J.Κ.Κ. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 2599/24, 20/2/2026
print
Τίτλος:
J.Κ.Κ. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 2599/24, 20/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 2599/24

 

20 Φεβρουαρίου, 2026

[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

J.Κ.Κ.

Αιτητή

-και-

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω της

Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Στ. Χρυσταλλένος (κος), Δικηγόροι για τον Αιτητή

Ε. Ιωάννου (κα) για Ρ. Προδρόμου, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π:  Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 29.05.2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία ως άκυρη και παράνομη και/ή στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος και απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ο Αιτητής ως πρόσφυγας ή δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας.

 

Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν τεθεί στην Ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση και υποστηρίζονται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου που έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο Α κατά τις διευκρινήσεις.

 

Ο Αιτητής είναι ενήλικας πολίτης της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (ΛΔΚ) και εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του την 8.10.2021 και στις 29.11.2021 υπέβαλε ενώπιον των αρχών της Δημοκρατίας αίτημα χορήγησης διεθνούς προστασίας.  Στις 12.03.2024 πραγματοποιήθηκε προσωπική συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της E.U.A.A., ο οποίος με την από 27.05.2024 Έκθεση/Εισήγησή, εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος και την έκδοση απόφασης επιστροφής εις βάρος του.

 

Δεόντως εξουσιοδοτημένος να εκτελεί τα καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου λειτουργός ενέκρινε την εισήγηση στις 29.05.2024, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης και την επιστροφή του Αιτητή στην χώρα καταγωγής του.

 

Η ανωτέρω απόφαση κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 12.06.2024.  Στις 12.07.2024, ο Αιτητής καταχώρισε την υπό κρίση προσφυγή. 

 

Κατά την γραπτή του αγόρευση, προβάλλει πλείονες λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης εντούτοις στο σώμα της γραπτής αγόρευσης εξειδικεύονται οι λόγοι της έλλειψης δέουσας έρευνας, νομικής πλάνης (καθότι ο Αιτητής ενημερώθηκε για δικαίωμα έφεσης ενώπιον του ΔΔΔΠ αντί της δυνατότητας προσφυγής ενώπιον του ΔΔΔΠ και νομικού σφάλματος των Καθ’ων η αίτηση να αντιπαραβάλλει τις δηλώσεις του σε σχέση με τις δηλώσεις της αδελφής του και ότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν συνένωσε τους φακέλους του ιδίου και της αδελφής του ενώ αποκρίθηκε καταφατικά όταν ρωτήθηκε σχετικά) και μη επαρκούς αιτιολογίας. Παρέθεσε δε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με την επικινδυνότητα της διαμονής του ιδίους και της αδελφής του στην ΛΔΚ (πηγές που αφορούν κυρίως την έμφυλη βία στη χώρα).

 

Οι δε Καθ’ων η Αίτηση υπεραμύνονται της προσβαλλόμενης απόφασης και ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρότητας και των ισχυρισμών του στον απαιτούμενο βαθμό ούτως ώστε να του αναγνωριστεί οποιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η δε Υπηρεσία Ασύλου εξέτασε τους προσβαλλόμενους στην προσφυγή του αιτούντος ισχυρισμούς, ως επίσης και τα όσα ο Αιτητής ισχυρίστηκε κατά την διάρκεια των συνεντεύξεων του, και ορθώς κατέληξε ότι η εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή δεν τεκμηριώθηκε.

 

Κατά τις διευκρινήσεις εκατέρωθεν οι πλευρές υιοθέτησαν το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων τους.

 

Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εξετάσει και την ορθότητα της παρούσας υπόθεσης, η οποία απορρέει από τα εδάφια (2), (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/ 2018).  Προς το σκοπό αυτό, κρίνω σκόπιμη την παράθεση των ισχυρισμών του Αιτητή, ως αυτοί προβλήθηκαν καθόλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του.

 

Κατά την υποβολή της αίτησης του, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του επειδή η ζωή του κινδύνευε, οι γονείς του απεβίωσαν και βίωσε παραμέληση και ως εκ τούτου επιθυμεί προστασία (Ερ. 1 ΔΦ.).

 

Κατά την συνέντευξη του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος ΛΔΚ γεννηθείς στην Kinshasa, όπου διέμενε στην κοινότητα Kalamu μέχρι να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του. Είναι Χριστιανός Καθολικός στο θρήσκευμα και εθνοτικής καταγωγής Mukongo. Ως προς την πατρική του οικογένεια δήλωσε ότι οι γονείς του απεβίωσαν σε τροχαίο δυστύχημα στις 10 Ιανουαρίου 2021. Έχει μια αδελφή, η οποία βρίσκεται στην Κύπρο και είναι αιτούσα άσυλο. Έχει ολοκληρώσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην χώρα καταγωγής του και ξεκίνησε να φοιτά στο Πανεπιστήμιο το οποίο δεν ολοκλήρωσε (Eρ.35 1χ του ΔΦ.). Δεν έχει εργαστεί στη χώρα καταγωγής του, συντηρούνταν οικονομικά από τους γονείς του (Eρ.35 1χ του ΔΦ.). Εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του μαζί με την αδελφή του στις 8 Οκτωβρίου 2021,  από το αεροδρόμιο της χώρας, με χρήση διαβατηρίου, κατόπιν συνδρομής ενός ιερέα, χωρίς να αντιμετωπίσουν κάποιο πρόβλημα κατά την έξοδο τους από τη χώρα(Eρ.35 2χ του ΔΦ.)..

 

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, δήλωσε στο στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ότι, μετά τον θάνατο των γονέων του, ο ίδιος και η ανήλικη αδελφή του φιλοξενήθηκαν στο σπίτι της θείας τους. Κατά το διάστημα αυτό, ο σύζυγος της θείας του αποπειράθηκε επανειλημμένα να βιάσει την αδελφή του. Στη συνέχεια, αναγκάστηκαν να διαφύγουν και να αναζητήσουν καταφύγιο σε φιλικό πρόσωπο της μητέρας τους, ωστόσο ο εν λόγω άνδρας συνέχισε να τους αναζητά. Ακολούθως κατέφυγαν σε ιερέα σε καθολική εκκλησία, στον οποίο ανέφεραν τα περιστατικά κακομεταχείρισης και παραμέλησης από τον ανωτέρω άνδρα, καθώς και τις απόπειρες βιασμού της αδελφής του. Ο ιερέας, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γονείς τους είχαν πεθάνει, την έλλειψη οικογενειακής προστασίας και ότι ο ανωτέρω άνδρας τους αναζητεί, εκκίνησε τις διαδικασίες ώστε να εγκαταλείψει ο ίδιος και η αδελφή του τη χώρα(Eρ.34 2χ του ΔΦ).

 

Κληθείς να αποκριθεί για ποιο λόγο δεν επιθυμεί να επιστρέψει στην χώρα καταγωγής του δήλωσε ότι η ζωή του θα κινδυνέψει από τον ανωτέρω άνδρα, ο οποίος τους αναζητεί, καθώς και ότι οι γονείς του έχουν αποβιώσει και δεν θα μπορέσει να τύχει προστασίας (Eρ.34 3χ του ΔΦ.). Δήλωσε ότι δεν θα μπορέσει να διαμείνει σε άλλη περιοχή εντός της χώρα καταγωγής του καθότι δεν θα γνωρίζει κανένα στη νέα περιοχή και δεν μπορεί να επιστρέψει στην Κινσάσα εξαιτίας του συζύγου της θείας του.

 

Εν συνεχεία τέθηκαν στον Αιτητή διευκρινιστικές ερωτήσεις σε σχέση με τις συνθήκες θανάτου των γονέων του με τον Αιτητή να αποκρίνεται ότι αυτοί απεβίωσαν σε τροχαίο ατύχημα, κατά την μεταφορά τους στο σούπερ μάρκετ. Ο ίδιος ενημερώθηκε τηλεφωνικά από το νοσοκομείο και κλήθηκε να μεταβεί εκεί για την αναγνώριση των σορών(Eρ.33του ΔΦ.). Κατά την άφιξή του στο νοσοκομείο, του γνωστοποιήθηκε ότι οι γονείς του είχαν ήδη καταλήξει κατά τη μεταφορά τους.  Δήλωσε ότι δεν του παρασχέθηκαν περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις ακριβείς συνθήκες ή τα αίτια του τροχαίου ατυχήματος, ούτε για τυχόν αστυνομική έρευνα.  Μετά την κηδεία τους τον Ιανουάριο, ο ίδιος και η ανήλικη αδελφή του, κατόπιν απόφασης συγγενή του πατέρα τους, μετέβησαν να διαμείνουν στο σπίτι της θείας τους (περιοχή Kimbasenge), της αδελφής της μητέρας τους, ονόματι Jeanne. Η παραμονή τους εκεί διήρκεσε για σύντομο χρονικό διάστημα, έως τον Φεβρουάριο του 2021, οπότε και αποχώρησαν και φιλοξενήθηκαν σε φιλικό πρόσωπο της μητέρας τους. Πριν από τον θάνατο των γονέων τους, η σχέση με τη θεία τους ήταν περιορισμένη και περιστασιακή(Eρ.32 του ΔΦ).

 

 Κληθείς να επεξηγήσει το περιστατικό κακομεταχείρισης της αδελφής του από τον σύζυγο της θείας του, δήλωσε ότι ένα βράδυ ο ανωτέρω εισήλθε στο δωμάτιο της αδελφής του και αποπειράθηκε να τη βιάσει (Eρ.31χ του ΔΦ). Η αδελφή του αντέδρασε φωνάζοντας, οπότε εκείνος την απείλησε ότι θα τη σκοτώσει εάν το αναφέρει σε οποιονδήποτε. Ανέφερε ότι κατά τον χρόνο του περιστατικού ο ίδιος κοιμόταν και δεν αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί, ενώ το επόμενο πρωί η αδελφή του του εξιστόρησε τα γεγονότα. Όταν η θεία του επέστρεψε από τη νυχτερινή της βάρδια, καθώς εργαζόταν ως νοσηλεύτρια, της ανέφεραν το περιστατικό, ωστόσο εκείνη υποστήριξε τον σύζυγό της. Στη συνέχεια, παρέμειναν στην οικία για περίπου μια εβδομάδα χωρίς επαρκή πρόσβαση σε τροφή και εν συνεχεία κατέφυγαν σε φίλη της μητέρας τους (ονόματι Mama jacky) στην περιοχή Kauka της Κινσάσα. Δεν έμειναν για μεγάλο διάστημα με την ανωτέρω γυναίκα επειδή δεν ήταν σε θέση να τους συνδράμει οικονομικά και έτσι η ανωτέρω τους παρέπεμψε σε ιερέα στην καθολική εκκλησία στην περιοχή Kauka.

 

Προσέθεσε ότι λίγες ημέρες αργότερα, ο σύζυγος  της θείας του μετέβη στην οικία της Mama jacky αναζητώντας τον Αιτητή, πληροφορία που έμαθε κατόπιν τηλεφωνική του επικοινωνίας με τους γείτονες(Ερ. 28 ΔΦ.). Παρέμειναν εκεί από τον Φεβρουάριο του 2021 έως και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, διάστημα κατά το οποίο παρέμειναν εντός της εκκλησίας, κατόπιν οδηγιών του ιερέα που είχε αναλάβει την φροντίδα τους. Απέφευγε να κυκλοφορεί δημόσια φοβούμενος μήπως ο σύζυγος της θείας του τον εντοπίσει και κινδυνεύσει (Ερ.29 2χ, 3χ του ΔΦ.).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός στην Έκθεση/Εισήγησή του, εντόπισε με βάση τις δηλώσεις του Αιτητή και αξιολόγησε τους κάτωθι ουσιώδεις ισχυρισμούς: 1) Ταυτότητα, προφίλ και χώρα καταγωγής του Αιτητή, ο οποίος έγινε αποδεκτός και 2) ο Αιτητής και η αδελφή του έμεναν με τη θεία και τον σύζυγό της μετά το θάνατο των γονέων τους, ο σύζυγος της θείας του αποπειράθηκε να βιάσει την αδελφή του, έφυγαν και κατέφυγαν σε μια εκκλησία, ο οποίος απερρίφθη.

 

Ειδικότερα, κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με επαρκείς λεπτομέρειες και σαφήνεια τις συνθήκες υπό τις οποίες απεβίωσαν οι γονείς του (τι προκάλεσε το τροχαίο και τι είδους τραυματισμούς έφεραν που οδήγησαν στο θάνατο τους), καθώς και τα γεγονότα που επακολούθησαν της αναγνώρισης των σορών, στην οποία κλήθηκε να προβεί από το νοσοκομείο. Σε σχέση με τη διαβίωσή τους στο σπίτι της θείας του από τη μητρική του πλευρά, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με χρονική ακρίβεια την ημέρα κατά την οποία μετέβησαν στην οικία της προκειμένου να διαμείνουν, ούτε τη χρονική περίοδο κατά την οποία παρέμειναν εκεί. Ούτε κατάφερε να παραθέσει μια πειστική περιγραφή της σχέσης της οικογένειας του με την εν λόγω θεία του πριν το θάνατο των γονέων του. Εξίσου αόριστες ήταν και οι περιγραφές του όταν κλήθηκε να επεξηγήσει όσα συνέβησαν στο σπίτι της θείας του κατά το διάστημα διαμονής τους εκεί καθώς και σε σχέση με το επίμαχο περιστατικό της απόπειρας βιασμού της αδελφής του από τον σύζυγο της ανωτέρω, οι δηλώσεις του διέπονταν από χρονική αοριστία και έλλειψη ουσιωδών λεπτομερειών (πότε συνέβη ακριβώς, τι συνέβη πέρα από το να επαναλαμβάνει τις ίδιες πληροφορίες, τα γεγονότα που επακολούθησαν). Ούτε κατάφερε να προσδιορίσει χρονικά το διάστημα κατά το οποίο διέμειναν στο σπίτι της φίλης της μητέρας του μετά τη διαφυγή τους από το σπίτι της θείας τους.

 

Ομοίως, ως αόριστες κρίθηκαν οι αποκρίσεις του όταν κλήθηκε να περιγράψει την εκκλησία όπου διέμειναν, ενώ όταν κλήθηκε να επεξηγήσει πως γίνεται να αγνοεί το όνομα της εκκλησίας όπου παρέμειναν για 8 μήνες και το όνομα του ιερέα που τους συνέδραμε κατά την έξοδο τους από την χώρα, αποκρίθηκε με μη συγκεκριμένο και σαφή τρόπο. Επίσης, ο Αιτητής κλήθηκε επανειλημμένα να περιγράψει την καθημερινότητά του κατά την παραμονή του στην εκκλησία, όμως οι απαντήσεις του κρίθηκαν ασαφείς και μη επαρκώς τεκμηριωμένες.  Επίσης δήλωσε ότι δεν έβγαινε εκτός του χώρου, υποστηρίζοντας ότι του είχε δοθεί σχετική οδηγία από τον ιερέα και ότι ο ίδιος δεν επιθυμούσε να φύγει λόγω άγχους και φόβου να συναντήσει τον σύζυγο της θείας του. Ωστόσο, δεν διευκρίνισε με σαφήνεια αν η παραμονή του ήταν υποχρεωτική ή επιλογή του, ούτε αν είχε τη δυνατότητα να εξέλθει εάν το επιθυμούσε.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ως άνω ισχυρισμού, ο λειτουργός έκρινε πως τα όσα ανέφερε ο Αιτητής αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματος του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οιανδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, ενόψει της μη θεμελιωθείσας εσωτερικής αξιοπιστίας του υπό κρίση ισχυρισμού, αυτός απορρίφθηκε στο σύνολο του.

 

Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι της ταυτότητας, προσωπικού προφίλ και χώρα καταγωγής του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι, επί τη βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην χώρα, δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα να υποβληθεί ο Αιτητής βάσει του ατομικού του προφίλ σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στην Kinshasa (τόπο όπου αναμένεται να επιστρέψει).

 

Ακολούθως, κατά την νομική αξιολόγηση, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου. Ιδίως κατά την εξέταση ενδεχόμενης υπαγωγής του Αιτητή στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, λαμβάνοντας υπόψιν πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, ο λειτουργός κατέληξε πως δεν πληρούνται οι εκ του νόμου προϋποθέσεις καθότι στην εν λόγω περιοχή δεν παρατηρείται διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύγκρουση.

 

Πέραν των ανωτέρω, ούτε κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης, ο Αιτητής προσκόμισε επιπρόσθετη μαρτυρία ή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι λανθασμένα κρίθηκε η αξιοπιστία του και ότι έχει γνήσιο αίτημα διεθνούς προστασίας.  Ο συνήγορος του Αιτητή κατέγραψε στην αγόρευση του μόνο γενικούς ισχυρισμούς περί της αξιολόγησης εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή όσον αφορά την ουσία του αιτήματός του.  Επίσης, τόνισε την παράλειψη να εξεταστεί και/ή συνεξεταστεί η αίτηση του Αιτητή με την αίτηση της αδερφής του η οποία είναι επίσης αιτήτρια διεθνούς προστασίας.  Σε αυτό το σημείο τονίζω ότι η εξέταση αιτήσεων γίνεται εξατομικευμένα και δεν υπάρχει υποχρέωση να εξετάζονται μαζί αιτήματα αιτητών που έχουν συγγένεια.  Στο άρθρο 18(3) του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπεται ότι:

«Η αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας γίνεται σε εξατομικευμένη, βάση αντικειμενικά και αμερόληπτα, και περιλαμβάνει τη συνεκτίμηση:

(α) όλων των σχετικών  με την αίτηση στοιχείων που σχετίζονται με τη χώρα καταγωγής κατά το χρόνο λήψης απόφασης, συμπεριλαμβανομένων των νόμων και των κανονισμών στη χώρα καταγωγής και του τρόπου εφαρμογής τους,

(β) των συναφών δηλώσεων και εγγράφων που υπέβαλε ο αιτητής, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων σχετικά με το εάν ο αιτητής έχει ήδη ή ενδέχεται να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη,

(γ) την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, συμπεριλαμβανομένων παραγόντων όπως το προσωπικό ιστορικό, το φύλο και η ηλικία, ούτως ώστε να εκτιμηθεί εάν, βάσει των προσωπικών περιστάσεων του αιτητή, οι συνθήκες στις οποίες έχει ήδη ή θα μπορούσε να εκτεθεί ισοδυναμούν με δίωξη ή σοβαρή βλάβη,

 

(δ) εάν οι δραστηριότητες του αιτητή από τότε που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ανελήφθησαν με αποκλειστικό ή κύριο σκοπό τη δημιουργία των απαραίτητων συνθηκών για την υποβολή αίτησης διεθνούς προστασίας, ούτως ώστε να εκτιμηθεί εάν ο ενδιαφερόμενος θα εκτεθεί, συνεπεία των δραστηριοτήτων αυτών, σε δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στην εν λόγω χώρα,

(ε) εάν θα ήταν εύλογο να αναμένεται ότι ο αιτητής θα θέσει εαυτόν υπό την προστασία άλλης χώρας, την ιθαγένεια της οποίας θα μπορούσε να διεκδικήσει.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου).

Στην δε υπόθεση Ibrahim and others κατά Bundesrepublik Deutschland,  (Joined Cases C-297/17 κ.ά.), ημερομηνίας 19.3.2019, το ΔΕΕ διατυπώνει ρητά ότι, για να κριθεί αν κάποιος «πληροί» τις προϋποθέσεις διεθνούς προστασίας, τα κράτη μέλη οφείλουν να προβούν σε ατομική αξιολόγηση κάθε αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 4(3) της Οδηγίας 2011/95.

Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός του συνηγόρου του Αιτητή απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Έχοντας εξετάσει όλα τα στοιχεία του φακέλου αλλά και τα συμπεράσματα του αρμόδιου λειτουργού των Καθ’ων η Αίτηση, κρίνω ότι το εύρημα αναξιοπιστίας του Αιτητή ήταν εύλογο εφόσον δεν διαφαίνεται να είχε δώσει εύλογες λεπτομέρειες ή στοιχεία σε σχέση με τα ζητήματα και περιστατικά που επικαλέστηκε προς τεκμηρίωση του αιτήματός του. 

 

Κατά συνέπεια, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι έγινε δέουσα έρευνα πριν τη λήψη της επίδικης απόφασης, η αιτιολόγηση της οποίας συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ως ανωτέρω αναλύεται (βλ. άρθρο 29 του Ν. 158(Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 371 και Στέφανος Φράγκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270).  Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 2371/25.6.99).  Εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, μετά από μελέτη της εισηγητικής έκθεσης, ενέκρινε την εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και ορθά και νόμιμα απορρίφθηκε το αίτημα του Αιτητή. Η έρευνα που είχε προηγηθεί ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει ο Αιτητής, όπως αναλύεται ανωτέρω. Ως εκ τούτου, απορρίπτω τον ισχυρισμό που προβλήθηκε από τον συνήγορο του Αιτητή και αφορά στην έλλειψη δέουσας έρευνας.

 

Τονίζω δε ότι το βάρος απόδειξης του αιτήματός της βαραίνει αρχικά την ίδια την Αιτητής (Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου). Σύμφωνα δε με την παράγραφο 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια του Καθεστώτος των Προσφύγων (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

«(α) Ο αιτών πρέπει:

(Ι) Να λέει την αλήθεια και να παρέχει κάθε βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του.

(ΙΙ) Να προσπαθεί να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του με κάθε διαθέσιμο αποδεικτικό μέσο και να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για τυχόν ελλείψεις τους. Εάν παρουσιασθεί ανάγκη, πρέπει να προσπαθήσει να προσκομίσει πρόσθετα αποδεικτικά μέσα.

(ΙΙΙ) Να δώσει όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τον ίδιο και τις προηγούμενες εμπειρίες του, τόσο λεπτομερειακά όσο είναι αναγκαίο, ώστε να δοθεί στον εξεταστή η δυνατότητα να διαπιστώσει τη συνδρομή των σχετικών γεγονότων. Πρέπει ακόμη να κληθεί να δώσει μια συναφή εξήγηση ως προς όλους τους λόγους που επικαλείται για να υποστηρίξει την αίτηση για το καθεστώς του πρόσφυγα και να απαντήσει σε όσες ερωτήσεις του τεθούν

 

Κατά συνέπεια, στη προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του Αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που δικαιολογούν την θεμελίωση δικαιολογημένου φόβου δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου.  Επίσης, με βάση το προσωπικό του προφίλ υπό το φως των ισχυρισμών που ο ίδιος προώθησε, δεν θεωρώ ότι σε περίπτωση επιστροφής του υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως η εν λόγω έννοια ορίζεται στο άρθρο 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ειδικότερα, εκ των όσων παρατέθηκαν ανωτέρω, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί  Προσφύγων Νόμου, καθότι ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, δεν τεκμηριώνεται από τους ισχυρισμούς του στοχοποίησή ή δίωξη από οποιονδήποτε κρατικό ή μη κρατικό δρώντα.

 

Αναφορικά με την υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakit? v. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011), στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της αδιακρίτως ασκούμενης βίας και της ένοπλης σύρραξης και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Εν προκειμένω, σύμφωνα με τις δηλώσεις του Αιτητή και βάσει της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του ως παρατέθηκε ανωτέρω, η περιοχή της προηγούμενης συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του ήταν η πρωτεύουσα Kinshasa της ομώνυμης επαρχίας της Λ.Δ.Κ.. Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα του Αιτητή, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν και συγκεκριμένα στην επαρχία της Kinshasa, η οποία, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, θεωρείται η περιοχή της προηγούμενης συνήθους διαμονής του.

 

Σύμφωνα με το portal RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, «η Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό είναι αναμεμειγμένη σε διάφορες μη- διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις στην επικράτειά της εναντίον αριθμού μη κρατικών ένοπλων ομάδων».[1] To δε International Crisis Group, σε έκθεση για τη ΛΔΚ το 2024 αναφέρει ότι ένοπλες συγκρούσεις εξακολουθούν να εντοπίζονται στις ανατολικές περιοχές της ΛΔΚ όπως το Nord-Kivu, το Sud-Kivu και το Ituri, χωρίς να γίνεται καμία αναφορά είτε στην πόλη Kinshasa ή στην ομώνυμη περιφέρεια.[2] Στο ίδιο πλαίσιο και έκθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών του Ιουνίου 2024 αναφέρει πως η κατάσταση ασφαλείας και η ανθρωπιστική κατάσταση στο ανατολικό Κονγκό συνέχισε να χειροτερεύει.

 

Έκθεση του Amnesty International του Απριλίου 2025 αναφέρει ότι η  ένοπλη σύγκρουση στα ανατολικά της χώρας συνεχίστηκε, καθώς οι πολιτικές διαδικασίες παρέμεναν σε αδιέξοδο. Τον Σεπτέμβριο, κυβερνητικές δυνάμεις συγκρούστηκαν στην επαρχία Βόρειο Κίβου με τις Δημοκρατικές Δυνάμεις για την Απελευθέρωση της Ρουάντα (FDLR), μια ένοπλη οργάνωση. Παράλληλα,  κυβερνητικές δυνάμεις συνέχισαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις τους στις επαρχίες Βόρειο Κίβου και Ιτούρι εναντίον των Συμμαχικών Δημοκρατικών Δυνάμεων (ADF), μιας  ένοπλης οργάνωσης που υποστηρίζεται από την Ουγκάντα […].[3]

 

Αναφορικά με την Κινσάσα,  έκθεση της Cedoca(Φεβρουάριος 2025) εστιασμένη στην κατάσταση ασφαλείας στην ΛΔΚ, καταγράφει πως κατά το έτος  2024 αναφέρθηκαν σποραδικά περιστατικά ασφαλείας, όπως διαδηλώσεις, μια απόπειρα πραξικοπήματος, απόδραση από τις φυλακές Makala, καθώς και ορισμένα επεισόδια στη αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku, εξαιτίας της σύγκρουσης που εκτυλίσσεται στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe […]. Από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, εκτός από τις διαδηλώσεις προς τις δυτικές πρεσβείες, δεν έχουν αναφερθεί μεγάλα περιστατικά ασφαλείας στην Κινσάσα.[4] Στις 29 Ιανουαρίου 2025, αγανακτισμένοι διαδηλωτές βανδάλισαν δυτικές πρεσβείες διαμαρτυρόμενοι για την αδράνειας της διεθνούς κοινότητας απέναντι στην διαμάχη που μαίνεται στην Goma.[5] Σύμφωνα με την Freedom House, τον Σεπτέμβριο ξέσπασαν διαδηλώσεις στην Κινσάσα σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη σύλληψη και φυλάκιση εξέχοντων στελεχών της αντιπολίτευσης και με αίτημα την απελευθέρωσή τους.[6]

 

Για την πληρότητα της έρευνας θα παρατεθούν δεδομένα από τη βάση δεδομένων ACLED. Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος σημειώθηκαν στην επαρχία Kinshasa συνολικά 154 περιστατικά ασφαλείας(ήτοι διαδηλώσεις, πολιτική βία, τρομοκρατική δραστηριότητα, ανταρσία, καταστολή, βιαιότητες, εμπλοκή ξένων δυνάμεων) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 57 απώλειες.[7] O συνολικός πληθυσμός της επαρχίας της Kinshasa ανέρχεται στους 17.032.300 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις του 2024.[8]

 

Τα παραπάνω επιβεβαιώνουν στο σύνολό τους, ότι στην πόλη Kinshasa, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν επικρατούν συνθήκες ένοπλης εσωτερικής σύγκρουσης και κατ΄ επέκταση συνθήκες βίας ασκούμενης αδιακρίτως κατά αμάχων όπως το άρθρο 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου προνοεί.  Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ.

 

Επομένως, στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της επίδικης απόφασης και ότι στο πρόσωπό του πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή της παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται.  Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo,  Last updated: Tuesday 14th February 2023, available at: https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03.02.2026).

[2]International Crisis Group's Crisis Watch, Conflict in focus, DRC, January 2024, διαθέσιμο σε https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/february-alerts-and-january-trends-2024#democratic-republic-of-congo (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03.02.2026).

[3] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Democratic Republic of the Congo 2024, 29 April 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2124713.html(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03.02.2026).

[4] CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit: Republique Democratique du Congo; Situation s?curitaire, 25 February 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_0.pdf σελ.2 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03.02.2026).

[5] Aljazeera, Tyres burned, embassies attacked in DR Congo’s Kinshasa protests, 29/01/2025, https://www.aljazeera.com/gallery/2025/1/29/tyres-burned-embassies-attacked-in-dr-congos-kinshasa-protests (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03.02.2026).

[6] Freedom House: Freedom in the World 2025 - Democratic Republic of the Congo, 2025

https://www.ecoi.net/en/document/2129030.htm ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03.02.2026).

[7]    Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Democratic Republic of Congo, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer https://acleddata.com/platform/explorer  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03.02.2026).

[8] https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03.02.2026).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο