν το έκανε και τον έστειλε στη Ndolo. Ερωτηθείς πώς γνώριζε ότι ο θείος του ήθελε να τον στείλει στη Makala, ο Αιτητής, δήλωσε ότι η Makala είναι η φυλακή του τελικού σταδίου, ενώ η Ndolo είναι η πρώτη, όπου βασανίζουν τους κρατουμένους.

 

Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι άτομα στη φυλακή τον εξανάγκασαν τρεις φορές forced me three time») και ότι δύο από αυτά τον κακοποίησαν σεξουαλικά (βλ. ερυθ. 57). Κληθείς να περιγράψει τα άτομα που τον κακοποίησαν στη φυλακή, δήλωσε ότι επρόκειτο για άτομα που γνώρισε στη φυλακή. Ακολούθως, εξήγησε ότι επρόκειτο για τρία διαφορετικά άτομα υψηλόβαθμου προσωπικού που εργάζονταν στη φυλακή και ότι βρισκόταν σε κελί με 11 άτομα.

 

Κληθείς να περιγράψει τί συνέβη την πρώτη φορά που κακοποιήθηκε, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε το όνομα του ατόμου, αλλά ότι όλα συνέβησαν εντός της φυλακής. Ανέφερε ότι, την πρώτη φορά, το άτομο αυτό τον γρονθοκόπησε και ότι ο ίδιος δεν είχε άλλη επιλογή και αναγκάστηκε να αποδεχθεί την πράξη που αυτός διέπραξε. Πρόσθεσε δε, ότι ήταν παρόντα και άλλα άτομα.

 

Κληθείς να περιγράψει τί συνέβη τη δεύτερη φορά που κακοποιήθηκε, ο Αιτητής δηλώσει ότι συνέβη το ίδιο πράγμα (βλ. ερυθ. 56). Πρόσθεσε ότι το περιστατικό συνέβη εντός της φυλακής, ότι η πρώτη φορά ήταν μετά από τρεις ημέρες και η δεύτερη μετά από μερικές ακόμη ημέρες, και ότι επρόκειτο για τρία άτομα που έδιναν εντολές εντός της φυλακής και ήρθαν για να του κάνουν το ίδιο πράγμα. Κληθείς να περιγράψει τα άτομα που τον κακοποίησαν τη δεύτερη φορά, δήλωσε ότι είχαν κακό χαρακτήρα, ότι έδιναν συνεχώς εντολές και ότι, εάν αρνείτο κάποιος, τον χτυπούσαν καθημερινά. Περαιτέρω, δήλωσε ότι δεν γνώριζε την ηλικία τους ή από πού κατάγονταν, διότι μόλις τους είχε γνωρίσει. Ανέφερε μόνο ότι ήταν μεγαλύτεροι σε ηλικία από τον ίδιο, καθότι ο ίδιος ήταν ο νεότερος άνδρας στη φυλακή.

 

Κληθείς να περιγράψει την τρίτη φορά, ο Αιτητής δήλωσε ότι το περιστατικό συνέβη το πρωί, ότι ένα νέο άτομο τον πλησίασε, ήταν επιθετικό και έκανε ό,τι ήθελε, χωρίς ο ίδιος να μπορεί να αντιδράσει (βλ. ερυθ. 56). Ανέφερε περαιτέρω, ότι το άτομο αυτό άρχισε να τον απειλεί και ότι δεν ήθελε τα πράγματα να γίνουν χειρότερα, διότι τότε θα του έκανε κάτι κακό. Ως προς τον τρόπο που απειλήθηκε, ο Αιτητής εξήγησε ότι, όταν το άτομο τον πλησίασε, του είπε να συνευρεθούν σεξουαλικά και ότι, επειδή είχε ήδη κακοποιηθεί δύο φορές, δεν πίστευε ότι θα συνέβαινε και τρίτη φορά. Κληθείς να περιγράψει τον χαρακτήρα του τρίτου αυτού ατόμου, ο Αιτητής δήλωσε ότι όλοι είχαν τον ίδιο χαρακτήρα, επειδή είχαν περάσει πολύ καιρό στη φυλακή (βλ. ερυθ. 55). Ερωτηθείς  για ποιο λόγο τον κατηγορούσαν, ανέφερε ότι ουδέποτε οδηγήθηκε ενώπιον Δικαστηρίου, ότι δεν του τέθηκε καμία ερώτηση και ότι απλώς φυλακίστηκε. Δήλωσε επίσης, ότι ουδέποτε έλαβε οποιονδήποτε σχετικό έγγραφο.

 

Αναφορικά με την αποφυλάκισή του, ισχυρίστηκε ότι, ένα βράδυ, απλώς άνοιξαν την πόρτα και φώναξαν το όνομά του. Ο Αιτητής πρόσθεσε ότι το άτομο άνοιξε την πόρτα, ότι τον ακολούθησε εκτός της φυλακής, όπου είδε κάποιον που υπέθεσε ότι ήταν φίλος του Jose, ο οποίος τον μετέφερε στην οικία του. Στις 23 του μήνα, το πρωί, ο Jose ήλθε, τον παρέλαβε με αυτοκίνητο και τον μετέφερε στο αεροδρόμιο. Ερωτηθείς τί του είπε το εν λόγω πρόσωπο κατά την παραλαβή του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δεν του είπε τίποτα, ούτε τον ρώτησε οτιδήποτε, αλλά ότι τον άκουσε να μιλά τηλεφωνικά με τον Jose. Ερωτηθείς πώς ο Jose γνώριζε ότι ο ίδιος βρισκόταν στη φυλακή, ο Αιτητής δήλωσε ότι το γνώριζε η αδελφή του, από τον θείο τους, και ότι εκείνη ήταν που μετέφερε την πληροφορία στον Jose (βλ. ερυθ. 55).

 

Αναφορικά με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ερωτηθείς πότε συνειδητοποίησε ότι έλκεται από άνδρες, απάντησε ότι αυτό συνέβη σε μικρή ηλικία, εκτιμώντας ότι ήταν περίπου 13 ετών. Κληθείς να διευκρινίσει πώς οδηγήθηκε στη συγκεκριμένη συνειδητοποίηση, ο Αιτητής ανέφερε ότι αισθάνεται μεγαλύτερη έλξη και βαθύτερα συναισθήματα προς άνδρες. Πρόσθεσε ότι το γεγονός ότι μεγάλωσε μαζί με την αδελφή του τον επηρέασε στον τρόπο με τον οποίο διαμόρφωσε την ταυτότητά του, δηλώνοντας ότι αισθανόταν «σαν κορίτσι» (βλ. ερυθ. 51, 2x). Ερωτηθείς περαιτέρω τι εννοούσε με τον ισχυρισμό αυτό, εξήγησε ότι ένιωθε σαν γυναίκα. Επανέλαβε ότι έλκεται περισσότερο από άνδρες, σημειώνοντας ότι υπάρχουν ορισμένα χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές που αποδίδει στους άνδρες και τα οποία ο ίδιος θεωρεί ότι δεν μπορεί να υιοθετήσει. Δήλωσε επίσης ότι αισθανόταν ντροπή για τα συναισθήματά του αυτά, γεγονός που τον οδήγησε στο να μην αποκαλύπτει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό στο κοινωνικό του περιβάλλον. Τέλος, κληθείς να περιγράψει τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις αισθήσεις που βίωνε όταν συνειδητοποίησε το ενδιαφέρον του για άνδρες, ανέφερε ότι όταν βλέπει έναν άνδρα αισθάνεται έλξη, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να το εξηγήσει περαιτέρω.

 

Ο Αιτητής πρόσθεσε ότι, όταν βίωνε το εν λόγω συναίσθημα, προσπαθούσε να το αποκρύψει, καθώς δεν επιθυμούσε να το γνωρίζουν οι άλλοι. Κληθείς να διευκρινίσει τον τρόπο με τον οποίο το απέκρυπτε, δήλωσε ότι, όταν έβλεπε έναν άνδρα προς τον οποίο ένιωθε έλξη και η έλξη αυτή δεν ήταν αμοιβαία, περιοριζόταν σε σκέψεις σχετικές με το πρόσωπο αυτό και σε αυτοϊκανοποίηση (βλ. ερυθ. 50).

 

Κληθείς να προσδιορίσει πώς αισθανόταν για τον εαυτό του όταν συνειδητοποίησε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ο Αιτητής απάντησε ότι δεν είχε άλλη επιλογή παρά να ακολουθήσει την καρδιά του. Ως προς το αίσθημα της ντροπής που ανέφερε, ο Αιτητής εξήγησε ότι στη χώρα του είναι ντροπή να είναι κανείς αυτό που είναι, γι’ αυτό και δεν ήθελε να το δείχνει μπροστά στους ανθρώπους. Ανέφερε ότι μερικές φορές βλέπει κανείς ομοφυλόφιλα άτομα και, από τον τρόπο που ντύνονται, συλλαμβάνονται πάντοτε από την αστυνομία (βλ. ερυθ. 50). Ο Αιτητής δήλωσε ότι ένιωθε διαφορετικός, ότι αντί να σκέφτεται γυναίκες σκέφτεται άνδρες και ότι διεγείρεται περισσότερο όταν βρίσκεται με άνδρες παρά με το σώμα μιας γυναίκας (βλ. ερυθ. 50). Ερωτηθείς τι διαφορά είχε αυτό για τον ίδιο, απάντησε ότι μπροστά σε μια γυναίκα δεν αισθάνεται τίποτα, ενώ με άνδρες είναι περισσότερο διεγερμένος.

 

Αναφορικά με τις σκέψεις ή προβληματισμούς, τους οποίους είχε σχετικά με το μέλλον του μετά τη συνειδητοποίηση ότι του αρέσουν οι άνδρες, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν μπορούσε να αποφασίσει για το μέλλον του, ότι τα αφήνει όλα στα χέρια του Θεού και ότι αυτό που είναι, είναι φυσικό (βλ. ερυθ. 50).

 

Σε σχετικές ερωτήσεις, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν θα ήταν εύκολο να ζει κανείς ως ομοφυλόφιλος στη ΛΔΚ, καθότι αυτό απαγορεύεται, και ότι η κοινωνία αντιμετωπίζει τα άτομα της ΛΟΑΤKI κοινότητας σαν να είναι ο διάβολος, με αποτέλεσμα να τα περιθωριοποιεί. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι είχε δει σχετικά περιστατικά στην τηλεόραση και ότι άτομα της ΛΟΑΤKI κοινότητας τοποθετούνταν στην φυλακή Makala. Ωστόσο, όταν ερωτήθηκε εάν θυμάται κάποιο συγκεκριμένο γεγονός, απάντησε αρνητικά (βλ. ερυθ. 49). Περαιτέρω, ο Αιτητής εξήγησε ότι η οικογένειά του δεν θεωρεί αποδεκτό να είναι κάποιος ομοφυλόφιλος, καθώς και ότι δεν αποκάλυψε ποτέ σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς του τον σεξουαλικό του προσανατολισμό.

 

Αναφορικά με τις προσωπικές του σχέσεις, ο Αιτητής ανέφερε ότι είχε συνάψει ορισμένες σοβαρές σχέσεις με άλλους άνδρες, μεταξύ των οποίων και εκείνη με τον πρώτο του έρωτα, ονόματι Joel, η οποία διήρκεσε από το 2014 έως το 2019–2020. Ερωτηθείς ως προς τον ακριβή χρόνο έναρξης της σχέσης, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να τον προσδιορίσει, λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος. Σε ερώτηση σχετικά με το πώς αισθανόταν τότε, απάντησε ότι επρόκειτο για την πρώτη του εμπειρία και τον πρώτο του έρωτα, τονίζοντας ότι το συναίσθημα που βίωνε ήταν ιδιαίτερα εσωτερικό (βλ. ερυθ. 48 2x).

 

Αναφορικά με τις ισχυριζόμενες απειλές που δέχτηκε, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι, μετά τον θάνατο του πατέρα του, άρχισαν να τον απειλούν (βλ. ερυθ. 54). Κληθείς να διευκρινίσει τις απειλές αυτές, ανέφερε ότι οι απειλές ξεκίνησαν όταν πέθανε η μητέρα του, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να αναφέρει ποιοι ακριβώς τον απείλησαν δηλώνοντας γενικώς ότι όλοι τον απειλούσαν, επειδή η κηδεία τελέστηκε στο σπίτι του (βλ. ερυθ.  53 2x). Ερωτηθείς εκ νέου σε ποιους ακριβώς αναφερόταν, ο Αιτητής δήλωσε ότι επρόκειτο για άτομα από την εκκλησία και για ξαδέρφια των γονέων του.

 

Ερωτηθείς σχετικά με το περιεχόμενο των λεγομένων των ατόμων αυτών, ο Αιτητής δήλωσε ότι του απέδιδαν ευθύνη για τον θάνατο των γονέων του, ισχυριζόμενοι ότι ο τρόπος ζωής του ήταν η αιτία (βλ. ερυθ. 53 2x). Σε ερώτηση εάν ειπώθηκε οτιδήποτε άλλο, ανέφερε ότι δεν παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα στον χώρο της κηδείας, καθότι, σε αντίθετη περίπτωση, υπήρχε κίνδυνος να του επιτεθούν, δεδομένου ότι, όπως δήλωσε, το ζήτημα ήταν ιδιαιτέρως σοβαρό. Κατόπιν επαναληπτικής ερώτησης, ισχυρίστηκε ότι του είπαν πως, εάν τον εντόπιζαν, θα τον έκαιγαν, διότι κρυβόταν. Ερωτηθείς εκ νέου ως προς το ποιοι προέβησαν στις δηλώσεις αυτές, απάντησε αόριστα ότι επρόκειτο για άτομα από τη γειτονιά του. Τέλος, σε ερώτηση να κατονομάσει τα εν λόγω άτομα, δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να το πράξει, επαναλαμβάνοντας ότι βρισκόταν κρυμμένος, πλην όμως μπορούσε να τους ακούει να συνομιλούν.

 

Περαιτέρω, αναφορικά με τον αριθμό των απειλών που φέρεται να δέχθηκε, ο Αιτητής δήλωσε ότι, από τον χρόνο θανάτου της μητέρας του, παρέμενε κρυμμένος εντός της οικίας του. Σε επαναληπτική ερώτηση, ανέφερε χαρακτηριστικά: «Δύο ημέρες. Κάποιες ήταν στην κηδεία, κάποιες ήταν απ’ έξω» (βλ. ερυθ. 52 1x).

 

Αναφορικά με τον θείο του, ο Αιτητής δήλωσε ότι τον θεωρούσε άτομο κακού χαρακτήρα, λόγω του ότι ήταν στρατιωτικός. Ως προς το επάγγελμά του, ανέφερε ότι δεν γνώριζε περισσότερες λεπτομέρειες, πέραν του ότι ήταν στρατηγός της αστυνομίας. Ερωτηθείς σχετικά με το σε ποιο τμήμα των Ενόπλων Δυνάμεων υπηρετούσε, ο Αιτητής δήλωσε ότι το είχε ξεχάσει (βλ. ερυθ. 51). Σε ερώτηση εάν ο θείος του εργαζόταν στον Στρατό ή στην Αστυνομία, απάντησε ότι δεν γνώριζε τη διαφορά μεταξύ των δύο. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η τελευταία φορά που είδε τον θείο του ήταν την ημέρα της σύλληψής του, κατά την οποία δεν είχαν καμία συνομιλία, αλλά ο θείος του στεκόταν δίνοντας εντολές στα άτομα που προέβησαν στη σύλληψή του. Τέλος, ο Αιτητής δήλωσε ότι, πέραν των βιασμών, δεν του συνέβη οτιδήποτε άλλο κατά τη διάρκεια της κράτησής του στη φυλακή (βλ. ερυθ. 46).

 

Ερωτηθείς για ποιον λόγο στο έντυπο ευαλωτότητας αναγράφεται ότι είχε δηλώσει πως δεχόταν καθημερινά ξυλοδαρμούς στη φυλακή με ζώνες, ο Αιτητής ανέφερε ότι το πρώτο άτομο που τον βίασε τον χτύπησε επίσης όταν εκείνος προσπάθησε να αρνηθεί, πλην όμως στη συνέχεια δεν τον ενόχλησε εκ νέου. Σε επαναληπτική ερώτηση, ισχυρίστηκε ότι ενδεχομένως πρόκειται για παρερμηνεία ή έλλειψη κατανόησης, προσθέτοντας ότι δεν θυμάται εάν είχε προβεί σε τέτοια δήλωση (βλ. ερυθ. 45/1x).

 

Σε παρατήρηση του Λειτουργού ότι στην αίτησή του για διεθνή προστασία αναφέρεται πως ο θείος του τον ξυλοκόπησε, ενώ κατά τη διάρκεια της συνέντευξης δήλωσε ότι δεν είχαν καν επικοινωνία μεταξύ τους, ο Αιτητής ανέφερε ότι ουδέποτε μίλησε με τον θείο του, ότι απλώς περιέγραψε όσα του συνέβησαν εντός της φυλακής και ότι δεν του ζητήθηκαν διευκρινίσεις ως προς τον τρόπο σύλληψής του. Ακολούθως, ισχυρίστηκε ότι εννοούσε πως φυλακίστηκε και βασανίστηκε, προσθέτοντας ότι ο βιασμός συνιστά μορφή βασανιστηρίου (βλ. ερυθ. 45/1x). Ερωτηθείς εκ νέου γιατί τότε ανέγραψε ότι ο θείος του ήταν εκείνος που τον κακοποίησε, ενώ κατά τη συνέντευξη υποστήριξε το αντίθετο, ο Αιτητής δήλωσε ότι ενδεχομένως το είχε εξηγήσει, πλην όμως δεν πίστευε ότι είχε καταγράψει κάτι τέτοιο.

 

Αναφορικά με τη διατροφή του κατά τη διάρκεια της κράτησής του στη φυλακή, ο Αιτητής ανέφερε ότι η αδελφή του τον επισκέφθηκε και του έφερε φαγητό. Ωστόσο, δήλωσε ότι δεν είχε όρεξη να φάει. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι δεν παρεχόταν καθόλου φαγητό στους κρατουμένους. Σε ερώτηση πώς επιβίωναν οι κρατούμενοι χωρίς τροφή, απάντησε ότι η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, καθότι, όπως δήλωσε, δεν τους έδιναν ποτέ φαγητό (βλ. ερυθ. 45/1x).

 

Σε παρατήρηση του Λειτουργού ότι στην αίτησή του για διεθνή προστασία αναγράφεται πως η μητέρα του απεβίωσε δύο εβδομάδες μετά τον θάνατο του πατέρα του, ενώ κατά τη συνέντευξη δήλωσε ότι απεβίωσε μία εβδομάδα αργότερα, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ενδέχεται να πρόκειται για λάθος, ότι δεν το εξέτασε επαρκώς και ότι πιθανόν έκανε σφάλμα (βλ. ερυθ. 44/1x). Περαιτέρω, σε παρατήρηση του Λειτουργού ότι στο έντυπο ευαλωτότητας αναφέρεται πως συνελήφθη μαζί με άνδρα από τη Γαλλία, ενώ κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ισχυρίστηκε κατ’ επανάληψη ότι ο άνδρας καταγόταν από το Βέλγιο (βλ. ερυθ. 62, 48/2x), ο Αιτητής δήλωσε ότι, για τον ίδιο, δεν υφίσταται καμία διαφορά, καθώς, όπως ανέφερε, όταν αναφέρεται στην Ευρώπη θεωρεί ότι η Γαλλία και το Βέλγιο είναι το ίδιο.

 

Τέλος, σε παρατήρηση του Λειτουργού, ότι η ομοφυλοφιλία δεν απαγορεύεται στην ΛΔΚ, ο Αιτητής δήλωσε ότι αυτό δεν είναι ορθό και ότι ακόμη και η κυβέρνηση και η εκκλησία είναι ενάντια (βλ. ερυθ. 44).

 

Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του από τους Καθ' ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε πέντε ισχυρισμούς:

 

Ο πρώτος ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, ο οποίος έγινε αποδεκτός.

 

Ο δεύτερος ισχυρισμός του Αιτητή, ότι είναι ομοφυλόφιλος, απορρίφθηκε κατόπιν αξιολόγησης βάσει του μοντέλου DSSH (Difference, Shame, Stigma, Harm). Χρησιμοποιώντας το μοντέλο αυτό, ο Λειτουργός, σε σχέση με τη διαφορετικότητα, έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με συγκεκριμένο, προσωπικό και βιωματικό τρόπο πότε και πώς συνειδητοποίησε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ούτε τα συναισθήματα, τις σκέψεις ή τις αλλαγές που αυτό επέφερε, απαντώντας κατ’ επανάληψη με γενικόλογο και αόριστο τρόπο.

Αναφορικά με τη ντροπή και το στίγμα, κρίθηκε ότι ο Αιτητής παρείχε γενικές και μη προσωπικές απαντήσεις για το πώς αισθανόταν, επικαλούμενος κοινωνικές αντιλήψεις της χώρας του, χωρίς να εκθέτει προσωπικές εμπειρίες ή εσωτερικούς προβληματισμούς. Αντίστοιχα, δεν μπόρεσε να δώσει συγκεκριμένες πληροφορίες για τη σχέση που φέρεται να διατηρούσε επί σειρά ετών. Ως προς τη βλάβη, κρίθηκε ότι ο Αιτητής περιέγραψε με γενικό τρόπο τις αρνητικές κοινωνικές αντιλήψεις απέναντι στους ομοφυλόφιλους στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, χωρίς ωστόσο να αναφέρει οποιαδήποτε προσωπική εμπειρία δίωξης ή κακομεταχείρισης, ενώ δήλωσε ότι δεν είχε αποκαλύψει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό στην οικογένειά του.

 

Κατά συνέπεια, ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς, προσωπικές και συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τη συνειδητοποίηση και τη βιωματική του εμπειρία ως ομοφυλόφιλος. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, σημειώθηκε ότι, μολονότι οι ομόφυλες σχέσεις δεν είναι ρητώς παράνομες στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, νόμοι περί δημόσιας αιδούς χρησιμοποιούνται στην πράξη για την ποινικοποίηση ιδιωτικών ομόφυλων σχέσεων.

 

Ο τρίτος ισχυρισμός, ότι ο Αιτητής συνελήφθη επ’ αυτοφώρω στο κρεβάτι με άλλον άνδρα από τον πατέρα του, ο οποίος υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και απεβίωσε τον Αύγουστο του 2021, απορρίφθηκε λόγω ασυνεπειών και αντιφάσεων στις δηλώσεις του. Ο Λειτουργός σημείωσε ότι ο ισχυρισμός αυτός συνδέεται άρρηκτα με τον δεύτερο ισχυρισμό, ο οποίος κρίθηκε μη αξιόπιστος, γεγονός που υπονομεύει σοβαρά και την αληθοφάνειά του.

 

Περαιτέρω, η αυτοτελής εξέταση των δηλώσεων κατέδειξε ότι ο Αιτητής δεν παρουσίασε συνεκτική και συνεπή αφήγηση. Συγκεκριμένα, προέκυψαν αντιφάσεις ως προς την ημερομηνία του περιστατικού (17/08/2021, 19/08/2021 ή αδυναμία ανάκλησης), τις οποίες απέδωσε γενικά σε τραυματική κατάσταση. Αντίστοιχες ασυνέπειες διαπιστώθηκαν ως προς τον χρόνο θανάτου της μητέρας του, την καταγωγή του άνδρα με τον οποίο συνελήφθη (Γαλλία ή Βέλγιο), καθώς και τη συμμετοχή του στην κηδεία του πατέρα του.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, λόγω του κατεξοχήν προσωπικού χαρακτήρα του ισχυρισμού, δεν κατέστη δυνατή η επιβεβαίωσή του μέσω εξωτερικών πηγών, ενώ ως προς το κοινωνικό πλαίσιο στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό παραπέμπει στις ίδιες πηγές που εξετάστηκαν στο πλαίσιο του προηγούμενου ισχυρισμού.

 

Ο τέταρτος ισχυρισμός αφορούσε ότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι έλαβε απειλές κατά της ζωής του από άτομα μετά τον θάνατο των γονέων του, ο οποίος ομοίως δεν έγινε αποδεκτός, καθότι κρίθηκε πως οι δηλώσεις του ήταν ιδιαίτερα αόριστες, μη συγκεκριμένες, μη λεπτομερείς και, σε ορισμένα σημεία, ασυνεπείς. Αρχικά ο Λειτουργός σημειώνει εκ νέου ότι ο ισχυρισμός αυτός συνδέεται άρρηκτα με τον δεύτερο ισχυρισμό. Δεδομένου ότι ο δεύτερος ισχυρισμός κρίθηκε μη αξιόπιστος, η αληθοφάνεια του παρόντος ισχυρισμού υπονομεύεται σοβαρά, προσθέτοντας ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του κατά τρόπο επαρκώς λεπτομερή και συγκεκριμένο. Σύμφωνα με τις καταγραφές του Λειτουργού, ο  Αιτητής ισχυρίστηκε αόριστα ότι, μετά τον θάνατο του πατέρα του, άρχισαν να τον απειλούν. Ως προς τις απειλές που δέχτηκε  και τα άτομα που τον απείλησαν δεν ήταν σε θέση να παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες, ούτε ήταν σε θέση να εξηγήσει τον αριθμό των απειλών που δέχθηκε. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, κρίθηκε ότι λόγω του προσωπικού χαρακτήρα των δηλώσεων του, δεν κατέστη δυνατό να τεκμηριωθούν οι φερόμενες απειλές βάσει εξωτερικών πηγών.

 

Ο πέμπτος ισχυρισμός, ο οποίος αφορούσε στο ότι ο θείος του Αιτητή τον έστειλε στη φυλακή στις 31.08.2021, όπου υπέστη τρεις βιασμούς και αποφυλακίστηκε μετά από 18 ημέρες, δεν έγινε αποδεκτός, καθώς ο Λειτουργός έκρινε ότι οι σχετικές δηλώσεις ήταν ασυνάρτητες, αντιφατικές και ελλιπείς σε ουσιώδεις λεπτομέρειες. Επισημάνθηκε ότι ο ισχυρισμός αυτός συνδέεται άρρηκτα με τον δεύτερο και τους λοιπούς απορριφθέντες ισχυρισμούς, γεγονός που υπονομεύει σοβαρά την αληθοφάνειά του.

 

Ο Λειτουργός διαπίστωσε ασυνέπειες ως προς τον τόπο κράτησης (Makala ή Ndolo), καθώς και αοριστία ως προς τις συνθήκες σύλληψης, κράτησης και αποφυλάκισης. Κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε συγκεκριμένες και συνεκτικές πληροφορίες για τα πρόσωπα που φέρεται να τον κακοποίησαν, ούτε για τα περιστατικά των τριών βιασμών, τα οποία περιέγραψε με γενικό και μη βιωματικό τρόπο. Ομοίως, δεν κατόρθωσε να προσδιορίσει τον χρόνο τέλεσης των περιστατικών, το αδίκημα για το οποίο κατηγορήθηκε, ούτε τον ρόλο και τον χαρακτήρα του θείου του. Περαιτέρω, ο Λειτουργός σημείωσε αντιφάσεις μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή και των καταγραφών στο έντυπο ευαλωτότητας, ιδίως ως προς τους φερόμενους καθημερινούς ξυλοδαρμούς στη φυλακή και την εμπλοκή του θείου του στην κακοποίησή του, τις οποίες ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να εξηγήσει πειστικά. Αντιφατικές κρίθηκαν επίσης οι δηλώσεις του σχετικά με τη διατροφή του κατά την κράτησή του. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο Λειτουργός έκρινε ότι δεν υφίστανται πηγές που να επιβεβαιώνουν τους προσωπικούς ισχυρισμούς του Αιτητή. Διαπιστώθηκε ωστόσο, βάσει εξωτερικών πηγών, η ύπαρξη των φυλακών Makala και Ndolo στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, καθώς και ότι η Ndolo αποτελεί στρατιωτική φυλακή με ιδιαίτερα σκληρές και επικίνδυνες συνθήκες κράτησης.

Top of Form

 

Bottom of Form

Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ενόψει του ισχυρισμού ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, ο Λειτουργός, αφού έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα στην ΛΔΚ, έκρινε, ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση που επιστρέψει στην χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στην ΛΔΚ, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, αφού η ΛΔΚ δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Η εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του Λειτουργού όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:

 

Καταρχάς, συμφωνώ και συντάσσομαι με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την αξιοπιστία του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και γίνεται αποδεκτός. Ειδικότερα, δεν ανακύπτει ουσιαστική αμφισβήτηση ως προς την υπηκοότητα του Αιτητή, την καταγωγή του από την Kinshasa της ΛΔΚ, καθώς και τα βασικά στοιχεία του προσωπικού και κοινωνικού του προφίλ, όπως αυτά επιβεβαιώθηκαν κατά τη συνέντευξη.

 

Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής είναι ομοφυλόφιλος και ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, αρχικώς επισημαίνω ότι ο Λειτουργός εφαρμόζοντας το μοντέλο αξιολόγησης DSSH (DifferenceShameStigmaHarm) έθεσε διάφορα ερωτήματα προκειμένου να διακρίνει εκείνα τα στοιχεία (key elements) που θα καταδείκνυαν την αξιοπιστία του ισχυρισμού του Αιτητή. Επισημαίνω ότι διατηρώ τις επιφυλάξεις μου ως προς το μοντέλο DSSH το οποίο χρησιμοποιήθηκε και το οποίο τα τελευταία έτη φαίνεται να επικρίνεται ως προς τον τρόπο που αυτό χρησιμοποιείται από τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων, ήτοι με τρόπο που κανονικοποιεί και ομογενοποιεί τη σεξουαλικότητα και την ταυτότητα των αιτούντων και τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα αυτά θα πρέπει να εκφράζονται. Ιδιαίτερα, επικρίνεται πως, όπως κάθε κανονιστικό μοντέλο, έτσι και το DSSH δύναται να και έχει αποδειχθεί ότι χρησιμοποιείται καταχρηστικά, για παράδειγμα με την προσέγγιση του «κουτιού επιλογής», η οποία μπορεί να ενισχύσει τα στερεότυπα, ιδίως στην περίπτωση της αξιολόγησης της «ντροπής» «shame» [6]. Επισημαίνεται ότι η ανταπόκριση κάθε ατόμου στον σεξουαλικό του προσανατολισμό είναι ατομική και αντιπαραβάλλεται προς την προσωπική του ιστορία, τον πολιτισμό και την κοινωνικοοικονομική του κατάσταση.

 

Πιο συγκεκριμένα, το μοντέλο αυτό φαίνεται να ακολουθεί μια γραμμική αφήγηση γύρω από τη σεξουαλικότητα, κάτι που δεν ταιριάζει πάντα με τις εμπειρίες από διαφορετικές κουλτούρες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη αιτήσεων, όταν οι αιτητές δεν ακολουθούν συγκεκριμένες δυτικές αντιλήψεις για τη σεξουαλική ταυτότητα ή τις προσωπικές τους εμπειρίες. Για παράδειγμα, οι αποφάσεις βασίζονται συχνά σε στερεότυπα, όπως η υπόθεση ότι κάποιος πρέπει να έχει βιώσει ντροπή (Shame) για τη σεξουαλική του ταυτότητα, κάτι που δεν ισχύει πάντα για όλους τους αιτητές[7]. Συνεπώς στις περιπτώσεις απουσίας συγκεκριμένων στοιχείων ή συναισθημάτων που σχετίζονται με την ντροπή ή το στίγμα, η διαδικασία αξιολόγησης ακολουθώντας τις κατευθύνσεις του DSSH μπορεί να υπονομεύσει την αξιοπιστία των αιτητών. Και τούτο, καθώς παραβλέπει ότι πολλές σύγχρονες κοινωνίες, ακόμα και σε χώρες καταγωγής των αιτητών, μπορεί να μην επιβάλλουν απαραίτητα τέτοια συναισθήματα, ή οι αιτητές μπορεί να έχουν εσωτερικεύσει την ταυτότητά τους διαφορετικά[8]​. Περαιτέρω, το μοντέλο λαμβάνει υπόψη ότι θεωρείται πως οι αιτητές θα πρέπει να έχουν βιώσει μια εσωτερική πάλη με τη σεξουαλικότητά τους προτού την εξωτερικεύσουν. Μια τέτοια όμως αντιμετώπιση, αγνοεί το γεγονός ότι ορισμένοι αιτητές, λόγω πολιτισμικών διαφορών, μπορεί να μην έχουν την ίδια εμπειρία αυτοαποδοχής που προϋποθέτει το μοντέλο[9].

Φρονώ καταληκτικά πως, το μοντέλο DSSH, αν και προσφέρει μια δομημένη προσέγγιση, μπορεί να περιορίσει την κατανόηση της πολυπλοκότητας των εμπειριών των αιτητών, αν δεν εφαρμόζεται με ευαισθησία προς τις πολιτισμικές διαφοροποιήσεις και τις μοναδικές εμπειρίες κάθε ατόμου. Τούτο, καθώς επιβάλλει απροκάλυπτα ένα σταθερό μοτίβο που όλοι, ανεξάρτητα από την κουλτούρα ή τη γνώση των εννοιών του σεξουαλικού προσανατολισμού, θα βιώσουν κατά την ανάπτυξη της σεξουαλικής τους ταυτότητας.

 

Δεν θα ακολουθήσω λοιπόν το μοντέλο αυτό, το οποίο αποτελεί άλλωστε καθοδηγητικό και μόνο εργαλείο για την αξιολόγηση τέτοιας φύσεως ισχυρισμών, αλλά θα αξιολογήσω τους ισχυρισμούς του Αιτητή με βάση τους κοινώς αποδεκτούς δείκτες αξιοπιστίας έχοντας κατά νου ότι δεν υπάρχουν καθολικά χαρακτηριστικά ή ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ+ και δεν πρέπει να λαμβάνονται ως δεδομένα η παρουσία ή απουσία συγκεκριμένων στερεοτυπικών συμπεριφορών ή εμφάνισης για την αξιολόγηση του σεξουαλικού προσανατολισμού ενός ατόμου.

 

Προχωρώντας τώρα στην εξέταση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή και έχοντας μελετήσει ενδελεχώς τα ενώπιόν μου δεδομένα, θα συμφωνήσω με τα ευρήματα της Υπηρεσίας Ασύλου περί εσωτερικής αναξιοπιστίας του ισχυρισμού αυτού. Εξέταση των απαντήσεων και του αφηγήματος του Αιτητή αποκαλύπτει σημαντικά προβλήματα που υπονομεύουν την εσωτερική του αξιοπιστία και εγείρουν αμφιβολίες σχετικά με την αυθεντικότητα των ισχυρισμών του.

 

Ειδικότερα, από το σύνολο των δηλώσεων του Αιτητή, όπως αυτές καταγράφηκαν κατά τη συνέντευξη, προκύπτει ότι δεν κατόρθωσε να αποδώσει με προσωπικό, συνεκτικό και βιωματικό τρόπο τη διαδικασία αυτοσυνειδητοποίησης του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Παρότι τοποθέτησε χρονικά τη συνειδητοποίηση αυτή σε νεαρή ηλικία, οι σχετικές του αναφορές περιορίζονται σε γενικές διαπιστώσεις περί έλξης προς άνδρες, χωρίς ουσιαστική περιγραφή των σκέψεων, συναισθημάτων, εσωτερικών συγκρούσεων ή μεταβολών που συνήθως συνοδεύουν μια τέτοια εμπειρία. Οι απαντήσεις του κινούνται κατ’ επανάληψη σε γενικόλογες και αφηρημένες διατυπώσεις (όπως ότι «είναι φυσικό», ότι «ακολουθεί την καρδιά του» ή ότι «τα αφήνει στον Θεό»), οι οποίες στερούνται εξατομίκευσης και βιωματικού περιεχομένου.

 

Περαιτέρω, ο τρόπος με τον οποίο περιέγραψε το αίσθημα ντροπής και την απόκρυψη του σεξουαλικού του προσανατολισμού εμφανίζεται κοινωνιολογικός και όχι προσωπικός, καθόσον επικαλείται γενικώς τις αντιλήψεις της χώρας καταγωγής του περί ντροπής και κοινωνικού στίγματος, χωρίς να συνδέει τις αντιλήψεις αυτές με συγκεκριμένα προσωπικά βιώματα, αντιδράσεις του περιβάλλοντός του ή εσωτερικούς προβληματισμούς. Αντίστοιχα, οι δηλώσεις του σχετικά με το πώς διαχειριζόταν ή απέκρυπτε την έλξη του προς άνδρες παραμένουν αποσπασματικές και δεν συγκροτούν μια συνεκτική και βιωμένη αφήγηση.

 

Επιπλέον, οι αναφορές του στις προσωπικές και συναισθηματικές του σχέσεις με άνδρες δεν συνοδεύονται από τις αναγκαίες συγκεκριμένες και εξατομικευμένες λεπτομέρειες. Ειδικότερα, παρότι επικαλέστηκε μακροχρόνια σχέση, αδυνατούσε να προσδιορίσει βασικά χρονικά σημεία αυτής, να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο τη βίωνε ή να εξηγήσει τα συναισθήματά του πέραν της γενικής αναφοράς ότι επρόκειτο για «εσωτερικό» συναίσθημα. Η αδυναμία αυτή καθίσταται ιδιαιτέρως κρίσιμη, δεδομένου ότι ο ίδιος προβάλλει τις εν λόγω σχέσεις ως κεντρικό στοιχείο της προσωπικής του ταυτότητας.

 

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, ο ισχυρισμός περί σεξουαλικού προσανατολισμού, ως θεμελιώδης πυρήνας του αφηγήματος του Αιτητή, δεν εδραιώνεται επαρκώς σε επίπεδο εσωτερικής αξιοπιστίας, καθόσον οι δηλώσεις του στερούνται της αναγκαίας συνοχής, συγκεκριμενοποίησης και βιωματικής διάστασης που θα επέτρεπαν την αποδοχή του ως αξιόπιστου και πειστικού.

 

Προχωρώντας σε εξέταση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού του Αιτητή το Δικαστήριο προσέτρεξε σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στη ΛΔΚ, από την οποία προέκυψαν τα ακόλουθα:

 

·         Ως αναφέρει το Freedom House, παρόλο που η ομοφυλοφιλία δεν ποινικοποιείται ρητά, τα ΛΟΑΤΚ+ άτομα περιθωριοποιούνται.[10] Πέραν τούτου, τα ΛΟΑΤΚ+ άτομα συχνά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν νομικές διακρίσεις βάσει νόμων περί δημοσίας αιδούς και άλλων ευρύτερων νομοθετικών διατάξεων ενώ ορισμένες από τις διατάξεις παραμένουν ανοιχτές σε ερμηνείες οδηγώντας σε διώξεις και ποικίλες παραβιάσεις των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων.[11] Ως έχει παρατηρηθεί από την τοπική οργάνωση Rainbow Sunrise Mapambazuko (RSM), η οποία έχει ως στόχο την προώθηση των δικαιωμάτων της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας στη ΛΔΚ και την Αφρική, καθώς και από το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο των Ηνωμένων Εθνών (Committee on Economic, Social and Cultural Rights), το Άρθρο 176 του Ποινικού Κώδικα χρησιμοποιείται συχνά προς τον σκοπό της ποινικοποίησης των ομόφυλων σχέσεων.[12]

 

·         Η περιοδική έκθεση που κατέθεσε η ΛΔΚ στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ τον Νοέμβριο του 2024, έδειξε ότι η κυβέρνηση σημείωσε μικρή πρόοδο στην αντιμετώπιση παραβιάσεων δικαιωμάτων. Ειδικότερα, παρότι κατά την εξέταση της προηγούμενης περιοδικής της έκθεσης, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό έλαβε υπόψη της συστάσεις που αφορούσαν και την προστασία των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, η θέση της ΛΔΚ σε αυτά τα ζητήματα παραμένει ως είχε.[13]

 

·         Ως αναφέρει η επιτροπή CESCR του ΟΗΕ, η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα αντιμετωπίζει στιγματισμό και διακρίσεις κατά την απόλαυση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών τους δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης στην εργασία, τη στέγαση, την υγειονομική περίθαλψη και την εκπαίδευση.[14] Σε πληροφορίες που παρουσιάστηκαν ενώπιον του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ τον Αύγουστο του 2024 από τοπικούς, μη κυβερνητικούς οργανισμούς της ΛΔΚ, αναφέρεται ότι, αν και δεν υπήρχε ρητή ποινικοποίηση των σχέσεων του ίδιου φύλου, το 75% των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στη ΛΔΚ δεν είχαν πρόσβαση σε υπηρεσίες όπως η εκπαίδευση, η εργασία, η στέγαση, η υγειονομική περίθαλψη και η κοινωνική ασφάλιση, λόγω συστηματικού στιγματισμού και διακρίσεων ενώ οι θρησκευτικοί ηγέτες και οι κυρίαρχες πολιτισμικές πεποιθήσεις για την μαγεία συνέβαλαν στον στιγματισμό και την περιθωριοποίηση αυτών των ατόμων.[15] Επιπλέον, τόσο τα μέσα ενημέρωσης όσο και οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, χρησιμοποιούνται για να προωθήσουν βία και διακρίσεις εναντίον των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων.[16]

 

·         Ο αυτοπροσδιορισμός ως ΛΟΑΤΚ+ θεωρείται «πολιτισμικό ταμπού».[17] Σύμφωνα με την έκθεση του United States Department of State, δημοσιευθείσα το 2024, άτομα της εν λόγω κοινότητας υπόκεινται σε παρενόχληση, στιγματισμό και βία συμπεριλαμβανομένου του «διορθωτικού βιασμού» («corrective rape») από κρατικούς και μη κρατικούς φορείς.[18] Περαιτέρω δε, η ως άνω έκθεση σημειώνει ότι τοπικοί οργανισμοί ανέφεραν αρκετές περιπτώσεις όπου ΛΟΑΤΚ+ άτομα υποβλήθηκαν σε ψυχιατρική θεραπεία ή θρησκευτικά τελετουργικά για να «αλλάξουν» τον σεξουαλικό προσανατολισμό του ατόμου. Σε κάποιες περιπτώσεις, υπέστησαν και σωματική βία.[19]

 

·         Σε σχετικό σημείωμα της ACCORD, αναφέρεται ότι τον Φεβρουάριο του 2022, η Διεθνής Ένωση ILGA σε συνεργασία με τη μη κυβερνητική οργάνωση WEKA Organisation (WEO) που εδρεύει στη ΛΔΚ δημοσίευσε μια έκθεση («shadow report») για την προαναφερθείσα Επιτροπή για την Κρατική Έκθεση για την εφαρμογή του Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, η οποία αναφέρει ότι, κατόπιν έρευνας που έγινε στην χώρα περί το 2015 η κοινωνία παραμένει βαθιά ομοφοβική, εφόσον 96% των Κονγκολέζων δεν πιστεύουν ότι η ομοφυλοφιλία πρέπει να γίνεται αποδεκτή, ενώ παρόμοιο ποσοστό δεν θα ανεχόταν ομοφυλόφιλους γείτονες.[20] Η ίδια πηγή αναφέρει ότι το 2021 καταγγέλθηκαν 179 περιστατικά σε τοπικές οργανώσεις, καταγράφοντας 226 παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚ+ ατόμων.[21]

 

·         Σύμφωνα με την έκθεση του Προγράμματος Ανάπτυξης του ΟΗΕ (UNDP), οι περισσότεροι ηγέτες της ΛΔΚ «αναγνωρίζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα όλων των Κονγκολέζων γενικά, κάτι που περιλαμβάνει και τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα», ωστόσο δεν αναγνωρίζουν ρητά τα δικαιώματα που σχετίζονται με την ταυτότητα φύλου και τον σεξουαλικό προσανατολισμό.[22] Πηγές παραπέμπουν σε τοπικές οργανώσεις οι οποίες αναφέρουν ότι οι αρχές σπανίως προέβαιναν στην διερεύνηση, δίωξη ή τιμωρία οργάνων του κράτους που πραγματοποιούσαν παραβιάσεις δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚ+ ατόμων.[23] Περαιτέρω, πηγές αναφέρουν πως τα περισσότερα ΛΟΑΤΚΙ άτομα δεν υποβάλλουν καταγγελίες στις αρχές λόγω φόβου αντιποίνων και περαιτέρω στοχοποίησης.[24] Όπως αναφέρεται σε έκθεση του Καναδικού Συμβουλίου για τη Μετανάστευση και τους Πρόσφυγες, σύμφωνα εκπρόσωπο της τοπικής οργάνωσης Rainbow Sunrise (RSM), δεν υπάρχουν υπηρεσίες υποστήριξης για μέλη σεξουαλικών μειονοτήτων και μειονοτήτων λόγω φύλου στη ΛΔΚ.[25]

Λαμβάνοντας υπόψη τα ήδη καταγεγραμμένα στοιχεία για τη θέση των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στη ΛΔΚ, προκύπτει ότι η χώρα παρουσιάζει ένα ιδιαίτερα δυσμενές περιβάλλον γι’ αυτή την ομάδα: υψηλά ποσοστά κοινωνικής ομοφοβίας, σοβαρός στιγματισμός, εκτεταμένες διακρίσεις και καταγεγραμμένες παραβιάσεις δικαιωμάτων, τόσο από κρατικούς όσο και από μη κρατικούς φορείς. Υπό αυτή τη γενική εικόνα, ένας ισχυρισμός ΛΟΑΤΚΙ+ ταυτότητας και φόβου δίωξης λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ πρώτης όψεως απίθανος ή ασύμβατος με τις συνθήκες της χώρας καταγωγής.

 

Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή δεν αρκεί από μόνη της για τη θεμελίωση διεθνούς προστασίας. Το κρίσιμο ζήτημα συνίσταται στο κατά πόσο η γενική αυτή εικόνα συνδέεται με τρόπο πειστικό και εξατομικευμένο με την περίπτωση του συγκεκριμένου Αιτητή. Εν προκειμένω, και όπως έχει ήδη αναλυθεί, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να συγκροτήσει ένα εσωτερικά αξιόπιστο αφήγημα ως προς τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ούτε να καταδείξει την ύπαρξη συγκεκριμένου και προσωπικού κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης από την οικογένειά του, τις αρχές ή άλλους φορείς. Οι σχετικές του αναφορές περιορίστηκαν, κατά κύριο λόγο, σε γενικές περιγραφές της κοινωνικής πραγματικότητας στη ΛΔΚ, χωρίς παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών προσωπικής στοχοποίησης ή βιωμένης βλάβης.

 

Κατά συνέπεια, μολονότι η γενική κατάσταση στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό καταδεικνύει ότι άτομα ΛΟΑΤΚΙ ενδέχεται, υπό ορισμένες περιστάσεις, να αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο κοινωνικού αποκλεισμού ή κακομεταχείρισης, στην υπό κρίση περίπτωση η έλλειψη εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή δεν επιτρέπει τη σύνδεση της αντικειμενικής αυτής πραγματικότητας με τη δική του προσωπική κατάσταση. Ως εκ τούτου, η εξωτερική εικόνα της χώρας καταγωγής δεν επαρκεί για να καταστήσει βάσιμο τον συγκεκριμένο ισχυρισμό.

 

Κατ’ ακολουθίαν, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή απορρίπτεται ως μη αξιόπιστος.

Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής συνελήφθη επ’ αυτοφώρω σε ερωτική περίσταση με άνδρα από τον πατέρα του και ότι το γεγονός προκάλεσε το σοκ που οδήγησε στον θάνατο του πατέρα και ακολούθως της μητέρας του, δεν δύναται επίσης να γίνει αποδεκτός.

 

Καταρχάς, συμφωνώ με την προσέγγιση του Λειτουργού ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον δεύτερο ισχυρισμό περί του σεξουαλικού προσανατολισμού. Δεδομένου ότι ο θεμελιώδης ισχυρισμός περί ομοφυλοφιλίας δεν κρίθηκε αξιόπιστος, η αληθοφάνεια του παρόντος πυρήνα γεγονότων αποδυναμώνεται καίρια.

 

Περαιτέρω, ακόμη και αυτοτελώς εξεταζόμενος, ο ισχυρισμός συνοδεύεται από ουσιώδεις αποκλίσεις: καταγράφονται διαφορετικές ημερομηνίες για το κεντρικό περιστατικό (17.08.2021, 19.08.2021 ή αδυναμία ανάκλησης), καθώς και αντιφάσεις ως προς τον χρόνο θανάτου της μητέρας (μία εβδομάδα ή δύο εβδομάδες μετά τον πατέρα). Οι εξηγήσεις που δίδονται («τραύμα», «λάθος») παραμένουν γενικές και δεν αίρουν την ασυνέπεια ως προς γεγονότα που αποτελούν τον πυρήνα του αφηγήματος.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, το περιστατικό, λόγω του έντονα προσωπικού χαρακτήρα του, δεν είναι αντικειμενικά επιδεκτικό επιβεβαίωσης με εξωτερικές πηγές, στοιχείο που καθιστά ακόμη πιο κρίσιμη την απαίτηση εσωτερικής συνοχής, η οποία εν προκειμένω δεν πληρούται.

 

Καταλήγω συνεπώς ότι και ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίπτεται.

 

Αναφορικά με τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό περί απειλών κατά της ζωής του από τρίτους μετά τον θάνατο των γονέων του, φρονώ πως ούτε αυτός  τεκμηριώνεται επαρκώς και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.

 

Σύμφωνα με τα καταγραφόμενα, οι αναφορές του Αιτητή ως προς τους δράστες, τη συχνότητα, την ένταση και το πλαίσιο των απειλών παραμένουν αόριστες και μεταβαλλόμενες (π.χ. «όλοι», «άτομα γειτονιάς», «άτομα από εκκλησία», «ξαδέρφια των γονέων»), χωρίς δυνατότητα σαφούς ταυτοποίησης, χωρίς ονομαστικές αναφορές και χωρίς συγκεκριμένα περιστατικά πέραν γενικών περιγραφών. Επιπλέον, προκύπτει σύγχυση ως προς τη χρονική έναρξη/διάρκεια των απειλών (μετά τον θάνατο του πατέρα ή μετά τον θάνατο της μητέρας, διάρκεια «δύο ημέρες» κ.ο.κ.). Η έλλειψη συγκεκριμένων, εξατομικευμένων και συνεκτικών λεπτομερειών υπονομεύει την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, λόγω της φύσης του ισχυρισμού (ιδιωτικές απειλές), δεν καθίσταται εφικτή η εξωτερική τεκμηρίωση, πλην όμως αυτό δεν αίρει την υποχρέωση του Αιτητή να παρουσιάσει συνεκτική και λεπτομερή αφήγηση, πράγμα που, κατά την κρίση του Λειτουργού, δεν συνέβη.

 

Καταλήγω συνεπώς ότι και ο τέταρτος ισχυρισμός απορρίπτεται.

 

Αναφορικά με τον πέμπτο ουσιώδη ισχυρισμό του, ήτοι ότι ο θείος του Αιτητή τον έστειλε στη φυλακή στις 31.08.2021 και ότι κατά την κράτησή του υπέστη τρεις βιασμούς πριν αποφυλακιστεί μετά από 18 ημέρες, ομοίως δεν γίνεται αποδεκτός. Και εδώ, συμφωνώ με τη βασική θέση του Λειτουργού ότι ο ισχυρισμός συναρτάται με τους προηγούμενους απορριφθέντες ισχυρισμούς (ιδίως τον δεύτερο και τον τρίτο), συνεπώς η συνολική αληθοφάνειά του εκκινεί ήδη αποδυναμωμένη.

 

Πέραν τούτου, αυτοτελώς εξεταζόμενος, ο ισχυρισμός χαρακτηρίζεται από εσωτερικές ασυνέπειες και ελλείψεις: αντιφάσεις ως προς τον τόπο κράτησης (άλλοτε Makala, άλλοτε Ndolo), αοριστία ως προς το πώς και για ποιο αδίκημα κρατήθηκε, απουσία πειστικής εξήγησης για την αποφυλάκιση, καθώς και αδυναμία παροχής συγκεκριμένων πληροφοριών για τα πρόσωπα που φέρονται να προέβησαν στην κακοποίηση (άλλοτε «κρατούμενοι», άλλοτε «υψηλόβαθμο προσωπικό»). Οι περιγραφές των επιμέρους περιστατικών, κατά τα καταγραφόμενα, παραμένουν γενικές, χωρίς χρονική ακολουθία που να αποσαφηνίζεται και χωρίς επαρκείς εξατομικευμένες λεπτομέρειες. Περαιτέρω, εντοπίζονται αποκλίσεις μεταξύ των δηλώσεων στη συνέντευξη και προηγούμενων καταγραφών (έντυπο ευαλωτότητας/αίτηση), ιδίως ως προς τον ισχυρισμό περί καθημερινών ξυλοδαρμών με ζώνες και ως προς τον ισχυρισμό ότι ο θείος τον ξυλοκόπησε, τις οποίες ο Αιτητής δεν εξήγησε ικανοποιητικά. Αντίστοιχα, καταγράφονται αντιφατικές δηλώσεις ως προς τη διατροφή του κατά την κράτηση (επισκέψεις αδελφής με φαγητό έναντι ισχυρισμού ότι δεν δινόταν ποτέ τροφή).

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, δεν προκύπτουν πηγές που να επιβεβαιώνουν τους προσωπικούς ισχυρισμούς κράτησης/κακοποίησης. Επιβεβαιώνεται, ωστόσο, η ύπαρξη των φυλακών Makala και Ndolo και ότι η Ndolo συνιστά στρατιωτική φυλακή με δύσκολες συνθήκες κράτησης. Πλην όμως, τούτο δεν αρκεί για να αποκαταστήσει την εσωτερική αξιοπιστία των ειδικών και εξατομικευμένων ισχυρισμών του Αιτητή.

 

Καταλήγω συνεπώς ότι και ο πέμπτος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίπτεται.

 

Υπό το φως των προλεχθέντων και του ισχυρισμού περί προσωπικών στοιχείων του Αιτητή που έγινε αποδεκτός από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν διαπιστώνονται δείκτες κινδύνου έναντι της ζωής του, σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, ιδιαιτέρως υπό τον ορισμό και προϋποθέσεις του προφίλ του πρόσφυγα, άρθρο 1Α της Συνθήκης της Γενεύης και άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα να υπαχθεί ο Αιτητής στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, ως αυτό καθορίζεται στην εθνική μας νομοθεσία.  Ειδικότερα, το άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει ότι:

«το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής.»

 

Ο ορισμός της «σοβαρής» ή «σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβη» καλύπτει δυνάμει του άρθρου 19(2) εξαντλητικά, τρεις διαφορετικές καταστάσεις, ήτοι :

(α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή

 

(β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ή

 

(γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Έχοντας υπόψη τις περιστάσεις που διαλαμβάνονται στην υπό κρίση υπόθεση, ο Αιτητής δεν μπορεί να ενταχθεί στα υπό (α) και (β) ανωτέρω εδάφια. Εξέτασης συνεπώς χρήζει το εδάφιο (γ) του άρθρου 19(2).

 

Ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν αναφορικά την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επεσήμανε στην απόφαση του CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[26] ότι συνιστούν:

 

«(.) μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (βλ. σκέψη 43 της απόφασης)

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του Sufi and Elmι[27], αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Όπως επίσης διευκρίνισε το ΔΕΕ στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[28] :

 

 «33. Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας βλάβη, καθόσον συνίσταται σε «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» του αιτούντος, αναφέρεται σε ένα γενικότερο κίνδυνο βλάβης.

 

34.Συγκεκριμένα, η βλάβη αυτή αφορά, ευρύτερα, «απειλή [.]κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» αμάχου και όχι συγκεκριμένες πράξεις βίας. Επιπροσθέτως, η απειλή αυτή είναι συμφυής με μια γενική κατάσταση «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης». Τέλος, η βία από την οποία προέρχεται η εν λόγω απειλή χαρακτηρίζεται ως «αδιακρίτως» ασκούμενη, όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους.

 

35. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ, της οδηγίας.

 

36. Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται  από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».

 

37.  Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.

 

38. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.

 

39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».

 

Στη βάση της ως άνω νομολογίας, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[29] και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης του Αιτητή, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την πόλη Kinshasa, από την οποία προκύπτει ότι η κατάσταση παραμένει ασταθής κυρίως στο ανατολικό τμήμα της Λ.Δ.Κ., καθώς υπάρχουν ένοπλες ομάδες και η διακοινοτική βία, η οποία μπορεί να επηρεάσει την πολιτική κατάσταση, την ασφάλεια και την ανθρωπιστική κατάσταση.  Καταγράφονται επίσης συνεχείς αναφορές για πολλές πόλεις στην ανατολική ΛΔΚ που δέχθηκαν επίθεση ή έπεσαν υπό τον προσωρινό έλεγχο ένοπλων ομάδων.  Πιο πρόσφατα στοιχεία, βάσει της βάσης δεδομένων RULAC[30], μια πρωτοβουλία της Ακαδημίας Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Γενεύης, έως τον Ιούνιο του 2024, αναφέρουν ότι η κατάσταση στην Kinshasa, δεν κατατάσσεται ως ένοπλη σύγκρουση σύμφωνα με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο.

 

Το RULAC παρακολουθεί και κατατάσσει τις ένοπλες συγκρούσεις με βάση αυστηρά νομικά κριτήρια και δεν αναφέρει την Kinshasa ως περιοχή που βιώνει τέτοια σύγκρουση.  Σύμφωνα με μια εστιασμένη έκθεση COI που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2025 σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔK από το βέλγικο Κέντρο Τεκμηρίωσης και Έρευνας (CEDOCA), «όσον αφορά την Kinshasa, αναφέρθηκαν σποραδικά περιστατικά ασφαλείας κατά τη διάρκεια του 2024, συμπεριλαμβανομένων διαδηλώσεων, μιας απόπειρας πραξικοπήματος, μιας απόδρασης από τη φυλακή Makala και ορισμένων επεισοδίων στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku λόγω της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe».  Η ίδια πηγή, επικαλούμενη πληροφορίες από το United Nations Joint Human Rights Office, ανέφερε ότι η επαρχία της Kinshasa ήταν «ανεπηρέαστη από ένοπλη σύγκρουση» και ότι «από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, εκτός από διαδηλώσεις κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σοβαρά περιστατικά ασφαλείας στην Kinshasa»[31]. Τον Ιανουάριο του 2025, διαδηλωτές στην Kinshasa επιτέθηκαν σε πρεσβείες και προκάλεσαν πυρκαγιές στο πλαίσιο ενός ξεσπάσματος διαδηλώσεων κατά της επίθεσης των ανταρτών M23 στην ανατολική περιοχή[32].

 

Εξετάζοντας την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή (Kinshasa), όπου δηλαδή ευλόγως αναμένεται ότι θα επιστρέψει, και καθώς τα συμπεράσματά μου επί της αξιοπιστίας του Αιτητή συνάδουν με αυτά του Λειτουργού EUAA κατά την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησής του, αναφέρω ότι, όσον αφορά στην Kinshasa, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 23.01.2026), καταγράφηκαν 48 περιστατικά πολιτικής βίας (“political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 57 θάνατοι.[33] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Κινσάσα ανέρχεται σε 14,565,700 κατοίκους σύμφωνα με εκτίμηση του 2020[34].

 

Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω δεδομένα, δε διακρίνω την ύπαρξη κατάστασης αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης στην Kinshasa, ή έστω αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης η οποία να εξικνείται σε τέτοιο βαθμό ώστε ο Αιτητής λόγω της παρουσίας του και μόνο στο έδαφος της περιοχής αυτής να έρχεται αντιμέτωπος με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής απειλής κατά το άρθρο 19 στοιχείο (2)(γ). Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου ικανός προς εργασία και με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία στη χώρα καταγωγής του, χωρίς ενδείξεις ευαλωτότητας.  Επισημαίνω τέλος, ότι δεν έχουν εγερθεί ή/και αναδειχθεί ατομικά χαρακτηριστικά ή στοιχεία του Αιτητή που να υποδηλώνουν και να δείχνουν ειδικώς ότι θα τεθεί σε κατάσταση που αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης και δυνατόν να μπορούσε να αντισταθμίσει το επίπεδο αδιάκριτης βίας βάσει της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα έχω αναφέρει, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).

  

Με βάση το σύνολο των στοιχείων ενώπιον μου, όπως έχω αναλύσει ανωτέρω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. 

 

 

 

 

Ε. Ρήγα, Δ. Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας  από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού   Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

 

[2] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598.

[3] Ζωμενή-Παντελίδου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 108/06, ημερ. 26.07.2007

[4] «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π.  Σπηλιωτόπουλος, 14η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 247 και «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», Εκδόσεις Σάκκουλα Έκτη Έκδοση, 2014, Π. Δ. Δαγτόγλου, σ. 552.

 

[5] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).

 

[6] Βλσχετική ανάλυση επί του θέματος δικαστική έκδοση της EUAA με θέμα: "Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis", Second edition, February 2023,  σελ. 267-268.

[10] Freedom House, Freedom in the World 2024, Democratic Republic of the Congo, https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2024 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/08/2025)

[11] Reuters, As Pope Francis visits Congo, LGBT+ activists cheer for perceived ally, 1 Φεβρουαρίου 2023, https://www.reuters.com/world/africa/pope-francis-visits-congo-lgbt-activists-cheer-perceived-ally-2023-02-01/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/08/2025); UNDP, Inclusive Governance Initiative: Democratic Republic of the Congo Baseline Report, 2022, σελ. 6, https://www.undp.org/sites/g/files/zskgke326/files/2022-07/UNDP-CD-%20igi-drc-baseline-report.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/08/2025)

[12] ACCORD – Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation, Anfragebeantwortung zur Demokratischen Republik Kongo: Lage homosexueller Personen (Diskriminierung, Repressionen) [a-11950], 20 Ιουλίου 2022, διαθέσιμο σεhttps://www.ecoi.net/en/document/2078844.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/08/2025); United Nations - Committee on Economic, Social and Cultural Rights, Concluding observations on the sixth periodic report of the Democratic Republic of the Congo, E/C.12/COD/CO/6, 28 Μαρτίου 2022, https://digitallibrary.un.org/record/3969917?ln=en&v=pdf , παρ. 28 – 29 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/08/2025) 

[13] United Nations Human Rights Council, National report submitted pursuant to Human Rights Council resolutions 5/1 and 16/21- Democratic Republic of the Congo, 29 Αυγούστου 2024, σελ. 17, https://docs.un.org/en/A/HRC/WG.6/47/COD/1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/08/2025) 

[14] United Nations - Committee on Economic, Social and Cultural Rights, Concluding observations on the sixth periodic report of the Democratic Republic of the Congo, E/C.12/COD/CO/6, 28 Μαρτίου 2022, https://digitallibrary.un.org/record/3969917?ln=en&v=pdf , παρ. 28 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/08/2025) 

[15] United Nations General Assembly, Summary of stakeholders’ submissions on the Democratic Republic of the Congo*Report of the Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights, A/HRC/WG.6/47/COD/3, 30 Αυγούστου 2024, παρ. 13, διαθέσιμο σε: g2415753.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/08/2025) 

[16] United Nations General Assembly, Summary of stakeholders’ submissions on the Democratic Republic of the Congo*Report of the Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights, A/HRC/WG.6/47/COD/3, 30 Αυγούστου 2024, παρ. 13, διαθέσιμο σε: g2415753.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/08/2025) 

[17] United States Department of State (USDOS), Democratic Republic of the Congo 2022 Human Rights Report, 20 Μαρτίου 2023, σελ. 43, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2023/03/415610_CONGO-DEM-REP-2022-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/08/2025)

[18] United States Department of State (USDOS), Democratic Republic of the Congo 2023 Human Rights Report, 23 Απριλίου 2024, σελ. 51, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/08/2025)

[19] United States Department of State (USDOS), Democratic Republic of the Congo 2023 Human Rights Report, 23 Απριλίου 2024, σελ. 52, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/08/2025)

[20] ILGA World / WEO - WEKA Organisation: Shadow report on social, economic and cultural rights of LGBTI people in the Democratic Republic of Congo; Submitted for the DRC review at the 71st Session of the Committee on Economic, Social and Cultural Rights (CESCR), Φεβρουάριος 2022, όπως παρατίθεται σε: ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation: Anfragebeantwortung zur Demokratischen Republik Kongo: Lage homosexueller Personen (Diskriminierung, Repressionen) [a-11950], 20 Ιουλίου 2022, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/document/2078844.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/08/2025)

[21] ILGA World / WEO - WEKA Organisation: Shadow report on social, economic and cultural rights of LGBTI people in the Democratic Republic of Congo; Submitted for the DRC review at the 71st Session of the Committee on Economic, Social and Cultural Rights (CESCR), Φεβρουάριος 2022, όπως παρατίθεται σε: ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation: Anfragebeantwortung zur Demokratischen Republik Kongo: Lage homosexueller Personen (Diskriminierung, Repressionen) [a-11950], 20 Ιουλίου 2022, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/document/2078844.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/08/2025)

[22] UNDP, Inclusive Governance Initiative: Democratic Republic of the Congo Baseline Report, 2022, σελ. 5, https://www.undp.org/sites/g/files/zskgke326/files/2022-07/UNDP-CD-%20igi-drc-baseline-report.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/08/2025)

[23] United States Department of State (USDOS), Democratic Republic of the Congo 2023 Human Rights Report, 23 Απριλίου 2024, σελ. 51, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/08/2025)

[24] Belgium, CEDOCA, Republique Democratique du Congo: Minorit?s sexuelles et de genre, 15 Δεκεμβρίου 2023, σελ. 13, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._les_minorites_sexuelles_et_de_genre_20231215.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/08/2025); European Union Agency for Asylum (EUAA), Democratic Republic of the Congo (DRC) COI Query Situation of LGBTIQ people; legislation and implementation; treatment by the state; treatment by society; availability of state protection; access to support services, 14 Φεβρουαρίου 2024, σελ. 7, https://lifos.migrationsverket.se/dokument?documentAttachmentId=50185 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/08/2025)

[25] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada: Democratic Republic of the Congo: Treatment of individuals based on their sexual orientation, gender identity and expression, and/or sex characteristics (SOGIESC) by society and authorities, including legislation, state protection and support services (2020–February 2022) [COD200957.E], 22 Μαρτίου 2022, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458565&pls=1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/08/2025)

[26] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland

 

[27] ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011

[28] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009

[29] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).

[30] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo, (ημερτελευταίας πρόσβασης στις 31.01.2026)

[31] EUAA COI Query Response - DRC - Democratic Republic of the Congo - Security Situation in Kinshasa,

01/07/2025, σελ. 4, 2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasaημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 31.01.2026.

[32] EUAA COI Query Response - DRC - Democratic Republic of the Congo - Security Situation in Kinshasa,

01/07/2025, σελ. 4, 2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasaημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 31.01.2026.

[33] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year,  https://acleddata.com/platform/explorer (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 31.01.2026)

[34] City Population - DRC - Kinshasa, https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/ (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 31.01.2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο