ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
19 Φεβρουαρίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S. T.
από Τουρκία
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόροι για Αιτητή: Κ. Χαρίτου (κα)
Δικηγόροι για Καθ' ων η αίτηση: Α. Κίτσιου (κα) για Π. Ευαγόρου (κα) και Ν. Δημητρίου (κα), Δικηγόροι της Δημοκρατίας
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: H απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 03.03.2022 με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημα του Αιτητή για παραχώρηση ασύλου, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»), αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).
Ο Αιτητής είναι Κούρδος από την Τουρκία, την οποία εγκατέλειψε στις 04.12.2021 και αφίχθηκε μέσω των μη ελεγχόμενων από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχών στις ελεγχόμενες περιοχές στις 05.12.2021, υποβάλλοντας αίτηση ασύλου στις 20.01.2022. Ακολούθως, στις 23.02.2022 προσήλθε σε συνέντευξη με λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενη ως «η Λειτουργός»), η οποία στις 02.03.2022 υπέβαλε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενη την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Στη συνέχεια, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 03.03.2022 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε από τον ίδιο στις 03.03.2022 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ιδίας ημερομηνίας. Την απόφαση αυτή ο Αιτητής αμφισβητεί με την υπό κρίση προσφυγή. Σημειώνεται πως ο Αιτητής αιτήθηκε παροχή δωρεάν νομικής αρωγής (ΝΑ αρ. 51/22) για την καταχώριση της προσφυγής του και αυτή εγκρίθηκε στις 18.04.2022.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η συνήγορος του Αιτητή, στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσής της, προωθεί πλήθος ισχυρισμών προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, εστιάζοντας κυρίως σε πλημμέλειες της διοικητικής έρευνας, εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και ανεπαρκή αιτιολόγηση ως προς τον θρησκευτικό χαρακτήρα της φερόμενης δίωξης. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση αξιολόγησαν εσφαλμένα τις δηλώσεις του Αιτητή, καθότι, αν και δέχθηκαν ότι στοχοποιήθηκε από τον γαμπρό και τον αδελφό του, παρέλειψαν να αναγνωρίσουν αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των επιθέσεων που υπέστη και του θρησκευτικού του υποβάθρου. Η συνήγορος προβάλλει ότι η έρευνα υπήρξε ανεπαρκής και μη εξατομικευμένη, καθώς δεν διερευνήθηκαν οι πραγματικοί λόγοι των επανειλημμένων επιθέσεων ούτε τα δόγματα του Σουφισμού και του Σαλαφισμού, στα οποία ανήκουν οι φερόμενοι ως διώκτες του Αιτητή, δόγματα που, κατά την ίδια, επιβάλλουν περιορισμούς αντίθετους με τα θεμελιώδη δικαιώματα.
Περαιτέρω, προωθεί ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να συνεκτιμήσουν κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία, όπως τα έγγραφα και τις φωτογραφίες που προσκόμισε ο Αιτητής, καθώς και ότι δεν τον παρέπεμψαν σε ιατρική εξέταση για τη διαπίστωση των ουλών του, οι οποίες αποτελούν, κατά την ίδια, αποδεικτικά στοιχεία προηγούμενων επιθέσεων. Επικρίνει επίσης τη διαδικασία της προφορικής συνέντευξης, υποστηρίζοντας ότι ο λειτουργός που την διενήργησε δεν διέθετε την απαραίτητη κατάρτιση και δεν του παρείχε την κατάλληλη ευκαιρία να αποσαφηνίσει τις δηλώσεις του και να αιτιολογήσει επαρκώς τους ισχυρισμούς του, κατά παράβαση του άρθρου 13Α(9)(α) του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως προς την ουσία της υπόθεσης, η συνήγορος του Αιτητή προωθεί ότι ο ίδιος διώκεται από μέλη της οικογένειάς του για λόγους θρησκευτικών διαφορών, καθώς εκείνος δεν θεωρείται πιστός μουσουλμάνος και επιθυμεί να μεταστραφεί στον χριστιανισμό. Κατά συνέπεια, η δίωξή του έχει σαφές θρησκευτικό υπόβαθρο, το οποίο οι Καθ’ ων παρέλειψαν να αναγνωρίσουν. Παράλληλα, εγείρει ισχυρισμό ότι δεν διερευνήθηκε επαρκώς το ενδεχόμενο ο Αιτητής να εμπίπτει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, αφήνοντας έτσι ανεξέταστη μία επιπλέον νομική βάση προστασίας.
Η κα Χαρίτου επικαλείται ακόμη την απουσία ουσιαστικής προστασίας από τις αρχές της Τουρκίας, υποστηρίζοντας ότι οι κρατικοί μηχανισμοί είναι απρόθυμοι ή αδύναμοι να αποτρέψουν τη δίωξή του, γεγονός που θεμελιώνει δικαίωμα αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος. Επικουρικά, υποστηρίζει ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία, ο Αιτητής διατρέχει πραγματικό κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, στοιχειοθετώντας την υπαγωγή του στο άρθρο 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου και θεμελιώνοντας δικαίωμα σε συμπληρωματική προστασία.
Απαντώντας τους ισχυρισμούς αυτούς, οι Καθ΄ων η αίτηση υποβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη λήφθηκε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας όλων των σχετικών στοιχείων της υπόθεσης, εύλογα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας εφαρμόζοντας τον Νόμο και ότι αυτή είναι δεόντως αιτιολογημένη. Ισχυρίζονται περαιτέρω, ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης, το οποίο ο ίδιος φέρει στους ώμους του, τόσο ως προς τους λόγους ακυρώσεως που προωθεί με την προσφυγή του, όσο και προς την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.
Τέλος, στην απαντητική της αγόρευση, η συνήγορος του Αιτητή προβάλλει ότι η γραπτή αγόρευση των Καθ’ ων η αίτηση δεν αντικρούει επαρκώς τους ισχυρισμούς που προώθησε εκ μέρους του Αιτητή, επαναβεβαιώνοντας την αξιοπιστία των δηλώσεών του και τονίζοντας ότι δεν του δόθηκε ουσιαστικά η δυνατότητα να στοιχειοθετήσει πλήρως τις αιτιάσεις του. Κατά συνέπεια, καταλήγει ότι, κατόπιν ενδελεχούς και αντικειμενικής έρευνας, ο φόβος δίωξης που επικαλείται ο Αιτητής πρέπει να θεωρηθεί πραγματικός και εύλογος.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ
ΕΛΕΓΧΟΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή περί πλημμελούς διεξαγωγής της συνέντευξης και παραβίασης του άρθρου 13Α(9)(α) του περί Προσφύγων Νόμου.
Είναι η θέση του Αιτητή ότι η διοικητική διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του υπήρξε πλημμελής, κατά παράβαση του άρθρου 13Α(9)(α) του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η προφορική συνέντευξη δεν διεξήχθη με τρόπο που να διασφαλίζει ουσιαστική συνεργασία και ενεργό διερεύνηση των κρίσιμων στοιχείων της υπόθεσής του. Κατά τον Αιτητή, η Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου δεν διέθετε την αναγκαία ειδική κατάρτιση για τη διαχείριση αιτήματος με σύνθετες θρησκευτικές και ιδεολογικές πτυχές, όπως η αποστασιοποίηση από το Ισλάμ και η απόδοση «απιστίας» εντός θρησκευτικά φορτισμένου οικογενειακού περιβάλλοντος. Ως αποτέλεσμα, υποστηρίζει ότι δεν του τέθηκαν στοχευμένες διευκρινιστικές ερωτήσεις, δεν του δόθηκε ουσιαστική ευκαιρία να αποσαφηνίσει σημεία που αργότερα χαρακτηρίστηκαν ως ασάφειες ή αντιφάσεις και δεν μπόρεσε να αναπτύξει πλήρως τους λόγους φόβου δίωξης και τις προσωπικές του περιστάσεις. Καταλήγει δε ότι οι εν λόγω πλημμέλειες επηρέασαν καθοριστικά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του και, συνακόλουθα, το αποτέλεσμα της απόφασης, καθιστώντας την νομικώς πλημμελή και ακυρωτέα.
Οι Καθ’ ων η αίτηση απορρίπτουν τους ανωτέρω ισχυρισμούς υποστηρίζοντας ότι η συνέντευξη διεξήχθη κανονικά, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Νόμου. Προβάλλουν ότι ο Αιτητής ενημερώθηκε για τα δικαιώματά του, του δόθηκε η δυνατότητα να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και απάντησε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Κατά τους Καθ’ ων, η Υπηρεσία Ασύλου δεν φέρει υποχρέωση να υποκαθιστά τον αιτητή ή να θεραπεύει αντιφάσεις και ελλείψεις του αφηγήματός του, αλλά να αξιολογεί τα στοιχεία που τίθενται ενώπιόν της. Οι ασάφειες και αντιφάσεις που διαπιστώθηκαν αποδίδονται, κατά την άποψή τους, στην αδυναμία του Αιτητή να παρουσιάσει συνεκτικό και αξιόπιστο αφήγημα και όχι σε διαδικαστική πλημμέλεια. Υποστηρίζουν περαιτέρω ότι ο λειτουργός έθεσε ερωτήσεις ουσίας, ικανές να αναδείξουν τα κρίσιμα ζητήματα, και ότι δεν στοιχειοθετείται παραβίαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας.
Εξετάζοντας τον ισχυρισμό αυτό μέσα από τα επίδικα πρακτικά της διοικητικής διαδικασίας κρίνω αυτόν ως αβάσιμο, καθώς φρονώ πως η προφορική συνέντευξη του Αιτητή διεξήχθη σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικαστικές εγγυήσεις. Ο Αιτητής ενημερώθηκε για τον σκοπό της συνέντευξης, του δόθηκε η δυνατότητα να εκθέσει ελεύθερα τους ισχυρισμούς του και απάντησε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Δεν προκύπτει ότι του στερήθηκε η δυνατότητα να αναπτύξει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το αίτημά του ούτε ότι εμποδίστηκε να αναφέρει περιστατικά ή στοιχεία τα οποία θεωρούσε κρίσιμα. Περαιτέρω, η υποχρέωση της Διοίκησης για ενεργό ρόλο στη διερεύνηση της υπόθεσης δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως υποχρέωση πλήρους υποκατάστασης του αιτητή ή ως επιταγή διαρκούς θεραπείας ασάφειας ή αντιφάσεων στο αφήγημά του. Η Υπηρεσία Ασύλου οφείλει να θέτει ερωτήσεις ουσίας και να συλλέγει τα απαραίτητα στοιχεία, όχι όμως να αναδιατυπώνει ή να συμπληρώνει τους ισχυρισμούς του αιτητή κατά τρόπο που να αλλοιώνει την αυθεντικότητα της αφήγησής του ή να αίρει εγγενείς ελλείψεις.
Ως προς τον ισχυρισμό περί έλλειψης ειδικής κατάρτισης της Λειτουργού, αυτός προβάλλεται αόριστα και χωρίς συγκεκριμένη τεκμηρίωση. Ο Αιτητής δεν υποδεικνύει συγκεκριμένα ποια κρίσιμα ερωτήματα δεν τέθηκαν, ποια ουσιώδη στοιχεία παρέμειναν ανεξερεύνητα ή πώς, κατά τρόπο συγκεκριμένο, η φερόμενη ανεπάρκεια κατάρτισης επηρέασε το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Η απλή διαφωνία με την αξιολόγηση των ισχυρισμών ή με τα συμπεράσματα της Διοίκησης δεν αρκεί για να στοιχειοθετήσει παραβίαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας. Το τεκμήριο κανονικότητας των διοικητικών πράξεων δεν έχει εν προκειμένω ανατραπεί.
Επιπλέον, οι ασάφειες ή ελλείψεις που διαπιστώθηκαν στην αφήγηση του Αιτητή, όπως αποτυπώνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, συνδέονται με την εσωτερική συνοχή και τη δομή των ισχυρισμών του και όχι με την απουσία ευκαιρίας να τους εκθέσει. Το βάρος παρουσίασης συνεκτικού και επαρκώς αιτιολογημένου αφηγήματος φέρει πρωτίστως ο αιτητής διεθνούς προστασίας, και η Διοίκηση δικαιούται να αξιολογεί την αξιοπιστία με βάση τα στοιχεία που τίθενται ενώπιόν της.
Υπό τα δεδομένα αυτά, ο ισχυρισμός περί παραβίασης του άρθρου 13Α(9)(α) του περί Προσφύγων Νόμου και περί πλημμελούς διεξαγωγής της συνέντευξης απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Επί των λοιπών λόγων ακυρώσεως σε συνάρτηση και με την ουσία της υπόθεσης.
Ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν [Βλ. άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018)], θα προχωρήσω να εξετάσω τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή σε συνάρτηση και με την ουσία της υπόθεσης αυτή.
Ειδικότερα, παρατηρώ ότι ο Αιτητής κατά την υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία δεν κατέγραψε τον λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του (βλ. ερυθρό 1 δ.φ.)
Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ο Αιτητής ανέφερε σχετικά με το προσωπικό του προφίλ ότι είναι Τούρκος υπήκοος, κουρδικής εθνοτικής καταγωγής και ως προς τη θρησκεία δήλωσε ότι ήταν Μουσουλμάνος και ότι τα τελευταία χρόνια (από την ημερομηνία της συνέντευξης) είναι Χριστιανός. Ισχυρίστηκε ότι ανήκει στη θρησκευτική μειονότητα των Αλεβιτών. Ως περιοχή γέννησης δήλωσε το χωριό Anıt?ınar (Coşik - κουρδική ονομασία) στην περιοχή Mazgirt της επαρχίας Tunceli. Ανέφερε ότι όταν ήταν σαράντα (40) ημερών μετακόμισαν με την οικογένειά του στην περιοχή Gebze της επαρχίας Kocaeli όπου έζησε έως την ηλικία των οκτώ (8) ετών. Σε ηλικία δεκατριών (13) ετών μετακόμισε με την μητέρα και την αδερφή του σε διαφορετική περιοχή της Gebze. Κάποια διαστήματα δήλωσε πως διέμενε στην Κωνσταντινούπολη για σκοπούς εργασίας. Από το 2007 έως το 2011 μετέβη στο Κατάρ για εργασία. Όταν επέστρεψε διέμενε με την μητέρα του στην περιοχή ?ayırova της επαρχίας Kocaeli όπου είχαν αγοράσει σπίτι. Ακολούθως μετέβη στην Άγκυρα όπου εργάστηκε για ενάμιση χρόνο, στη συνέχεια νυμφεύθηκε και επέστρεψε τέλη του 2014 στην ?ayırova όπου διέμεναν με την σύζυγό του κοντά στους γονείς της. Η σύζυγος και η θυγατέρα του εξακολουθούν να διαμένουν στην Τουρκία. Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, ο Αιτητής δήλωσε πως έχει δίπλωμα στην περιβαλλοντική υγεία και ως προς την επαγγελματική του εμπειρία, δήλωσε ότι εργάστηκε σε διάφορους τομείς, ως τεχνικός στο λιμάνι, στον οικοδομικό τομέα, σε εργοστάσιο υφαντουργίας και σε ιατρικό κέντρο.
Ο Αιτητής ανέφερε στη συνέντευξή του ότι ως Κούρδος-Αλεβίτης δεν μπορούσε να ζήσει μια ειρηνική ζωή. Από νεαρή ηλικία, βίωσε προσβολές και υπέστη βία λόγω της ταυτότητάς του, καθότι εάν κάποιος στην Τουρκία δεν είναι μουσουλμάνος δύσκολα μπορεί να επιβιώσει. Αναφορικά με την ουσία του αιτήματός του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για τρεις λόγους: πρώτον γιατί επιθυμεί να ζήσει ως Χριστιανός, δεύτερον για να μπορέσει να επιβιώσει και τρίτον επειδή θέλει να ζήσει με τη σύζυγό του χωρίς θρησκευτική καταπίεση. Σε διερευνητικά ερωτήματα αναφορικά με τον Χριστιανισμό, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι προτού πάει στο Κατάρ, ήταν Μουσουλμάνος, ωστόσο αργότερα άρχισε να μισεί το γεγονός ότι ήταν Μουσουλμάνος και άρχισε να ψάχνει για άλλες οδούς. Έτσι έγινε θεϊστής (πίστευε μόνο στον Θεό) για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ακολούθως όταν έμαθε για τον Χριστό, συνειδητοποίησε ότι η προσευχή είναι σημαντική για αυτόν και ότι δίνει νόημα και ηρεμία στη ζωή του. Ο Αιτητής ανέφερε ότι πριν από δυόμιση χρόνια (από την ημερομηνία της συνέντευξης), καθώς περπατούσε στην ακτή στην περιοχή Goztepe στην Κωνσταντινούπολη, ένας άνδρας τον προσέγγισε και του έδειξε μια ιστοσελίδα από την οποία έμαθε για τον Χριστό και άρχισε τότε να διαβάζει για τον Χριστιανισμό. Ισχυρίστηκε ότι διάβασε τα τέσσερα Ευαγγέλια της Βίβλου και άρχισε να συγκρίνει τις θρησκείες. Δήλωσε ότι ήθελε να βαφτιστεί χριστιανός στην εκκλησία «Ayiatria» στο νησί Heybeli Ada της Κωνσταντινούπολης και όταν πήγε εκεί του είπαν να πάει στην εκκλησία του Αγίου Αντωνίου στην οδό Istiklal. Εντούτοις, ανέφερε ότι, παρόλο που βρισκόταν σε διαδικασία προετοιμασίας, δεν πρόλαβε να βαπτιστεί, καθώς έλαβαν χώρα τα περιστατικά που τον ανάγκασαν αναχωρήσει από την Τουρκία. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις, ο Αιτητής ανέφερε ότι το άτομο που τον μύησε στον Χριστιανισμό ήταν μορμόνος και όταν ανακάλυψε ότι οι Μορμόνοι δεν θεωρούνται Χριστιανοί στη Δημοκρατία, διέκοψε την επικοινωνία μαζί τους. Ο Αιτητής ανέφερε ότι η ομάδα των Μορμόνων με την οποία είχε επαφή, του έστειλε ως δώρο ένα μικρό βιβλίο, το οποίο έδειξε στην Λειτουργό κατά τη διάρκεια της συνέντευξης.
Αναφορικά με την επιθυμία του να επιβιώσει, κληθείς να αναπτύξει, ο Αιτητής ανέφερε ότι στην Τουρκία προσπάθησαν αρκετές φορές να τον σκοτώσουν ο γαμπρός του, οι φίλοι και συγγενείς του τελευταίου, καθώς και ο αδερφός του λόγω του ότι δεν είναι πιστός (“non-believer”) και αυτό θεωρείται μεγάλη προσβολή για την οικογένεια. Ο Αιτητής διευκρίνισε ότι δεν γνώριζαν ότι είχε ασχοληθεί με τον Χριστιανισμό, καθότι εάν το γνώριζαν θα τον κρέμαγαν. Ανέφερε ότι οι επιθέσεις άρχισαν τέλη του 2019 και συνεχίστηκαν μέχρι το 2021, χρονολογία κατά την οποία ο γαμπρός του συνελήφθη. Ο Αιτητής ανέφερε ότι ο γαμπρός του ανήκε σε μία θρησκευτική ομάδα/σέκτα του Ahmed el Rufai που ονομάζεται “Rufais – Rufailer”, στην οποία τα μέλη συνευρίσκονταν για προσευχή. Ο Αιτητής ανέφερε ότι συμμετείχε κάποιες φορές, περιγράφοντας τις τελετουργίες που έκαναν, αλλά ένιωθε ότι δεν ανήκει εκεί. Τον Οκτώβριο/Νοέμβριο του 2019 και όταν ήδη είχε σταματήσει να παρευρίσκεται στις συναντήσεις, δέχτηκε επίθεση με όπλο από τον γαμπρό του, ο οποίος απείλησε να τον σκοτώσει. Κατά την περιγραφή του περιστατικού ανέφερε πως ήρθε στην οικία του και άρχισε να πυροβολεί έως ότου ακούστηκε σειρήνα ασθενοφόρου με συνέπεια ο γαμπρός του να διαφύγει, πιστεύοντας ότι οι γείτονες είχαν καλέσει την αστυνομία. Ο Αιτητής κάλεσε την αστυνομία, η οποία φωτογράφισε το σπίτι και ακολούθως μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Δήλωσε ότι μετά τη νοσηλεία του στο νοσοκομείο, οι γιατροί αρνήθηκαν να του δώσουν αναφορά για να μην εμπλακούν με την υπόθεση. O Αιτητής ισχυρίστηκε ότι έχει άνω των είκοσι ουλών συνεπεία της εν λόγω επίθεσης.
Σε συνέχεια της αφήγησής του, ανέφερε ότι ακολούθησαν κι άλλες επιθέσεις, τόσο στο χώρο εργασίας του, όσο και στην οικία του και στην οικία της μητέρας του. Παρά το γεγονός ότι εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του γαμπρού του, ο Αιτητής ανέφερε ότι κυκλοφορούσε ελεύθερος διότι δωροδοκούσε την τοπική αστυνομία. Προέβη σε καταγγελία εναντίον του γαμπρού του στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία, η οποία κατόπιν έρευνας στην οικία του τελευταίου ανακάλυψε οπλισμό και εκρηκτικό μηχανισμό με συνέπεια να συλληφθεί. Αναγκάστηκε ακολούθως να κρύβεται σε διάφορες περιοχές, διότι τον αναζητούσαν οι φίλοι και συγγενείς του γαμπρού του, οι οποίοι ανήκουν σε εγκληματική ομάδα (“mafia”), με σκοπό να τον αναγκάσουν να αποσύρει την καταγγελία του. Η τελευταία επίθεση που δέχτηκε ήταν 45 μέρες πριν αναχωρήσει από την Τουρκία από τον αδερφό του, ο οποίος τον μαχαίρωσε στον αυχένα και την μητέρα τους στο χέρι. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο γαμπρός του έδωσε οδηγίες στον αδερφό του να τον σκοτώσει, λόγω του ότι είναι άπιστος και επομένως αποτελεί προσβολή για την οικογένεια. Ανέφερε ότι ο αδερφός του υπό την επήρεια φαρμάκων, ήρθε στο σπίτι τους, ενώ ο Αιτητής απουσίαζε και κλώτσησε την μητέρα τους στο μάτι. Όταν γύρισε ο Αιτητής σπίτι ζήτησε τον λόγο από τον αδερφό του με αποτέλεσμα να αρχίσουν να διαπληκτίζονται, ο αδερφός του έβγαλε ένα μαχαίρι από την τσέπη του και τον μαχαίρωσε στο αριστερό του πόδι και μετά στο λαιμό του, ενώ η μητέρα του κόπηκε στο χέρι στην προσπάθειά της να τον σταματήσει.
Σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα του, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο γαμπρός του και ο κύκλος του τελευταίου θα το μάθουν και θα τον σκοτώσουν, καθότι έχουν πολλές διασυνδέσεις στη φυλακή, προσθέτοντας ότι είναι άτομα που μπαινοβγαίνουν στη φυλακή. Ισχυρίστηκε ότι ο γαμπρός του εμπλέκεται σε μεγάλη οργάνωση με διαδικτυακές απάτες και έχει διασυνδέσεις με τον φρουρό του πρώην προέδρου της χώρας. Ανέφερε ότι μόνο για τον γαμπρό του εκκρεμούν εβδομήντα (70) υποθέσεις εναντίον του για πλαστά έγγραφα και τριάντα (30) για τραυματισμούς.
1. Ιατρικές αναλύσεις ημερομηνίας 15.11.2019
2. Ιατρικό Πιστοποιητικό από το Ιδιωτικό Νοσοκομείο “Century”, ημερομηνίας 21.11.2019, σύμφωνα με το οποίο ο Αιτητής διεγνώσθη με επιφανειακό τραυματισμό στο κεφάλι.
3. Ιατρικό Πιστοποιητικό από το Ιδιωτικό Κέντρο “Cayιrova Dermanipucu”, ημερομηνίας 26.11.2019, σύμφωνα με το οποίο ο Αιτητής διεγνώσθη με οξεία βρογχίτιδα.
4. Απόφαση από το Οικογενειακό Δικαστήριο της Gebze ημερομηνίας 17.12.2019 ανάμεσα στον Αιτητή και τη σύζυγό του, αναφορικά με ζητήματα που αφορούν το δικαίωμα του Αιτητή να βλέπει τη θυγατέρα του.
5. Ιατρικό Πιστοποιητικό από το Kocaeli Gebze Κρατικό Νοσοκομείο Φατίχ, ημερομηνίας 27.10.2021, σύμφωνα με το οποίο ο Αιτητής διεγνώσθη με ανοικτό τραύμα μηρού.
6. Ιατρικές αναλύσεις από το κρατικό ιατρικό εργαστήριο, ημερομηνίας 29.10.2021
7. Απόφαση από το Οικογενειακό Δικαστήριο της Gebze, αναφορικά με την υπόθεση 2021/2819, μεταξύ της μητέρας και του αδελφού του Αιτητή, ημερομηνίας 22.10.2021, σύμφωνα με την οποία εκδόθηκαν περιοριστικά μέτρα εναντίον του αδελφού του.
8. Απόφαση από το Οικογενειακό Δικαστήριο της Gebze, αναφορικά με την υπόθεση 2021/2822, μεταξύ του Αιτητή και του αδελφού του, ημερομηνίας 22.10.2021, σύμφωνα με την οποία εκδόθηκαν περιοριστικά μέτρα εναντίον του αδελφού του.
9. Έκθεση καταγγελίας του Αιτητή εναντίον του αδελφού του, ημερομηνίας 22.10.2021 στην οποία το περιστατικό περιγράφεται ως «σκόπιμος τραυματισμός».
Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση
Έχοντας παραθέσει τους ισχυρισμούς του Αιτητή κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, προχωρώ τώρα στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε επί αυτών από την αρμόδια λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου.
Κατά την αξιολόγηση της αίτησης ασύλου του Αιτητή, η Λειτουργός σχημάτισε τέσσερις ουσιώδεις ισχυρισμούς: ο πρώτος αναφορικά με την ταυτότητα, το προφίλ και την χώρα καταγωγής του Αιτητή, ο δεύτερος αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για θρησκευτικούς λόγους, ο τρίτος σχετικά με ότι υπέστη δίωξη από συγγενικά πρόσωπα λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων και ο τέταρτος ως προς την ισχυριζόμενη δίωξη του Αιτητή από φίλους και συγγενείς του γαμπρού του.
Από αυτούς τους ισχυρισμούς, αποδεκτός έγινε μόνο ο πρώτος περί των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή και το πρώτο σκέλος του τρίτου, ήτοι ότι ο Αιτητής υπέστη δίωξη από συγγενικά πρόσωπα. Οι υπόλοιποι ισχυρισμοί δεν έγιναν αποδεκτοί.
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, κρίθηκε ότι υπέπεσε σε αντιφάσεις και ασάφειες, οι αναφορές του κρίθηκαν γενικές και χωρίς επαρκή λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα, η Λειτουργός επεσήμανε ότι ο Αιτητής δεν θυμόταν την ιστοσελίδα που του έδωσε ο Μορμόνος που γνώρισε στην Κωνσταντινούπολη και την οποία ιστοσελίδα ως ισχυρίστηκε μελέτησε και μέσω της οποίας έμαθε για τον Χριστιανισμό, ισχυριζόμενος ότι παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα. Επιπρόσθετα, ενώ ο Αιτητής ανέφερε ότι διάβασε ανάμεσα σε άλλα θρησκευτικά βιβλία, την Βίβλο και τα τέσσερα Ευαγγέλια, καθώς και ότι μελέτησε βιβλία όπως την ιστορία του Θεού, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει σε βασικά ερωτήματα που άπτονται του Χριστιανισμού. Ειδικότερα, δεν γνώριζε πόσοι ήταν οι μαθητές του Χριστού, ποιος τον πρόδωσε, ποιος έκτισε τον ναό της Ιερουσαλήμ, ποιος έγραψε το βιβλίο των Ψαλμών, σε πόσα μέρη χωρίζεται η Βίβλος και από πόσα βιβλία αποτελείται, πού γεννήθηκε ο Χριστός και πότε νηστεύουν οι Χριστιανοί. Η Λειτουργός σημείωσε στην εισηγητική της έκθεση ότι παρόλο που ο Αιτητής αναφέρθηκε σε ονόματα κάποιων εκκλησιών που επισκεπτόταν και παρουσίασε κατά τη συνέντευξη το βιβλίο που έλαβε από τους Μορμόνους, δεν υποστήριξε επαρκώς τον ισχυρισμό του ότι είναι Χριστιανός και αναφέρθηκε σε διάφορες θρησκευτικές κατευθύνσεις, με τις οποίες συνδέει τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης του. Συγκεκριμένα, η Λειτουργός σημείωσε ότι ενώ ο Αιτητής αρχικά ισχυρίστηκε ότι έχει ενδιαφέρον προς την χριστιανική θρησκεία, ακολούθως παρουσίασε τον εαυτό του ως θεϊστή, χωρίς να συνδέει την ιδιότητα του αυτή με οποιοδήποτε θρησκευτικό δόγμα και ακολούθως χαρακτήρισε τον εαυτό του άθρησκο.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ουσιώδη ισχυρισμού, η Λειτουργός κατέγραψε πως τα όσα ανέφερε ο Αιτητής δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης λόγω της υποκειμενικής φύσεως τους. Στη βάση των ανωτέρω δεδομένων ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.
Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι τη δίωξή του από συγγενικά του πρόσωπα λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, η Λειτουργός επεσήμανε πως ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι άθρησκος, χωρίς ιδιαίτερη συμμετοχή σε θρησκευτικά καθήκοντα αναφορικά με την μουσουλμανική θρησκεία. Ο Αιτητής περιέγραψε επιθέσεις που δέχτηκε από τον γαμπρό του (αδελφό της συζύγου του) και τους συγγενείς αυτού, καθώς και από τον αδελφό του. Ως η Λειτουργός επισημαίνει, ο Αιτητής περιέγραψε με επαρκή λεπτομέρεια τη θρησκευτική ομάδα στην οποία ανήκε ο γαμπρός του και στην οποία τον ανάγκαζε να συμμετέχει, καθώς και τις τελετές που λάμβαναν χώρα στις συναντήσεις της ομάδας αυτής, προέβη σε αναλυτική περιγραφή των περιστατικών επιθέσεων εναντίον του, τόσο από το γαμπρό του, όσο και από τον αδερφό του, εξήγησε με ακρίβεια τι συνέβη όταν μετέβη στο νοσοκομείο, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις παράνομες δραστηριότητες του γαμπρού του και του κύκλου αυτού και στις περιοχές όπου κρυβόταν ο ίδιος για να προστατευτεί από αυτούς. Η Λειτουργός αποδέχτηκε το πρώτο σκέλος του ισχυρισμού, ήτοι ότι ο Αιτητής δέχτηκε δίωξη από τον γαμπρό και τον αδερφό του, αλλά απέρριψε το δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού, ότι ο λόγος ήταν οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις, διότι ως κατέγραψε, συνδέεται με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, τον οποίο δεν έκανε αποδεκτό. Η Λειτουργός σημείωσε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει επαρκώς ότι οι εν λόγω διαπληκτισμοί συνδέονται και έχουν ως αιτία τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού η Λειτουργός παραπέμπει σε πηγές πληροφόρησης σχετικά με την μουσουλμανική αίρεση-σέκτα Rufai και τον ιδρυτή της Ahmed el-Rufai (βλ. ερυθρά 97-89 του δ.φ.), καθώς και στα έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής, επισημαίνοντας ότι δεν προσκομίστηκαν οποιαδήποτε έγγραφα σχετικά με την ισχυριζόμενη δίωξή του από τον γαμπρό του. Η Λειτουργός καταλήγει πως παρόλο που εξωτερική αξιοπιστία των εγγράφων γίνεται αποδεκτή, δεν προκύπτει ότι η δίωξη του Αιτητή από συγγενικά του πρόσωπα συνδέεται με το θέμα της θρησκείας και με τους λόγους για τους οποίους ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του. Τέλος, σημειώνει ότι με βάση το περιεχόμενο των εγγράφων διαπιστώνεται ότι παραχωρήθηκε στον Αιτητή αποτελεσματική προστασία από τις αρχές της χώρας του, καθότι επιβλήθηκαν περιοριστικά μέτρα στον αδερφό του και καταλήγει πως το εν λόγω σημείο δεν χρήζει περαιτέρω εξέτασης, εφόσον ικανοποιούνται οι πρόνοιες παραχώρησης αποτελεσματικής και μη προσωρινής προστασίας, χωρίς ωστόσο να προβεί σε οποιανδήποτε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Σχετικά με τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι την δίωξή του από συγγενείς και φίλους του γαμπρού του, οι οποίοι τον αναζητούν μετά την φυλάκιση του τελευταίου το 2021 με σκοπό να τον σκοτώσουν, η Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου κατέγραψε ότι δεδομένου ότι η γενεσιουργός αιτία της ισχυριζόμενης δίωξης είναι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις του Αιτητή, οι οποίες δεν έγιναν αποδεκτές, απέρριψε και τον εν λόγω ισχυρισμό. Επεσήμανε επιπρόσθετα πως ο Αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις. Ειδικότερα αναφέρει πως ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι κατά τους τελευταίους έξι μήνες ζούσε κυρίως στο σπίτι της μητέρας του, όμως άλλαζε συνεχώς μέρη καθώς κρυβόταν από φίλους και συγγενείς του γαμπρού του επειδή φοβόταν ότι θα τον σκοτώσουν (βλ. ερυθρά 30/1Χ και 16/8Χ του δ.φ.). Ωστόσο, ανέφερε ότι εντός των τελευταίων έξι μηνών εργάστηκε για δύο μήνες στην Κωνσταντινούπολη (βλ. ερυθρό 26/1Χ του δ.φ.) γεγονός που ως έκρινε η Λειτουργός, ότι δεν καταδεικνύει κάποιον που φοβάται για την ζωή του. Πρόσθετα, καταγράφει η Λειτουργός ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφή απάντηση για τον λόγο για τον οποίο τον αναζητούν, καθότι ανέφερε αρχικά ότι δεν ήταν σαν αυτούς (μουσουλμάνος), στη συνέχεια ανέφερε ότι επειδή είχαν διαπληκτιστεί και τους είχε καταγγείλει και ακολούθως προέβαλε ότι τον ψάχνουν επειδή συνελήφθη ο γαμπρός του με σκοπό να αποσύρει την καταγγελία και να αφεθεί ελεύθερος.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, η Λειτουργός σημείωσε στην εισηγητική της έκθεση ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, λόγω της υποκειμενικής φύσεως τους.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, η Λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τον μοναδικό αποδεκτό ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι το προσωπικό του προφίλ, έκρινε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα του, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Υπό το φως των ανωτέρω και προχωρώντας στη νομική ανάλυση, η Λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν κατέδειξε ότι αντιμετωπίζει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του, και ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του σε έναν από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά προβλέπονται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς. Επιπλέον, κρίθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία και συγκεκριμένα στην πόλη ?ayırova της επαρχίας Kocaeli, ο Αιτητής δεν θα κινδυνεύσει με θανατική ποινή ή εκτέλεση σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας, ούτε ενδέχεται να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας. Τέλος, η Λειτουργός διαπίστωσε κατόπιν σχετικής έρευνας αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην Τουρκία, ότι δεν υπάρχουν αναφορές για οποιαδήποτε ενεργή ένοπλη σύρραξη και ότι οι συνθήκες εκεί δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως συνθήκες ένοπλης εσωτερικής σύρραξης επιφέρουσες αδιακρίτως ασκούμενη βία, ούτως ώστε να τύχει εφαρμογής το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Το επανάνοιγμα της υπόθεσης
Επισημαίνεται ότι, η απόφαση επί της προσφυγής αυτής επιφυλάχθηκε στις 09.04.2025. Ωστόσο, κατά την μελέτη της υπόθεσης, διαφάνηκε ότι υπήρχε αναγκαιότητα περαιτέρω διερεύνησης της κατάστασης υγείας του Αιτητή. Συνεπώς κρίθηκε ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης επέβαλλε το επανάνοιγμα της υπόθεσης αυτής, ενόψει της αναγκαιότητας για περαιτέρω διερεύνηση κρίσιμων ζητημάτων ενόψει των διευρυμένων εξουσιών του Δικαστηρίου, ως αυτές απορρέουν από το άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, N. 73(I)/2018. Υπό το φως λοιπόν των κριτηρίων και των αρχών που εφαρμόζονται ως προς τη δυνατότητα επανανοίγματος μίας υπόθεσης μετά την επιφύλαξη απόφασης, ως αυτές έχουν διαχρονικά διαμορφωθεί μέσα από τη νομολογία[1], το Δικαστήριο διέταξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης αυτής.
Τα όσα έλαβαν χώραν κατά το επανάνοιγμα της υπόθεσης, παρατίθενται στη συνέχεια. Κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, η συνήγορος του Αιτητή προσκόμισε αποδεικτικά επισκέψεων και συνταγογραφήσεις φαρμακευτικής αγωγής από την ιατρό που παρακολουθεί τον Αιτητή και ιατρική έκθεση ημερομηνίας 26.11.2025, στην οποία καταγράφεται πως πρόκειται για άτομο που πάσχει από συναισθηματική διαταραχή με ψυχωσική συμπτωματολογία, μετατραυματική διαταραχή, διαταραχή προσαρμογής επί στοιχείων διαταραχής προσωπικότητας, ο οποίος νοσηλεύτηκε μετά από απόπειρα αυτοκτονίας και χρήζει συστηματικής παρακολούθησης από ψυχίατρο και λήψη φαρμακευτικής αγωγής, και πως λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή η οποία περιλαμβάνει, ως καταγράφεται, νευροληπτική, αντιψυχωτική, ηρεμιστική/ μυοχαλαρωτική, αγχολυτική και αντικαταθλιπτική αγωγή περιλαμβανομένης αντικαταθλιπτικής αγωγής η οποία δίδεται σε ενήλικα άτομα με μείζουσα κατάθλιψη.
Κατά την ακροαματική διαδικασία ημερ. 09.01.2026, η συνήγορος του Αιτητή ανέφερε πως στη παρούσα φάση ο Αιτητής είναι ήρεμος και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, ωστόσο τα προβλήματα αυτά επηρεάζουν την δυνατότητα του να εξεύρει εργασία και τόνισε πως υπάρχουν πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής του, οι οποίες αναφέρονται στα εμπόδια που αντιμετωπίζουν άτομα στο τομέα της ψυχικής υγείας, προσκομίζοντας σχετική δημοσίευση ημερ. 29.04.2024 (Τεκμήριο 1). Η συνήγορος των καθ’ ων η Αίτηση τόνισε πως ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στη Τουρκία θα έχει πρόσβαση σε όλα τα φάρμακα που λαμβάνει. Κρίθηκε αναγκαία η τοποθέτηση των μερών, μέσω γραπτών αγορεύσεων, κατά πόσο η επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του θα επηρεάσει τη κατάσταση της ψυχικής του υγείας.
Επί της συμπληρωματικής αγόρευσης της συνηγόρου του Αιτητή, καταγράφεται το ιστορικό του Αιτητή, οι απόπειρες αυτοκτονίες (δύο) που προέβη, η νοσηλεία του, η παρακολούθηση του από ιατρό και η λήψη φαρμακευτικής αγωγής. Επισυνάπτει σχετικό κατάλογο με πληροφορίες για τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας στη Τουρκία και επισημαίνει πως παρότι υφίστανται υπηρεσίες ψυχικής υγείας, η ποιότητα, επάρκεια και προσβασιμότητα είναι αμφίβολη έως προβληματική και ιδίως σε ό,τι αφορά πληθυσμούς όπως τον Κουρδικό. Παραθέτει στη συνέχεια νομολογία του ΕΔΔΑ, καταλήγοντας πως η αμφιβολία ως προς το κατά πόσο θα υπάρξει πραγματική πιθανότητα να τύχει κατάλληλης θεραπείας, παρακολούθησης και ελέγχου στη Τουρκία, είναι ορατή και μεγάλη και τυχόν επιστροφή του Αιτητή θα είναι έκδηλα αντίθετη προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ καθώς υπάρχουν σοβαροί, ουσιώδεις και προβλέψιμοι κίνδυνοι επιδείνωσης της κατάστασης του και υποτροπής. Υποστηρίζει περαιτέρω, πως η ψυχική του υγεία επηρεάζει και το αίτημα του για διεθνή προστασία καθιστώντας τον πρόσθετα ευάλωτο στη δίωξη που αναφέρει και τον καθιστά μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας. Τέλος, διαζευκτικά και σε περίπτωση που δεν επιτύχει το αίτημα του για χορήγηση προσφυγικού καθεστώτος, η συνήγορος υποστηρίζει ότι ενόψει των προβλημάτων ψυχικής υγείας και της ισχυρής αμφιβολίας ως προς τη πραγματική δυνατότητα λήψης και συνέχισης της θεραπείας του, ο Αιτητής αντιμετωπίζει πραγματική κίνδυνο να υποστεί σε περίπτωση επιστροφής του στη Τουρκία, «σοβαρή βλάβη» υπό την έννοια του άρθρου 19(1)(β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Οι Καθ’ ων η αίτηση με τη συμπληρωματική τους αγόρευση υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου είναι νόμιμη, ορθά αιτιολογημένη και ληφθείσα κατόπιν πλήρους και επαρκούς εξέτασης όλων των ισχυρισμών του Αιτητή. Ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποδείξει, ούτε κατά το διοικητικό στάδιο ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι υφίσταται βάσιμος και εξατομικευμένος φόβος δίωξης ή κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης, της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ ή του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Υποστηρίζουν ότι οι ισχυρισμοί του περί θρησκευτικής δίωξης, κοινωνικών διακρίσεων και βίας από ιδιώτες δεν στοιχειοθετούν δίωξη κατά την έννοια του νόμου, ενώ η ύπαρξη περιοριστικών μέτρων και η λειτουργία του δικαστικού συστήματος στην Τουρκία καταδεικνύουν, κατά την άποψή τους, ότι υφίσταται αποτελεσματική κρατική προστασία. Περαιτέρω, προβάλλουν ότι οι ισχυρισμοί περί ψυχικής υγείας και πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας είναι γενικοί, μη εξατομικευμένοι και, σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ, δεν συνιστούν αυτοτελή λόγο διεθνούς προστασίας ούτε εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 ΕΣΔΑ, ελλείψει απόδειξης στοχευμένης κρατικής καταπίεσης ή πλήρους κατάρρευσης των δομών υγείας. Κατά συνέπεια, οι Καθ’ ων η αίτηση ζητούν την απόρριψη της προσφυγής ως αβάσιμης τόσο κατά νόμο όσο και κατ’ ουσία και την επικύρωση της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης.
Εξετάζοντας τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας.
Με τη γραπτή της αγόρευση, η συνήγορος του Αιτητή προβάλλει, μεταξύ άλλων, έναν συνεκτικό και τεκμηριωμένο ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία οδήγησε σε πλάνη περί τα πράγματα. Ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται τόσο σε ουσιαστικές όσο και σε νομικές παραλείψεις της Διοίκησης. Καταρχάς, υποστηρίζει ότι η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε εσφαλμένη συσχέτιση μεταξύ των επιμέρους ισχυρισμών του Αιτητή, συνδέοντας αδικαιολόγητα τις επιθέσεις που υπέστη από συγγενικά του πρόσωπα με τη μεταστροφή του στη χριστιανική θρησκεία. Κατά την ίδια, η Υπηρεσία Ασύλου αγνόησε το γεγονός ότι ο Αιτητής ουδέποτε ισχυρίστηκε πως διώκεται επειδή έγινε χριστιανός, αλλά επειδή θεωρήθηκε άπιστος, μη μουσουλμάνος, εξαιτίας της άρνησής του να συμμετάσχει στις θρησκευτικές πρακτικές και τελετουργίες που του επέβαλλε το οικογενειακό του περιβάλλον. Επομένως, η βία που δέχθηκε δεν συνδέεται με τη χριστιανική του ταυτότητα, αλλά με τη στάση του ως προς την αποστασιοποίηση από το Ισλάμ. Η Υπηρεσία Ασύλου, αγνοώντας το κρίσιμο αυτό στοιχείο, απέτυχε να αξιολογήσει σωστά τη βάση του φόβου δίωξης, εστιάζοντας εσφαλμένα σε δευτερεύοντα ζητήματα, όπως η γνώση του Αιτητή γύρω από τα δογματικά χαρακτηριστικά του χριστιανισμού.
Η κα Χαρίτου επισημαίνει επίσης ότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν εφάρμοσε ορθά το άρθρο 3Δ(2) του περί Προσφύγων Νόμου, σύμφωνα με το οποίο, για την αναγνώριση δίωξης λόγω θρησκευτικής ταυτότητας, καθοριστικό ρόλο δεν παίζει το αν ο αιτητής πράγματι χαρακτηρίζεται από το εν λόγω γνώρισμα, αλλά αν του αποδίδεται από τους διώκτες του. Κατά συνέπεια, η Υπηρεσία όφειλε να εξετάσει αν οι επιθέσεις που δέχθηκε ο Αιτητής προκλήθηκαν από το γεγονός ότι θεωρήθηκε αποστάτης και μη πιστός μουσουλμάνος, ανεξαρτήτως του αν είχε πράγματι μεταστραφεί στον χριστιανισμό. Η παράλειψη αυτής της θεμελιώδους εξέτασης, όπως υποστηρίζει η συνήγορος, συνιστά σαφή ένδειξη ελλιπούς και πλημμελούς έρευνας της ουσίας του αιτήματος.
Περαιτέρω, τονίζει ότι ακόμη και αν θεωρηθεί ότι οι επιθέσεις σε βάρος του Αιτητή δεν συνδέονται ευθέως με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, τα περιστατικά αυτά, λόγω της έντασης και της σοβαρότητάς τους, θα έπρεπε να έχουν εξεταστεί υπό το πρίσμα της συμπληρωματικής προστασίας. Η δικηγόρος υπογραμμίζει ότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν αξιολόγησε καθόλου το ενδεχόμενο αυτό, παρότι ο Αιτητής προσκόμισε ιατρικά έγγραφα και δικαστικές αποφάσεις που τεκμηριώνουν πραγματικές επιθέσεις, τραυματισμούς και περιοριστικά μέτρα κατά των δραστών. Η πλήρης απουσία διερεύνησης της δυνατότητας χορήγησης συμπληρωματικής προστασίας αποδεικνύει, κατά την ίδια, ότι η Αρχή δεν προέβη σε ολοκληρωμένη εξέταση όλων των πιθανών νομικών εκδοχών του αιτήματος, παραβιάζοντας την υποχρέωσή της για εξατομικευμένη και ενδελεχή εκτίμηση.
Επιπλέον, η συνήγορος του Αιτητή αναφέρεται στην εσφαλμένη κρίση της Υπηρεσίας Ασύλου ότι ο Αιτητής απολάμβανε αποτελεσματικής προστασίας από τις αρχές της χώρας του, στηριζόμενη αποκλειστικά στην ύπαρξη περιοριστικών μέτρων κατά του αδελφού του. Η προσέγγιση αυτή, κατά την ίδια, παραβλέπει το ουσιώδες γεγονός ότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως ο γαμπρός του, ένας εκ των βασικών δραστών, παρέμενε ελεύθερος λόγω δωροδοκίας της αστυνομίας και λόγω των ισχυρών διασυνδέσεών του. Η Υπηρεσία Ασύλου δεν ερεύνησε περαιτέρω τους ισχυρισμούς αυτούς, ούτε εξέτασε το κατά πόσο οι δικαστικές και αστυνομικές αρχές της Τουρκίας είναι πράγματι σε θέση να παρέχουν προστασία σε θύματα θρησκευτικής ή κοινωνικής βίας. Η αδράνεια αυτή, σύμφωνα με τη δικηγόρο, αντιβαίνει στις αρχές της δίκαιης διοικητικής διαδικασίας και στο καθήκον της Υπηρεσίας να προβαίνει σε ενεργητική έρευνα των κρίσιμων ζητημάτων.
Καταληκτικά, υποστηρίζει η κα Χαρίτου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση χαρακτηρίζεται, από παραλείψεις, εσφαλμένες συνδέσεις μεταξύ των ισχυρισμών, αναιτιολόγητες παραδοχές περί ύπαρξης κρατικής προστασίας και πλήρη έλλειψη εμβάθυνσης στα κρίσιμα ζητήματα του φακέλου κατά τρόπο που καθιστά τη διαδικασία πλημμελή και την τελική απόρριψη νομικά επισφαλή.
Στην αντίπερα όχθη, οι Καθ’ ων η αίτηση απαντούν στους ισχυρισμούς του Αιτητή περί ελλιπούς ή πλημμελούς έρευνας υποστηρίζοντας ότι η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε πλήρη και ενδελεχή εξέταση όλων των στοιχείων της υπόθεσης, όπως αυτά προέκυψαν τόσο από τη συνέντευξη του αιτητή όσο και από τα αποδεικτικά έγγραφα που υποβλήθηκαν. Κατά τη θέση τους, ουδεμία παράλειψη ή έλλειψη δέουσας επιμέλειας σημειώθηκε εκ μέρους της αρμόδιας αρχής, η οποία, όπως αναφέρουν, ακολούθησε τις επιταγές του περί Προσφύγων Νόμου και τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου, εξετάζοντας με αντικειμενικότητα και πληρότητα τα γεγονότα. Ισχυρίζονται δε το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη ελλιπούς έρευνας φέρει ο Αιτητής και όχι η Διοίκηση.
Περαιτέρω, οι Καθ’ ων αίτηση υποστηρίζουν ότι η Λειτουργός αξιολόγησε με προσοχή και λεπτομέρεια όλες τις απαντήσεις του αιτητή, τόσο ως προς την αξιοπιστία του όσο και ως προς την ουσία των ισχυρισμών του. Κατά την άποψή τους, οι αντιφάσεις και οι ασάφειες που εντοπίστηκαν στη συνέντευξη αποτελούσαν επαρκή βάση για την απόρριψη του αιτήματος, καθώς οι απαντήσεις του αιτητή κρίθηκαν ανεπαρκείς, γενικόλογες και μη πειστικές. Υποστηρίζουν, επομένως, ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αιτητή έγινε κατόπιν πλήρους ανάλυσης των στοιχείων, και ότι η κατάληξη στο συμπέρασμα περί αναξιοπιστίας του ήταν νόμιμη και αιτιολογημένη.
Επιπλέον, απορρίπτουν τον ισχυρισμό ότι δεν διερευνήθηκαν επαρκώς τα αποδεικτικά έγγραφα που υπέβαλε ο Αιτητής, επιμένοντας ότι ο φάκελος εξετάστηκε συνολικά και τα προσκομισθέντα στοιχεία συνεκτιμήθηκαν σε συνδυασμό με τις δηλώσεις του αιτητή. Κατά την κρίση τους, η Υπηρεσία προχώρησε με τη δέουσα επιμέλεια στην εξέταση των κρίσιμων σημείων, υπέβαλε διευκρινιστικές ερωτήσεις όπου κρίθηκε απαραίτητο και δεν παρέλειψε καμία ουσιώδη ενέργεια που να επηρεάζει το αποτέλεσμα της απόφασης.
Κατά συνέπεια, θεωρούν ότι ο ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας είναι αβάσιμος, καθώς βασίζεται σε υποκειμενική διαφωνία με την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και όχι σε αποδεδειγμένη παράλειψη της Διοίκησης. Επιπλέον, επικαλούνται ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου είναι νόμιμη, αιτιολογημένη και σύμφωνη με τις διεθνείς και εθνικές διατάξεις περί διεθνούς προστασίας, αφού εκδόθηκε μετά από πλήρη εξέταση των ισχυρισμών και αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αιτητή.
Έχοντας εξετάσει επισταμένως την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία, θα συμφωνήσω με τη θέση της κας Χαρίτου ότι πράγματι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα καθώς, κατά την κρίση μου, η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε μια ανεπαρκή και επιφανειακή αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και των νομικών παραμέτρων της υπόθεσης.
Ειδικότερα, ο Αιτητής υποστήριξε με συνέπεια και χωρίς ουσιώδεις αντιφάσεις ότι, εντός του οικογενειακού και κοινωνικού του περιβάλλοντος, του αποδόθηκε η ταυτότητα του «μη συμμορφούμενου» και του «άπιστου/μη πιστού», λόγω της άρνησής του να συμμετέχει σε επιβεβλημένες θρησκευτικές πρακτικές, και ότι εξαιτίας της αποδιδόμενης αυτής θρησκευτικής απόκλισης υπέστη στοχοποίηση και πράξεις βίας. Παρά ταύτα, η Υπηρεσία Ασύλου παρέλειψε να προσεγγίσει το αίτημα με την απαιτούμενη εμβάθυνση και εξατομικευμένη αξιολόγηση, ιδίως ως προς τη σύνδεση των πράξεων βίας με τον προστατευόμενο λόγο της θρησκείας υπό τη μορφή της αποδιδόμενης μη συμμόρφωσης. Αντιθέτως, περιορίστηκε σε μια σχηματική και τυποποιημένη απόρριψη, η οποία δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις ουσιαστικής εξέτασης του άρθρου 18(3) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε στις επιταγές των άρθρων 4 και 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Καταρχάς, η σύνδεση που επιχειρήθηκε από την Αρχή μεταξύ των ισχυρισμών του Αιτητή περί δίωξης από συγγενικά του πρόσωπα και της μεταστροφής του στη χριστιανική θρησκεία υπήρξε εσφαλμένη και νομικά αστήρικτη. Ο Αιτητής δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι διώκεται επειδή είναι χριστιανός, αλλά επειδή θεωρήθηκε άπιστος και αποστάτης από το ισλάμ. Η βία που κατ’ ισχυρισμόν υπέστη δεν στηρίζεται σε γνώση ή απόδειξη της χριστιανικής του πίστης, αλλά στην κοινωνική και οικογενειακή καταδίκη της μη πίστης του. Φρονώ λοιπόν ότι η Υπηρεσία Ασύλου εξέλαβε εσφαλμένα τη φύση και το περιεχόμενο της δίωξης που επικαλείται ο Αιτητής. Αντί να αναγνωρίσει ότι ο φόβος δίωξης ερείδεται στο γεγονός ότι θεωρήθηκε “άπιστος” και “μη μουσουλμάνος” από το κοινωνικό και οικογενειακό του περιβάλλον, η Αρχή θεώρησε ότι η υπόθεση αφορά δίωξη λόγω “μεταστροφής στον χριστιανισμό”. Αυτή η παρερμηνεία αλλοίωσε την ουσία των ισχυρισμών του Αιτητή και οδήγησε σε εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό του αιτήματος. Υπό το φως του άρθρου 3Δ(2) του περί Προσφύγων Νόμου, καθοριστικό στοιχείο δεν είναι το εάν ο αιτητής πράγματι φέρει το θρησκευτικό χαρακτηριστικό, αλλά εάν αυτό του αποδίδεται από τους διώκτες του. Η Υπηρεσία Ασύλου, ωστόσο, αγνόησε το νομικό αυτό κριτήριο και προσέγγισε το αίτημα υπό εσφαλμένο πρίσμα, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό με βάση το γεγονός ότι οι διώκτες δεν γνώριζαν τη χριστιανική του ταυτότητα. Έτσι παρέβλεψε ότι ο κίνδυνος δίωξης απορρέει ακριβώς από την απόρριψη της θρησκευτικής συμμόρφωσης που του επιβάλλει το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, γεγονός που επαρκεί για τη στοιχειοθέτηση βάσιμου φόβου.
Περαιτέρω, η Αρχή όφειλε να εξετάσει, ακόμη και υπό το εναλλακτικό σενάριο ότι οι επιθέσεις δεν συνδέονται άμεσα με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του Αιτητή, αν τα περιστατικά αυτά μπορούσαν να θεμελιώσουν καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τα άρθρα 18(4) και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Παρ’ όλα αυτά, από τα στοιχεία της απόφασης προκύπτει ότι δεν αξιολογήθηκε καν το ενδεχόμενο αυτό, γεγονός που αποδεικνύει την έλλειψη πλήρους και πολυεπίπεδης έρευνας.
Εξίσου προβληματική είναι και η κρίση ότι ο Αιτητής απολάμβανε αποτελεσματικής προστασίας από τις αρχές της χώρας του. Η ύπαρξη περιοριστικών μέτρων σε βάρος του αδελφού του δεν συνιστά επαρκή ένδειξη προστασίας, ιδίως εφόσον ο Αιτητής κατέθεσε συγκεκριμένους ισχυρισμούς περί διαφθοράς και δωροδοκίας των αστυνομικών αρχών από τον γαμπρό του, χάρη στην οποία παρέμενε ελεύθερος παρά την ποινική του εμπλοκή. Αντί η Υπηρεσία Ασύλου να ερευνήσει περαιτέρω τους ισχυρισμούς αυτούς ή να ζητήσει συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία, προχώρησε σε βιαστικό και ατεκμηρίωτο συμπέρασμα περί ύπαρξης κρατικής προστασίας. Η παράλειψη αυτή αντιβαίνει στις αρχές του ενωσιακού και διεθνούς προσφυγικού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη αποτελεσματικής προστασίας φέρει η διοίκηση όταν υπάρχουν αξιόπιστες ενδείξεις διαφθοράς ή αδράνειας των αρχών της χώρας καταγωγής.
Περαιτέρω, η έλλειψη δέουσας έρευνας αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η Αρχή δεν αξιοποίησε το πλήθος των αποδεικτικών εγγράφων που της προσκομίστηκαν. Ιατρικές γνωματεύσεις, αποφάσεις οικογενειακών δικαστηρίων και αναφορές στην αστυνομία συνιστούσαν σαφείς αποδείξεις τόσο της βίας που υπέστη όσο και του φόβου του για τη ζωή του. Αντί να διερευνήσει τη γνησιότητά τους ή να τα συνεκτιμήσει στο σύνολό τους, η Αρχή τα αντιμετώπισε ως δευτερεύουσες ενδείξεις, υποβαθμίζοντας την αποδεικτική τους αξία. Μια ενδελεχής και αντικειμενική έρευνα θα όφειλε να τα αξιολογήσει σε συνάρτηση με τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων και να διερευνήσει κατά πόσον αποδεικνύουν επαναλαμβανόμενη δίωξη με θρησκευτικά ή κοινωνικά κίνητρα.
Με βάση τα ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου δεν πληρούσε τα κριτήρια της δέουσας έρευνας. Η εξέταση του αιτήματος υπήρξε μονοδιάστατη, χωρίς εξειδικευμένη ανάλυση των θρησκευτικών, κοινωνικών και νομικών παραμέτρων της υπόθεσης, χωρίς ενεργό αναζήτηση πρόσθετων πληροφοριών και χωρίς εφαρμογή των αρχών της ευεργετικής αμφιβολίας και της εξατομικευμένης αξιολόγησης. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός της δικηγόρου περί πλημμελούς και ανεπαρκούς έρευνας και κατ΄επέκταση πλάνης περί τα πράγματα ευσταθεί.
Καταλήγω συνεπώς, ότι η νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας υπό τις περιστάσεις έρευνας καθώς και λόγω πλάνης περί τα πράγματα ως προβλέπεται από τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου και ως προνοείται ειδικότερα από τον περί Προσφύγων Νόμο.
ΕΛΕΓΧΟΣ ΟΡΘΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
H ως άνω κατάληξη μου θα σφράγιζε την τύχη της παρούσας προσφυγής, εάν το παρόν Δικαστήριο ενεργούσε μόνο ως ακυρωτικό Δικαστήριο. Υπενθυμίζονται ωστόσο οι διευρυμένες εξουσίες του, αφού ενεργώντας και ως Δικαστήριο ουσίας έχει δικαιοδοσία δυνάμει του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας του 2019, να προβαίνει σε έλεγχο και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν λαμβάνοντας υπόψη και σχετικά γεγονότα και ισχυρισμούς της προσφεύγουσας που δεν λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ή πράξης, είτε αυτά είναι προγενέστερα είτε είναι μεταγενέστερα αυτής.
Θα προχωρήσω λοιπόν στον έλεγχο αυτό.
Μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση της Λειτουργού, όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
Αρχικά συντάσσομαι με την κρίση των Καθ' ων η αίτηση ως προς την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού τον οποίον και αποδέχομαι λόγω του ότι οι δηλώσεις του Αιτητή κρίνονται ως σαφείς, δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου, ενώ οι δηλώσεις του επιβεβαιώθηκαν και από αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης στις οποίες προσέτρεξε η Λειτουργός.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή
Προχωρώντας τώρα στον δεύτερο κρίσιμο ισχυρισμό του Αιτητή, κρίνω αναγκαίο όπως, πριν την ουσιαστική αξιολόγηση του ισχυρισμού αυτού, επισημανθεί ότι διαφωνώ με τον τρόπο που η Λειτουργός τον προσδιόρισε και τον αξιολόγησε ως «ισχυρισμό περί αποχώρησης από τη χώρα καταγωγής για θρησκευτικούς λόγους». Η διατύπωση αυτή δεν αποδίδει με ακρίβεια το περιεχόμενο και τη φύση των ισχυρισμών του Αιτητή.
Από το σύνολο των στοιχείων προκύπτει ότι ο Αιτητής δεν προέβαλε απλώς γενική θρησκευτική διαφοροποίηση, αλλά ισχυρίστηκε ότι, λόγω της άρνησής του να συμμορφωθεί με επιβεβλημένες θρησκευτικές πρακτικές και της αποστασιοποίησής του από το θρησκευτικό πλαίσιο που του επιβαλλόταν, του αποδόθηκε από το οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον η ταυτότητα του «άπιστου» ή «μη πιστού», γεγονός που ενεργοποίησε στοχοποίηση και πράξεις βίας εις βάρος του.
Υπό το πρίσμα αυτό, ορθότερη και ακριβέστερη διατύπωση του εξεταζόμενου ισχυρισμού είναι η ακόλουθη:
«Ισχυρισμός περί αποχώρησης από τη χώρα καταγωγής λόγω αποδιδόμενης θρησκευτικής απόκλισης και φόβου δίωξης για λόγους θρησκείας, υπό τη μορφή της μη πίστης ή της άρνησης συμμόρφωσης προς επιβεβλημένες θρησκευτικές πρακτικές».
Η διάκριση αυτή δεν είναι τυπική αλλά ουσιώδης, καθότι καθορίζει το αντικείμενο της δέουσας έρευνας και το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο, ιδίως ως προς την έννοια της θρησκείας κατά το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο καλύπτει και περιπτώσεις αποδιδόμενης θρησκευτικής ταυτότητας. Υπό αυτήν, συνεπώς, τη διατύπωση εξετάζεται ο ισχυρισμός αυτός.
Κατόπιν της αποσαφήνισης αυτής, προκύπτει από την προφορική συνέντευξη και το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας ότι ο Αιτητής προσδιορίζεται ως άτομο μουσουλμανικής καταγωγής, το οποίο, αν και δεν ασκούσε ευλαβικά τα θρησκευτικά του καθήκοντα, βίωνε εσωτερική δυσαρέσκεια και αποστροφή προς το Ισλάμ (“I hated being Muslim”). Η στάση αυτή τον οδήγησε σε μια μακρά διαδικασία αναζήτησης και διερεύνησης άλλων κοσμοθεωρητικών και θρησκευτικών προσεγγίσεων, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον προς τον Χριστιανισμό.
Όπως ο ίδιος περιέγραψε, σε πρώτο στάδιο προσέγγισε τον θεϊσμό (Deism), ενώ στη συνέχεια άρχισε να μελετά τη διδασκαλία του Χριστού, αναγνωρίζοντας τη σημασία της προσευχής ως στοιχείου προσωπικής γαλήνης και νοηματοδότησης της ζωής του. Η πορεία αυτή δεν παρουσιάστηκε ως στιγμιαία ή προσχηματική, αλλά ως βιωματική και εξελισσόμενη διαδικασία, γεγονός που ενισχύεται από τη συνολική συνοχή της αφήγησής του.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της συνέντευξης, ο Αιτητής συνέδεσε με συνέπεια τη θρησκευτική του αποστασιοποίηση από το Ισλάμ με τον φόβο που αντιμετώπισε και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει. Σε περισσότερα σημεία, όταν ερωτήθηκε για τους λόγους για τους οποίους αναζητείτο, κρυβόταν ή τελικώς εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ανέφερε ότι «δεν ήταν όπως οι άλλοι», διευκρινίζοντας ότι δεν ταυτιζόταν πλέον με τη μουσουλμανική πίστη και ότι αναζητούσε διαφορετικό πνευματικό προσανατολισμό, γεγονός που στο οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον εκλήφθηκε ως ένδειξη «απιστίας». Η επαναληπτικότητα και σταθερότητα αυτής της τοποθέτησης σε διαφορετικά σημεία της αφήγησής του προσδίδει εσωτερική συνοχή και αξιοπιστία στον ισχυρισμό του.
Ο Αιτητής περιέγραψε περαιτέρω ότι γνώρισε τυχαία άτομο στην περιοχή G?ztepe της Κωνσταντινούπολης, μέσω του οποίου ήρθε σε επαφή με τη θρησκευτική ομάδα των Μορμόνων, γεγονός που τον οδήγησε σε περαιτέρω ενασχόληση με τον Χριστιανισμό και στη μελέτη θρησκευτικών βιβλίων, μεταξύ των οποίων και της Βίβλου. Η ενασχόληση αυτή καλλιέργησε σε αυτόν την επιθυμία να βαπτιστεί, η οποία, όπως ισχυρίστηκε, δεν κατέστη δυνατό να υλοποιηθεί λόγω των απειλών και των επεισοδίων βίας που ακολούθησαν. Ανέφερε επίσης ότι, όταν αντιλήφθηκε πως οι Μορμόνοι δεν θεωρούνται Χριστιανοί από άλλα χριστιανικά δόγματα, διέκοψε την επικοινωνία μαζί τους, στοιχείο που ενισχύει την ειλικρίνεια και τον μη προσχηματικό χαρακτήρα της αναζήτησής του.
Η αξιοπιστία των ισχυρισμών του ενισχύεται από το γεγονός ότι δεν περιορίστηκε σε αφηρημένες δηλώσεις περί πίστης, αλλά περιέγραψε συγκεκριμένες συμπεριφορές μέσω των οποίων η αποστασιοποίησή του από το Ισλάμ κατέστη ορατή στο οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον. Η άρνησή του να συμμετέχει στις προσευχές και στις τελετουργίες του θρησκευτικού κύκλου (tarikat) στον οποίο ανήκε ο γαμπρός του, η δυσφορία που εξέφρασε για τις πρακτικές αυτές και η σταδιακή απομάκρυνσή του από αυτές αποτέλεσαν, κατά την αφήγησή του, τον καταλύτη για την εχθρική στάση και τη βίαιη συμπεριφορά εις βάρος του.
Αναγνωρίζεται ότι, από τις απαντήσεις του σε ορισμένα ερωτήματα σχετικά με τον Χριστιανισμό, προκύπτει ότι δεν διέθετε εκτενή θεολογική γνώση. Η διαπίστωση αυτή, ωστόσο, δεν αρκεί για να κλονίσει την αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Ο Αιτητής ουδέποτε παρουσίασε τον εαυτό του ως θεολογικά καταρτισμένο ή ενεργό μέλος εκκλησίας· αντιθέτως, περιέγραψε με ειλικρίνεια μια πορεία πνευματικής αναζήτησης σε εξέλιξη. Η σταδιακή απομάκρυνσή του από το Ισλάμ, η ενδιάμεση προσέγγισή του στον θεϊσμό και η μετέπειτα στροφή του προς τον Χριστιανισμό συνιστούν διαδοχικά στάδια ενός αυθεντικού εσωτερικού ταξιδιού και όχι αντιφάσεις που υποδηλώνουν αναξιοπιστία.
Η έλλειψη θεολογικής γνώσης, όπως επεσήμανε και η Λειτουργός, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως απόδειξη ανειλικρίνειας. Εξάλλου, η ίδια η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), στις Κατευθυντήριες Οδηγίες της σχετικά με την εξέταση αιτημάτων ασύλου με θρησκευτικό περιεχόμενο, επισημαίνει ότι:
«Αν και οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων συχνά το θεωρούν χρήσιμο κατά τη διάρκεια της έρευνας και της προετοιμασίας, η εκτενής εξέταση ή δοκιμή των αρχών ή της γνώσης της θρησκείας του αιτούντος μπορεί να μην είναι πάντα απαραίτητη ή χρήσιμη. Σε κάθε περίπτωση, τα τεστ γνώσεων πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις ατομικές περιστάσεις, ιδίως επειδή η γνώση μιας θρησκείας μπορεί να ποικίλλει σημαντικά ανάλογα με το κοινωνικό, οικονομικό ή μορφωτικό υπόβαθρο του ατόμου ή/και την ηλικία ή το φύλο του/της.» [2]
Στο πλαίσιο αυτό, ο ισχυρισμός του Αιτητή δεν μπορεί να θεωρηθεί εσωτερικά αναξιόπιστος. Η αφήγησή του είναι λογική, συνεκτική και ευθυγραμμισμένη με τη φυσική εξέλιξη της προσωπικής του πορείας. Δεν εντοπίζονται ουσιώδεις αντιφάσεις ή υπερβολές· αντιθέτως, η περιγραφή του για τον τρόπο που γνώρισε τη νέα πίστη, τα συναισθήματα που του προκάλεσε και τις δυσκολίες που συνάντησε αποδίδει ένα ρεαλιστικό και αληθοφανές βίωμα. Η πορεία του αντικατοπτρίζει τη σύγχυση και τη σταδιακή μεταστροφή ενός ανθρώπου που επιθυμεί να απομακρυνθεί από μια θρησκεία η οποία τον καταπίεζε και να αναζητήσει μια άλλη που του προσφέρει γαλήνη και αποδοχή.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, κρίνεται ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή περί αποστασιοποίησής του από το Ισλάμ, της πνευματικής του αναζήτησης και της αποδιδόμενης σε αυτόν θρησκευτικής απόκλισης είναι εσωτερικά αξιόπιστος, συνεκτικός και συμβατός με τα διεθνή πρότυπα εξέτασης αιτημάτων ασύλου με θρησκευτικό περιεχόμενο. Η προσέγγιση της Λειτουργού, η οποία εστίασε κυρίως στην απουσία εκτενούς θεολογικής γνώσης, δεν ευθυγραμμίζεται με τα κριτήρια αυτά ούτε με τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.
Εξετάζοντας την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του Αιτητή, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησής, αναφορικά με τα άτομα που μεταστρέφονται στον Χριστιανισμό στην Τουρκία ή που θεωρούνται άθεοι, από τις οποίες προκύπτουν τα ακόλουθα:
· Έκθεση του USDOS για το 2023 αναφέρει πως το Σύνταγμα της Τουρκίας ορίζει τη χώρα ως κοσμικό κράτος. Προβλέπει ελευθερία συνείδησης, θρησκευτικών πεποιθήσεων, έκφρασης και λατρείας και απαγορεύει τις διακρίσεις για θρησκευτικούς λόγους. Η Προεδρία Θρησκευτικών Υποθέσεων (Diyanet), κρατικός θεσμός, διοικεί και συντονίζει τα θρησκευτικά θέματα που σχετίζονται με το Ισλάμ, παρέχει θρησκευτική εκπαίδευση και διαχειρίζεται θρησκευτικά ιδρύματα. Ο ποινικός κώδικας απαγορεύει τη βλασφημία και προβλέπει ποινή για την «υποκίνηση μίσους και εχθρότητας», συμπεριλαμβανομένης της δημόσιας επίδειξης ασέβειας προς τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, και ποινικοποιεί την «προσβολή αξιών που θεωρούνται ιερές από μια θρησκεία». Η έκθεση αναφέρει ότι οι αρχές συνέχισαν να υπονομεύουν τη θρησκευτική ελευθερία προσπαθώντας σκόπιμα να καταπνίξουν την εξάπλωση του χριστιανισμού. Ο συνολικός πληθυσμός της χώρας ανερχόταν στα μέσα του 2023 σε 83,6 εκατομμύρια (μέσα του 2023). Σύμφωνα με την κυβέρνηση, το 99% του πληθυσμού είναι μουσουλμάνοι, στους οποίους, σύμφωνα με την κυβέρνηση, περιλαμβάνονται και οι Αλεβίτες. Οι έρευνες κοινής γνώμης που δημοσιεύθηκαν το 2021 από την εταιρεία ερευνών και δημοσκοπήσεων KONDA Research and Consultancy δείχνουν ότι περίπου το 88% αυτοπροσδιορίζονται ως Μουσουλμάνοι Σουνίτες, το 6% αυτοπροσδιορίζεται ως αλλόθρησκοι, το 4% ως Αλεβίτες και το υπόλοιπο 2% ως «άλλο». Οι μη μουσουλμανικές θρησκευτικές ομάδες συγκεντρώνονται κυρίως στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλες μεγάλες πόλεις, καθώς και στα νοτιοανατολικά.[3]
· Έκθεση του USDOS για το 2020 αναφέρει ότι άτομα που έχουν μεταστραφεί σε χριστιανικές προτεσταντικές ομάδες από το Ισλάμ ή από την χριστιανική Ορθοδοξία συνέχισαν να αναφέρουν κοινωνική αποφυγή/περιθωριοποίηση εντός της οικογένειάς τους, μεταξύ των φίλων και στους χώρους εργασίας τους μετά την ανακάλυψη της μεταστροφής από τους συνεργάτες τους, σύμφωνα με μέλη της τοπικής κοινότητας.
· Η Christians Solidarity Worldwide (CSW), μια χριστιανική οργάνωση με στόχο την προώθηση της θρησκευτικής ελευθερίας παγκοσμίως, σε μια ενημέρωση του Μαΐου 2020 παρείχε τις ακόλουθες πληροφορίες: «Αλεβίτες μουσουλμάνοι, Bahai και Χριστιανοί, ειδικότερα όσοι έχουν μεταστραφεί από το Ισλάμ αντιμετωπίζουν καθημερινά κοινωνικές πιέσεις. Η ρητορική μίσους και τα περιστασιακά εγκλήματα μίσους που στοχεύουν θρησκευτικές μειονότητες συνεχίζονται, συμπεριλαμβανομένων επιθέσεων σε χώρους λατρείας, με τους δράστες γενικά να απολαμβάνουν ατιμωρησία. Υπήρξε μια έξαρση στην έκφραση αντιχριστιανικών συναισθημάτων σε φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης, ενώ πληθαίνουν οι αναφορές για περιστατικά εκφοβισμού και εκφοβισμού εναντίον Χριστιανών μαθητών στα σχολεία.[4]
· Περαιτέρω, σε έκθεση της Αυστραλιανής Κυβέρνησης – Υπουργείου Εξωτερικών και Εμπορίου (DFAT) του 2025[5] αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Μια έρευνα του 2023 για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις στην Τουρκία από το Ινστιτούτο Άγκυρας, διαπίστωσε ότι περίπου το 2% των ερωτηθέντων δήλωσαν άθεοι. Το Σύνταγμα της Τουρκικής Δημοκρατίας ορίζει ότι η χώρα είναι κοσμικό κράτος και απαγορεύει ακόμη και μερικώς τη θεμελίωση της κρατικής τάξης σε θρησκευτικά δόγματα.
Αν και οι άθεοι έχουν νομικά το δικαίωμα να εκφράζουν τις πεποιθήσεις τους —και κάποιοι το κάνουν ενεργά μέσω διαδικτύου ή των μέσων ενημέρωσης—, πηγές εντός της χώρας ανέφεραν ότι συχνά υφίστανται κριτική και λεκτική κακοποίηση από θρησκευόμενους Τούρκους. Ορισμένοι άθεοι ανέφεραν ότι δέχθηκαν απειλές και σωματική κακοποίηση από θρησκευόμενα μέλη των οικογενειών τους. Σύμφωνα με το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, σπανίως χορηγούνται απαλλαγές σε άθεους από τη θρησκευτική εκπαίδευση που είναι υποχρεωτική στα σχολεία. Πηγές εντός της χώρας ανέφεραν ότι άθεοι που ασκούν δημόσια κριτική στη θρησκεία μερικές φορές στοχοποιούνται βάσει του Άρθρου 216(3) του Ποινικού Κώδικα (2004). Επίσης, πολλοί άθεοι δήλωσαν ότι αισθάνονται υποχρεωμένοι να αποκρύπτουν τις πεποιθήσεις τους από τους εργοδότες τους λόγω φόβου διάκρισης. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι άθεοι φέρονται να αναγράφονται ως μουσουλμάνοι στις εθνικές ταυτότητές τους και, σύμφωνα με πηγές εντός της χώρας, λίγοι επιχειρούν να αλλάξουν αυτό το στοιχείο μετά την αποκήρυξη της θρησκευτικής τους πίστης.”
Με βάση τις ανωτέρω πηγές πληροφόρησης, διαπιστώνεται ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με τη σταδιακή απομάκρυνσή του από το Ισλάμ, τη στροφή του προς τον Χριστιανισμό και τον συνακόλουθο φόβο δίωξης λόγω της θρησκευτικής του ταυτότητας ευρίσκονται σε αντικειμενική συνάφεια με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του. Οι εκθέσεις διεθνών οργανισμών καταδεικνύουν ότι, παρά τις τυπικές συνταγματικές εγγυήσεις περί θρησκευτικής ελευθερίας, πρόσωπα τα οποία απομακρύνονται από το Ισλάμ, μεταστρέφονται στον Χριστιανισμό ή αυτοπροσδιορίζονται ως άθεα ή μη θρησκευόμενα, εκτίθενται στην Τουρκία σε έντονες κοινωνικές πιέσεις, στιγματισμό, απειλές και, σε ορισμένες περιπτώσεις, κοινωνική απομόνωση, ιδίως εντός του οικογενειακού και στενού κοινωνικού τους περιβάλλοντος.
Οι διαπιστώσεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα ενόψει του συγκεκριμένου προφίλ του Αιτητή, ο οποίος, ως άτομο μουσουλμανικής καταγωγής που εκδήλωσε έμπρακτα αποστασιοποίηση από την κυρίαρχη θρησκευτική ταυτότητα και ενδιαφέρον για τον Χριστιανισμό, εντάσσεται σε κατηγορία προσώπων για την οποία οι ίδιες πηγές αναγνωρίζουν αυξημένο κίνδυνο κοινωνικής στοχοποίησης. Περαιτέρω, από το σύνολο των στοιχείων προκύπτει ότι η προστασία που παρέχεται από τις κρατικές αρχές έναντι πράξεων κοινωνικής ή οικογενειακής βίας που συνδέονται με θρησκευτική απόκλιση εμφανίζεται ασταθής και συχνά αναποτελεσματική, ενώ το έντονο κοινωνικό ταμπού που περιβάλλει την αποστασία από το Ισλάμ λειτουργεί αποτρεπτικά για την αναζήτηση ουσιαστικής κρατικής συνδρομής. Υπό τα δεδομένα αυτά, οι φόβοι που επικαλείται ο Αιτητής δεν ερείδονται σε υποκειμενικές ή αφηρημένες ανησυχίες, αλλά στηρίζονται σε αντικειμενικές, επαληθεύσιμες και εξατομικευμένες συνθήκες που καταγράφονται από αξιόπιστες διεθνείς πηγές, γεγονός που καθιστά τον σχετικό ισχυρισμό του εξωτερικά αξιόπιστο.
Ο τρίτος και τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός
Οι τρίτος και τέταρτος ουσιώδεις ισχυρισμοί του Αιτητή, οι οποίοι αφορούν αφενός τη δίωξή του από συγγενικά πρόσωπα (γαμπρό και αδελφό) και αφετέρου την στοχοποίηση του από τον ευρύτερο κύκλο συγγενών και φίλων του γαμπρού του, είναι διακριτοί ως προς τους επιμέρους δράστες, πλην όμως στενά συνδεδεμένοι ως προς το πραγματικό υπόβαθρο, την αιτιολογία και τη χρονική τους εξέλιξη. Και οι δύο ισχυρισμοί ερείδονται στην ίδια γενεσιουργό αιτία, ήτοι τη θρησκευτική απόκλιση του Αιτητή και τη μη συμμόρφωσή του με τις πρακτικές και επιταγές του κοινωνικού και θρησκευτικού περιβάλλοντος στο οποίο ανήκε. Υπό τα δεδομένα αυτά, κρίνεται ορθό να αξιολογηθούν από κοινού ως προς την εσωτερική τους αξιοπιστία, με σαφή ωστόσο διάκριση του πραγματικού περιεχομένου εκάστου.
Εξετάζοντας τους ισχυρισμούς αυτούς, το Δικαστήριο συντάσσεται με τα ευρήματα της Λειτουργού ως προς τη συνέπεια και την πληρότητα με την οποία ο Αιτητής περιέγραψε τις επιθέσεις που δέχθηκε. Πλην όμως, κρίνεται ότι εσφαλμένα οι επιθέσεις αυτές αποδόθηκαν αποκλειστικά και περιοριστικά στη μεταστροφή του στον Χριστιανισμό. Από τη συνέντευξη προκύπτει με σαφήνεια ότι οι κατ’ ισχυρισμό διώκτες του δεν είχαν γνώση της χριστιανικής του ταυτότητας ή πρόθεσης, αλλά τον στοχοποιούσαν επειδή τον αντιλαμβάνονταν ως «άπιστο», μη μουσουλμάνο και μη συμμορφούμενο με τις θρησκευτικές πρακτικές της συγκεκριμένης μουσουλμανικής ομάδας («Rufais – Rufailer») στην οποία ανήκε ο γαμπρός του. Ο ίδιος ο Αιτητής δήλωσε ρητά ότι, εάν γινόταν γνωστή η χριστιανική του ταυτότητα, η αντίδραση θα ήταν ακόμη πιο ακραία, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά ότι «θα τον κρεμούσαν». Η διάκριση αυτή όχι μόνο δεν αποδυναμώνει, αλλά αντιθέτως ενισχύει την εσωτερική συνοχή της αφήγησης, καθότι αποτυπώνει με ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο η θρησκευτική αποστασιοποίηση γίνεται αντιληπτή και τιμωρείται στο συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο.
Από το αφήγημα του Αιτητή αναδύεται ένα σαφές, διαρθρωμένο και χρονικά συνεκτικό ιστορικό γεγονότων. Ο γαμπρός του, μέλος της προαναφερθείσας θρησκευτικής ομάδας, τον πίεζε συστηματικά να συμμετέχει στις συναθροίσεις τους, στις οποίες τελούνταν προσευχές και τελετουργίες ιδιότυπου χαρακτήρα. Ο Αιτητής συμμετείχε αρχικά σε ορισμένες από αυτές, πλην όμως αποστασιοποιήθηκε σύντομα, δηλώνοντας ότι δεν αισθανόταν πως ανήκε εκεί. Η απομάκρυνση αυτή αποτέλεσε, κατά την αφήγησή του, το σημείο καμπής μετά το οποίο η πίεση μετατράπηκε σε απειλές και, εν συνεχεία, σε πράξεις βίας.
Η πρώτη σοβαρή επίθεση φέρεται να έλαβε χώρα τον Οκτώβριο ή Νοέμβριο του 2019, όταν ο γαμπρός του εισήλθε στην οικία του στην περιοχή ?ayırova και άρχισε να πυροβολεί. Ο Αιτητής κάλεσε την αστυνομία, η οποία κατέγραψε το περιστατικό, ενώ ο ίδιος μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο όπου έλαβε ιατρική περίθαλψη. Οι ισχυρισμοί αυτοί ευθυγραμμίζονται χρονικά και ουσιαστικά με το ιατρικό πιστοποιητικό του Ιδιωτικού Νοσοκομείου “Century” ημερομηνίας 21.11.2019, το οποίο καταγράφει επιφανειακό τραυματισμό στο κεφάλι.
Στη συνέχεια, ο Αιτητής περιέγραψε και άλλες επιθέσεις, τόσο στον χώρο εργασίας του όσο και στην οικία της μητέρας του. Παρότι, κατά τα λεγόμενά του, εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εις βάρος του γαμπρού του, εκείνος συνέχιζε να κυκλοφορεί ελεύθερος, γεγονός που ο Αιτητής απέδωσε σε φαινόμενα διαφθοράς. Κατόπιν καταγγελίας του στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία, διενεργήθηκε έρευνα στην οικία του γαμπρού του, κατά την οποία εντοπίστηκαν όπλα και εκρηκτικά, γεγονός που οδήγησε τελικώς στη σύλληψή του. Μετά τη σύλληψη αυτή, ο Αιτητής ανέφερε ότι άρχισε να δέχεται απειλές από φίλους και συγγενείς του γαμπρού του, οι οποίοι τον αναζητούσαν προκειμένου να αποσύρει την καταγγελία, με αποτέλεσμα να αναγκάζεται να κρύβεται και να μετακινείται διαρκώς.
Η επισήμανση της Λειτουργού περί ασάφειας, λόγω του ότι ο Αιτητής φέρεται να εργαζόταν για σύντομο χρονικό διάστημα ενώ ταυτόχρονα κρυβόταν, δεν κρίνεται ικανή να υπονομεύσει την αξιοπιστία του. Η απόκλιση αυτή ερμηνεύεται εύλογα ως προσπάθεια προσωρινής επιβίωσης και δεν αναιρεί το γενικό αφήγημα περί φόβου και καταδίωξης, ιδίως ενόψει της σταθερής αναφοράς του σε συνεχείς μετακινήσεις, απόκρυψη και αποφυγή εντοπισμού από πρόσωπα που τον αναζητούσαν.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο περιστατικό του Οκτωβρίου 2021, κατά το οποίο ο Αιτητής περιέγραψε ότι δέχθηκε επίθεση από τον αδελφό του, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του, ενεργούσε υπό την επιρροή του γαμπρού του. Ο Αιτητής αφηγήθηκε με σαφήνεια και χωρίς ουσιώδεις μεταβολές ότι τραυματίστηκε στον αυχένα και στο πόδι, ενώ τραυματίστηκε και η μητέρα τους κατά τη διάρκεια του ίδιου επεισοδίου. Η περιγραφή του περιστατικού εντάσσεται με λογική αλληλουχία στο συνολικό ιστορικό των προηγούμενων απειλών και επιθέσεων και παρουσιάζει χρονική και πραγματική συνέπεια με την κλιμάκωση της σύγκρουσης που ο ίδιος περιέγραψε.
Η Λειτουργός αποδέχθηκε την πραγματική τέλεση των επιθέσεων, χωρίς όμως να εξετάσει επαρκώς τα κίνητρα που τις υποκίνησαν, απορρίπτοντας ατεκμηρίωτα τη σύνδεσή τους με τη θρησκευτική απόκλιση του Αιτητή. Περαιτέρω, η αξιολόγηση της κρατικής προστασίας περιορίστηκε στη διαπίστωση της ύπαρξης περιοριστικών μέτρων, χωρίς διερεύνηση της ουσιαστικής αποτελεσματικότητάς τους ή των ισχυρισμών περί επιρροής του γαμπρού του σε εγκληματικά δίκτυα. Οι παραλείψεις αυτές δεν πλήττουν την αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή· αντιθέτως, ευθυγραμμίζονται με την περιγραφή του περί ανεπαρκούς προστασίας έναντι μη κρατικών δρώντων.
Τέλος, το γενικότερο κοινωνικό πλαίσιο, όπως προκύπτει από διεθνείς πηγές με βάση την έρευνα που προηγήθηκε, σύμφωνα με το οποίο άτομα που δεν συμμορφώνονται με θρησκευτικές πρακτικές ή θεωρούνται άθεοι ή μη πιστοί στην Τουρκία εκτίθενται σε κοινωνικές πιέσεις, ρητορική μίσους και περιστατικά βίας με συχνή ατιμωρησία των δραστών, είναι απολύτως συμβατό με τις προσωπικές εμπειρίες που περιέγραψε ο Αιτητής.
Συνολικά, οι τρίτος και τέταρτος ισχυρισμοί του Αιτητή παρουσιάζουν συνέπεια, πληρότητα και λογική αλληλουχία, υποστηρίζονται από έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία και δεν εμφανίζουν ουσιώδεις αντιφάσεις. Οι τυχόν επιμέρους ασάφειες είναι επουσιώδεις και δεν αναιρούν τη συνολική αληθοφάνεια της αφήγησης. Κατά συνέπεια, οι ισχυρισμοί αυτοί κρίνονται εσωτερικά αξιόπιστοι.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των τρίτου και τέταρτου ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε αξιόπιστες και επικαιροποιημένες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καθώς και στα έγγραφα που προσκομίστηκαν προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, προκειμένου να εξεταστεί κατά πόσον το πραγματικό πλαίσιο που περιγράφει ευθυγραμμίζεται με τις αντικειμενικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών αυτών, ανέτρεξα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, από τις οποίες εντοπίζονται τα ακόλουθα:
· Έκθεση που αξιολογεί την ελευθερία της θρησκείας και των πεποιθήσεων στην Τουρκία και καλύπτει την χρονική περίοδο Ιανουαρίου 2016 έως Μάρτιο του 2019 αναφέρει ότι τα άτομα στα οποία διεξήχθη συνέντευξη για την υπό αναφορά έκθεση ανέφεραν ότι όσοι έχουν θρησκεία, πεποιθήσεις ή κοσμοθεωρία διαφορετική από το σουνιτικό Ισλάμ, υπόκεινται σε πίεση και διακρίσεις στο πλαίσιο της οικογένειας, της εργασίας και του κοινωνικού περιβάλλοντος λόγω της πίστης τους, της μη πίστης τους ή της αλλαγής της θρησκείας ή των πεποιθήσεών τους, ή αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο αυτό παρά τις νομικές εγγυήσεις κατά των διακρίσεων αυτών. Αυτές τις συνθήκες βιώνουν ευρέως οι άθεοι, οι προσηλυτισμένοι στον χριστιανισμό, οι Αλεβίτες και μέλη μη μουσουλμανικών μειονοτήτων.[6]
· Σε έκθεση του IRB αναφέρεται ότι με βάση έρευνα του Centre for American Progress (CAP), ενός ανεξάρτητου ινστιτούτου πολιτικής διαπιστώθηκε ότι το 32% των Τούρκων δήλωσε ότι ο θεϊσμός/αθεϊσμός είναι πιο επικίνδυνος από τον θρησκευτικό εξτρεμισμό. Η έκθεση παραπέμπει στην εφημερίδα Guardian η οποία αναφέρει ότι, σύμφωνα με μια μελέτη του 2020 από το Πανεπιστήμιο Sakarya και το Υπουργείο Παιδείας της Τουρκίας που εξέτασε τα θρησκευτικά προγράμματα σπουδών στο σχολικό σύστημα της Τουρκίας, οι μαθητές αντιστέκονται στα υποχρεωτικά μαθήματα θρησκευτικών και στην έννοια της θρησκείας γενικότερα. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι σχεδόν οι μισοί από τους εκπαιδευτικούς που ερωτήθηκαν δήλωσαν ότι οι μαθητές τους είναι όλο και πιο πιθανό να περιγράψουν τους εαυτούς τους ως άθεους, θεϊστές, ή φεμινιστές και να αμφισβητήσουν την ερμηνεία του Ισλάμ που διδάσκεται στο σχολείο. Σύμφωνα με την έκθεση Turkey 2020 Crime & Safety Report για την Κωνσταντινούπολη του Αμερικανικού Συμβουλευτικού Συμβουλίου για την Ασφάλεια στο Εξωτερικό (OSAC), οι άθεοι παραμένουν αντικείμενο εκφοβισμού στα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης, αν και σε χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση με άλλες θρησκευτικές μειονότητες. Ως προς τη μεταχείριση των άθεων από τις αρχές, αναφέρεται ότι (με βάση δηλώσεις αναπληρωτή καθηγητή) δεν υπάρχει κανένας τρόπος για τις αρχές να γνωρίζουν ότι ένα άτομο είναι άθεος, εκτός αν το δηλώνει ανοιχτά. Ένα άτομο είναι απίθανο να υποστεί παρενόχληση από την αστυνομία ή το κράτος, εκτός εάν έχει επιλέξει να δημοσιοποιήσει τις πεποιθήσεις του, και περαιτέρω αναφέρεται ότι είναι απίθανο το κράτος να λάβει άμεσα μέτρα εναντίον ενός «ειλικρινούς» άθεου. Αντίθετα, σε αλληλογραφία με τη Διεύθυνση Ερευνών, ένας λέκτορας σε αμερικανικό πανεπιστήμιο που ειδικεύεται στις τουρκικές σπουδές ανέφερε ότι ειδικά σε εθνικό επίπεδο, οι αρχές δεν αναγνωρίζουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των άθεων και δεν τους επιτρέπουν να εκφράζουν τις απόψεις τους. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, αυτό αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής κατά την οποία πολλές ομάδες στιγματίζονται με βάση την ατομική τους ταυτότητα.[7]
Αναφορικά με τη θρησκευτική ελευθερία, εντοπίζονται τα ακόλουθα:
· Σύμφωνα με Έκθεση του Υπουργείου εξωτερικών των ΗΠΑ[8] για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία στη Τουρκία το Σύνταγμα της Τουρκίας ορίζει τη χώρα ως κοσμικό κράτος και εγγυάται την ελευθερία της συνείδησης, της θρησκευτικής πίστης, έκφρασης και λατρείας, ενώ απαγορεύει κάθε είδους διάκριση λόγω θρησκείας. Παρότι το νομικό πλαίσιο διασφαλίζει θεμελιώδη δικαιώματα θρησκευτικής ελευθερίας, υφίστανται περιορισμοί σε ζητήματα θρησκευτικής εκπαίδευσης, αναγνώρισης θρησκευτικών μειονοτήτων και άσκησης λατρείας. Οι θρησκευτικές κοινότητες αντιμετωπίζουν κοινωνικές πιέσεις και, σε ορισμένες περιπτώσεις, περιστατικά βίας ή βανδαλισμών.
· Οι αρχές καταδικάζουν επιθέσεις και βανδαλισμούς, ενώ η αστυνομία έχει προχωρήσει σε συλλήψεις υπόπτων που σχετίζονται με τρομοκρατικές απειλές σε θρησκευτικούς χώρους. Ωστόσο, η εφαρμογή της προστασίας είναι ασταθής, και ορισμένες κοινότητες, όπως οι Αλεβίτες και οι Προτεστάντες, εκφράζουν ανησυχίες για ελλιπή νομική αναγνώριση και κοινωνικές διακρίσεις.
Ως προς τους μεταστραφέντες από το Ισλάμ στο Χριστιανισμό, συχνά υφίστανται κοινωνική πίεση και αποκλεισμό. Πολλοί από αυτούς φοβούνται να εκδηλωθούν δημόσια, καθώς καταγράφονται περιστατικά εισόδου απαγορεύσεων, απειλών και σε ορισμένες περιπτώσεις απέλασης. Οι προτεσταντικές κοινότητες αναφέρουν ότι πολλοί πιστοί αποφεύγουν τις θρησκευτικές συγκεντρώσεις λόγω φόβου κοινωνικής κατακραυγής ή στοχοποίησης.
Ως προς τους διαθρησκευτικούς γάμους στην Τουρκία η κοινωνική αποδοχή διαφέρει ανάλογα με την περιοχή και το θρησκευτικό περιβάλλον, με πολλές περιπτώσεις όπου οι διαθρησκευτικοί γάμοι θεωρούνται κοινωνικά προβληματικοί ή μη επιθυμητοί.[9]
Ως προς τις ισλαμικές αδελφότητες
· Σύμφωνα με έκθεση του Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation (ACCORD), δημοσιευθείσα το 2005, οι ισλαμικές αδελφότητες (τουρκικά: tarikat) αποτελούν παραδοσιακές θρησκευτικές κοινότητες στην Τουρκία, οι οποίες οργανώνονται είτε γύρω από θρησκευτικά κέντρα με αυστηρή πνευματική καθοδήγηση είτε ως δίκτυα πιστών που ακολουθούν κοινές θρησκευτικές πρακτικές και διδασκαλίες. Αν και επισήμως απαγορεύτηκαν με τον Νόμο 677 της 30ής Νοεμβρίου 1935, εξακολουθούν να υπάρχουν και να δραστηριοποιούνται με την ανοχή του κράτους, εφόσον δεν παρεμβαίνουν στις δημόσιες υποθέσεις.
· Οι σημαντικότερες αδελφότητες που αναφέρονται είναι οι σουνιτικές Νακσιμπεντί, Μεβλεβί, Καντιρί, Χαλβετί (με τον κλάδο των Τζεραχή), Ρουφαΐ και οι σιιτικές Μπεκτασί. Παρότι δεν έχουν νομική υπόσταση, δραστηριοποιούνται μέσω συλλόγων, ιδρυμάτων και επιχειρήσεων με ουδέτερες ονομασίες. Η δράση τους περιλαμβάνει μεταξύ άλλων εκδοτική δραστηριότητα, λειτουργία ιδιωτικών σχολών, ραδιοφωνικούς σταθμούς, εταιρείες τουρισμού και χρηματοπιστωτικούς φορείς.
· Η αριθμητική τους δύναμη εκτιμάται από εκατοντάδες χιλιάδες έως και αρκετά εκατομμύρια μέλη. Παρά το επίσημο καθεστώς απαγόρευσης, οι αδελφότητες είχαν παρουσία και επιρροή σε πολιτικά κόμματα, κυρίως σε συντηρητικούς και θρησκευτικούς σχηματισμούς, τα οποία τις θεωρούσαν σημαντικό εκλογικό σώμα.[10]
· Σημειώνεται ότι από την έρευνα που πραγματοποιήθηκε δεν προέκυψαν εξειδικευμένες αναφορές για την ονομασία “Rufais” ως συγκεκριμένο παρακλάδι/τοπική οργάνωση πέραν της γενικής καταγραφής του τάγματος Ρουφαΐ, γεγονός που δεν αναιρεί την τεκμηριωμένη ύπαρξη και δράση των tarikat γενικά, αλλά καταγράφεται ως όριο της έρευνα.
Από το σύνολο των ανωτέρω εξωτερικών πηγών προκύπτει ότι η κοινωνική και οικογενειακή πίεση εις βάρος προσώπων που αποκλίνουν από το σουνιτικό Ισλάμ ή θεωρούνται «μη πιστοί» συνιστά ευρέως καταγεγραμμένο φαινόμενο στην Τουρκία. Οι αναφορές σε κοινωνικό στιγματισμό, διακρίσεις εντός της οικογένειας, απειλές, αποκλεισμό και περιστατικά βίας κατά ατόμων που αυτοπροσδιορίζονται ως άθεοι, θεϊστές, Αλεβίτες ή μεταστραφέντες στον Χριστιανισμό συνθέτουν ένα κοινωνικό πλαίσιο αποδοκιμασίας έναντι της θρησκευτικής απόκλισης, το οποίο υφίσταται παρά τις τυπικές συνταγματικές εγγυήσεις περί θρησκευτικής ελευθερίας.
Το πλαίσιο αυτό αποκτά ιδιαίτερη συνάφεια ενόψει του συγκεκριμένου προφίλ του Αιτητή. Πρόκειται για πρόσωπο μουσουλμανικής καταγωγής το οποίο αποστασιοποιήθηκε από τις θρησκευτικές πρακτικές του περιβάλλοντός του, θεωρήθηκε «άπιστο» και αρνήθηκε να συμμετέχει στις τελετουργίες συγκεκριμένης θρησκευτικής ομάδας, γεγονός που έλαβε χώρα εντός ενός οικογενειακού και κοινωνικού κύκλου με έντονη θρησκευτική ταυτότητα. Οι διεθνείς πηγές επιβεβαιώνουν ότι ακριβώς τέτοιου είδους αποκλίσεις, ιδίως όταν εκδηλώνονται σε κλειστά ή συντηρητικά περιβάλλοντα, είναι πιθανό να προκαλέσουν έντονες αντιδράσεις, κοινωνική στοχοποίηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, βίαιη συμπεριφορά από μη κρατικούς δρώντες.
Περαιτέρω, οι ίδιες πηγές καταδεικνύουν ότι, παρά την τυπική καταδίκη επιθέσεων από τις αρχές, η κρατική προστασία έναντι πράξεων βίας ή εκφοβισμού που προέρχονται από οικογενειακό ή θρησκευτικό περιβάλλον εμφανίζεται ασταθής και συχνά ανεπαρκής, ιδίως όταν οι πράξεις αυτές εντάσσονται σε πλαίσιο κοινωνικού ταμπού γύρω από την αποστασία ή τη μη συμμόρφωση με τις κυρίαρχες θρησκευτικές νόρμες. Η διαπίστωση αυτή συνάδει με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι, μολονότι κινήθηκαν ορισμένες τυπικές διαδικασίες, η προστασία που του παρασχέθηκε στην πράξη δεν ήταν ικανή να αποτρέψει την κλιμάκωση της βίας.
Προς την κατεύθυνση αυτή, κρίνεται αναγκαία για σκοπούς αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας και η συνεκτίμηση διαθέσιμων πληροφοριών αναφορικά με τη λειτουργία και τον κοινωνικό ρόλο ισλαμικών θρησκευτικών αδελφοτήτων στην Τουρκία. Η σχετική έρευνα δεν αποσκοπεί στην τεκμηρίωση συγκεκριμένων πράξεων ή στην απόδοση γενικευμένης βίαιης δράσης σε συγκεκριμένη αδελφότητα, αλλά στη διαπίστωση του γενικού κοινωνικού και θρησκευτικού πλαισίου εντός του οποίου αναπτύσσονται σχέσεις έντονης συμμόρφωσης, κοινωνικού ελέγχου και αυξημένης πίεσης προς τα μέλη και το περιβάλλον τους. Υπό το πρίσμα αυτό, οι αναφορές του Αιτητή περί επιμονής για συμμετοχή σε θρησκευτικές πρακτικές και περί εχθρικής αντίδρασης σε περίπτωση αποστασιοποίησης καθίστανται συμβατές με το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο που καταγράφεται στις σχετικές πηγές.
Περαιτέρω, οι ίδιες διεθνείς πηγές καταδεικνύουν ότι, παρά την τυπική καταδίκη επιθέσεων από τις αρχές, η κρατική προστασία έναντι πράξεων βίας ή εκφοβισμού που προέρχονται από οικογενειακό ή θρησκευτικό περιβάλλον εμφανίζεται ασταθής και συχνά ανεπαρκής, ιδίως όταν οι πράξεις αυτές εντάσσονται σε πλαίσιο κοινωνικού ταμπού γύρω από την αποστασία ή τη μη συμμόρφωση με τις κυρίαρχες θρησκευτικές νόρμες. Η διαπίστωση αυτή συνάδει με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι, μολονότι κινήθηκαν ορισμένες τυπικές διαδικασίες, η προστασία που του παρασχέθηκε στην πράξη δεν ήταν ικανή να αποτρέψει την κλιμάκωση της βίας.
Πέραν του γενικού πλαισίου ως ανωτέρω παρουσιάζεται, οι ισχυρισμοί του Αιτητή ενισχύονται ουσιωδώς από ανεξάρτητα αποδεικτικά έγγραφα που επιβεβαιώνουν την πραγματική τέλεση σοβαρών πράξεων βίας εις βάρος του. Ειδικότερα, το περιστατικό του Οκτωβρίου 2021, κατά το οποίο ο Αιτητής δέχθηκε επίθεση με μαχαίρι από τον αδελφό του και τραυματίστηκε τόσο ο ίδιος όσο και η μητέρα τους, επιβεβαιώνεται από το Ιατρικό Πιστοποιητικό από το Kocaeli Gebze Κρατικό Νοσοκομείο Φατίχ, ημερομηνίας 27.10.2021 (βλ. μετάφραση στα ερ. 111-110), από τις ιατρικές αναλύσεις του κρατικού ιατρικού εργαστηρίου, ημερομηνίας 29.10.2021 (βλ. μετάφραση στα ερ. 110-117), από την Έκθεση καταγγελίας του Αιτητή εναντίον του αδελφού του, αρ. 2021/475 (βλ. μετάφραση στα ερ. 103-101 του δ.φ.), καθώς και από τις αποφάσεις του Οικογενειακού Δικαστηρίου της Gebze, αναφορικά με τις υποθέσεις 2021/2819 και 2021/2822, ημερομηνίας 22.10.2021, με τις οποίες εκδόθηκαν περιοριστικά μέτρα εναντίον του αδελφού του (βλ. μετάφραση στα ερ. 109-104). Η χρονική και ουσιαστική συμφωνία των εγγράφων αυτών με την αφήγηση του Αιτητή επιβεβαιώνει αντικειμενικά ότι τα περιγραφόμενα περιστατικά δεν είναι υποθετικά ή υπερβολικά, αλλά ανταποκρίνονται σε πραγματικά γεγονότα σοβαρής φύσεως.
Συνεκτιμώντας τόσο το γενικό κοινωνικό και θεσμικό πλαίσιο που καταγράφεται από αξιόπιστες διεθνείς πηγές όσο και τα ανεξάρτητα αποδεικτικά έγγραφα που προσκομίστηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι τρίτος και τέταρτος ισχυρισμοί του Αιτητή παρουσιάζουν επαρκή εξωτερική αξιοπιστία. Το περιγραφόμενο από τον ίδιο πλαίσιο βίας, πίεσης και κοινωνικής στοχοποίησης λόγω της μη πίστης του και της άρνησής του να συμμορφωθεί με τις θρησκευτικές πρακτικές του περιβάλλοντός του ευθυγραμμίζεται με αντικειμενικά επαληθεύσιμες συνθήκες που επικρατούν στην Τουρκία για άτομα τα οποία αποκλίνουν από την κυρίαρχη θρησκευτική ταυτότητα.
Ενόψει των ανωτέρω, οι τρίτος και τέταρτος ισχυρισμοί του Αιτητή κρίνονται εξωτερικά αξιόπιστοι, καθότι το περιγραφόμενο από τον ίδιο πλαίσιο βίας, πίεσης και κοινωνικής απόρριψης ευθυγραμμίζεται με τις συνθήκες που αντικειμενικά καταγράφονται από αξιόπιστες διεθνείς πηγές αναφορικά με τη μεταχείριση ατόμων μη μουσουλμανικής πίστης ή θεωρούμενων ως «άπιστων» στην Τουρκία.
Ο πέμπτος ουσιώδης ισχυρισμός
Επιπροσθέτως των πιο πάνω, από τη δικαστική διαδικασία και ιδίως κατόπιν του επανανοίγματος της υπόθεσης, αναδείχθηκε και πέμπτος ουσιώδης ισχυρισμός, διακριτός από τους ανωτέρω, ο οποίος αφορά την κατάσταση της ψυχικής υγείας του Αιτητή όπως αυτή τεκμηριώθηκε με νεότερα στοιχεία που δεν είχαν τεθεί ενώπιον της Διοίκησης κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο, ενεργώντας ως Δικαστήριο ουσίας, εξετάζει πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης, κρίνεται αναγκαίο ο ισχυρισμός αυτός να απομονωθεί, να καταγραφεί και να αξιολογηθεί αυτοτελώς ως προς την αξιοπιστία του, χωρίς στο παρόν στάδιο να προδικάζεται η ουσιαστική του συνάφεια με το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο διεθνούς προστασίας.
Ειδικότερα, κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, προσκομίστηκαν αποδεικτικά επισκέψεων και συνταγογραφήσεων, καθώς και ιατρική έκθεση ημερομηνίας 26.11.2025, στην οποία καταγράφεται ότι ο Αιτητής πάσχει από σοβαρή ψυχική διαταραχή (μεταξύ άλλων συναισθηματική διαταραχή με ψυχωσική συμπτωματολογία, μετατραυματική διαταραχή, διαταραχή προσαρμογής επί στοιχείων διαταραχής προσωπικότητας), ότι έχει ιστορικό απόπειρας αυτοκτονίας και νοσηλείας και ότι χρήζει συστηματικής παρακολούθησης από ψυχίατρο και λήψης φαρμακευτικής αγωγής. Σημειώνεται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν αμφισβήτησαν την ύπαρξη της κατάστασης υγείας του Αιτητή, όπως αυτή προκύπτει από το σχετικό πιστοποιητικό του ΟΚΥπΥ, περιοριζόμενοι πρωτίστως σε θέση ως προς τις συνέπειες/νομική αξιολόγησή της. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο εν λόγω ισχυρισμός κρίνεται, ως προς την πραγματική του βάση, εσωτερικά αξιόπιστος, καθότι στηρίζεται σε πρόσφατη ιατρική τεκμηρίωση, παρουσιάζει σαφήνεια ως προς το περιεχόμενό του και δεν προκύπτει από τη δικογραφία στοιχείο που να τον κλονίζει στο στάδιο της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των ισχυρισμών.
Νομική εκτίμηση της εκπλήρωσης των ουσιαστικών προϋποθέσεων για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας
Έχοντας πλέον αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που έχω ενώπιόν μου και εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, προχωρώ στην νομική αξιολόγηση των προϋποθέσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας και κατά πόσο αυτές πληρούνται στην υπό εξέταση υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς.
Χρήσιμη είναι η επαναφορά στην μνήμη των προνοιών του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου δυνάμει του οποίου:
Δεδομένου ότι έχει γίνει αποδεκτό ότι ο Αιτητής είναι υπήκοος Τουρκίας και ευρίσκεται εκτός της χώρας ιθαγενείας του, απομένει να εξεταστεί κατά πόσο, λόγω βάσιμου φόβου δίωξης για λόγους που καλύπτονται από τον Νόμο, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμος να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας του ή να επιστρέψει σε αυτήν.
Υπάρχει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή;- Εκτίμηση κινδύνου
Το πρώτο ζήτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσο υφίσταται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή, ο οποίος προϋποθέτει αφενός το υποκειμενικό στοιχείο του φόβου, ήτοι την ενδιάθετη κατάσταση και το επιτακτικό κίνητρο φυγής, και αφετέρου το αντικειμενικό στοιχείο, ήτοι την εύλογη πιθανότητα ο επικαλούμενος κίνδυνος να υλοποιηθεί σε περίπτωση επιστροφής. Η εκτίμηση είναι κατ’ ανάγκην προληπτική και μελλοντοστραφής και δεν απαιτεί απόδειξη με βεβαιότητα, αλλά επαρκή πιθανολόγηση βάσει των πραγματικών δεδομένων της υπόθεσης.
Ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, διαπιστώνεται ότι ο φόβος του Αιτητή είναι σταθερός, συνεπής και εδράζεται σε συγκεκριμένο και εξατομικευμένο ιστορικό. Η επιστροφή του στην Τουρκία εκλαμβάνεται από τον ίδιο ως επιστροφή στο ίδιο κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον εντός του οποίου έχει ήδη στοχοποιηθεί και θυματοποιηθεί, με αποτέλεσμα να υφίσταται πραγματικός φόβος επανάληψης πράξεων βίας από τα ίδια πρόσωπα και το άμεσο περιβάλλον τους. Ο φόβος αυτός δεν εμφανίζεται ως γενική ανησυχία για την κατάσταση στη χώρα καταγωγής, αλλά ως άμεση συνέπεια συγκεκριμένων βιωμάτων, τα οποία το Δικαστήριο έχει ήδη αποδεχθεί ως πραγματικά.
Ως προς το αντικειμενικό στοιχείο, η εκτίμηση δεν γίνεται αφηρημένα αλλά σε συνάρτηση με το συγκεκριμένο ιστορικό και το γενικότερο κοινωνικό πλαίσιο που έχει ήδη τεθεί μέσω αξιόπιστων πηγών. Τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής δεν επικαλείται έναν απλό φόβο μελλοντικής ενόχλησης, αλλά έχει ήδη εκτεθεί σε σοβαρές, επαναλαμβανόμενες και κλιμακούμενες πράξεις βίας. Συγκεκριμένα, στο χρονικό διάστημα 2019–2021, καταγράφονται περιστατικά επίθεσης σε βάρος του σε συνθήκες που ο ίδιος συνδέει με τη μη συμμόρφωσή του προς θρησκευτικές πρακτικές στο οικογενειακό του περιβάλλον και τη στοχοποίησή του ως «άπιστου». Η κλιμάκωση κορυφώθηκε με το περιστατικό του Οκτωβρίου 2021, κατά το οποίο δέχθηκε επίθεση με μαχαίρι από τον αδελφό του, με ταυτόχρονο τραυματισμό και της μητέρας τους, γεγονός που επιβεβαιώνεται από ανεξάρτητα ιατρικά έγγραφα.
Η ύπαρξη αποδεδειγμένων πράξεων σοβαρής βίας στο πρόσφατο παρελθόν αποτελεί, κατά κανόνα, ισχυρή ένδειξη αυξημένης πιθανότητας επανάληψης στο μέλλον, εφόσον δεν προκύπτει ότι οι συνθήκες που τις γέννησαν έχουν εκλείψει ή ότι υφίσταται αποτελεσματικός μηχανισμός αποτροπής επανάληψής τους.
Αντιθέτως, από το σύνολο των στοιχείων συνάγεται ότι η στοχοποίηση του Αιτητή δεν υπήρξε περιστασιακή ή μεμονωμένη, αλλά εντάχθηκε σε ένα διαρκές μοτίβο έντασης, απειλών και πίεσης, το οποίο εκδηλώθηκε εντός στενού οικογενειακού και κοινοτικού περιβάλλοντος. Η φύση αυτή της απειλής καθιστά ιδιαίτερα δυσχερή την πρακτική αποκοπή του Αιτητή από τους δράστες και το δίκτυό τους, ιδίως όταν ο κύκλος του γαμπρού του εμφανίζεται ως πυρήνας επιρροής και υποκίνησης, με δυνατότητα κινητοποίησης και άλλων συγγενικών προσώπων εναντίον του. Τα στοιχεία αυτά ενισχύουν την εκτίμηση ότι η απειλή δεν ήταν συγκυριακή, αλλά δομική, εντασσόμενη σε ένα περιβάλλον «τιμωρητικού» κοινωνικού ελέγχου.
Παράλληλα, ως πρόσθετο και ουσιώδες στοιχείο του κινδύνου λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση ψυχικής υγείας του Αιτητή, όπως αυτή αναδείχθηκε κατά τη δικαστική διαδικασία και τεκμηριώνεται από την ιατρική έκθεση ημερομηνίας 26.11.2025 και τα σχετικά αποδεικτικά επισκέψεων και συνταγογραφήσεων. Καταγράφεται ότι ο Αιτητής πάσχει από σοβαρή ψυχική διαταραχή με ψυχωσική συμπτωματολογία, μετατραυματική διαταραχή και διαταραχή προσαρμογής επί στοιχείων διαταραχής προσωπικότητας, ότι έχει νοσηλευθεί μετά από απόπειρα αυτοκτονίας, και ότι χρήζει συστηματικής παρακολούθησης και φαρμακευτικής αγωγής. Επισημαίνεται ότι ο Αιτητής έχει στο ιστορικό του και δεύτερη απόπειρα αυτοκτονίας αφού σύμφωνα με τα όσα προσκομίσθηκαν στην διαδικασία, η πρώτη απόπειρα σημειώθηκε στις 11.11.2024 όταν και νοσηλέυτηκε στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας (βλ. Τεκμήριο 1 στην αίτηση ημερ. 30.01.2025). Επισημαίνεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν αμφισβήτησαν την ύπαρξη της κατάστασης υγείας, όπως αυτή προκύπτει από το πιστοποιητικό/ιατρική τεκμηρίωση.
Διευκρινίζεται, προς αποφυγήν λογικού άλματος, ότι η ψυχική κατάσταση του Αιτητή δεν προβάλλεται ως αυθαίρετη ή αυτοτελής αιτιώδης εξήγηση των πραγματικών περιστατικών, ούτε το Δικαστήριο προϋποθέτει ότι αυτή προκλήθηκε αναγκαίως από τα περιστατικά βίας. Σημειώνεται ωστόσο ότι, όπως επισήμανε η δικηγόρος του Αιτητή, υφίσταται εύλογη πιθανότητα η επιβαρυμένη ψυχιατρική του εικόνα να συνδέεται αιτιωδώς με τα βιώματα βίας και στοχοποίησης που περιγράφηκαν, πλην όμως η θέση αυτή δεν αναπτύχθηκε περαιτέρω μέσω προσωπικής μαρτυρίας του ιδίου, κατόπιν συνειδητής δικονομικής επιλογής, προκειμένου να αποφευχθεί η περαιτέρω ψυχική του επιβάρυνση, ενόψει της σοβαρότητας της κατάστασής του.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η ψυχική κατάσταση του Αιτητή συνεκτιμάται όχι ως αποδειχθείσα αιτία των γεγονότων, αλλά ως αντικειμενικός παράγοντας αυξημένης ευαλωτότητας, ο οποίος επηρεάζει ουσιωδώς την εκτίμηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής. Πρόσωπο με τέτοιο προφίλ υγείας τελεί σε μειονεκτική θέση ως προς την ικανότητα αυτοπροστασίας, ανθεκτικότητας σε πιεστικά κοινωνικά περιβάλλοντα και αποτελεσματικής προσφυγής σε μηχανισμούς προστασίας, ιδίως όταν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος επανέκθεσης σε απειλές, κοινωνική στοχοποίηση ή βία. Συνεπώς, η επιστροφή του Αιτητή στο ίδιο ή παρόμοιο περιβάλλον, εντός του οποίου έχει ήδη θυματοποιηθεί, δεν ισοδυναμεί με απλή επάνοδο σε δυσχερείς συνθήκες διαβίωσης, αλλά δύναται να εντείνει ουσιωδώς τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ακριβώς λόγω της αποδεδειγμένης τρωτότητάς του.
Υπό το σύνολο των ανωτέρω δεδομένων, η συνολική εικόνα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο φόβος του Αιτητή είναι όχι μόνο υποκειμενικά υπαρκτός, αλλά και αντικειμενικά δικαιολογημένος. Ο φόβος αυτός ερείδεται σε συγκεκριμένο ιστορικό σοβαρής και κλιμακούμενης βίας, σε δομικά χαρακτηριστικά της απειλής που δεν έχουν εκλείψει και σε πρόσθετους παράγοντες που εντείνουν τον κίνδυνο επανάληψης της βλάβης ή σοβαρής επιδείνωσης της κατάστασής του σε περίπτωση επιστροφής. Ως εκ τούτου, πληρούται η προϋπόθεση του βασίμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης.
Έχει ο Αιτητής ήδη υποστεί πράξεις που συνιστούν «δίωξη» κατά την έννοια του Νόμου;
Το επόμενο ζήτημα αφορά το κατά πόσο οι πράξεις που υπέστη ο Αιτητής έχουν την απαιτούμενη ένταση και φύση ώστε να εμπίπτουν στην έννοια της δίωξης. Η δίωξη δεν ταυτίζεται με κάθε δυσμενή μεταχείριση, αλλά προϋποθέτει σοβαρότητα ως προς τη βλάβη ή/και σωρευτικότητα πράξεων που, λαμβανόμενες μαζί, συνεπάγονται ουσιώδη προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων, ιδίως της σωματικής ακεραιότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Στην παρούσα υπόθεση, από τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς προκύπτει ότι ο Αιτητής υπέστη επαναλαμβανόμενη και κλιμακούμενη βία, η οποία δεν περιορίστηκε σε μεμονωμένο επεισόδιο ή σε λεκτικές προσβολές, αλλά εξελίχθηκε σε πράξεις βαριάς σωματικής βίας. Η κορύφωση της μεταχείρισης αυτής επήλθε με την επίθεση με μαχαίρι τον Οκτώβριο 2021, κατά την οποία τραυματίστηκε τόσο ο ίδιος όσο και η μητέρα του. Η σοβαρότητα των πράξεων αυτών δεν στηρίζεται αποκλειστικά στο αφήγημα του Αιτητή, αλλά επιβεβαιώνεται από ανεξάρτητη και αντικειμενική τεκμηρίωση, ήτοι ιατρικά πιστοποιητικά και εργαστηριακές αναλύσεις κρατικού νοσοκομείου, καταγγελία ενώπιον των αρχών και δικαστικές αποφάσεις επιβολής περιοριστικών μέτρων.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι η βία δεν εμφανίζεται ως τυχαία ή αποσπασματική, αλλά ως μέσο επιβολής συμμόρφωσης και πειθαναγκασμού. Από το σύνολο των περιστατικών προκύπτει ότι οι πράξεις που ασκήθηκαν εις βάρος του Αιτητή είχαν χαρακτήρα τιμωρητικό και εξαναγκαστικό, αποσκοπώντας στην κάμψη της βούλησής του και στη συμμόρφωσή του προς συγκεκριμένες θρησκευτικές πρακτικές και κοινωνικές επιταγές. Η χρήση βίας ως μηχανισμού επιβολής συνιστά στοιχείο που, κατά τη νομολογία, ενισχύει αποφασιστικά τον χαρακτηρισμό της μεταχείρισης ως δίωξης και όχι ως απλής ιδιωτικής διαφοράς ή οικογενειακής έντασης.
Περαιτέρω, η χρονική διάρκεια και η επαναληπτικότητα της μεταχείρισης αποτελούν αυτοτελή και κρίσιμα στοιχεία. Η στοχοποίηση του Αιτητή εκτείνεται σε βάθος χρόνου και περιλαμβάνει διαρκή πίεση, απειλές και κλιμακούμενη βία. Ακόμη και εάν ορισμένα επιμέρους περιστατικά εξετάζονταν απομονωμένα, το σωρευτικό τους αποτέλεσμα καταδεικνύει μια συνεχή κατάσταση φόβου και ανασφάλειας, η οποία υπερβαίνει σαφώς το κατώφλι της απλής δυσμενούς μεταχείρισης και προσλαμβάνει τον χαρακτήρα δίωξης.
Επιπλέον, καθοριστική είναι η διεύρυνση του κύκλου των δραστών. Η βία δεν προήλθε από ένα μόνο πρόσωπο, αλλά ενεργοποιήθηκε μέσω περισσοτέρων συγγενικών και κοινωνικά συνδεδεμένων προσώπων, γεγονός που ενίσχυσε την ένταση της απειλής και περιόρισε ουσιωδώς τη δυνατότητα του Αιτητή να προστατευθεί ή να αποκοπεί από τους δράστες. Η ύπαρξη ενός ευρύτερου πλέγματος επιρροής και υποκίνησης προσδίδει στη δίωξη συλλογικά χαρακτηριστικά και αυξημένη επικινδυνότητα.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι πράξεις που υπέστη ο Αιτητής, εξεταζόμενες τόσο μεμονωμένα όσο και, ιδίως, σωρευτικά, παρουσιάζουν την απαιτούμενη ένταση, διάρκεια και σκοπό ώστε να χαρακτηριστούν ως πράξεις δίωξης κατά την έννοια του περί Προσφύγων Νόμου. Δεν πρόκειται για απλές πράξεις κοινωνικής αποδοκιμασίας ή ιδιωτικές συγκρούσεις, αλλά για σοβαρή και συστηματική προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων του Αιτητή, ικανή να θεμελιώσει την περαιτέρω εξέταση των λοιπών προϋποθέσεων διεθνούς προστασίας.
Συνδέονται οι πράξεις δίωξης με λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου; Λόγοι δίωξης
Ακολούθως των πιο πάνω, έπεται προς εξέταση το κατά πόσον οι ανωτέρω πράξεις δίωξης συνδέονται με κάποιον από τους περιοριστικά προβλεπόμενους λόγους δίωξης.
Ειδικότερα, βάσει του άρθρου 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου:
3Δ.-(1) Κατά την αξιολόγηση των λόγων της δίωξης, η Υπηρεσία Ασύλου λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα:
[...]
(β) Η έννοια της θρησκείας περιλαμβάνει ιδίως την υιοθέτηση θεϊστικών, αγνωστικιστικών ή αθεϊστικών πεποιθήσεων, τη συμμετοχή σε τυπική λατρεία, σε ιδιωτικό ή δημόσιο χώρο, είτε κατά μόνας είτε σε κοινωνία με άλλους, την αποχή από τη λατρεία αυτή, άλλες θρησκευτικές πράξεις ή εκδηλώσεις απόψεων ή μορφές ατομικής ή συλλογικής συμπεριφοράς που στηρίζονται ή υπαγορεύονται από θρησκευτικές πεποιθήσεις.
(…)
(2) Κατά την αξιολόγηση του βάσιμου του φόβου του αιτητή ότι θα υποστεί δίωξη, δεν ασκεί επιρροή το εάν ο αιτητής χαρακτηρίζεται πράγματι από το φυλετικό, θρησκευτικό, εθνικό, κοινωνικό ή πολιτικό στοιχείο, το οποίο προκαλεί τη δίωξη, υπό την προϋπόθεση ότι το χαρακτηριστικό αυτό του αποδίδεται από το δράστη της δίωξης».
Η εξέταση των λόγων δίωξης στην παρούσα υπόθεση διενεργείται με βάση τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και το εξατομικευμένο προφίλ του Αιτητή. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν, στο συγκεκριμένο πραγματικό και προσωπικό πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, η βία που υπέστη ο Αιτητής ενεργοποιήθηκε λόγω χαρακτηριστικών ή αποδιδόμενων πεποιθήσεων που εμπίπτουν στους προστατευόμενους λόγους του Νόμου, όπως αυτοί αναδύονται από τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς και την τεκμηρίωση.
Με βάση τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά, καθίσταται σαφές ότι ο πρωταρχικός και άμεσος λόγος δίωξης του Αιτητή ερείδεται στον λόγο της θρησκείας, όπως αυτή νοείται κατά το άρθρο 3 και εξειδικεύεται στο άρθρο 3Δ(1)(β) του Νόμου. Ο πυρήνας της στοχοποίησης του Αιτητή συνίσταται στο ότι, εντός του οικογενειακού και κοινωνικού του περιβάλλοντος, του αποδόθηκε η ταυτότητα του «μη συμμορφούμενου» και του «άπιστου/μη πιστού», λόγω της άρνησής του να συμμετέχει στις θρησκευτικές τελετουργικές πρακτικές που του επιβάλλονταν από τον κύκλο του γαμπρού του, μέλους συγκεκριμένης θρησκευτικής ομάδας (τάγματος Ριφάι). Η βία που ασκήθηκε εις βάρος του δεν εμφανίζεται ως τυχαία ή αποσπασματική, αλλά ως τιμωρητική αντίδραση έναντι της θρησκευτικής απόκλισης και της άρνησης συμμόρφωσης προς επιβεβλημένες πρακτικές.
Η διαπίστωση αυτή δεν αποδυναμώνεται από το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν ισχυρίστηκε ότι είχε επισήμως μεταστραφεί σε άλλη θρησκεία ή ότι οι διώκτες του γνώριζαν το ενδιαφέρον του για τον Χριστιανισμό. Το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο δεν απαιτεί ο αιτητής να φέρει πράγματι το προστατευόμενο χαρακτηριστικό, αλλά αρκεί αυτό να του αποδίδεται από τους δράστες και να λειτουργεί ως κίνητρο της δίωξης. Εν προκειμένω, η απόδοση της «απιστίας» και η αντίληψη ότι ο Αιτητής παρεκκλίνει από τις επιβεβλημένες θρησκευτικές νόρμες αποτέλεσαν τον καθοριστικό παράγοντα ενεργοποίησης της βίας, στοιχείο που εμπίπτει πλήρως στην έννοια της θρησκείας υπό τη μορφή της μη πίστης, της αποχής από λατρευτικές πρακτικές και της έκφρασης συνείδησης μέσω άρνησης συμμόρφωσης.
Περαιτέρω, προς πληρέστερη κατανόηση του περιβάλλοντος εντός του οποίου εκδηλώθηκε η στοχοποίηση του Αιτητή, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με αξιόπιστες διεθνείς πηγές στις οποίες προσέτρεξε το Δικαστήριο, στην Τουρκία απαντώνται θρησκευτικο-κοινωνικά δίκτυα και άτυπες κοινοτικές δομές γύρω από θρησκευτικές πρακτικές, ενώ καταγράφεται ότι η τυπική απαγόρευση ορισμένων μορφών οργανωμένης θρησκευτικής κοινοτικής δράσης δεν συνοδεύεται κατ’ ανάγκην από σταθερή πρακτική επιβολή. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του Υπουργείου Εσωτερικών των Η.Π.Α. αναφορικά με τη θρησκευτική ελευθερία στην Τουρκία[11], ο νόμος απαγορεύει τα σουφικά και άλλα ισλαμικά θρησκευτικά-κοινωνικά τάγματα (ταρικάτ) και τις στοές (τεκκέδες ή ζαβιέ) [12], αν και οι αρχές δεν επιβάλλουν αυτούς τους περιορισμούς, ενώ εξωτερικές αναλύσεις περιγράφουν τα κοινωνικά τάγματα (ταρικάτ) ως σημαντικούς συμμάχους της κυβέρνησης σε κοινοτική βάση. Το στοιχείο αυτό δεν εισάγεται για σκοπούς γενίκευσης, αλλά για να καταδειχθεί ότι, σε κλειστά οικογενειακά/κοινοτικά περιβάλλοντα, η συμμόρφωση προς θρησκευτικές νόρμες δύναται να επιβάλλεται με άτυπους αλλά αποτελεσματικούς μηχανισμούς κοινωνικής πίεσης και τιμωρίας, και ότι η άρνηση συμμετοχής σε επιβεβλημένες πρακτικές μπορεί να προσλάβει χαρακτήρα «παρέκκλισης» που αντιμετωπίζεται εχθρικά.
Ειδικότερα, αναφορικά με το τάγμα που συνέστησε ο Ahmed El Rifa, του οποίου ο Αιτητής δήλωσε ότι ήταν μέλος ο γαμπρός του, εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν ότι το Τάγμα Ριφάι Σούφι αποτελεί ένα από τα μυστικιστικά και διδακτικά πνευματικά παρακλάδια του Ισλάμ, με καταγωγή στον Σεΐχη Αχμέτ Ριφάι, και ότι έχει διαμορφώσει τους τρόπους και την ηθική των σύγχρονων Μουσουλμάνων σε πολλές χώρες, ιδίως στην Τουρκία, το Τουρκμενιστάν, το Ουζμπεκιστάν και το Κιργιστάν[13].
Η κουρδική και αλεβιτική καταγωγή του Αιτητή δεν προβάλλεται ως αυτοτελής ή αυτόματη βάση αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος. Εντούτοις, τα στοιχεία αυτά εντάσσονται στο συνολικό προφίλ του και λειτουργούν επιβαρυντικά ως προς την ευαλωτότητά του, ιδίως όταν συνδυάζονται με την αποδιδόμενη «απιστία» και τη στοχοποίησή του εντός ενός στενού και θρησκευτικά φορτισμένου οικογενειακού περιβάλλοντος. Υπό τις συνθήκες αυτές, η στοχοποίηση που υπέστη ο Αιτητής δεν μπορεί να αποσπασθεί από την απόδοση σε αυτόν μιας μη αποδεκτής θρησκευτικής και κοινωνικής ταυτότητας, η οποία ενεργοποίησε μηχανισμούς κοινωνικής επιβολής και τιμωρίας.
Τέλος, η αξιολόγηση των λόγων δίωξης δεν μπορεί να απομονωθεί από την εξατομικευμένη κατάσταση του Αιτητή, στο πλαίσιο της οποίας εντάσσεται και η σοβαρή ψυχική του κατάσταση, όπως αυτή τεκμηριώνεται από τα ιατρικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκαν. Η κατάσταση αυτή δεν προβάλλεται ως αυτοτελής λόγος δίωξης ούτε ως αιτία των περιστατικών βίας. Ωστόσο, αποτελεί αντικειμενικό παράγοντα αυξημένης ευαλωτότητας, ο οποίος επηρεάζει καθοριστικά την ένταση και τις συνέπειες των πράξεων που ασκήθηκαν εις βάρος του. Υπό το πρίσμα αυτό, οι απειλές, οι επιθέσεις και η κοινωνική στοχοποίηση που υπέστη ο Αιτητής προσλαμβάνουν ιδιαίτερη σοβαρότητα, καθότι τον εκθέτουν σε αυξημένο κίνδυνο επιδείνωσης της ψυχικής του κατάστασης και πλήττουν καίρια την προσωπική του ασφάλεια και αξιοπρέπεια. Η συνδυαστική συνεκτίμηση της αποδιδόμενης θρησκευτικής απόκλισης, της στοχοποίησης εντός του οικογενειακού περιβάλλοντος και της αποδεδειγμένης ψυχικής ευαλωτότητας ενισχύει την κρίση ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η μεταχείριση που υπέστη ο Αιτητής υπερβαίνει σαφώς το κατώφλι της απλής δυσμενούς μεταχείρισης.
Συνεπώς, στην παρούσα υπόθεση καθορίζεται με σαφήνεια ο λόγος δίωξης που εμπίπτει στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, και συγκεκριμένα ο λόγος της θρησκείας, υπό την έννοια των αποδιδόμενων θρησκευτικών πεποιθήσεων ήτοι της μη πίστης και της άρνησης συμμόρφωσης προς επιβεβλημένες θρησκευτικές πρακτικές, όπως αυτά αποδόθηκαν στον Αιτητή από τους δράστες. Η δίωξη που υπέστη ο Αιτητής συνδέεται άμεσα και αιτιωδώς με τον ανωτέρω λόγο και, υπό το εξατομικευμένο προφίλ του, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως απλή ιδιωτική ή οικογενειακή διαφορά αποκομμένη από τα προστατευόμενα χαρακτηριστικά του άρθρου 3.
Υπάρχει υπεύθυνος φορέας δίωξης;
Εξετάζεται ακολούθως η ταυτότητα του φορέα δίωξης. Από τους αποδεκτούς ισχυρισμούς προκύπτει ότι οι άμεσοι δράστες είναι μη κρατικοί δρώντες, ήτοι συγγενικά πρόσωπα (γαμπρός και αδελφός) και ο κύκλος τους. Το γεγονός ότι η δίωξη προέρχεται από μη κρατικούς δρώντες δεν υποβαθμίζει τη σοβαρότητα της απειλής· αντιθέτως, σε περιπτώσεις όπου η βία πηγάζει από το ίδιο το οικογενειακό και κοινωνικό δίκτυο του αιτητή, η απειλή συχνά είναι δυσχερέστερο να αποτραπεί, λόγω της εγγύτητας, της δυνατότητας εντοπισμού και της «κοινοτικής» επιβολής σιωπής ή συμμόρφωσης.
Η φύση της απειλής ως ενδοοικογενειακής και κοινοτικής, σε συνδυασμό με την κλιμάκωση μέχρι χρήση μαχαιριού, ενισχύει την εκτίμηση ότι πρόκειται για φορέα δίωξης ικανό και πρόθυμο να επαναλάβει πράξεις βίας, ιδίως εάν ο Αιτητής επιστρέψει στο ίδιο κοινωνικό περιβάλλον.
Υφίσταται αποτελεσματική και διαρκής προστασία στη χώρα καταγωγής; Δυνατότητα εγχώριας προστασίας
Δεδομένου ότι, στην παρούσα υπόθεση, οι πράξεις δίωξης αποδίδονται σε μη κρατικούς δρώντες, καθίσταται κρίσιμο, κατά την έννοια του άρθρου 3Α(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, να εξετασθεί εάν το κράτος της χώρας καταγωγής είναι σε θέση και επιθυμεί να παράσχει στον Αιτητή αποτελεσματική και διαρκή προστασία κατά των πράξεων δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Η ύπαρξη ή μη τέτοιας προστασίας αποτελεί αποφασιστικό στοιχείο για την ενεργοποίηση της διεθνούς προστασίας και δεν μπορεί να τεκμαίρεται απλώς από την τυπική λειτουργία κρατικών μηχανισμών.
Στο πλαίσιο αυτό, δεν αρκεί η ύπαρξη συνταγματικών ή νομοθετικών εγγυήσεων ούτε η θεωρητική δυνατότητα προσφυγής σε ένδικα μέσα ή η έκδοση προστατευτικών μέτρων. Κατά το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο, και ιδίως το άρθρο 3Β του Νόμου, η προστασία πρέπει να είναι ουσιαστικά αποτελεσματική και μη προσωρινή, ήτοι να συνεπάγεται τη λήψη εύλογων μέτρων πρόληψης, την πραγματική δυνατότητα εντοπισμού και κολασμού των δραστών και, κυρίως, την αποτροπή της επανάληψης της βίας κατά τρόπο που να καθιστά ασφαλή την παραμονή ή την επιστροφή του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.
Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει ότι, κατόπιν των περιστατικών βίας, εκδόθηκαν περιοριστικά μέτρα από το αρμόδιο Οικογενειακό Δικαστήριο κατά του αδελφού του Αιτητή. Το στοιχείο αυτό καταδεικνύει ότι ενεργοποιήθηκαν ορισμένοι τυπικοί μηχανισμοί προστασίας και ότι ο Αιτητής δεν παρέμεινε αδρανής, αλλά προσέφυγε στις αρχές της χώρας του. Ωστόσο, η ύπαρξη τέτοιων μέτρων δεν εξαντλεί την αξιολόγηση της εγχώριας προστασίας. Αντιθέτως, η ίδια η εξέλιξη των γεγονότων και ιδίως η κλιμάκωση της βίας μέχρι το σοβαρό περιστατικό του Οκτωβρίου 2021 καταδεικνύουν ότι τα μέτρα αυτά δεν αποδείχθηκαν ικανά, στην πράξη, να αποτρέψουν τη συνέχιση ή την ένταση της απειλής. Κατά συνέπεια, η προστασία που δοκιμάσθηκε στην πράξη δεν απέφερε το απαιτούμενο αποτέλεσμα αποτροπής, στοιχείο που αποκλείει το συμπέρασμα ότι ο Αιτητής διέθετε αποτελεσματική και μη προσωρινή προστασία κατά την έννοια του άρθρου 3Β.
Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται και από εξωτερικές, αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης -ως αυτές παρατέθηκαν ανωτέρω- οι οποίες καταδεικνύουν ότι, ιδίως σε περιπτώσεις βίας με θρησκευτικό ή κοινοτικό υπόβαθρο, η κρατική προστασία στην Τουρκία εμφανίζει δομικά κενά και αμφισημία. Ειδικότερα, ενώ η τουρκική νομοθεσία απαγορεύει τυπικά τη λειτουργία θρησκευτικών ταγμάτων (tarikat), οι περιορισμοί αυτοί δεν εφαρμόζονται στην πράξη, με αποτέλεσμα τα τάγματα να λειτουργούν ανεπίσημα και να διατηρούν σημαντική κοινωνική επιρροή σε τοπικό και οικογενειακό επίπεδο, συχνά χωρίς ουσιαστικό κρατικό έλεγχο. Παράλληλα, η ποινικοποίηση της «προσβολής θρησκευτικών αξιών» και η πρακτική εφαρμογή του σχετικού ποινικού πλαισίου έχουν ως αποτέλεσμα άτομα που αποκλίνουν από επιβεβλημένες θρησκευτικές νόρμες να αποθαρρύνονται από την προσφυγή στις αρχές ή να μην μπορούν εύλογα να αναμένουν ουδέτερη και αποτελεσματική προστασία. Υπό το πρίσμα αυτό, η αποτυχία αποτροπής της κλιμάκωσης της βίας στην παρούσα υπόθεση δεν συνιστά μεμονωμένο ή τυχαίο γεγονός, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο περιορισμένης κρατικής ικανότητας ή βούλησης να προστατεύσει αποτελεσματικά πρόσωπα που στοχοποιούνται εντός θρησκευτικά φορτισμένων οικογενειακών και κοινοτικών δομών[14].
Περαιτέρω, η εκτίμηση της αποτελεσματικότητας της προστασίας δεν μπορεί να αποσπασθεί από το εξατομικευμένο προσωπικό προφίλ του Αιτητή και, ειδικότερα, από την κατάσταση της ψυχικής του υγείας. Όπως προκύπτει από την ιατρική τεκμηρίωση που προσκομίστηκε και δεν αμφισβητήθηκε, ο Αιτητής πάσχει από σοβαρή ψυχική διαταραχή, έχει ιστορικό νοσηλείας μετά από απόπειρα αυτοκτονίας και χρήζει συστηματικής ψυχιατρικής παρακολούθησης και φαρμακευτικής αγωγής. Η κατάσταση αυτή δεν προβάλλεται ως αυτοτελής βάση χορήγησης προσφυγικού καθεστώτος ούτε ως γενική επίκληση ανεπάρκειας των υπηρεσιών υγείας της χώρας καταγωγής. Ωστόσο, στο επίπεδο της πρακτικής πρόσβασης στην προστασία, αποτελεί ουσιώδη παράγοντα που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Ειδικότερα, από διεθνείς και ανεξάρτητες πηγές, όπως αυτές που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με τη συμπληρωματική αγόρευση του Αιτητή και ιδίως το επισυνημμένο σε αυτήν Παράρτημα, προκύπτει ότι, παρά την υιοθέτηση πολιτικής ψυχικής υγείας και σχεδίου δράσης με στόχο τη μετατόπιση προς κοινοτικές υπηρεσίες, η πρακτική λειτουργία του συστήματος στην Τουρκία εμφανίζει δομικά κενά που επηρεάζουν άμεσα την επάρκεια και τη συνέχεια της φροντίδας για άτομα με σοβαρές ψυχικές διαταραχές: καταγράφεται ανεπαρκής χρηματοδότηση των κοινοτικών κέντρων ψυχικής υγείας, έλλειμμα ψυχιάτρων και λοιπών επαγγελματιών σε επίπεδα χαμηλότερα των μέσων όρων της Ε.Ε., καθώς και προβλήματα ποιότητας λόγω ανεπαρκούς κατάρτισης/αμοιβής και υψηλής εναλλαγής προσωπικού, με περαιτέρω συνέπεια την αποδυνάμωση της συνέχειας παρακολούθησης και της έγκαιρης παρέμβασης[15]. Περαιτέρω, οι ίδιες πηγές επισημαίνουν έλλειψη συντονισμού μεταξύ κράτους και οργανώσεων/φορέων στον τομέα, ιδίως ως προς την αντιμετώπιση του κοινωνικού στιγματισμού και των διακρίσεων, ενώ καταγράφεται και λειτουργική «αδιαφάνεια» ως προς τους πόρους (μη σαφής κατανομή/χρήση κονδυλίων ψυχικής υγείας, περιορισμένη διαθεσιμότητα/ πρόσβαση σε δεδομένα), στοιχεία που, σωρευτικά, δυσχεραίνουν την ορθολογική οργάνωση υπηρεσιών και την αποτελεσματική προστασία ευάλωτων ατόμων.
Επιπλέον, καταγράφεται ότι σχέδιο εκτενούς νομοθεσίας ψυχικής υγείας τέθηκε ενώπιον του κοινοβουλίου χωρίς να ψηφιστεί, καθώς και ότι υφίσταται ένταση μεταξύ επαγγελματιών ψυχικής υγείας και του “Moral Support Service Unit” που λειτουργεί υπό τη Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων (Diyanet), με αναφορές περί μη επιστημονικής εμπλοκής και πρόκλησης βλάβης στους ασθενείς—παράμετρος που, στη συγκεκριμένη υπόθεση, έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς τη ρεαλιστική δυνατότητα πρόσβασης του Αιτητή σε σταθερή, επιστημονικά επαρκή και κοινωνικά «ουδέτερη» φροντίδα.
Τέλος, στο υλικό που κατατέθηκε, επισημαίνονται αυξημένα περιστατικά αυτοκτονιών και ανεπαρκείς/αναποτελεσματικές πολιτικές αντιμετώπισής τους, καθώς και η κρίσιμη σημασία της πρωτοβάθμιας φροντίδας και της δυνατότητας έγκαιρης πρόσβασης σε αυτή—στοιχεία που ενισχύουν το συμπέρασμα ότι οι ελλείψεις του συστήματος δεν αφορούν μόνο «γενική επάρκεια υπηρεσιών», αλλά επηρεάζουν πρακτικά την ικανότητα ενός σοβαρά ευάλωτου προσώπου να παραμείνει λειτουργικό, να οργανώσει τη ζωή του και—κατ’ επέκταση—να κινητοποιηθεί αποτελεσματικά έναντι απειλών, να προσφεύγει επανειλημμένα στις αρχές και να παρακολουθεί σύνθετες διαδικασίες προστασίας σε περιβάλλον υψηλού κινδύνου[16],[17],[18].
Υπό τις συνθήκες αυτές, ένα πρόσωπο με την ψυχική ευαλωτότητα του Αιτητή καλείται, προκειμένου να προστατευθεί, να επιδείξει διαρκή εγρήγορση, ψυχική ανθεκτικότητα, ικανότητα διαχείρισης κρίσεων και επαναλαμβανόμενη προσφυγή στις αρχές, σε ένα περιβάλλον όπου η απειλή προέρχεται από το άμεσο οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον και έχει ήδη εκδηλωθεί με βαριά σωματική βία. Η απαίτηση αυτή υπερβαίνει τα εύλογα όρια και καθιστά την προστασία, έστω και αν προβλέπεται τυπικά, πρακτικά δυσπρόσιτη και αναποτελεσματική για τον συγκεκριμένο Αιτητή.
Κατά συνέπεια, λαμβανομένων υπόψη αφενός της αποδεδειγμένης κλιμάκωσης της βίας παρά την ενεργοποίηση τυπικών μηχανισμών και αφετέρου της ιδιαίτερης κατάστασης ψυχικής υγείας του Αιτητή, η οποία εντείνει την ευαλωτότητά του και μειώνει ουσιωδώς την ικανότητά του να αξιοποιήσει την προστασία στην πράξη, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν υφίσταται για τον Αιτητή αποτελεσματική και διαρκής εγχώρια προστασία στη χώρα καταγωγής του κατά των πράξεων δίωξης. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύει περαιτέρω το βάσιμο και δικαιολογημένο του φόβου σε περίπτωση επιστροφής.
Δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης
Τέλος, εξετάζεται κατά πόσο θα μπορούσε να αναμένεται ευλόγως από τον Αιτητή να εγκατασταθεί σε άλλο τμήμα της χώρας καταγωγής. Η εξέταση αυτή διενεργείται σε δύο επίπεδα: (α) εάν υφίσταται πρακτικά ασφαλής περιοχή όπου ο Αιτητής θα είναι ουσιωδώς απρόσιτος στους δράστες και (β) εάν, υπό τα εξατομικευμένα δεδομένα της υπόθεσης, μπορεί να αναμένεται λογικά και βιώσιμα να εγκατασταθεί εκεί, χωρίς να εκτεθεί σε συγκρίσιμο κίνδυνο και με ρεαλιστική δυνατότητα κάλυψης βασικών αναγκών και συνέχειας της αναγκαίας φροντίδας.
Στην παρούσα υπόθεση, η απειλή έχει χαρακτήρα ενδοοικογενειακής και κοινοτικής στοχοποίησης, ενώ ο Αιτητής έχει ήδη βιώσει σοβαρή κλιμάκωση βίας. Δεν προκύπτει ότι υπάρχει συγκεκριμένη περιοχή εντός της Τουρκίας όπου θα μπορούσε να εγκατασταθεί με τρόπο πρακτικά ασφαλή, ιδίως λαμβανομένης υπόψη της δυνατότητας εντοπισμού του από συγγενικά/κοινοτικά δίκτυα. Περαιτέρω, υπό το δεύτερο σκέλος, δεν τεκμηριώνεται ότι ο Αιτητής μπορεί εύλογα να αναμένεται να εγκατασταθεί βιώσιμα σε νέο περιβάλλον, δεδομένης της ανάγκης του για σταθερή ψυχιατρική παρακολούθηση και φαρμακευτική αγωγή, σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη ευαλωτότητά του, η οποία μειώνει την ικανότητα αυτοπροστασίας και αποτελεσματικής διαχείρισης κρίσεων σε άγνωστο περιβάλλον. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν τεκμηριώνεται ρεαλιστική, ασφαλής και εύλογη εναλλακτική εσωτερικής μετεγκατάστασης που να αίρει τον κίνδυνο.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, η εσωτερική μετεγκατάσταση δεν συνιστά πραγματική εναλλακτική λύση προστασίας, αλλά θα ισοδυναμούσε με μετατόπιση του κινδύνου, χωρίς ουσιαστική άρση του.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω, προκύπτει ότι ο Αιτητής έχει τεκμηριώσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής στην Τουρκία, ο οποίος ερείδεται σε ήδη τελεσθείσες πράξεις σοβαρής και κλιμακούμενης βίας, επιβεβαιωμένες εν μέρει από ανεξάρτητη τεκμηρίωση. Οι πράξεις αυτές, μεμονωμένα και ιδίως σωρευτικά, συνιστούν πράξεις δίωξης λόγω της έντασης, της κλιμάκωσης και της προσβολής της σωματικής ακεραιότητας.
Η στοχοποίηση του Αιτητή συνδέεται ουσιωδώς με λόγους που καλύπτονται από τον περί Προσφύγων Νόμο, πρωτίστως μέσω της αποδιδόμενης θρησκευτικής απόκλισης και της άρνησης συμμόρφωσης προς επιβεβλημένες θρησκευτικές πρακτικές, ενώ η κουρδική και αλεβιτική του καταγωγή εντάσσονται στο συνολικό του προφίλ και λειτουργούν επιβαρυντικά ως προς την ευαλωτότητά του, χωρίς να θεμελιώνουν αυτοτελώς ή αυτομάτως δικαίωμα διεθνούς προστασίας.
Οι φορείς δίωξης είναι μη κρατικοί. Πλην όμως, από τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης δεν προκύπτει ότι η κρατική προστασία στη χώρα καταγωγής είναι αποτελεσματική και διαρκής στην πράξη, κατά την έννοια των άρθρων 3Α και 3Β του Νόμου. Παρά την τυπική ενεργοποίηση ορισμένων μηχανισμών προστασίας, η προστασία που δοκιμάσθηκε δεν απέτρεψε την κλιμάκωση της βίας, γεγονός που καταδεικνύει την αδυναμία των μέτρων αυτών να εξουδετερώσουν τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης και να καταστήσουν ασφαλή την επιστροφή του Αιτητή.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται, περαιτέρω, στην αποδεδειγμένη σοβαρή ψυχική κατάσταση του Αιτητή, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από τους Καθ’ ων και δεν προβάλλεται ως αιτιώδης εξήγηση των γεγονότων, αλλά ως αντικειμενικός παράγοντας αυξημένης ευαλωτότητας. Η κατάσταση αυτή επηρεάζει καθοριστικά την ικανότητά του να αυτοπροστατευθεί, να κινητοποιηθεί αποτελεσματικά έναντι απειλών και να αξιοποιήσει στην πράξη τους μηχανισμούς προστασίας που τυπικά προβλέπονται.
Συναφώς, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής διαθέτει λειτουργικό ή αξιόπιστο υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Αντιθέτως, το άμεσο οικογενειακό του περιβάλλον, το οποίο κατ’ αρχήν θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πηγή στήριξης, εμφανίζεται αποδυναμωμένο ή και ακατάλληλο να διαδραματίσει τέτοιο ρόλο. Ο αδελφός του Αιτητή συγκαταλέγεται στους βασικούς φορείς της βίας που ασκήθηκε εις βάρος του, γεγονός που αποκλείει, εκ των πραγμάτων, οποιαδήποτε προσδοκία προστασίας ή υποστήριξης από την πλευρά του. Η δε μητέρα του, η οποία τραυματίστηκε κατά το σοβαρό περιστατικό του Οκτωβρίου 2021, δεν προκύπτει ότι δύναται ή προτίθεται να λειτουργήσει ως σταθερό προστατευτικό πλαίσιο ή ως πρόσωπο ενεργού υποστήριξης, ιδίως υπό συνθήκες συνεχιζόμενης οικογενειακής και κοινοτικής έντασης.
Περαιτέρω, δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη άλλων συγγενικών ή κοινωνικών προσώπων ικανών ή πρόθυμων να υποστηρίξουν τον Αιτητή στην καθημερινή του διαβίωση, να τον συνοδεύσουν ή να τον διευκολύνουν στην πρακτική πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας, ούτε να λειτουργήσουν ως αποτελεσματικό ανάχωμα έναντι της επανεμφάνισης της βίας. Υπό τα δεδομένα αυτά, η απουσία λειτουργικού υποστηρικτικού δικτύου εντείνει ουσιωδώς την ευαλωτότητα του Αιτητή και καθιστά, στην πράξη, εξαιρετικά δυσχερή τόσο τη συνέχεια της αναγκαίας θεραπευτικής φροντίδας όσο και την αποτελεσματική και έγκαιρη προσφυγή στις αρχές σε περίπτωση νέας απειλής.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η σοβαρή ψυχική κατάσταση του Αιτητή, σε συνδυασμό με την απουσία υποστηρικτικού δικτύου, την αποδεδειγμένη αδυναμία της κρατικής προστασίας να αποτρέψει την κλιμάκωση της βίας, καθώς και την έλλειψη ρεαλιστικής και εύλογης εναλλακτικής εσωτερικής μετεγκατάστασης, υπονομεύουν ουσιωδώς την πρακτική δυνατότητα ασφαλούς επιστροφής.
Κατ’ ακολουθίαν, κατά την εξατομικευμένη αξιολόγηση της παρούσας υπόθεσης, ο Αιτητής πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου και πρέπει να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας.
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω και υπό το φως των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά, τα δεδομένα και τις ιδιαιτερότητες της περίπτωσης της Αιτήτριας καθώς και τις προσωπικές της συνθήκες, κρίνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, δικαιολογείται και τεκμηριώνεται η υπαγωγή της στο καθεστώς πρόσφυγα, για τους λόγους που εκτέθηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω.
Κατά τούτο, η προσφυγή επιτυγχάνει με έξοδα €1800 πλέον Φ.Π.Α. υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται και τροποποιείται, δυνάμει του Άρθρου 146(4)(δ) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/2018), και ο Αιτητής αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.[19]
Ε. Ρήγα, Δ. Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλ. συναφώς Συμεωνίδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 1)(1993) 3 Α.Α.Δ. 165 και Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού ν. Δήμου Στροβόλου, υπ. αρ. 568/2013, 18.11.2016.
[2] Η θρησκεία ως λόγος φόβου δίωξης στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 1Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης 1951 και / ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων, δημοσιευθέν Απρίλιο 2004, παράγραφος 28, διαθέσιμο στην ελληνική γλώσσα:
https://www.refworld.org/cgi-bin/texis/vtx/rwmain/opendocpdf.pdf?reldoc=y&docid=4bb459922
[3] USDOS – US Department of State, 2023 Report on International Religious Freedom: Turkey, 26 June 2024
[4] Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation (ACCORD), Turkey: COI Compilation, August 2020, σ. 186
https://www.ecoi.net/en/file/local/2035329/ACCORD+Turkey+COI+Compilation+2020.pdf
[5] DFAT - Australian Government - Department of Foreign Affairs and Trade: DFAT Country Information Report; T?rkiye, 16 May 2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/04/2023)
https://www.dfat.gov.au/sites/default/files/country-information-report-turkey.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/04/2023)
[6] Norwegian Helsinki Committee -Report 2019 Pursuing Rights and Equality Monitoring Report on the Right to Freedom of Religion or Belief in Turkey, σ. 4
https://www.nhc.no/content/uploads/2020/09/Report_Turkey_ENG_web.pdf
[7] Immigration and Refugee Board of Canada (IRB), Turkey: Treatment of atheists by society and the authorities, particularly in Istanbul; whether socio-religious groups that support the government serve as informants to report the religious practices of citizens (2019–November 2021) ; Information on the treatment of atheists by society and the authorities, particularly in Istanbul, was scarce among the sources consulted by the Research Directorate within the time constraints of this Response, 25 November 2021
https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458503
[8] USDOS – US Department of State: Country Report on Terrorism 2021 - Chapter 1 - Turkey, 27 February 2023
https://www.ecoi.net/en/document/2087896.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19.02.2026)
[9] USDOS - US Department of State: 2023 Report on International Religious Freedom: Turkey (T?rkiye), 26 June 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2111578.html [accessed 19.02.2026]
[10] ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation: a-4607 (ACC-TUR-4607), 22 September 2005
https://www.ecoi.net/en/file/local/1132402/response_en_68713.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19.02.2026)
[11] USDOS, TURKEY (T?RKIYE) 2023 INTERNATIONAL RELIGIOUS FREEDOM REPORT, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/05/547499-TU%CC%88RKIYE-2023-INTERNATIONAL-RELIGIOUS-FREEDOM-REPORT.pdf, (πρόσβ. 29/08/2025)
[12] USDOS, TURKEY (T?RKIYE) 2023 INTERNATIONAL RELIGIOUS FREEDOM REPORT, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/05/547499-TU%CC%88RKIYE-2023-INTERNATIONAL-RELIGIOUS-FREEDOM-REPORT.pdf, (πρόσβ. 29/08/2025)
[13] New Age Islam, Silsilah Rifa'iyya: The Sacred Sufi Order and its Paramount Significance, February 2023, https://www.newageislam.com/islam-spiritualism/ghulam-rasool-dehlvi-new-age-islam/silsilah-rifa-iyya-sacred-sufi-order-its-paramount-significance/d/129127#:~:text=By%20Ghulam%20Rasool%20Dehlvi%2C%20New%20Age%20Islam&text=One%20of%20the%20mystical%20and,back%20to%20Sheikh%20Ahmed%20Rifai., (29/08/2025)
[14] Όπ. π.
[18] https://www.turkishminute.com/2022/01/13/rkey-lacks-effective-policies-to-combat-suicide-amid-rising-cases-expert/
[19] Βλ. συναφώς, νομολογία στις ακόλουθες αποφάσεις αναφορικά με την αιτούμενη θεραπεία και την εξουσία του παρόντος Δικαστηρίου (Δ.Δ.Δ.Π.): ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ (ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ), Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 26/20, ημερ. 10 Σεπτεμβρίου, 2024, Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Δ/ντή Υπηρεσίας Ασύλου v. GURDHIAN SINGH, και ΕΦΕΤΕΙΟ (ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ), Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 107/2023, 11 Φεβρουαρίου, 2025, Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου v. Q.B.T., καθώς και ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 97/2024, 10 Σεπτεμβρίου, 2025, Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου v. C.A..
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο