Z. A. ν. Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2650/2024, 17/2/2026
print
Τίτλος:
Z. A. ν. Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2650/2024, 17/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 2650/2024

 17 Φεβρουαρίου 2026

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ - ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Z. A. από Σομαλία

Αιτητής

-και-

Υπηρεσίας Ασύλου

 

                                                                        Καθ' ων η Αίτηση

 

Γ. Βασιλόπουλος (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Β. Θωμά (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση

Ο Αιτητής είναι παρών (Παρών η διερμηνέας κα Ζωή Αγαπίου για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα και η διερμηνέας Mohamed Saynap για πιστή μετάφραση από τα Somali στα Αγγλικά και αντίστροφα).

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ο Αιτητής αιτείται δήλωσης  του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 28/06/2024, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 11/07/2024 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή Διεθνούς προστασίας καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000  και είναι παράνομη, άκυρη και στερείται κάθε νόμιμου αποτελέσματος. Περαιτέρω αιτείται δήλωσης του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται στον Αιτητή καθεστώς προστασίας.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (στο εξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Σομαλίας και στις 10/05/2022 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, αφού προηγουμένως εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνησης της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 20/09/2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή βάσει του Κανονισμού της ΕΕ 604/2013. Στις 20/12/2023, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το κλείσιμο του φακέλου και τη διακοπή της διαδικασίας εξέτασης καθότι ο Αιτητής δεν παρέστη στην προσωπική του συνέντευξη στην οποία κλήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου και ως εκ τούτου η τελευταία θεώρησε ότι ο Αιτητής σιωπηρά είχε αποσύρει την αίτησή του για διεθνή προστασία ή είχε υπαναχωρήσει από αυτήν. Την ίδια μέρα ο δεόντως εξουσιοδοτημένος αρμόδιος λειτουργός να εκτελεί τα καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την Εισήγηση για κλείσιμο του φακέλου και διακοπή της διαδικασίας. Στις 20/12/2023 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης για κλείσιμο του φακέλου και διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης, η οποία στάλθηκε ταχυδρομικώς στον Αιτητή την 01/06/2023. Στις 05/03/2024 ο Αιτητής υπέβαλε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου της αίτησής του για παροχή διεθνούς προστασίας, το οποίο έγινε αποδεκτό. Στις 26/06/2024 διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 28/06/2024 υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την εισήγηση όπως απορριφθεί το αίτημα του Αιτητή. Την ίδια μέρα ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ενέκρινε την πιο πάνω Έκθεση-Εισήγηση αποφασίζοντας  την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και εξέδωσε απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. Στις 11/07/2024 εκδόθηκε απορριπτική του αιτήματος του Αιτητή επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή αυθημερόν. Στις 16/07/2024 ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Ο Αιτητής, δια του δικηγόρου του, προβάλει  διάφορους νομικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι οποίοι τίθενται με γενικότητα και χωρίς να συναρτώνται με τα επίδικα γεγονότα, και οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθούνται με την Γραπτή Αγόρευση. Ο συνήγορος του Αιτητή δια της αγόρευσης προβάλλει ως λόγους ακυρώσεως τους εξής:

1)   Προβάλλει πως το πρόσωπο που ασκούσε καθήκοντα Προϊσταμένου στην Υπηρεσία Ασύλου έχει αποχωρήσει  από αυτήν από τις 08/12/2022 και έκτοτε δεν έχει οριστεί άλλο πρόσωπο για να ασκεί τα καθήκοντα αυτά, με αποτέλεσμα όλες οι αποφάσεις που εκδόθηκαν από την εν λόγω ημερομηνία και έπειτα να καθίστανται άκυρες.

2)   Ο συνήγορος του Αιτητή επισημαίνει ότι από τα στοιχεία του φακέλου που έχει ενώπιόν του δεν προκύπτει το εργασιακό καθεστώς του λειτουργού “CAS100”, ήτοι του λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου που διενήργησε τη συνέντευξη και ετοίμασε την έκθεση – εισήγηση, και το εάν ο λειτουργός αυτός είναι λειτουργός ορισμένου χρόνου, προκειμένου να μπορεί η έκθεση – εισήγησή του να εγκριθεί από το εξουσιοδοτημένο να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου πρόσωπο.

3)   Η απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση της ορθής και/ή νόμιμης διαδικασίας και/ή ελήφθη από αναρμόδιο πρόσωπο και παραβιάστηκε το άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου

4)   Παραβίαση του Κανονισμού Δουβλίνου (Κανονισμός Ε.Ε. 604/2013) και διαδικαστικές παραβιάσεις

5)   Έλλειψη δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας από τον αρμόδιο λειτουργό ως κατονομάζεται στους Περί Προσφύγων Νόμους – Πλάνη περί τα Πράγματα – Πλάνη περί το Νόμο

6)   Παράλειψη εξέτασης από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για παροχή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας

Οι Καθ' ων η αίτηση μέσω της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου τους, υποβάλλουν ότι οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλει ο Αιτητής μέσω της προσφυγής του δεν εγείρονται σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 και για αυτόν τον λόγο δεν μπορούν να εξεταστούν. Επίσης, υποστηρίζουν ότι η ανάπτυξη νομικών ισχυρισμών στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή δεν ακολουθεί τον Κανονισμό 6 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, που επιτάσσει όπως κάθε γραπτή αγόρευση χωρίζεται ευκρινώς σε ανάλογες παραγράφους, μια για κάθε νομικό σημείο, το οποίο θα αναφέρεται συνοπτικά. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι ο προαναφερόμενος Κανονισμός 6, δεν επιτάσσει τα όσα αναφέρουν οι Καθ' ων η Αίτηση, αλλά αφορά το χρονικό διάστημα που οφείλουν να καταχωρηθούν οι Γραπτές Αγορεύσεις. Η υποχρέωση όπως κάθε γραπτή αγόρευση χωρίζεται ευκρινώς σε ανάλογες παραγράφους, μια για κάθε νομικό σημείο, το οποίο θα αναφέρεται συνοπτικά, προβλέπεται από τον Κανονισμό 7. Επιπρόσθετα, οι Καθ΄ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής προβαίνει σε αόριστη παράθεση των λόγων ακυρώσεως και δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση έχει ληφθεί από αρμόδιο όργανο, ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση, χωρίς να εμφιλοχωρήσει καμία πλάνη στη λήψη της και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Ως προς την έλλειψη δημοσιότητας απαντούνε ότι πρόκειται για μη τεκμηριωμένο ισχυρισμό εφόσον ο εφαρμοστέος νόμος δεν περιέχει ρητώς πρόνοια που να αφορά την δημοσίευση της πράξης εκχώρησης των εξουσιών του Υπουργού προκειμένου να έχει ουσιαστική ισχύ. Σε σχέση με την υπερβολική καθυστέρηση της συνέντευξης παραθέτουν σχετική νομολογία βάσει της οποίας η καθυστέρηση θα πρέπει να έχει επιδράσει στις νομικές ή πραγματικές προϋποθέσεις της πράξης ή να έχει επηρεάσει τα συνταγματικά δικαιώματα του Αιτητή προκειμένου να θεωρηθεί παράβαση νόμου. Κατά συνέπεια, εισηγούνται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση, παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Κανονισμού 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.  

«Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστολόγοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη κλπ.  Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας.  Αυστηρώς ομιλούντες, τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου της Αιτήτριας δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009  ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και   Κυπριακής Δημοκρατίας).

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:

«Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.»

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως.  Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτρο­πής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636«Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύ­ρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγό­ρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».

Σύμφωνα με την  Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671: «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»

«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56»

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται, τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.

Περαιτέρω σημειώνεται πως ο ισχυρισμός περί αναρμοδιότητας του λειτουργού που συνέταξε την έκθεση / εισήγηση αποσύρθηκε κατά τις διευκρινίσεις .

Ωστόσο ο συνήγορος του Αιτητή εμμένει στη θέση ότι η προσβαλλομένη πάσχει λόγω της μη πλήρωσης της θέσεως του προϊσταμένου της Υπηρεσία Ασύλου και προβάλλει πως το ζήτημα εμπίπτει στα ζητήματα δημόσιας τάξης που  το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει.

Αναφορικά με τα ζητήματα που ο Αιτητής προβάλλει και αφορούν την αναρμοδιότητα του εξουσιοδοτημένου λειτουργού να αποφασίζει όσο και το ζήτημα που εγείρει και αφορά στο πρόσωπο της κ Χρυσομηλά – Κουτσουμπά παραπέμπω στην απόφαση μου ημερ.  20  Νοεμβρίου   2025 υπ. αρ. προσφυγή 2510/2024 Mr A.H. (AR058xxxxxxx), από Σομαλία και τώρα Λάρνακα και Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου  συνεπώς οι ισχυρισμοί απορρίπτονται 

Επί της ουσίας  στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).

Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90)».

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα των εξουσιών του παρόντος Δικαστηρίου και όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο Αιτητής δήλωσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, όσο και όσα προβάλλει με την παρούσα  προσφυγή.

Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι έχει σομαλική καταγωγή. Γεννήθηκε στην περιοχή Dinsoor, απ’ όπου η οικογένειά του έφυγε όταν ο ίδιος ήταν 2 ετών και μετέβησαν στην Moghadishu, όπου και ζούσε μέχρι και την αναχώρησή του από τη χώρα. Ο Αιτητής δήλωσε ότι ανήκει στη μειονοτική φυλή Shanshi. Ως προς το θρήσκευμα δήλωσε Μουσουλμάνος. Ο πατέρας του σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και η μητέρα του απήχθη. Έχει 4 αδέρφια, εκ των οποίων τα 2 μεγαλύτερα αγνοούνται μετά από στρατολόγησή τους από την Al-Shabab, και μία αδερφή. Ο Αιτητής μεγάλωσε με την γιαγιά, την αδερφή του και τους δύο μικρότερους αδερφούς του. Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, ο Αιτητής ολοκλήρωσε πήγε 5 χρόνια στο σχολείο αλλά δεν αποφοίτησε, γιατί, λόγω των επιθέσεων που δεχόταν, η γιαγιά του αποφάσισε ότι για την ασφάλειά του πρέπει να διακόψει τις σπουδές του. Το ίδιο έκανε και για την αδερφή του Αιτητή, ενώ τα δύο άλλα αδέρφια δεν πηγαίνουν ακόμη σχολείο. Ο Αιτητής εργαζόταν ως λούστρος. Από τη χώρα του αναχώρησε αεροπορικώς στις 27/02/2022 και αφού διήλθε την Αιθιοπία και την Τουρκία μετέβη στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, από όπου στις 01/03/2022 εισήλθε παρανόμως στις ελεγχόμενες περιοχές (ερ. 166-174 δ.φ.).

Κληθείς να εξηγήσει τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεχόταν διακρίσεις λόγω του ότι ανήκει στη μειονοτική φυλή Shanshi. Ειδικότερα αναφέρει περιστατικά που τα παιδιά της γειτονιάς του έκλεβαν την μπάλα του και μεγαλύτερος δεχόταν επιθέσεις και μία φορά τον έκαψαν με κουτάλι.  Όταν λόγω τραυματισμού η γιαγιά του πήγε να καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία, οι γείτονες το έμαθαν λόγω γνωστού τους στην αστυνομία, και απείλησαν τον Αιτητή ότι θα τον κάψουν. Το ίδιο συνέβαινε και στα υπόλοιπα αδέρφια του. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι φέρει ακόμη σημάδια και νιώθει πόνο από τραυματισμούς που έγιναν από επίθεση το 2021-2022. Ερωτηθείς αν έχει κάποιον άλλο λόγο που τον ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα του, ο Αιτητής απάντησε ότι ήταν και λόγω έλλειψη τροφής, καθώς έτρωγε μία φορά τη μέρα. Ερωτηθείς γιατί γίνεται διάκριση κατά της φυλής του, ο Αιτητής απάντησε γιατί είναι μειονότητα και δέχεται επιθέσεις από φυλές πλειοψηφίας. Ερωτηθείς αν θα μπορούσαν να πάνε σε άλλη περιοχή της χώρας, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά καθώς η γιαγιά του του είπε ότι θα γίνει πάλι το ίδιο. Επισημάνθηκε στον Αιτητή ότι βάσει πληροφοριών από αξιόπιστες πηγές οι Σομαλοί που ανήκουν σε μειονοτικές φυλές δεν έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες και εκπαίδευση και δεν μπορούν να εκδόσουν διαβατήριο, ενώ ο ίδιος πήγε σχολείο και του έβγαλαν διαβατήριο προκειμένου να φύγει. Ο Αιτητής απάντησε ότι δούλευε και κάλυπτε μέρος των διδάκτρων. Κληθείς να εξηγήσει γιατί είπε ότι δυσκολευόταν οικονομικά ενώ μπορούσε να διαθέσει χρήματα για δίδακτρα, ο Αιτητής απάντησε ότι τα δίδακτρα τα κάλυπτε η θεία του, αλλά ήταν μειωμένα, ενώ έβρισκε ο ίδιος να φάει. Κληθείς να εξηγήσει γιατί κατά την αίτηση δεν ανέφερε ως λόγο εγκατάλειψης της χώρας του τις διακρίσεις που υπέστη, ο Αιτητής απάντησε ότι έπρεπε να κάνει την αίτηση γρήγορα. Κληθείς να εξηγήσει γιατί κατά την αξιολόγηση ευαλωτότητας ο ίδιος είπε ότι έφυγε λόγω έλλειψης πρόσβασης στην εκπαίδευση,  ο Αιτητής απάντησε ότι πήγε σχολείο και μπορεί να γράψει και να διαβάσει. Ερωτηθείς αν θα λάβει προστασία από τις αρχές της χώρας του σε περίπτωση επιστροφής του, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά εξηγώντας ότι την εξουσία την ασκούν οι πλειοψηφικές φυλές. Τέλος, ερωτηθείς αν θα μπορούσε να επιστρέψει και να μείνει σε άλλη περιοχή, ο Αιτητής απάντησε ότι φοβάται μην τον σκοτώσουν και πιστεύει ότι θα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τα ίδια προβλήματα. (ερ. 39-49 δ.φ.).

Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης του Αιτητή και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου σχημάτισε την Έκθεση-Εισήγησή της επί τη βάση των εξής δύο (2) ουσιωδών ισχυρισμών:

Ουσιώδες γεγονός 1: Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προφίλ Αιτητή.

Ουσιώδες γεγονός 2: Διακρίσεις που ο Αιτητής αντιμετώπιζε στη χώρα καταγωγής του εξαιτίας της φυλής στην οποία ανήκει.

Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και συνεπώς τον έκανε αποδεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ του Αιτητή, όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση-Εισήγηση. Συγκεκριμένα, λόγω απώλειας του διαβατηρίου του στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, τα στοιχεία του Αιτητή εξακριβώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τις διακρίσεις που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί λόγω του ότι ανήκει στην μειονοτική φυλή Shanshi, ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες ενώ οι απαντήσεις του περιείχαν αντιφάσεις και ασυνέπειες. Καταρχήν ο λειτουργός παρατηρεί την διάσταση των δηλώσεων του κατά την αίτηση και κατά την συνέντευξη, λέγοντας ότι, ενώ κατά την αίτηση δήλωσε πως ήρθε στην Κύπρο για να βρει μία καλύτερη ζωή και εκπαίδευση, κατά την συνέντευξη ανέφερε προβλήματα που αντιμετώπιζε με διακρίσεις λόγω της φυλής του. Όταν ερωτήθηκε σχετικώς, απάντησε ότι κατά την αίτηση του είπαν ότι πρέπει να καταγραφεί γρήγορα ο ισχυρισμός του, απάντηση η οποία δεν κρίθηκε ικανοποιητική από τον λειτουργό.  Επισημαίνει επίσης ότι ούτε στη συνέντευξη ευαλωτότητας προέβαλλε ισχυρισμούς για διακρίσεις λόγω φυλής, για το οποίο επίσης ερωτήθηκε σχετικώς αλλά δεν έδωσε κάποια τεκμηριωμένη απάντηση. Ο λειτουργός παρατηρεί επίσης ότι ο Αιτητής δεν προσδιόρισε τον φορέα δίωξής του και δεν ήταν σε θέση να απαντήσει γιατί θα κινδύνευε αν πήγαινε να ζήσει σε άλλη περιοχή της Σομαλίας. Κληθείς να δώσει λεπτομέρειες σε σχέση με την διακριτική μεταχείριση που ισχυρίζεται ότι δέχτηκε, ο Αιτητής αναφέρθηκε σε συγκρούσεις με άλλα παιδιά της γειτονιάς που οδήγησαν και σε συγκρούσεις μεταξύ της γιαγιάς του και των γονιών τους. Επιπλέον ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει γιατί μόνο ο ίδιος από την οικογένεια στοχοποιήθηκε και αναγκάστηκε να φύγει, εφόσον συνδεόταν με λόγους φυλής. Τέλος, αντιφατικές κρίθηκαν οι δηλώσεις του ότι πήγαινε σχολείο και έβγαλε διαβατήριο, καθότι βάσει πληροφοριών που αντλούνται από αξιόπιστες εξωτερικές πηγές, άτομα που ανήκουν σε μειονοτικές φυλές της Σομαλίας αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους προβλήματα. Πιο συγκεκριμένα, κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, ο λειτουργός αναφέρει ότι δεν εντόπισε αναφορές για την φυλή Shanshi συγκεκριμένα, αλλά θεωρείται ότι έχουν αντιμετώπιση αντίστοιχη με τους Benadir, οι οποίοι αντιμετωπίζουν προκλήσεις σχετικά με την πρόσβασή τους σε υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης αλλά και παρενοχλήσεις.  Καταλήγει επομένως ο λειτουργός ότι δεν πληρούται ούτε η εσωτερική ούτε η εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού και δεν τον έκανε αποδεκτό. 

Εν συνεχεία, ο Λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην πόλη Moghadishu, στην περιοχή Benadir. Εξετάζοντας τα ουσιώδη περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά και αναλύοντας την κατάσταση ασφαλείας τόσο στη χώρα όσο και στον τελευταίο τόπο διαμονής, o Λειτουργός διαπίστωσε εκ πρώτης όψεως  ότι υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι από τους οποίους προκύπτει ότι υπάρχει περίπτωση, εάν ο Αιτητής επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του,  να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της κατάστασης ανασφάλειας η οποία επικρατεί στην Moghadishu.

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο Λειτουργός έκρινε ότι από τους προβαλλόμενους και αποδεκτούς ισχυρισμούς του Αιτητή διαφαίνεται ότι στο πρόσωπό του δε συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχειά τα οποία θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων  σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς του πρόσφυγα.

Ο Λειτουργός εν συνεχεία προέβη σε εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 (1) και έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2), (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000. Συγκεκριμένα, ο Λειτουργός έκρινε ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη Σομαλία δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους να προκύπτει ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(α) ή βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(β) ή πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ως το άρθρο 19 (2)(γ) προνοεί, καθώς η Moghadishu, και συγκεκριμένα η περιοχή Benadir, στην οποία ο Αιτητής αναμένεται να επιστρέψει, παρόλο που βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, βάσει της σχετικής νομολογίας για την αναπροσαρμοζόμενη κλίμακα, ο Αιτητής δεν κινδυνεύει μόνο με την παρουσία του, λαμβάνοντας υπόψιν τις προσωπικές του περιστάσεις, ήτοι νεαρός άντρας, ικανός προς εργασία παρά το χαμηλό μορφωτικό του επίπεδο, με οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο και χωρίς να έχει πληγεί από τέτοιες συγκρούσεις στο παρελθόν.

Ως εκ τούτου ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000.

Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:

Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά την ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή.

Ομοίως βάσει της αξιολόγησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας των λοιπών υπό εξέταση ισχυρισμών, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον λειτουργό και οι υπό εξέταση ισχυρισμοί απορρίπτονται στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι.

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά  ούτε  κατά την ενώπιόν μου διαδικασία.

Εν πάση περιπτώσει  κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή  και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.

Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358). Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του[1]. Όταν ο Αιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ.  υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08  Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).

Στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, "Το ευεργέτημα της αμφιβολίας πρέπει  να δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί και εξετασθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντος. Οι ισχυρισμοί του αιτούντος πρέπει να παρουσιάζουν συνοχή και αληθοφάνεια και να μην έρχονται σε αντίφαση με γεγονότα που είναι γενικά γνωστά σε όλους".

Επομένως, ορθά δεν παραχωρήθηκε σε αυτόν το ευεργέτημα της αμφιβολίας και ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του για διεθνή προστασία.

Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο  Άρθρο  3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

Σημειώνεται πως λόγω του ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή αναφορικά με τον λόγο που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).

Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλK.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).

Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.

Σύμφωνα με το Rule of Law in Armed Conflicts project (RULAC), η κυβέρνηση της Σομαλίας είναι μέρος σε μια μη διεθνή ένοπλη σύγκρουση με την Al-Shabaab.[2]

Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή διαμονής του Αιτητή, και συγκεκριμένα στην επαρχία Benadir, πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο αναφέρει ότι, έως τον Σεπτέμβριο του 2024, διάφορες πηγές εκτιμούσαν τον πληθυσμό της περιφέρειας Μπενάντιρ σε 3.171.391 άτομα (IPC), 854.000 και 2.181.609 άτομα (IOM). […] Οι δυνάμεις που είναι παρούσες στην πόλη περιλαμβάνουν ομοσπονδιακές δυνάμεις ασφαλείας, την Προεδρική Φρουρά, αστυνομικές δυνάμεις, δυνάμεις ασφαλείας που υπάγονται στις περιφερειακές αρχές της Μπενάντιρ, πολυάριθμες ιδιωτικές εταιρείες ασφαλείας και δυνάμεις προστασίας φυλών. Η ευθύνη για τη διασφάλιση της γενικής ασφάλειας του Προεδρικού Μεγάρου (Villa Somalia) μεταβιβάστηκε από την ATMIS στον Εθνικό Στρατό της Σομαλίας στα τέλη του 2023. Δυνάμεις ειρηνευτικής αποστολής της Αφρικανικής Ένωσης στεγάζονταν στη βάση Halane στο Διεθνές Αεροδρόμιο Aden Adde και λειτουργούσαν προκεχωρημένη επιχειρησιακή βάση στο λιμάνι του Μογκαντίσου. Από το 2017, τουρκικές δυνάμεις λειτουργούσαν επίσης στρατιωτική βάση στην πρωτεύουσα, το Camp Turksom. Παράλληλα, το τοπίο ασφάλειας του Μογκαντίσου έχει περιγραφεί ως «πορώδες». Αν και η Αλ-Σαμπάμπ δεν διαθέτει μόνιμες εγκαταστάσεις στο Μογκαντίσου, δραστηριοποιείται στην πόλη, βασιζόμενη στην παρουσία πρακτόρων της υπηρεσίας πληροφοριών Amniyat σε περιοχές που ελέγχονται από την κυβέρνηση, των οποίων τις επιχειρήσεις οι κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας δυσκολεύονται να αποτρέψουν. Τον Σεπτέμβριο του 2024, ο ειδησεογραφικός ιστότοπος Somali Digest ανέφερε ότι η οργάνωση είχε δημιουργήσει δίκτυο βάσεων σε στρατηγικά σημεία στα βόρεια περίχωρα του Μογκαντίσου, εισπράττοντας φόρους και απονέμοντας δικαιοσύνη. Πιο πρόσφατα, τον Μάρτιο του 2025, αναφέρθηκε ότι αρκετά άλλα προάστια είχαν καταγράψει αισθητή αύξηση των επιχειρήσεων της Αλ-Σαμπάμπ, συμπεριλαμβανομένης της περιοχής Daynile στα βορειοδυτικά περίχωρα, η οποία επί μακρόν θεωρούνταν σχετικά σταθερή περιοχή με ισχυρή παρουσία δυνάμεων ασφαλείας. Τοπικοί κάτοικοι στις περιοχές αυτές φέρονται να δήλωσαν ότι οι μαχητές κινούνταν χωρίς εμπόδια και έστηναν σημεία ελέγχου, πραγματοποιούσαν περιπολίες και εξαπέλυαν επιθέσεις. [3]

Αναφορικά με την παρουσία ένοπλων δυνάμεων στη περιοχή, πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο αναφέρει ότι, παρά τα πολυετή μέτρα αντιτρομοκρατικής δράσης της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης της Σομαλίας και των διεθνών δυνάμεων, τα οποία συνεχίστηκαν και εντάθηκαν σε ορισμένα σημεία κατά την περίοδο αναφοράς (συμπεριλαμβανομένων επιχειρήσεων στις περιοχές Daynile και Kaxda τον Αύγουστο του 2024 και στο Hamarweyne τον Οκτώβριο του 2024), η Αλ-Σαμπάμπ επέδειξε ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα. Η οργάνωση συνέχισε να βρίσκει νέους τρόπους διείσδυσης στο Μογκαντίσου και να αποτελεί διαρκή απειλή για την ασφάλειά του, κυρίως στα περίχωρα αλλά και σε καλά φυλασσόμενες και ευαίσθητες ζώνες. Περαιτέρω απειλές για την ασφάλεια προέρχονταν από ένοπλες ομάδες φυλών που αντιτίθενται στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Κατά την περίοδο αναφοράς, η Αλ-Σαμπάμπ διείσδυσε και επιτέθηκε σε τουλάχιστον δύο στρατιωτικές εγκαταστάσεις της Σομαλίας, συμπεριλαμβανομένης της Στρατιωτικής Ακαδημίας Jaalle Siyaad (Ιούλιος 2023) και της στρατιωτικής βάσης General Gordon (Φεβρουάριος 2024), ενώ πραγματοποίησε επίσης βομβιστικές επιθέσεις εναντίον σημείων ελέγχου και μελών των δυνάμεων ασφαλείας. Τουλάχιστον δύο βομβιστικές επιθέσεις κατά την περίοδο αναφοράς είχαν ως στόχο την Αστυνομική Ακαδημία General Kaahiye στην περιφέρεια Hamar-Jajab και την άμεση περίμετρό της. Σε συνέχεια τάσης που είχε παρατηρηθεί και στην προηγούμενη περίοδο αναφοράς, το Προεδρικό Μέγαρο (Villa Somalia) και οι εγκαταστάσεις των Ηνωμένων Εθνών στην περιοχή του Διεθνούς Αεροδρομίου Aden Adde παρέμειναν συχνοί στόχοι επιθέσεων με όλμους από την Αλ-Σαμπάμπ. Η οργάνωση στοχοποίησε επίσης ειρηνευτικά στρατεύματα της Αφρικανικής Ένωσης στο αεροδρόμιο, καθώς και την τουρκική στρατιωτική βάση. Οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις με όλμους στην περιοχή του Villa Somalia έπληξαν το Υπουργείο Πετρελαίου και Ορυκτών Πόρων (Απρίλιος 2023), το Προεδρικό Μέγαρο (Ιούλιος 2023) και κατοικημένες περιοχές, προκαλώντας απώλειες αμάχων. Πιο πρόσφατα, βομβιστική επίθεση είχε στόχο τη συνοδεία του Προέδρου της Σομαλίας Hassan Sheikh Mohamud, ο οποίος επέζησε χωρίς να τραυματιστεί (Μάρτιος 2025). Επιπλέον, η οργάνωση πραγματοποίησε θανατηφόρες σύνθετες και επιθέσεις αυτοκτονίας, στοχεύοντας, μεταξύ άλλων περιστατικών που αναφέρθηκαν, το ξενοδοχείο Pearl Beach στην παραλία Lido (Ιούνιος 2023), ένα τσαγερί (Σεπτέμβριος 2023), ένα ξενοδοχείο κοντά στο Villa Somalia (Μάρτιος 2024), ένα καφενείο στην περιφέρεια Bondhere (Ιούλιος 2024) και, ιδίως, ένα εστιατόριο στην παραλία Lido (Αύγουστος 2024), σε επίθεση που αναφέρθηκε ως η πλέον φονική στο Μογκαντίσου από τον Οκτώβριο του 2022. Επιπλέον, βομβιστικές επιθέσεις χωρίς ανάληψη ευθύνης σκότωσαν έξι εργαζομένους εταιρείας τηλεπικοινωνιών στην περιφέρεια Garasbaley (Απρίλιος 2024) και πέντε ακόμη άτομα κοντά στο Εθνικό Θέατρο, στην περιοχή του Villa Somalia (Σεπτέμβριος 2024).[4]

Επιπροσθέτως, σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για τη πληρότητα της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 29/01/2026) στην επαρχία Banadir, καταγράφηκαν 550 περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία προκλήθηκαν 286 θάνατοι.[5]

Ως εκ των ανωτέρω, συμπεραίνεται ότι οι ένοπλες συγκρούσεις στη Mogadishu δεν έχουν φτάσει σε σημείο που να στοχοποιούνται αδιακρίτως άμαχοι πολίτες μόνο και μόνο λόγω της παρουσίας τους.

Δεδομένων  των πιο πάνω, καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι ο Αιτητής θα εκτεθεί σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας εάν επιστρέψει στον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του.

Τα εν λόγω στοιχεία καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πολιτεία, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Από τα πιο πάνω, δεν προκύπτει οτιδήποτε που να δημιουργεί τέτοιες προϋποθέσεις ώστε, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στην περιοχή συνήθους διαμονής του, να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή λόγω της παρουσίας του και μόνο στην εν λόγω περιοχή, αφού πρόκειται για άμαχο πολίτη, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του στη χώρα καταγωγής του.

Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας νεαρής ηλικίας, υγιής και ικανός προς εργασία. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψιν επίσης και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή, οι οποίες δεν παρουσιάζουν δείκτες ευαλωτότητας, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

Στη βάση των παραπάνω δεν προκύπτει ότι με την επιστροφή του στην Mogadishu ο Αιτητής θα έλθει αντιμέτωπος με σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης βάσει του άρθρου 19 (2) (γ).

Βάσει λοιπόν, και της επικαιροποιημένης έρευνας του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι το ενδεχόμενο χορήγησης συμπληρωματικής προστασίας στον Αιτητή σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου απορρίπτεται, λόγω του ότι δεν πληρούνται οι προβλεπόμενες εκ του Νόμου προϋποθέσεις. 

Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.

Συνεπώς, κρίνω, με βάση τα ανωτέρω, ότι οι λόγοι ακυρώσεως της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ευσταθούν.

Υπό το φως των πιο πάνω η  προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.

 

                             

 

 

 

Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] EASO, 'Practical Guide: Evidence Assessment, 2015, διαθέσιμο σε: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2025). 

 

 

[2] RULAC, Non-international armed conflict in Somalia, 10 November 2022, https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-somalia (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/08/2025

 

 

[3] EUAA - European Union Agency for Asylum, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 88-89, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 29/01/2026)

 

 

[4] EUAA - European Union Agency for Asylum, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 89-90, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 29/01/2026)

 

 

[5] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 29/01/2026)

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο