ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
2 Φεβρουαρίου 2026
[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ - ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
P.S.A. από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Ραφαέλλα Μαλεκκίδου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Χριστίνα Δημητρίου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Ο Αιτητής είναι παρών (Παρούσα η διερμηνέας κα. Βαρβάρα Κλαυδιανού, για πιστή μετάφραση από Ελληνικά σε Swahili και αντίστροφα.)
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο Αιτητής αιτείται δήλωσης του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 8/07/2025, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 24/07/2025 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή Διεθνούς προστασίας καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000 και είναι παράνομη, άκυρη και στερείται κάθε νόμιμου αποτελέσματος.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (στο εξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (Λ.Δ.Κ.) και στις 12/07/2022 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, αφού προηγουμένως εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνησης της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 13/12/2024 διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (European Union Agency for Asylum - εφεξής EUAA), ο οποίος στις 04/07/2025 ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την εισήγηση όπως απορριφθεί το αίτημα του Αιτητή. Ακολούθως, στις 08/07/2025 ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ενέκρινε την πιο πάνω Έκθεση-Εισήγηση αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και εξέδωσε απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. Στις 24/07/2025 εκδόθηκε απορριπτική του αιτήματος του Αιτητή επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία παραλείφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή στις 24/07/2025. Στις 30/07/2025 ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Καταρχάς ο Αιτητής καταχώρησε την εν λόγω προσφυγή αυτοπροσώπως και ακολούθως διόρισε νομική εκπρόσωπο χωρίς ωστόσο να προωθήσει Νομικούς ισχυρισμούς πέρα από τον επί της ουσίας ισχυρισμού του που ο ίδιος υπόβαλε με την καταχώρηση της προσφυγής του αυτοπροσώπως και αναφέρεται πιο κάτω στην παρούσα απόφαση
Ο Αιτητής δια της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου του προέβαλε διάφορους νομικούς ισχυρισμούς, Υποστηρίζει ότι οι Καθ'ων η Αίτηση δεν διενέργησαν την δέουσα έρευνα αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Αιτητή και υποστηρίζει ότι υπήρξε πλάνη περί το νόμο και κατάχρηση εξουσίας. Ο Αιτητής προβάλλει περαιτέρω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη ή/και δεόντως αιτιολογημένη.
Η δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση, υπεραμύνεται της προσβαλλόμενης απόφασης και με τη γραπτή της αγόρευση, αντικρούει όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο Αιτητής και αντιτείνει ότι η απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, έπειτα από δέουσα έρευνα και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.
Κατά την ακροαματική διαδικασία της 13/01/2026, κατά την οποία η υπόθεση είχε οριστεί για παροχή διευκρινίσεων, αμφότερα τα μέρη υιοθέτησαν το περιεχόμενο των γραπτών τους αγορεύσεων. Επιχειρήθηκε προώθηση νομικών ισχυρισμών εκ μέρους της κας Μαλεκκίδου, πλην όμως επισημάνθηκε εκ μέρους του Δικαστηρίου ότι δεν είχε υποβληθεί τροποποίηση της προσφυγής και ότι γραπτή αγόρευση η οποία δεν έχει καταχωρηθεί μαζί με την προσφυγή δεν δύναται να ληφθεί υπόψη.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636: «Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».
Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671: «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»
«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56»
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται, τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.
Σε κάθε περίπτωση, έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ήτοι των όσων ο Αιτητής δήλωσε με την αίτηση του για διεθνή προστασία όσο και κατά την διάρκεια της συνέντευξης της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, όσο και όσα προσβάλει με την παρούσα Προσφυγή αυτοπροσώπως .
Δια της εναρκτήριας αίτησης του ( έντυπο αρ. 1), ο Αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, στην οποία μαίνεται ένοπλη σύγκρουση επί τρεις δεκαετίες, και ότι φοβάται να επιστρέψει λόγω γλωσσικών διακρίσεων. Συγκεκριμένα, οι Σουαχιλιφάνοι θεωρούνται πράκτορες στην υπηρεσία των Ρουαντέζων επιτιθέμενων, οι οποίοι κατέχουν την ανατολική πλευρά της χώρας.
Αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, όπως καταγράφονται στην έκθεση του λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου και δεν αμφισβητούνται, ο Αιτητής είναι ενήλικας, με καταγωγή από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (εφεξής «ΛΔΚ»). Κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε σε εμπόλεμη ζώνη στο Ανατολικό Κονγκό. Εξαιτίας της ένοπλης σύγκρουσης έχασε τον πατέρα του και τους δύο αδελφούς του. Ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός και αποτέλεσε στόχο ένοπλων ομάδων, γεγονός που οδήγησε στη δολοφονία του ίδιου και των δύο γιων του. Η ζωή του ίδιου βρέθηκε επίσης σε άμεσο κίνδυνο. Για τον λόγο αυτό αναγκάστηκε να διαφύγει από το Ανατολικό Κονγκό και να μεταβεί στην Kinshasa με στρατιωτικό αεροσκάφος. Στη συνέχεια, υπό τον φόβο για την ασφάλειά του, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του και να έρθει στην Κύπρο, όπου ζήτησε διεθνή προστασία.(ερ. 1 του Δ.Φ).
Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Aιτητής δήλωσε ότι έχει Κονγκολέζικη καταγωγή, Είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, γεννημένος στο Kirotshe της επαρχίας Βόρειου Κίβου (Nord-Kivu), όπου μεγάλωσε και διέμεινε για ορισμένο χρονικό διάστημα. Σε ηλικία πέντε ετών, ο ίδιος και τα μέλη της οικογένειάς του μετεγκαταστάθηκαν από το Kirotshe στην Oicha, επίσης στην επαρχία Βόρειου Κίβου, (Nord-Kivu), όπου διέμειναν επί δέκα έτη, λόγω της στρατιωτικής ιδιότητας του πατέρα του. Ο Αιτητής είναι άγαμος και δεν έχει τέκνα. Σε ό,τι αφορά την οικογενειακή του κατάσταση, ανέφερε ότι ο πατέρας του απεβίωσε κατά τη διάρκεια ένοπλης σύγκρουσης στην Oicha, το 2017, ενώ η μητέρα του διαμένει πλησίον της Brazzaville, στη Δημοκρατία του Κονγκό. Διαθέτει τέσσερις αδελφούς, εκ των οποίων οι δύο έχουν αποβιώσει, ο ένας διαμένει στον Καναδά, ενώ για τον τέταρτο δεν διαθέτει πληροφορίες σχετικά με τον τόπο διαμονής του. Περαιτέρω, δήλωσε ότι θεία και θείος του από τη μητρική του πλευρά διαμένουν στην Kinshasa, με τους οποίους διατηρεί επικοινωνία.
Περαιτέρω, ως προς τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις δήλωσε Χριστιανός Προτεστάντης και ως προς την εθνοτική του καταγωγή πως ανήκει στη φυλή Luba. Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, παρακολούθησε μαθήματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε Πανεπιστήμιο της Kinshasa χωρίς όμως να ολοκληρώσει το πρόγραμμα σπουδών και να αποκτήσει πτυχίο. Όσον αφορά την επαγγελματική του δραστηριότητα, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν απασχολήθηκε επαγγελματικά και δεν είχε καμία επαγγελματική δραστηριότητα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.
Αναφορικά με τους κατ' ιδίαν λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης προέβαλε ότι o κύριος λόγος για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ήταν ο πόλεμος. Στο ανατολικό τμήμα του Κονγκό, η κύρια ομιλούμενη γλώσσα είναι τα Swahili (Σουαχίλι). Όπως ο ίδιος ανέφερε, το Κονγκό αποτελείται από περισσότερες από 400 φυλές, καθεμία από τις οποίες έχει τη δική της γλώσσα. Μετά τη μετακίνησή του στην Kinshasa, αντιμετώπισε σοβαρές δυσκολίες ένταξης, καθώς η επικρατούσα γλώσσα εκεί είναι τα Lingala. Στην Kinshasa, η χρήση της Σουαχίλι γλώσσας οδηγεί συχνά στην εσφαλμένη αντίληψη ότι το άτομο είναι Ρουαντέζος και, κατ’ επέκταση, ότι συνδέεται με τις ένοπλες συγκρούσεις στα ανατολικά της χώρας. Κατά συνέπεια, ο λόγος που τον ανάγκασε να εγκαταλείψει όχι μόνο την Kinshasa αλλά και τη χώρα συνολικά ήταν το γεγονός ότι, στην Kinshasa, όταν κάποιοι τον χαρακτήριζαν ως Ρουαντέζο, ο τοπικός πληθυσμός αντιδρούσε βίαια, προβαίνοντας σε σωματικές επιθέσεις, όπως ξυλοδαρμούς . (ερ. 51, 1Χ του ΔΦ).
Κατά το στάδιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων , ο Αιτητής, ερωτηθείς
αν είχε αντιμετωπίσει ποτέ οποιονδήποτε κίνδυνο ή περιστατικό στη χώρα του, εξαιτίας των όσων ανέφερε παραπάνω, είπε ότι ξυλοκοπήθηκε επειδή δεν μιλούσε καλά Lingala. (ερ. 50, 1Χ του ΔΦ). Όταν κλήθηκε να παραθέσει χρονολογική ακολουθία των περιστατικών, ανέφερε ότι το πρώτο έλαβε χώρα στα τέλη του 2020, το δεύτερο στις αρχές του 2021, το τρίτο στα τέλη του 2021 και το τέταρτο στα μέσα του 2022. Ακολούθως, του ζητήθηκε να παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με τα εν λόγω περιστατικά, καθώς και να διευκρινίσει εάν υπέστη οποιαδήποτε άλλη μορφή κακομεταχείρισης κατά τη διαμονή του στην Kinshasa, επισημαίνοντας ότι, σύμφωνα με τον ίδιο, τα περιστατικά αυτά είναι καθημερινά για άτομα προερχόμενα από την ανατολική περιοχή της χώρας. Ερωτηθείς εάν προσπάθησε να ζητήσει προστασία από τις αρχές, είπε ότι δεν το προσπάθησε ποτέ.
Όταν κλήθηκε να περιγράψει τη στρατιωτική σταδιοδρομία του πατέρα του, ανέφερε ότι κατείχε τον βαθμό του συνταγματάρχη και ότι, μετά την προαγωγή του σε στρατηγό, είχε υποχρέωση να μετακινείται σε ολόκληρη τη χώρα, ανεξαρτήτως της ύπαρξης ένοπλων συγκρούσεων. Σε μεταγενέστερο στάδιο, κλήθηκε να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τη δολοφονία του πατέρα του και των δύο αδελφών του, αναφέροντας ότι, κατά την ημέρα επίθεσης στην πόλη του, διέφυγε μαζί με τη μητέρα του και ότι, μετά την άφιξή τους στην Γκόμα, ενημερώθηκαν πως ο πατέρας του και τα δύο αδέλφια του είχαν σκοτωθεί. (ερ. 45, 1Χ του ΔΦ).
Αναφορικά με τους φόβους του σε περίπτωση επιστροφής του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, δήλωσε ότι διατρέχει κίνδυνο να θανατωθεί αποκλειστικά λόγω της χρήσης της γλώσσας Σουαχίλι και της εικαζόμενης ρουαντέζικης καταγωγής του. (ερ. 51 του ΔΦ).
Ο Αιτητής ερωτήθηκε, δεδομένου ότι, όπως είχε αναφέρει προηγουμένως, τα Swahili (Σουαχίλι) αποτελούν μία από τις τέσσερις κύριες γλώσσες που ομιλούνται στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, ποιοι λόγοι τον οδηγούν να θεωρεί ότι θα αναγνωριστεί ως προερχόμενος από την ανατολική περιοχή της χώρας αποκλειστικά λόγω της χρήσης της εν λόγω γλώσσας και όχι της Lingala. Απαντώντας, ανέφερε ότι οι άνθρωποι συχνά συγχέουν τους Κονγκολέζους που κατάγονται από την ανατολική περιοχή της χώρας με αλλοδαπούς. (ερ. 43, 1Χ του ΔΦ).
Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης του Αιτητή και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου σχημάτισε την Έκθεση-Εισήγησή της επί τη βάση των εξής δύο (2) ουσιωδών ισχυρισμών:
(1) Ταυτότητα, προφίλ, χώρα καταγωγής και τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή
(2) Ο Αιτητής θεωρήθηκε εσφαλμένα Ρουαντέζος (Rwandese) λόγω της χρήσης της σουαχίλι γλώσσας και, εξαιτίας αυτού, υπέστη επανειλημμένα διακρίσεις και επιθέσεις κατά την παραμονή του στην Kinshasa.
Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και συνεπώς τον έκανε αποδεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ του, όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση-Εισήγηση. Συγκεκριμένα, τα στοιχεία του Αιτητή εξακριβώθηκαν από το διαβατήριο του, το οποίο προσκόμισε και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ότι o Αιτητής αντιμετώπιζε προβλήματα με τον θείο του από την πλευρά του πατέρα του, ο οποίος ήθελε να τον διώξει από το σπίτι του, οι Καθ' ων κατέληξαν στις εξής παρατηρήσεις. Κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, διαπιστώθηκε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή δεν ήταν επαρκώς συγκεκριμένες ούτε αναλυτικές σχετικά με τα περιστατικά διακρίσεων και επιθέσεων που ισχυρίζεται ότι υπέστη στη διάρκεια της διαμονής του στην Kinshasa, εξαιτίας της αντίληψης ότι προέρχεται από τη Ρουάντα λόγω της χρήσης της γλώσσας Σουαχίλι. Συμπερασματικά, οι ισχυρισμοί του δεν κρίθηκαν λεπτομερείς, συγκεκριμένοι και συνεκτικοί, λόγω της έλλειψης επαρκών λεπτομερειών και σαφών πληροφοριών αναφορικά με τα περιστατικά διακρίσεων και επιθέσεων που ισχυρίζεται ότι υπέστη, με αποτέλεσμα να μην τεκμηριώνεται η εσωτερική αξιοπιστία.
Σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, αναφέρεται ότι οι διακρίσεις και η ρητορική μίσους είναι συχνές και ότι οι ομιλητές της γλώσσας Kinyarwanda, καθώς και τα μέλη της εθνοτικής ομάδας των Tutsi, αντιμετωπίζουν συστηματικά διακρίσεις, οι οποίες έχουν διαδοθεί ευρέως μέσω των κοινωνικών δικτύων κατά τη διάρκεια της ανανεωμένης εκστρατείας του M23 στα ανατολικά της χώρας. Αντίθετα, δεν εντοπίζεται αντίστοιχη αναφορά σε περιστατικά διακρίσεων εις βάρος των ομιλητών της γλώσσας Σουαχίλι.
Υπό το φως των ανωτέρω, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.
Εν συνεχεία, ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, με έμφαση στην πόλη Kinshasa. Σημειώνεται ότι ο τελευταίος τόπος διαμονής του Αιτητή ήταν στην κοινότητα Gombe της Kinshasa, όπου διέμεινε για περίπου τέσσερα έτη, μέχρι τη στιγμή που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του.
Εξετάζοντας τα ουσιώδη περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά και αναλύοντας την κατάσταση ασφαλείας τόσο στη χώρα όσο και στον τελευταίο τόπο διαμονής, αλλά και το προσωπικό του προφίλ (άγαμος, χωρίς παιδιά, νεαρός άνδρας σωματικά και ψυχικά υγιής, μορφωμένος, χωρίς εργασιακή εμπειρία και με οικογενειακό δίκτυο στην Kinshasa) o αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι από τους οποίους προκύπτει ότι υπάρχει περίπτωση, εάν ο Αιτητής επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της κατάστασης ανασφάλειας η οποία επικρατεί στην Kinshasa.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι από τους προβαλλόμενους και αποδεκτούς ισχυρισμούς του Αιτητή διαφαίνεται ότι στο πρόσωπό του δε συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχειά τα οποία θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς του πρόσφυγα.
Ο αρμόδιος λειτουργός εν συνεχεία προέβη σε εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 (1) και έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2), (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000. Συγκεκριμένα, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη Λ.Δ.Κ. δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους να προκύπτει ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(α) ή βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(β) ή πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ως το άρθρο 19 (2)(γ) προνοεί, καθώς η Kinshasa, περιοχή στην οποία ο Αιτητής αναμένεται να επιστρέψει, δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:
Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά την ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή. Ομοίως βάσει της αξιολόγησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας των λοιπών υπό εξέταση ισχυρισμών, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον λειτουργό και ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιόν μου διαδικασία.
Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην Έκθεση-Εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.
Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358). Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του.[1] Όταν ο Αιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ. υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08 Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).
Στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, "Το ευεργέτημα της αμφιβολίας πρέπει να δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί και εξετασθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντος. Οι ισχυρισμοί του αιτούντος πρέπει να παρουσιάζουν συνοχή και αληθοφάνεια και να μην έρχονται σε αντίφαση με γεγονότα που είναι γενικά γνωστά σε όλους".
Επομένως, ορθά δεν παραχωρήθηκε σε αυτόν το ευεργέτημα της αμφιβολίας και ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του για διεθνή προστασία.
Το Δικαστήριο προέβη σε πρόσθετη, επικαιροποιημένη έρευνα σχετικά με τη μεταχείριση των Ρουαντέζων στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και, αν και οι διαθέσιμες πηγές ήταν περιορισμένες, παρατίθενται οι ακόλουθες πληροφορίες.
Σύμφωνα με την Alice Wairimu Nderitu, Ειδική Σύμβουλο του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για την πρόληψη της γενοκτονίας, «ο δημόσιος λόγος μίσους και η υποκίνηση σε διακρίσεις, εχθρότητα ή βία αυξάνονται σε ολόκληρη τη χώρα, ιδιαίτερα όσον αφορά τους ομιλητές της Kinyarwanda και τη μειονότητα των Banyamulenge»[2], Ωστόσο ο Αιτητής ομιλεί τη γλώσσα Σουαχίλι και ανήκει στη φυλή Luba).
Σε μελέτη του UN Joint Human Rights Office (UNJHRO), το 31 % των τεκμηριωμένων περιπτώσεων λόγου μίσους στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (DRC) από τον Μάιο έως τον Δεκέμβριο του 2020 στόχευε τους Banyamulenge, με το 12 % αυτών των περιπτώσεων να αποδίδεται σε οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και το 6 % σε θρησκευτικές ομάδες, τη διασπορά ή ένοπλες ομάδες[3].
Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια ενός διακοινοτικού φόρουμ τον Μάρτιο του 2020, μέλη της κοινότητας των Babembe κάλεσαν τις εθνικές και τοπικές αρχές να αναγνωρίσουν τους Banyamulenge ως «πρόσφυγες» και να τους αφαιρεθεί η Κονγκολέζικη υπηκοότητα[4].
Η Δανική Υπηρεσία Μετανάστευσης (Danish Immigration Service - DIS) ανέφερε σε έκθεσή της ότι μια διεθνής ανθρωπιστική οργάνωση επεσήμανε πως «οποιοσδήποτε θεωρείται ότι έχει σύνδεση με τη Ρουάντα θα αντιμετωπίσει σκληρές διακρίσεις σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας» στην Kinshasa, καθώς το εθνοτικό ή θρησκευτικό υπόβαθρο στην πόλη μπορεί να αποτελέσει «πιθανούς παράγοντες κινδύνου»[5].
Σύμφωνα με τον καθηγητή J.B., συντονιστή ερευνητικού προγράμματος για εκτοπισμένους πληθυσμούς στην Kinshasa, το Βόρειο και το Νότιο Κίβου, στην Kinshasa «φαίνεται ότι αυτές οι ομάδες έχουν απλώς προβλήματα ένταξης και αντιμετωπίζουν πραγματικά προβλήματα προσαρμογής»[6].
Ως προς την κρατική προστασία, λεχθέντα είναι τα εξής: Η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Μετανάστευσης και Προσφύγων της Γερμανίας (German Federal Office for Migration and Refugees - BAMF) ανέφερε σε ενημερωτικό σημείωμα του Ιανουαρίου 2023 ότι, σύμφωνα με τα μέσα ενημέρωσης, ο Πρόεδρος του Κονγκό Félix Tshisekedi υποσχέθηκε να προστατεύσει τους ρουαντόφωνους εκπροσώπους των κοινοτήτων των Κονγκολέζων Τούτσι και Χούτου, μετά την αύξηση των εντάσεων με τη Ρουάντα που προκλήθηκαν από τη σύγκρουση στο Βόρειο Κίβου μεταξύ των Ενόπλων Δυνάμεων του Κονγκό και της M23[7].
Το Africanews ανέφερε ότι, μετά από διαδηλώσεις κατά της Ρουάντα και της M23 στη Γκόμα, ο Υπουργός Επικοινωνίας Patrick Muyaya δήλωσε ότι ο Πρόεδρος Félix Tshisekedi έδωσε εντολή στον Υπουργό Εσωτερικών και στον Αρχηγό της Αστυνομίας να λάβουν όλα τα «απαραίτητα μέτρα για την αποφυγή στιγματισμού και καταδίωξης» κατά των Ρουαντόφωνων στην πόλη[8].
Η έκθεση του UNJHRO ανέφερε ότι, παρόλο που οι δημόσιες αρχές καταδικάζουν τακτικά τη ρητορική μίσους και την υποκίνηση σε εχθρότητα, «πέρα από αυτές τις δηλώσεις, οι Κονγκολέζικες αρχές δυσκολεύονται να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα»[9].
Όπως ωστόσο προκύπτει από το προφίλ του Αιτητή το Δικαστήριο προχώρησε σε δική του έρευνα αναφορικά με την φυλή στην οποία ανήκει ο Αιτητής όσο ποιες γλώσσες επικρατούν. Καταρχάς ως επίσημη θεωρείται η Γαλλική και ως εθνικές και περιφερειακές, τα Σουαχίλι, Lingala, Kikongo και Tshiluba.
Η φυλή Lunda είναι εθνοτική ομάδα και τα μέλη της θεωρούνται Κονγκολέζοι εφόσον είναι μία από τις πολλές φυλές που ζουν στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κόγκο στο εξής «ΛΔΚ» στο νοτιοανατολικό Κονγκό. Τα Σουαχίλι δεν είναι μητρική γλώσσα των διαφόρων φυλών αλλά συχνά λειτουργούν ως κοινή γλώσσα επικοινωνίας. Συγκεκριμένα σουαχίλι μιλούν οι Mongo στο κεντρικό Κονγκό, οι Kongo (Bakongo) στο δυτικό Κονγκό οι Tshokwe στο ανατολικό Lunda – νοτιοανατολικό Κονγκό, οι Hutu / Tutsi / Banyamulenge – στο ανατολικό Κονγκό οι Songye, Hemba, Tabwa, Nyanga, Bembe στο ανατολικό και κεντρικό Κονγκό. Περαιτέρω στη ΛΔΚ υπάρχουν πάνω από 200 γλώσσες. Οι Luba μαθαίνουν γαλλικά ως δεύτερη γλώσσα για επίσημη χρήση και εκπαίδευση.
Η γαλλική είναι η επίσημη γλώσσα για εκπαίδευση, διοίκηση και επίσημη χρήση, ενώ τέσσερις “εθνικές” γλώσσες μεταξύ αυτών η Σουαχίλι, χρησιμοποιούνται στην περιφερειακή επικοινωνία και το εμπόριο.
Εξάλλου λαμβάνω υπόψη ότι ο Αιτητής δήλωσε ότι φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Κινσάσας. Οι επίσημες πηγές αναφέρουν πως στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η γαλλική είναι η επίσημη γλώσσα διδασκαλίας σε όλα τα πανεπιστήμια και ανώτατες εκπαιδευτικές δομές, όπου διεξάγονται τα προγράμματα σπουδών, οι διαλέξεις και οι εξετάσεις. Η Σουαχίλι και άλλες εθνικές γλώσσες (Lingala, Kikongo, Tshiluba) χρησιμοποιούνται κυρίως στην καθημερινή ζωή ή ως περιφερειακές γλώσσες επικοινωνίας και δεν αποτελούν γλώσσες πανεπιστημιακής διδασκαλίας.
Στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η γαλλική είναι η επίσημη γλώσσα διδασκαλίας σε όλα τα πανεπιστήμια και ανώτατες εκπαιδευτικές δομές, όπου διεξάγονται τα προγράμματα σπουδών, οι διαλέξεις και οι εξετάσεις. Η Σουαχίλι και άλλες εθνικές γλώσσες (Lingala, Kikongo, Tshiluba) χρησιμοποιούνται κυρίως στην καθημερινή ζωή ή ως περιφερειακές γλώσσες επικοινωνίας και δεν αποτελούν γλώσσες πανεπιστημιακής διδασκαλίας. (Britannica, Democratic Republic of the Congo – People) https://www.britannica.com/place/Democratic-Republic-of-the-Congo/People.
Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο Άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Σημειώνεται πως λόγω του ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή αναφορικά με τον λόγο που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).
Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:
Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).
Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.
Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την επαρχία Kinshasa, το Δικαστήριο προχώρησε σε έρευνα σχετικά με τις επικρατούσες εκεί συνθήκες ασφαλείας, εκ της οποίας προέκυψε ότι η κατάσταση παραμένει ασταθής κυρίως στο ανατολικό τμήμα της Λ.Δ.Κ., καθώς υπάρχουν ένοπλες ομάδες και η διακοινοτική βία, η οποία μπορεί να επηρεάσει την πολιτική κατάσταση, την ασφάλεια και την ανθρωπιστική κατάσταση. Καταγράφονται επίσης συνεχείς αναφορές για πολλές πόλεις στην ανατολική ΛΔΚ που δέχθηκαν επίθεση ή έπεσαν υπό τον προσωρινό έλεγχο ένοπλων ομάδων[10].
Σε σχέση με την επαρχία Kinshasa, δεν ανευρέθησαν πληροφορίες οι οποίες να επιβεβαιώνουν είτε τη δραστηριοποίηση ενόπλων φορέων, αφού, από τις ανωτέρω παρατεθείσες πληροφορίες, προκύπτει ότι οι μη κρατικοί ένοπλοι φορείς δραστηριοποιούνται κυρίως στις ανατολικές περιοχές της ΛΔΚ[11]. Σύμφωνα άλλωστε και με την ενημέρωση του ACLED, που συντάχθηκε από το Austrian Centre for Country of Origin & Asylum Research and Documentation (ACCORD), αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας που έλαβαν χώρα στη Λ.Δ.Κ. το τελευταίο τρίμηνο του 2021, προκύπτει ότι μόνο οι επαρχίες Ιturi, North Kivu και South Kivu στα ανατολικά της χώρας βρίσκονται υπό τεταμένο καθεστώς ένοπλης βίας[12].
Αναλύοντας τα κατωτέρω ποιοτικά και ποσοτικά δεδομένα που προέκυψαν κατόπιν έρευνας αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί συγκεκριμένα στην επαρχία της Kinshasa, οι εξωτερικές πηγές καταδεικνύουν το ακίνδυνο και ασφαλές της περιοχής. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία του Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED), για το διάστημα του τελευταίου έτους, σημειώθηκαν στην εν λόγω περιφέρεια 153 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο 56 ανθρώπων[13]. Δεδομένου δε ότι ο συνολικός πληθυσμός της επαρχίας της Kinshasa ανέρχεται σήμερα σε περίπου 16.316.000 κατοίκους[14], καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή από περιστατικά ασφαλείας (56 θάνατοι) δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε η κατάσταση στην εν λόγω περιοχή να μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας.
Η κατάσταση γενικευμένης βίας θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από διαρκή, γενικά και παρατεταμένα επίπεδα βίας σε μια χώρα ή σε μια περιοχή. Δεν αρκεί για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παραπάνω διάταξης η διαπίστωση σποραδικών και μεμονωμένων περιστατικών τρομοκρατικών ενεργειών ή άλλων βίαιων επεισοδίων ούτε αυξημένης εγκληματικότητας, η οποία αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο της έννομης τάξης και των μέτρων για τη δημόσια ασφάλεια κάθε οργανωμένου κράτους.
Τα παραπάνω υποδηλώνουν, στο σύνολό τους, ότι στην περιοχή Kinshasa, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή και μέρος όπου ευλόγως αναμένεται να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής, δεν επικρατούν συνθήκες ένοπλης εσωτερικής σύγκρουσης και κατ΄ επέκταση συνθήκες βίας ασκούμενης αδιακρίτως κατά αμάχων, υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Δεδομένου λοιπόν ότι στην περιοχή Kinshasa η κατάσταση ασφαλείας δεν παρουσιάζεται ως αντικατοπτρίζουσα συνθήκες εξωτερικής ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ικανές να επιφέρουν αδιακρίτως ασκούμενη βία κατά των αμάχων, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω αξιολόγηση των κριτηρίων υπαγωγής του Αιτητή στο άρθρο 19(2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου όπως η εφαρμογή της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας».
Βάσει λοιπόν της επικαιροποιημένης έρευνας του Δικαστηρίου, το ενδεχόμενο χορήγησης συμπληρωματικής προστασίας στον Αιτητή σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου απορρίπτεται, λόγω του ότι δεν πληρούνται οι προβλεπόμενες εκ του Νόμου προϋποθέσεις.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκε ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Διοίκηση απέρριψε την αίτηση διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, αποτελεί το προϊόν επαρκούς έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των δεδομένων και στοιχείων, σύμφωνα και με το Νόμο και καμία πλάνη περί το Νόμο και τα πράγματα δεν διαπιστώνεται.
Υπό το φως των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EASO, 'Practical Guide: Evidence Assessment, 2015, διαθέσιμο σε: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/01/2026)
[2] Germany, BAMF, Briefing Notes, 6 December 2022, https://www.bamf.de/SharedDocs/Anlagen/EN/Behoerde/Informationszentrum/BriefingNotes/2022/briefingnotes-kw49-2022.pdf?__blob=publicationFile&v=4 , p.2 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/01/2026)
[3] UNJHRO, Report on hate speech and incitement to hostility in the Democratic Republic of the Congo, March 2021, https://monusco.unmissions.org/sites/default/files/report_on_hate_speech_and_incitement_to_hostility_in_the_democratic_republic_of_the_congo_-_march_2021.pdf , paras. 53, 54, 57 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/01/2026)
[4] UNJHRO, Report on hate speech and incitement to hostility in the Democratic Republic of the Congo, March 2021, https://monusco.unmissions.org/sites/default/files/report_on_hate_speech_and_incitement_to_hostility_in_the_democratic_republic_of_the_congo_-_march_2021.pdf , paras. 53, 54, 57 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/01/2026)
[5] Denmark, DIS, Democratic Republic of the Congo; Socioeconomic conditions in Kinshasa, 7 October 2022, https://us.dk/media/10550/notat-drc-kinshasa.pdf , pp. 13-14 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/01/2026)
[6] Denmark, DIS, Democratic Republic of the Congo; Socioeconomic conditions in Kinshasa, 7 October 2022, https://us.dk/media/10550/notat-drc-kinshasa.pdf , pp. 49 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/01/2026)
[7] Germany, BAMF, Briefing Notes Summary; Democratic Republic of the Congo - July to December 2022, 1 January 2023, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2087096/Deutschland._Bundesamt_f%C3%BCr_Migration_und_Fl%C3%BCchtlinge%2C_Briefing_Notes_Summary_%E2%80%93_Democratic_Republic_of_the_%28DR%29_Congo%2C_July_to_December_2022._01.01.2023.pdf, p. 16 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/01/2026)
[8] Africanews, DRC: Authorities decide to fight "the hunt" for Rwandophones, 16 June 2022, https://www.africanews.com/2022/06/16/drc-authorities-decide-to-fight-the-hunt-for-rwandophones/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/01/2026)
[9] UNJHRO, Report on hate speech and incitement to hostility in the Democratic Republic of the Congo, March 2021, https://monusco.unmissions.org/sites/default/files/report_on_hate_speech_and_incitement_to_hostility_in_the_democratic_republic_of_the_congo_-_march_2021.pdf , paras 66-70 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/01/2026)
[10] Gov.uk, Foreign travel advice Democratic Republic of the Congo, διαθέσιμο σε https://www.gov.uk/foreign-travel-advice/democratic-republic-of-the-congo/safety-and-security, (ημερ. πρόσβασης 20/01/2026)
[11] βλ. ενδεικτικά RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, UN Security Council Resolutions για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό στη διεύθυνση: https://www.securitycouncilreport.org/un-documents/democratic-republic-of-the-congo/, καθώς και το πλέον πρόσφατο ψήφισμα που υιοθετήθηκε στις 30/06/2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.securitycouncilreport.org/atf/cf/%7B65BFCF9B-6D27-4E9C-8CD3-CF6E4FF96FF9%7D/s_res_2641.pdf, HRW, Democratic Republic of Congo, Events of 2021, 13 January 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση:https://www.hrw.org/world-report/2022/country-chapters/democratic-republic-congo, UNHCR, Attacks by armed groups displace 20 000 civilians in eastern DRC, 16 July 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.unhcr.org/news/briefing/2021/7/60f133814/attacks-armed-group-displace-20000-civilians-eastern-drc.html, USAID, Democratic Republic of the Congo - Complex Emergency, Fact Sheet #3, 13 May 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.usaid.gov/sites/default/files/documents/2022-05-13_USG_Democratic_Republic_of_the_Congo_Complex_Emergency_Fact_Sheet_3_0.pdf, και CFA, Global Conflict Tracker, Center for Preventive Action, Instability in the Democratic Republic of Congo, last updated 03 August 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congο, (ημερ. πρόσβασης 20/01/2026)
[12] ACLED, Democratic Republic of Congo, Fourth Quarter 2021: Update on incidents according to the Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED), 30 Μαΐου 2022, https://www.ecoi.net/en/file/local/2074522/2021q4DemocraticRepublicofCongo_en.pdf (ημερ. πρόσβασης 20/01/2026)
[13] ACLED, Dashboard, [εφαρμοσμένες παράμετροι: past year, Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, Kinshasa] https://acleddata.com/dashboard/#/dashboard (ημερ. πρόσβασης 20/01/2026)
[14] Macrotrends.net, Kinshasa, Republic of Congo Metro Area Population 1950-2023, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/cities/20853/kinshasa/population, (ημερ. πρόσβασης 20/01/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο