E.O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1740/25, 19/2/2026
print
Τίτλος:
E.O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1740/25, 19/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 1740/25

19 Φεβρουαρίου 2026

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ - ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

Μεταξύ:                                     

E.O. από Τουρκία

                                                                                                           Αιτητής

και

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                              Καθ' ων η αίτηση

  

 

Ο Αιτητής εμφανίζεται  αυτοπροσώπως

Ραφαέλλα Προδρόμου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση

(Παρούσα η διερμηνέας κα. Ζωή Αγαπίου, για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα και ο κος. Dazdiy Shajwa για πιστή μετάφραση από Τούρκικα σε Αγγλικά και αντίστροφα)

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλει την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερ. 28/04/2025, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή 30/06/2025 και δια της οποίας πληροφορήθηκε  ότι το αίτημα του για διεθνή προστασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου απορρίφθηκε  και αποφασίστηκε η επιστροφή στην χώρα καταγωγής του.

 

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Τουρκίας  από την οποία αναχώρησε στις 09/06/2017. Εισήλθε παράνομα μέσω των κατεχομένων περιοχών  στη Δημοκρατία, στις 13/06/2017 και στις 20/06/2017 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 20/06/2017, ο Αιτητής παρέλαβε την βεβαίωση υποβολής αιτήματος διεθνούς προστασίας. Στις 04/04/2019 και στις 22/04/2019, πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις του Αιτητή από Λειτουργό της E.U.A.A, και στις 14/04/2025, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή στην Υπηρεσία Ασύλου. Στις 17/04/2025, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, σχετικά με την συνέντευξη του Αιτητή. Στη συνέχεια ο Προϊστάμενος ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου στις 28/04/2025. Στις 30/06/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης της σχετικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία αυθημερόν παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο. Ακολούθως, στις 14/07/2025, καταχωρήθηκε η προσφυγή υπ’ αριθμόν 1740/25 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ 

 

Κατά την καταχώρηση της προσφυγής, ο Αιτητής, ο οποίος δεν εκπροσωπείτο από δικηγόρο, δεν προέβαλε κανένα νομικό ισχυρισμό εναντίον της προσβαλλόμενης  απόφασης απόρριψης του αιτήματος του για διεθνή προστασία. Αρκέστηκε στη δήλωση ότι βρίσκεται στη Δημοκρατία για (9) εννέα έτη και τον απορρίπτουν συνεχώς, προσθέτοντας πως επιθυμεί να εκθέσει τη θέση του σε ένα δικαστή.

Οι Καθ' ων η αίτηση προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου είναι ορθή, νόμιμη, δεόντως αιτιολογημένη, λήφθηκε δε σύμφωνα με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, τη σχετική νομοθεσία, τους εκδοθέντες Κανονισμούς καθώς και με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας των Καθ' ων η Αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Δεδομένου ότι ο Αιτητής εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτοπροσώπως, ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωσή του. Αυτό συνεπάγεται ότι  δεν είναι υποχρεωμένος να θέσει με την προσφυγή του τα νομικά σημεία επί των οποίων  στηρίζεται και να τα αιτιολογήσει πλήρως.

Σύμφωνα όμως με το άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας.

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα όσων ο Αιτητής  δήλωσε με την αίτησή του για διεθνή προστασία, κατά τη διάρκεια των  συνεντεύξεων  ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου  και όσων προβάλει με την παρούσα Προσφυγή.

Κρίνεται σκόπιμο στο στάδιο αυτό, να καταγραφούν οι ισχυρισμοί που πρόβαλε o Αιτητής στα πλαίσια της εξέτασης του αιτήματός του για διεθνή προστασία από την Υπηρεσία Ασύλου.

Κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής λόγω της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας, καθώς κλήθηκε να συμμετάσχει σε πολεμικές επιχειρήσεις, γεγονός αντίθετο προς τη συνείδησή του. Ο ίδιος δεν αποδέχεται την υποχρεωτική θητεία. Επιπλέον, λόγω της κουρδικής του καταγωγής και των πολιτικών του πεποιθήσεων, έχει υποστεί διώξεις, απειλές και βασανιστήρια από τις κρατικές αρχές και καταζητείται εξαιτίας της άρνησής του να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. (ερ. 2 του Δ.Φ, μετάφραση αυτού στο ερ. 18 του Δ.Φ).

Κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων του και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε υπήκοος Τουρκίας, γεννηθείς στη πόλη Ağrı, όπου και διέμεινε έως την ηλικία των 20 ετών, καθόσον έκτοτε τελούσε υπό κράτηση σε σωφρονιστικά ιδρύματα της Τουρκίας λόγω διαφόρων αδικημάτων. Περαιτέρω, ως προς τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις δήλωσε πως πιστεύει στο Θεό, αλλά δεν έχει θρησκεία και ως προς την εθνοτική του καταγωγή δήλωσε Κούρδος. Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε πως έχει φοιτήσει στο σχολείο για 12 χρόνια  μέσω διαδικτύου, ενώ σε σχέση με το επαγγελματικό του προφίλ δήλωσε πως ότι τα περισσότερα χρόνια ήταν στην φυλακή οπότε δεν εργαζόταν και είχε δουλέψει μόνο εισάγοντας προϊόντα από το Ιράν με τον πατέρα του. Ο πατέρας του απεβίωσε, η μητέρα του διαμένει στη πόλη Ağrı. Σε σχέση με τα αδέλφια του, ο Αιτητής ανέφερε ότι έχει (6) έξι, τα οποία επί του παρόντος διαμένουν σε διάφορες πόλεις της Τουρκίας.

Αναφορικά με τους κατ' ιδίαν λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης προέβαλε ότι στις 15/04/2015 αφέθηκε ελεύθερος από τη φυλακή, ωστόσο δεν μπορούσε πλέον να συνεχίσει τη ζωή του στην Τουρκία. Είχε περάσει πάρα πολλά χρόνια έγκλειστος, κατά τη διάρκεια των οποίων υπέστη βασανιστήρια επανειλημμένα. Στη συνέχεια καταδικάστηκε εκ νέου και η καταδίκη επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα, θα οδηγηθεί εκ νέου στη φυλακή.

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, ο Αιτητής, όταν ρωτήθηκε αν αποδέχεται τη θρησκεία και το σύστημα στην Τουρκία, απάντησε ότι δεν αποδέχεται τη θρησκεία τους και ότι είναι Κούρδος. (ερυθρό 51 του Δ.Φ) Όταν ρωτήθηκε αν του συνέβη κάτι συγκεκριμένο σε σχέση με θρησκευτικά ζητήματα, ανέφερε ότι επειδή δεν ήταν μουσουλμάνος δέχθηκε ξυλοδαρμό τόσο από κρατικές αρχές όσο και από πολίτες.

Αναφορικά με το κίνημα PKK, ο Αιτητής δήλωσε, κατόπιν σχετικών ερωτήσεων, ότι δεν υπήρχε επίσημη εγγραφή ή κάρτα μέλους που να πιστοποιεί τη συμμετοχή του. Ανέφερε ότι για περίπου ένα έτος διέμενε στα βουνά για εκπαίδευση, όπου παρακολουθούσε ιδεολογικά μαθήματα (Ιστορία, Πολιτικές Επιστήμες), χωρίς να συμμετέχει σε εκπαίδευση όπλων. Ερωτηθείς για τους λόγους ένταξής του στο κίνημα PKK, ανέφερε ότι συμμερίστηκε την επιδίωξη του οργανισμού για την υποστήριξη της διαβίωσης των Κούρδων σε όλες τις περιοχές της Κουρδικής χώρας.
Σε ερώτηση σχετικά με τις συνέπειες αποχώρησης από το
PKK, απάντησε ότι δεν υφίστανται. Τέλος, ανέφερε ότι, λόγω της συμμετοχής του στο κίνημα PKK, αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα από τις τουρκικές αρχές, τα οποία τον εμπόδισαν να εργαστεί, να διαμείνει ή να παντρευτεί.

Εν συνεχεία, αναφορικά με τη φυλάκισή του και τις εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις, ο Αιτητής δήλωσε ότι φυλακίστηκε: μία φορά επειδή αρνήθηκε να καταταγεί στον τουρκικό στρατό, μία φορά λόγω συμμετοχής στο PKK και μία ακόμη έπειτα από διαπληκτισμό με αστυνομικό. Ανέφερε, επίσης, ότι κατά το χρονικό διάστημα 2005–2016 βρισκόταν συνεχώς στη φυλακή και ότι μεταφέρθηκε συνολικά σε δεκαοκτώ (18) διαφορετικά σωφρονιστικά ιδρύματα. Ερωτηθείς σχετικά με το πώς κατέστη δυνατό να εξέλθει νόμιμα από την Τουρκία το 2017, παρά το γεγονός ότι δεν είχε εκπληρώσει τη στρατιωτική του θητεία, απάντησε ότι η μετάβαση στην τουρκοκρατούμενη περιοχή της Κύπρου δεν θεωρείται από τις τουρκικές αρχές ως έξοδος σε διαφορετικό κράτος και ότι εφαρμόζεται η ίδια διαδικασία που ισχύει για μετακίνηση εντός της χώρας, όπως από πόλη σε πόλη.

Ερωτηθείς πώς κατέστη δυνατό να εξέλθει νόμιμα από την Τουρκία το 2017 με αεροπλάνο, παρά το γεγονός ότι δεν είχε εκπληρώσει τη στρατιωτική του θητεία και ενώ είχε δηλώσει ότι κατά την αποφυλάκισή του το 2015 του είχε επιδοθεί έγγραφο με προθεσμία μίας εβδομάδας για κατάταξη, ο Αιτητής απάντησε ότι κατά το διάστημα 2015-2017 συνελήφθη επανειλημμένα από τον τουρκικό στρατό και σε κάθε περίπτωση του επιδιδόταν εκ νέου το ίδιο έγγραφο(ερυθρό28τουΔ.Φ.).

Ερωτηθείς εάν είχε κληθεί για στρατιωτική θητεία και δεν παρουσιάστηκε για κατάταξη, απάντησε καταφατικά, διευκρινίζοντας ότι από το 2010 υφίσταται η δυνατότητα καταβολής μικρού προστίμου, το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, δεν κατέβαλε ποτέ, καθώς δεν έλαβε καμία σχετική ειδοποίηση ή δικαστική ενημέρωση.

Σε ερώτηση κατά πόσο επιθυμεί να προσθέσει οτιδήποτε, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν θα δεχθεί να επιστρέψει στην Τουρκία, καθώς θεωρεί ότι δεν είναι ασφαλής εκεί (ερώτηση 26, 5Χ, Δ.Φ.). Αναφορικά με το readback, δήλωσε ότι δεν το χρειάζεται, διευκρινίζοντας ότι, εάν επιλυθούν τα προβλήματά του, θα επιστρέψει στην οικογένειά του.

Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης του Αιτητή και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο Αρμόδιος Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου σχημάτισε την Έκθεση-Εισήγησή της επί τη βάση των εξής τεσσάρων (4) ουσιωδών ισχυρισμών:

(1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και προσωπικά στοιχεία του Αιτητή

(2) Ο Αιτητής έφυγε από την Τουρκία το 2017 για να μην υπηρετήσει τον τούρκικο στρατό.

(3) Ο Αιτητής φυλακίστηκε γιατί ήταν μέλος του ΡΚΚ και επειδή είναι Κούρδος

(4) Ο Αιτητής έφυγε το 2017 από την Τουρκία γιατί έχει καταδικαστεί σε φυλάκιση λόγω διαπληκτισμού με αστυνομικούς

Αξιολογώντας τον πρώτο ισχυρισμό,  οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι γίνεται δεκτός καθώς πληρούνται τόσο η εσωτερική όσο και εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή.  Όσον αφορά στην εσωτερική αξιοπιστία, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής απάντησε σε όλα τα ερωτήματα που του τέθηκαν με ακρίβεια και κατέβαλε πραγματική προσπάθεια να παράσχει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες. Όσον αφορά στην εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή αναφορικά με το συγκεκριμένο ισχυρισμό, οι Καθ' ων  έκριναν ότι οι δηλώσεις του  είναι συνεπείς με τις διαθέσιμες εξωτερικές πληροφορίες.  Για τους λόγους αυτούς, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός έγινε δεκτός (βλ. ερ. 154, 155 του Δ.Φ.) Ομοίως αποδεκτός έγινε και ο δεύτερος ισχυρισμός.

Αξιολογώντας τον τρίτο ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι ότι φυλακίστηκε γιατί ήταν μέλος του κινήματος ΡΚΚ και επειδή είναι Κούρδος, οι Καθ' ων έκριναν ότι όφειλε να απορριφθεί,  καταλήγοντας στις εξής παρατηρήσεις. Κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, διαπιστώθηκε ότι ο ισχυρισμός πάσχει από έλλειψη εξειδίκευσης και αντιφάσεις. Πιο συγκεκριμένα, αναφορικά με την ιδιότητά του ως μέλους του κινήματος PKK, στις σχετικές ερωτήσεις ο Αιτητής δήλωσε ότι συμμετείχε για χρονικό διάστημα περίπου ενός έτους, κατά το οποίο διαπίστωσε ότι δεν συμμεριζόταν την ίδια νοοτροπία με τα λοιπά μέλη και ότι διαφωνούσε με τη χρήση όπλων.

Αναφορικά με τον ρόλο του στο PKK, ο Αιτητής δήλωσε με συνοχή ότι παρακολούθησε την απαιτούμενη εκπαίδευση, πλην όμως αποσύρθηκε λόγω διαφωνίας ως προς τη χρήση όπλων. Ως εκ τούτου, συνάγεται το συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε μέλος του PKK, καθόσον αποχώρησε πριν την ολοκλήρωση της σχετικής εκπαίδευσης, χωρίς να του φέρουν αντίρρηση. Ερωτηθείς εάν μετά το 2001 είχε εμπλακεί ξανά σε δραστηριότητες του PKK, δήλωσε πως από το 2001-2004, συμμετείχε μόνο σε διαδηλώσεις, χωρίς κάποιο επίσημο ρόλο. Ερωτηθείς κατά πόσο αντιμετώπισε πρόβλημα λόγω των δραστηριοτήτων, απάντησε ότι δεν μπορούσε να εργαστεί και να παντρευτεί στην Τουρκία. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι φυλακίστηκε το 2001 ως μέλος του κινήματος PKK για 12,5 έτη, αλλά οι δηλώσεις του παρουσιάζουν σοβαρές αντιφάσεις και χρονικές ασυνέπειες. Δεν μπόρεσε να προσδιορίσει λεπτομερώς το κατηγορητήριο, περιοριζόμενος σε γενικές αναφορές «λόγω PKK» και «λόγω κουρδικής καταγωγής». Ανέφερε ότι συμμετείχε σε περίπου 200 δίκες χωρίς να μπορεί να τις θυμηθεί όλες και ότι αποφυλακίστηκε το 2003, ενώ το 2005 συνελήφθη ξανά. Ο ισχυρισμός περί βασανισμού για να γίνει κατάσκοπος δεν τεκμηριώνεται και συνολικά δεν στοιχειοθετείτε η σχέση της φυλάκισης με το PKK.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο Αρμόδιος Λειτουργός αναφέρει πως ο Αιτητής απέτυχε επανειλημμένα να προσκομίσει τα σχετικά έγγραφα κατά τις συνεντεύξεις στις 04/04/2019, 22/04/2019 και 14/04/2025, παρά τη ρητή υποχρέωσή του. Βάσει πρόσφατων στοιχείων (Μάρτιος 2025), ο Λειτουργός καταγράφει πως το PKK έχει ανακοινώσει ανακωχή με την Τουρκία, ενώ οι διακρίσεις που αντιμετωπίζουν οι Κούρδοι στην Τουρκία, ακόμη και συσσωρευτικά, δεν συνιστούν από μόνες τους πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Συνεπώς, καταλήγει πως δεν προκύπτει ότι οι Κούρδοι είναι σε θέση να θεμελιώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης από το κράτος αποκλειστικά λόγω της εθνικότητάς τους.

Ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως μη τεκμηριωμένος και μη αξιόπιστος λόγω της έλλειψης λεπτομερούς περιγραφής, συγκεκριμενοποίησης και στοιχείων εξωτερικής επιβεβαίωσης.

Αναφορικά με τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι έφυγε από την Τουρκία το 2017 λόγω καταδίκης σε φυλάκιση για διαπληκτισμό με αστυνομικούς. Ο ισχυρισμός παρουσιάζει αντιφάσεις, συγκεχυμένες απαντήσεις και έλλειψη εξειδίκευσης, ενώ ο Αιτητής δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο που να τεκμηριώνει τον εν λόγω ισχυρισμό, παρά τη δήλωσή του ότι θα το έκανε. Λόγω της γενικής φύσης του ισχυρισμού, της έλλειψης λεπτομερούς περιγραφής, της αμφισβήτησης της αξιοπιστίας του και της μη δυνατότητας επαλήθευσης από εξωτερικές πηγές, ο ισχυρισμός δεν δύναται να θεωρηθεί αποδεκτός.

Εν συνεχεία ο Αρμόδιος Λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην επαρχία Ağrı (εκ παραδρομής λάθος οι Καθ’ ων η Αίτηση αναφέρονται στη πόλη Adana στο ερ. 128 του Δ.Φ της έκθεσης-εισήγησης, καθώς στη συνέχεια η αξιολόγηση αφορά την πόλη Ağrı) εξετάζοντας τα ουσιώδη περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά και αναλύοντας την κατάσταση ασφαλείας τόσο στη χώρα όσο και στον τελευταίο τόπο διαμονής (την πόλη Ağrı), αλλά και το προσωπικό του προφίλ (νεαρός άνδρας, χωρίς εμφανή ιατρικά προβλήματα, με υποστηρικτικό περιβάλλον στην περιοχή του, στέγαση και οικογενειακό δίκτυο την μητέρα και τα  αδέλφια του ) o Αρμόδιος Λειτουργός διαπίστωσε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι από τους οποίους προκύπτει ότι υπάρχει περίπτωση, εάν ο Αιτητής επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του,  να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της κατάστασης ανασφάλειας η οποία επικρατεί στην πόλη Ağrı.

Επιπρόσθετα, κρίθηκε πως ο εκδηλωμένος φόβος του Αιτητή δεν θεωρείται δικαιολογημένος, δεδομένου ότι δεν κατέστησε σαφές σε εύλογο βαθμό ότι η παραμονή του στη χώρα καταγωγής του είχε καταστεί αφόρητη για τους λόγους που αναφέρονται στον ορισμό του πρόσφυγα ή ότι θα μπορούσε να καταστεί αφόρητη για τους ίδιους λόγους σε περίπτωση επιστροφής. Εν προκειμένω, το 2017, ο Αιτητής ήταν 36 ετών, επομένως ενέπιπτε στο ηλικιακό φάσμα κατά το οποίο όφειλε να εκπληρώσει τη στρατιωτική του θητεία. Ωστόσο, κατά το παρόν στάδιο της έκθεσης εισήγησης το έτος 2025, ο Αιτητής είναι 44 ετών και, ως εκ τούτου, υπερβαίνει το ηλικιακό όριο εντός του οποίου θα μπορούσε να κληθεί για εκπλήρωση στρατιωτικής θητείας. Επιπλέον, σύμφωνα με τους ίδιους του τους ισχυρισμούς, υφίσταται η εναλλακτική δυνατότητα καταβολής χρηματικού προστίμου για την εξαγορά της θητείας. Επιπρόσθετα, υπό το φως των ανωτέρω, δεν διαπιστώθηκε οποιασδήποτε μορφής ευαλωτότητας και ο Αιτητής δεν υπήρξε στη χώρα του, θύμα οποιασδήποτε μορφής δίωξης.

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο Αρμόδιος Λειτουργός έκρινε ότι από τους προβαλλόμενους και αποδεκτούς ισχυρισμούς του Αιτητή διαφαίνεται ότι στο πρόσωπό του δε συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχειά τα οποία θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων  σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς του πρόσφυγα.

Ο Αρμόδιος Λειτουργός εν συνεχεία προέβη σε εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 (1) και έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2), (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000. Συγκεκριμένα, ο Αρμόδιος Λειτουργός έκρινε ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη Τουρκία. δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους να προκύπτει ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(α) ή βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(β) ή πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ως το άρθρο 19 (2)(γ) προνοεί, καθώς η πόλη Ağrı, περιοχή στην οποία ο Αιτητής αναμένεται να επιστρέψει, δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου ο Αρμόδιος Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:

Αρχικά, συντάσσομαι με το εύρημα των Καθ' ων η αίτηση,  περί αξιοπιστίας του Αιτητή  αναφορικά με τον πρώτο και τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του, για τους λόγους που καταγράφονται στην εισηγητική έκθεση, η οποία αποτελεί και την αιτιολογική βάση της επίδικης απόφασης. Ομοίως βάσει της αξιολόγησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας των λοιπών υπό εξέταση ισχυρισμών, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον Λειτουργό και οι υπό εξέταση ισχυρισμοί απορρίπτονται στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι.

 

Αξιολογώντας τον τρίτο ισχυρισμό του Αιτητή αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους αναχώρησε από την πατρίδα του παρατηρείται αρχικά ότι οι πληροφορίες που παρείχε δεν κρίνονται ικανοποιητικές. Αφενός, διότι δεν διέπονται από επάρκεια καθώς ο βαθμός παρεχομένων πληροφοριών δεν αρκεί ώστε να σχηματιστεί  απαραίτητη εικόνα για την στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών. Αφετέρου, διότι δεν διέπονται από την απαιτούμενη πτυχή της ιδιαιτερότητας  που αφορά τις προσωπικές, ατομικές περιστάσεις και τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται και εκφράζεται ένα γεγονός. Η βασική ιστορία πολλών υποθέσεων μπορεί να είναι ιδιαίτερα παρεμφερής, αλλά κάθε υπόθεση έχει τις δικές της μεμονωμένες ιδιαιτερότητες οι οποίες την καθιστούν μοναδική πράγμα το οποίο ελλείπει από την αφήγηση του Αιτητή. Επιπροσθέτως, ο Αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις σε κομβικά σημεία της αφήγησης του, τα οποία πλήττουν την αξιοπιστία του.

 

Υπεραμύνομαι ομοίως της κρίσης του αρμόδιου λειτουργού αναφορικά με το ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει ότι η κατ’ ισχυρισμό φυλάκιση του, σχετιζόταν με την κατηγορία ως μέλους του κινήματος PKK, ενώ ταυτόχρονα υπέπεσε σωρεία αντιφάσεων και χρονικών ασυνεπειών. Ταυτόχρονα, όπως επεσήμαναν οι Καθ' ων η αίτηση παρατηρείται σημαντική ανακολουθία σχετικά με τη δικαστική του πορεία, αφού ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με σαφήνεια το κατηγορητήριο, περιοριζόμενος σε γενικές αναφορές περί δίωξης λόγω του PKK και της κουρδικής του καταγωγής. Επιπλέον, προέβη σε αντικρουόμενες δηλώσεις ως προς τον αριθμό των δικών και τον χρόνο αποφυλάκισής του.

 

Για σκοπούς πληρότητας το παρόν Δικαστήριο προέβη σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με το κουρδικό κίνημα ΡΚΚ, τα ευρήματα της οποία είναι τα ακόλουθα:

  

·        Όσον αφορά το κουρδικό κίνημα ΡΚΚ, σύμφωνα με την διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια Brittanica, το ΡΚΚ αποτελεί κουρδική εθνικιστική οργάνωση που ιδρύθηκε από τον Abdullah Öcalan στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Αν και η ομάδα αρχικά προωθούσε αιτήματα για την ίδρυση ενός ανεξάρτητου κουρδικού κράτους, στη συνέχεια, οι επίσημοι στόχοι της μετριάστηκαν σε εκκλήσεις για μεγαλύτερη κουρδική αυτονομία. Τον Μάρτιο του 2025 το ΡΚΚ κήρυξε κατάπαυση του πυρός και τον Μάιο αποφασίστηκε ο αφοπλισμός και διάλυση του.[1] Η πληροφορία περί διάλυσης του ΡΚΚ επιβεβαιώνεται και από την ιστοσελίδα του Crisis Group όπου ως αναφέρει «στα τέλη Φεβρουαρίου 2025, ο φυλακισμένος ηγέτης του PKK, Abdullah Öcalan, εξέδωσε μια πρωτοποριακή δήλωση, καλώντας το PKK να καταθέσει τα όπλα και να διαλυθεί. Το PKK απάντησε κηρύσσοντας μονομερή κατάπαυση του πυρός δύο ημέρες αργότερα, και στη συνέχεια αποφάσισε, σε συνέδριο τον Μάιο (2025) να τερματίσει τον ένοπλο αγώνα του και να διαλυθεί».[2] Η συγκεκριμένη απόφαση αποτέλεσε είδηση στα μεγαλύτερα ειδησεογραφικά πρακτορεία.[3]

 

Για πληρότητα της απόφασης, το Δικαστήριο προέβη σε περαιτέρω έρευνα πληροφοριών για τους Κούρδους στην Τουρκία, συμπεριλαμβανομένης της ποινικής δίωξης με βάση συνδέσεις με το PKK, από την οποία ανευρέθηκαν τα εξής:

 

·        Με βάση το επίσημο νομικό και πολιτικό έγγραφο της βρετανικής κυβέρνησης (UK Home Office), Country Policy and Information Note: Turkey: Kurds, Κούρδοι δημοσιογράφοι έχουν αντιμετωπίσει κατηγορίες για «μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης» ή «προπαγάνδα» βάσει των αντιτρομοκρατικών νόμων, χωρίς άμεση εμπλοκή σε βία, λόγω δημοσίευσης ειδήσεων ή συμμετοχής σε δραστηριότητες που οι αρχές θεωρούν συνδεδεμένες με το PKK.[4]

 

·        Περαιτέρω, ανευρέθηκε πως πολιτικοί Κουρδικής καταγωγής έχουν κατηγορηθεί και καταδικαστεί για σύνδεση με το PKK, με ποινές φυλάκισης και απομάκρυνση από δημόσια αξιώματα. Πιο συγκεκριμένα, είδηση της Reuters, αναφέρει ότι σε δίκη που έλαβε χώρα στις 5 Ιουνίου 2024, τουρκικό δικαστήριο καταδίκασε δήμαρχο του προ-κουρδικού κόμματος DEM στη νοτιοανατολική Τουρκία σε ποινή φυλάκισης περίπου 20 ετών, με την κατηγορία ότι διατηρούσε «δεσμούς με μαχητές» και ότι κατείχε υψηλόβαθμο ρόλο στην τρομοκρατική οργάνωση PKK (Kurdistan WorkersParty).[5]

 

·        Τέλος, ρεπορτάζ ειδήσεων από το Associated Press (AP News), αναφέρει ότι οι τουρκικές αρχές έχουν προβεί σε μαζικές συλλήψεις εκατοντάδων ατόμων στο πλαίσιο ευρείας κλίμακας επιχειρήσεων, υποστηρίζοντας ότι οι συλληφθέντες διατηρούσαν δεσμούς με ή παρείχαν υποστήριξη στο κίνημα PKK. Οι συλλήψεις αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, δημοσιογράφους, πολιτικούς και άλλα πρόσωπα της δημόσιας ζωής, γεγονός που καταδεικνύει την εκτεταμένη εφαρμογή της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας.

 

·        Επιπρόσθετα, στο ίδιο ρεπορτάζ, ανευρέθηκε πως οι Τουρκικές αρχές έχουν συλλάβει 282 άτομα σε μεγάλη επιχείρηση κατά του PKK, με υποψίες για υποστήριξη, χρηματοδότηση, στρατολόγηση ή προπαγάνδα υπέρ του PKK μεταξύ των συλληφθέντων περιλαμβάνονται δημοσιογράφοι, πολιτικοί και άλλοι ακτιβιστές.[6]

 

Ο Αιτητής δεν κατάφερε να αναφέρει με ακρίβεια τις κατηγορίες, περιοριζόμενος σε γενικές αναφορές «λόγω PKK» και «λόγω κουρδικής καταγωγής». Σύμφωνα με το UK Home Office CPIN για τους Κούρδους στην Τουρκία, για άτομα που διώκονται για συμμετοχή στο PKK υπάρχουν συγκεκριμένες κατηγορίες και ποινικές διαδικασίες με σαφή κατηγορητήρια.[7]

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η γενικότητα και αοριστία των ισχυρισμών του Αιτητή, σε συνδυασμό με την αδυναμία του να παραθέσει συγκεκριμένα περιστατικά, ημερομηνίες ή στοιχεία ποινικής δίωξης, υπονομεύουν την αξιοπιστία των ισχυρισμών του και καταδεικνύουν ουσιώδη ασυνέπεια.

Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του για αδυναμία εργασίας/γάμου παραπέμπουν σε γενικές συνέπειες διακρίσεων, όχι σε συστηματική κράτηση όπως υποστηρίζει. Επιπροσθέτως, η UK Home Office σημειώνει ότι οι συλλήψεις και δίκες σχετίζονται με συγκεκριμένες αποδείξεις συμμετοχής ή υποστήριξης προς το PKK, κάτι που στην συγκεκριμένη υπόθεση ο Αιτητής δεν παρείχε προς υποστήριξη του.[8] Συνεπώς, η αφήγηση του Αιτητή παρουσιάζει ανομοιογένεια με τεκμηριωμένα γεγονότα και πρακτικές και δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη ως προς τη διάρκεια φυλάκισης, τη συμμετοχή σε PKK ή τον χαρακτήρα των διώξεων που ισχυρίζεται ότι υπέστη.

 

Υπό το φως των πιο πάνω, συντάσσομαι με το πόρισμα των Καθ' ων η  Αίτηση, ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός οφείλει να απορριφθεί.

 

Ομοίως συντάσσομαι με την κατάληξη των Καθ’ ων αναφορικά με τον τέταρτο και τελευταίο ισχυρισμό, ο οποίος παρουσιάζει αντιφάσεις, έλλειψη εξειδίκευσης και αδυναμία τεκμηρίωσης, ενώ δεν προσκομίστηκαν έγγραφα ή στοιχεία επιβεβαίωσης. Συνεπώς, ούτε ο άνω ισχυρισμός στοιχειοθετείτε και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.

 

Επιπροσθέτως, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε κανένα ουσιώδη λόγο ώστε  να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ώστε να υπαχθεί σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 19 του Περί προσφύγων Νόμου. 

Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι  δεν προκύπτει απολύτως κανένα στοιχείο εκ του οποίου θα μπορούσε να πιθανολογηθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην επαρχία Ağrı θα αντιμετωπίσει οποιαδήποτε συνεχόμενη, αληθή, πραγματική και έμπρακτη  απειλή από οποιοδήποτε φορέα, κρατικό ή μη.  

Προχωρώντας στη Νομική Ανάλυση, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης, είτε σε σχέση με τον ίδιο, για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο Άρθρο 3 (1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

 

Σημειώνεται ότι λόγω του ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι, δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική µμεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).

 

Ο Αιτητής  δεν κατόρθωσε να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του και κρίθηκε αναξιόπιστος επομένως δεν παρέχονται περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης.

 Έχει αποφασιστεί από τη νομολογία ότι εναπόκειται στον αιτητή να πείσει ότι υπήρξε θύμα πολιτικής ή άλλης δίωξης στη χώρα του ώστε να πληροί με βάση τα πραγματικά περιστατικά τις προϋποθέσεις για την παραχώρηση της ιδιότητας του πρόσφυγα ή την παροχή της συμπληρωματικής προστασίας(William Crisantha Mal Francis Karumarathna v.Δημοκρατίας, υπόθ.αρ.1875/08,ημερ.1.3.2010 και Εγχειρίδιο του Υπάτου Αρμοστή των Ο.Η.Ε για τους προσφυγές  -  ότι ο αιτητής οφείλει με ειλικρίνεια να θεμελιώσει το αίτημα του, (βλ.Υπόθεση Αρ. 1119/2009  ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και   Κυπριακής Δημοκρατίας).

 

Σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 5 του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του στην αίτηση διεθνούς προστασίας. Οσάκις ορισμένες πτυχές των δηλώσεων του αιτητή δεν τεκμηριώνονται με έγγραφα ή άλλες αποδείξεις, οι πτυχές αυτές δεν χρειάζονται επιβεβαίωση, όταν πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:

(α) ο αιτητής έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του,(β) …..(γ) …………….(δ)……………………

(ε) η γενική αξιοπιστία του αιτητή είναι αποδεδειγμένη.

Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή.(AMIRI   ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2003 Α.Α.Δ. 358).

Περαιτέρω  στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, "Το ευεργέτημα της αμφιβολίας πρέπει να δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί και εξετασθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντος. Οι ισχυρισμοί του αιτούντος πρέπει να παρουσιάζουν συνοχή και αληθοφάνεια και να μην έρχονται σε αντίφαση με γεγονότα που είναι γενικά γνωστά σε όλους".

 

Επομένως, ορθά δεν παραχωρήθηκε σε αυτήν  το ευεργέτημα της αμφιβολίας και ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησής του για παροχή διεθνούς προστασίας.

 

Ο βασικός δε λόγος για τον οποίο δεν έγινε δεκτό το αίτημα του Αιτητή, ήταν το γεγονός της μη απόδειξης της αληθοφάνειας των βασικών ισχυρισμών του και της αξιοπιστίας του, λόγω ουσιωδών αντιφάσεων, ελλείψεων και αδυναμιών, οι οποίες εντοπίστηκαν στη συνέντευξη του.

 

Αυτό το εμπόδιο ρητά είναι που αναγνωρίζεται ως κώλυμα στην έγκριση αιτήματος ασύλου, από τις πρόνοιες του ίδιου του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων.

Σχετική αναφορά γίνεται στην  Αναθεωρητική  Έφεση, αρ. 63/2007, ημερομηνίας 9/6/2007 Μohammad  Amiri v.Δημοκρατίας:

 

«Προκειμένου να ελέγξουμε την ορθότητα της εκκαλούμενης απόφασης, μελετήσαμε την επίδικη απόφαση των εφεσιβλήτων. Είναι γεγονός ότι ο εφεσείων περιέπεσε σε αντιφάσεις και πλείστοι ουσιώδεις ισχυρισμοί του παρέμειναν ατεκμηρίωτοι σε βαθμό που η επί τούτου κρίση των εφεσιβλήτων περί αναξιοπιστίας να θεωρείται ως ευλόγως επιτρεπτή, όπως εξάλλου διαπιστώθηκε και πρωτοδίκως. Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατόπιν  διεξαγωγής δέουσας έρευνας και είναι δεόντως αιτιολογημένη.

Από τη στιγμή που ο εφεσείων κρίθηκε ως αναξιόπιστος δεν είχε νόημα η εφαρμογή της παραγράφου 196 του Εγχειριδίου για τους αιτητές πολιτικού ασύλου. Το ευεργέτημα της αμφιβολίας παρέχεται στον αιτούντα όταν δεν είναι σε θέση να τεκμηριώσει τους κατά τα άλλα βάσιμους και αξιόπιστα προβαλλόμενους ισχυρισμούς με έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείων κρίθηκε γενικά ως αναξιόπιστος. Η άρνηση των εφεσιβλήτων να χορηγήσουν στον εφεσείοντα πολιτικό άσυλο δεν στηρίχθηκε σε αμφιβολίες αναφορικά με το βάσιμο ή  μη των ισχυρισμών του αλλά στην εύλογη διαπίστωση περί αναξιοπιστίας του ίδιου και των στοιχείων που παρουσίασε». (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου).

Συνεπώς με βάση τις πληροφορίες/δεδομένα που έχουν ήδη αναφερθεί πιο πάνω διαπιστώνεται ότι, δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση που επιστρέψει στη Σιέρρα Λεόνε θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

 

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλK.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[12]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).

 

Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο Αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα συμπληρωματικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής/τρια δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.[13]

 

Εν προκειμένω, κρίνω πως σύμφωνα με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που χρησιμοποίησε ο αρμόδιος λειτουργός, και στις πηγές στις οποίες ανέτρεξε και το παρόν Δικαστήριο, ορθά η Υπηρεσία Ασύλου αποφάσισε ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του ήτοι στην επαρχία Ağrı, δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα έλθει αντιμέτωπος με σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Σύμφωνα με επικαιροποιημένη έρευνα του παρόντος Δικαστηρίου, ως προς την κατάσταση ασφαλείας, και εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, ήτοι την Τουρκία. Ως προς την γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, σύμφωνα με το Portal RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, επί του παρόντος διεξάγεται μία μη διεθνής ένοπλη σύγκρουση στην Τουρκία μεταξύ των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων και των δυνάμεων ασφαλείας και του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (PKK), η οποία διήρκεσε με κάποια διακοπή από τη δεκαετία του 1980 έως το 2013 και επανεκκίνησε τον Ιούλιο του 2015. Η μη διεθνής ένοπλη σύγκρουση κατά του PKK επεκτείνεται στη Συρία και το Ιράκ, όπου η τουρκική δράση είναι συνυφασμένη με τις συνεχιζόμενες μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις στη Συρία και το Ιράκ. Η χρήση βίας εκ μέρους της Τουρκίας στο ιρακινό και συριακό έδαφος και της κατοχής τμημάτων της Συρίας χωρίς τη συγκατάθεση του εδαφικού κράτους, οδηγεί επίσης σε παράλληλες διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις με το Ιράκ και τη Συρία.[9] Ωστόσο, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά για περιστατικά ασφαλείας που αφορούν τις πιο πάνω συγκρούσεις στην επαρχία Ağrı, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή.

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η οποία προβαίνει σε καταγραφή των περιστατικών ασφαλείας σε παγκόσμιο επίπεδο, κατά την περίοδο Φεβρουάριος 2025-Φεβρουάριος 2026, στη επαρχία Ağrı, σημειώθηκαν συνολικά 31 περιστατικά ασφαλείας, χωρίς οποιαδήποτε ανθρώπινη απώλεια.[10] Ο μικρός αριθμός των περιστατικών συνδυαστικά με τον ανύπαρκτο αριθμό θυμάτων, συνηγορούν στο ότι δεν επικρατούν συνθήκες ένοπλης σύρραξης και αδιάκριτης βίας. Σημειώνεται δε, ότι ο πληθυσμός της επαρχίας Ağrı εκτιμάται ότι ανέρχεται στις 99,276 (2026) κατοίκους.[11]

 

Τα παραπάνω υποδηλώνουν στο σύνολό τους, ότι στην επαρχία Ağrı, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή και μέρος όπου ευλόγως αναμένεται να επιστρέψει με τη επιστροφή του στη χώρα καταγωγής,  δεν επικρατούν συνθήκες ένοπλης εσωτερικής σύγκρουσης και κατ΄ επέκταση συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά αμάχων, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ. 

 

Βάσει λοιπόν της επικαιροποιημένης έρευνας του Δικαστηρίου, το ενδεχόμενο χορήγησης συμπληρωματικής προστασίας στον Αιτητή σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου απορρίπτεται, λόγω του ότι δεν πληρούνται οι προβλεπόμενες εκ του Νόμου προϋποθέσεις.

 

Καταληκτικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης του Αιτητή για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, αλλά ούτε και πλήρωση των προϋποθέσεων υπαγωγής τους σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 (2) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, η προσφυγή απορρίπτεται με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση.

 

 

 

                                     

 

  Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Brittanica, Kurdistan Workers' Party, https://www.britannica.com/topic/Kurdistan-Workers-Party (ημερομηνία πρόσβασης 09/02/2026)

[2] International Crisis Group, Türkiye's PKK Conflict: A Visual Explainer, https://www.crisisgroup.org/content/turkiyes-pkk-conflict-visual-explainer (ημερομηνία πρόσβασης 09/02/2026)

[4] “UK Home Office, Country Policy and Information Note – Turkey: Kurds (Version 5.0, July 2025) https://assets.publishing.service.gov.uk/media/686f99682557debd867cbf3f/TUR%2BCPIN%2B-%2BKurds100725.pdf?utm_source (ημερομηνία πρόσβασης 09/02/2026)

[5] «Turkey convicts pro-Kurdish party mayor for militant ties», 5 Ιουνίου 2024, https://www.reuters.com/world/middle-east/turkey-convicts-pro-kurdish-party-mayor-militant-ties-2024-06-05/?utm_source (ημερομηνία πρόσβασης 09/02/2026)

[6] AP News, «Turkey detains 282 suspects in a dayslong operation against Kurdish insurgents» https://apnews.com/article/turkey-pkk-suspects-detained-a651b7fc86ca9be231beb94420bad40e (ημερομηνία πρόσβασης 09/02/2026)

[7] “UK Home Office, Country Policy and Information Note – Turkey: Kurds (Version 5.0, July 2025) https://assets.publishing.service.gov.uk/media/686f99682557debd867cbf3f/TUR%2BCPIN%2B-%2BKurds100725.pdf?utm_source (ημερομηνία πρόσβασης 09/02/2026)

[8] “UK Home Office, Country Policy and Information Note – Turkey: Kurds (Version 5.0, July 2025) https://assets.publishing.service.gov.uk/media/686f99682557debd867cbf3f/TUR%2BCPIN%2B-%2BKurds100725.pdf?utm_source (ημερομηνία πρόσβασης 09/02/2026)

[10] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/explorer/

(βλπλατφόρμα ACLED EXPLORER, με στοιχεία ανάλυσης ως εξής: COUNTRY VIEW- EVENT DATE – February 2025-February 2026, Country Turkey - Admin: Ağrı) (ημερομηνία πρόσβασης 09/02/2026)

[11] World Population Review, Turkey - Ağrı

https://worldpopulationreview.com/countries/cities/turkey (ημερομηνία πρόσβασης 09/02/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο