ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 3038/24
26 Φεβρουαρίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
E. K. M.
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
.........................................
Ο αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως
Μελίνα Βασιλείου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση
[Μέλπω Σταύρου για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: : Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 16/05/2024 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 19/04/2024 αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές. Την ίδια ημέρα, ο αιτητής παρέλαβε την Βεβαίωση υποβολής αιτήματος Διεθνούς Προστασίας (Confirmation of Submission of an Application for International Protection) από το ΚΕΠΥ Πουρνάρα.
Στις 29/04/2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 14/05/2024, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε έκθεση-εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή. Στις 16/05/2024, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αφού εξέτασε, στη συνέχεια υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του αιτητή. Η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απόφασή της, σχετικά με το αίτημα του αιτητή. Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Ο αιτητής με το έντυπο της αίτησης ακυρώσεως που υπέβαλε στην Υπηρεσία Ασύλου, δήλωσε πως αμφισβητεί την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, λόγω του ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του διότι η ζωή του απειλείται από τις αστυνομικές αρχές και την κυβέρνηση, καθώς η μητέρα του είναι υπήκοος της Ρουάντα και ο πατέρας του από το Κονγκό.
Περαιτέρω, μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης πρόβαλε πραγματικούς λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. Ειδικότερα ισχυρίστηκε πως υπήρξε μέλος της αστυνομικής δύναμης στη χώρα καταγωγής του την οποία εγκατέλειψε. Επειδή όπως ανέφερε, απουσιάζει για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα από τη χώρα καταγωγής του θα θεωρηθεί λιποτάκτης και αντάρτης σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία. Σύμφωνα με τον αιτητή, το άρθρο 48 του Στρατιωτικού ποινικού κώδικα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό προνοεί ότι «στρατιωτικός ή εξομοιούμενος υπαίτιος λιποταξίας στο εξωτερικό τιμωρείται, σε ειρηνική περίοδο, με φυλάκιση ενός έως πέντε ετών». Όπως δήλωσε, γνωρίζει τις συνέπειες που θα αντιμετωπίσει εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του και κατά συνέπεια αρνείται να το πράξει. Ο αιτητής στη Γραπτή του Αγόρευση επισύναψε κλήση Στρατιωτικού Δικαστηρίου, αστυνομική ταυτότητα και δέσμη έξι φωτογραφιών που απεικονίζεται ο αιτητής με στολή αστυνομικού.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους καθ' ων η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και εισηγείται πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας.
Η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης τονίζει πως ο αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα του στις 09/11/2022, δηλαδή ένα χρόνο περίπου μετά από την έκδοση της «κλήσης» που επισυνάπτει, στη Γραπτή του Αγόρευση. Επισημαίνει μάλιστα πως η προσωπική συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στις 29/04/2024, δύο χρόνια περίπου μετά την ισχυριζόμενη έκδοση της κλήσης, χωρίς όμως να την προσκομίσει κατά τη διαδικασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου. Επιπλέον, ισχυρίζεται πως ο αιτητής ταξίδεψε αεροπορικώς από τη χώρα του, νόμιμα, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα και εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία με φοιτητική άδεια. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί και η επίδικη απόφαση να επικυρωθεί από το Δικαστήριο.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας, ο αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας του ρατσισμού που αντιμετώπισε ενώ παράλληλα ισχυρίστηκε πως ήταν μέλος της αστυνομικής δύναμης.
Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Κινσάσα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Ως προς τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις δήλωσε Χριστιανός Καθολικός και ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα Kasai Mulumba (ερυθρό 40, χ1, του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε άγαμος και ανέφερε πως ο πατέρας του έχει αποβιώσει το έτος 2021 και η μητέρα του απεβίωσε το έτος 2022 έπειτα από καρδιακή προσβολή. Ανέφερε ότι έχει τρία αδέλφια με τον ίδιο να αποτελεί τον μεγαλύτερο αδελφό. Ο αδελφός του έχει αποβιώσει και έχει μία ακόμη μικρότερη αδελφή (η οποία κατά την ημέρα της συνέντευξης δήλωσε πως ήταν 10 ετών) (ερυθρό 41 χ8, του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε πως έχει απολυτήριο λυκείου και ότι ολοκλήρωσε την αστυνομική του εκπαίδευση (ερυθρό 41 χ1, του διοικητικού φακέλου). Σε σχέση με το επαγγελματικό του προφίλ δήλωσε πως στη χώρα καταγωγής του εργαζόταν ως αστυνομικός (ερυθρό 41 χ5, του διοικητικού φακέλου). Ο αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 09/11/2022, εισήλθε και διέμενε στις κατεχόμενες περιοχές, ωστόσο λόγω οικονομικών δυσκολιών πέρασε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές στις 08/04/2024.
Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ισχυρίστηκε ότι απειλείται η ζωή του εξαιτίας του ρατσισμού που δέχτηκε λόγω της μητέρα του, η οποία καταγόταν από τη Ρουάντα. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι ο πατέρας του ήταν αστυνομικός και κατά την υπηρεσιακή του μετάθεση στη Γκόμα, γνώρισε τη μητέρα του, η οποία καταγόταν από τη Ρουάντα. Ο ίδιος γεννήθηκε στην Κινσάσα ωστόσο ήταν ευρέως γνωστό στη περιοχή ότι η καταγωγή της μητέρας του ήταν από τη Ρουάντα. Το έτος 2022 όλοι οι κάτοικοι στη ΛΔΚ με υπηκοότητα από τη Ρουάντα είχαν συλληφθεί. Ο ίδιος τότε εργαζόταν ως αστυνομικός και λάμβανε συνεχώς τηλεφωνήματα κατά τα οποία τον απειλούσαν ότι θα τον σκοτώσουν εξαιτίας της καταγωγής της μητέρας του. Το έτος 2021 ο πατέρας του μετατέθηκε στη Γκόμα και ο αιτητής με τα αδέλφια του παρέμειναν με τη μητέρα του. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως αστυνομικός, ο αιτητής δεχόταν τηλεφωνήματα από γείτονες, οι οποίοι ανέφεραν ότι τους θεωρούσαν όλους καταγωγής από τη Ρουάντα και απειλούσαν ότι θα τους σκοτώσουν.
Κατά τη διάρκεια μίας επίθεσης κατά προσώπων με καταγωγή από τη Ρουάντα στις 25/06/2022 άγνωστα άτομα εισέβαλαν στην οικογενειακή οικία, την κατέστρεψαν και ξυλοκόπησαν τον αδελφό του. Ο αιτητής ενημέρωσε τον ανώτερο του και ζήτησε να μεταβεί στην οικογενειακή του κατοικία για να διαπιστώσει τι συνέβαινε. Όταν έφτασε, ήταν ήδη αργά, γιατί ο αδελφός του απεβίωσε στα χέρια του καθ’ οδόν προς το νοσοκομείο. Πέντε ημέρες αργότερα, στις 30/06/2022, η μητέρα του υπέστη καρδιακή προσβολή και απεβίωσε. Ο αιτητής αισθάνθηκε ότι η οικογένειά του είχε εγκαταλειφθεί πλήρως από τις κρατικές αρχές, καθώς δεν υπήρξε καμία αντίδραση ή προστασία από την κυβέρνηση. Έκτοτε, δεν αισθανόταν πλέον ασφαλής.
Στην περιοχή όπου διέμενε, η οικογένεια είχε στοχοποιηθεί, τόσο λόγω της καταγωγής της μητέρας του, όσο και λόγω της ιδιότητας του ως αστυνομικός. Γνωρίζοντας την κατάσταση αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του για να σώσει τη ζωή του. Σε διευκρινιστική ερώτηση εάν εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας της καταγωγής της μητέρας του από τη Ρουάντα, ο αιτητής απάντησε καταφατικά καθώς δήλωσε πως τον αντιμετώπιζαν ρατσιστικά τόσο εντός της αστυνομικής δύναμης, όσο και στη χώρα γενικότερα.
Στη συνέχεια ο αιτητής κλήθηκε να αναφερθεί στη φύση της εργασίας του, όπου ανέφερε ότι το 2018 έλαβε σχετική εκπαίδευση για να ενταχθεί στην αστυνομική δύναμη της χώρας καταγωγής του. Ανέφερε πως για να γίνει κάποιος αστυνομικός πρέπει να έχει δίπλωμα λυκείου, να είναι μεταξύ 18-25 ετών , να είναι καθαρού ποινικού μητρώου και να έχει ιατρικές εξετάσεις. Η εκπαίδευσή του είχε διάρκεια εννέα μηνών, κατά τη διάρκεια της οποίας ο αιτητής και οι υποψήφιοι διέμεναν σε ανάλογο εκπαιδευτικό κέντρο όπου έμαθαν πως να χειρίζονται όπλα και πως να φροντίζουν για την ευημερία και τα δικαιώματα των πολιτών. Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει τη στολή που έφερε κατά την υπηρεσία του στην Εθνική Αστυνομία, ο αιτητής ανέφερε ότι η στολή ήταν μπλε χρώματος, στην αριστερή πλευρά αναγραφόταν η λέξη «Police», το σακάκι και το παντελόνι έφεραν από δύο τσέπες, μία αριστερά και μία δεξιά, ενώ στο πίσω μέρος από το μπουφάν υπήρχε επίσης η ένδειξη «Police». Συμπλήρωσε ότι φορούσε μαύρα υποδήματα, έφερε υπηρεσιακό όπλο και κράνος (ερυθρό 38, χ1 του διοικητικού φακέλου).
Κληθείς να αναφέρει τον βαθμό του, δήλωσε ότι υπηρετούσε ως Αστυνομικός Πράκτορας δεύτερης τάξης. Αναφορικά με τον τόπο υπηρεσίας του, ανέφερε ότι είχε αποσταλεί στη Γκόμα για υπηρεσιακή αποστολή και στη συνέχεια, επέστρεψε στην Κινσάσα (ερυθρό 38, χ2, του διοικητικού φακέλου). Κληθείς να περιγράψει την καθημερινή του υπηρεσιακή ρουτίνα, ανέφερε ότι εναλλασσόταν μεταξύ δύο ημερών παραμονής στην οικία του που είχε εκμισθώσει και δύο ημερών υπηρεσίας. Όπως ανέφερε, τα καθήκοντά του συμπεριλάμβαναν την προστασία του πληθυσμού και της περιουσίας τους (ερυθρό 38, χ3, χ4, του διοικητικού φακέλου).
Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει εάν παραιτήθηκε από το αστυνομικό σώμα κατά την αποχώρησή του από τη χώρα, δήλωσε ότι αυτό δεν κατέστη δυνατό, διότι εάν υπέβαλλε παραίτηση θα κινδύνευε άμεσα η ζωή του, καθώς τέτοιου είδους ενέργεια δεν είναι αποδεκτή. Κληθείς να διευκρινίσει ποιοι τον απειλούσαν, ανέφερε ότι αντιμετωπιζόταν ρατσιστικά λόγω της καταγωγής της μητέρας του από τη Ρουάντα. Όταν του ζητήθηκε εκ νέου να αναφέρει από ποιον λάμβανε απειλές κατά της ζωής του, ο αιτητής ανέφερε ότι οι απειλές προέρχονταν από μέλη του τοπικού πληθυσμού που γνώριζαν την καταγωγή της μητέρας του (ερυθρό 38, χ5,χ6 του διοικητικού φακέλου).
Όταν του ζητήθηκε να αναφερθεί στα δικαιολογητικά που του ζητήθηκαν κατά την υποβολή της αίτησης του για ένταξη στην Αστυνομία και εάν αυτά ανέφεραν την καταγωγή της μητέρας του, ο αιτητής δήλωσε ότι το μόνο έγγραφο που απαιτήθηκε ήταν το απολυτήριο σχολείου και ότι δεν του ζητήθηκαν περαιτέρω στοιχεία, ούτε πληροφορίες σχετικές με την καταγωγή της μητέρας του. Κληθείς να αναφερθεί στον πατέρα του, δήλωσε ότι ήταν αστυνομικός και υπηρετούσε ως υπεύθυνος επιχειρήσεων στην πόλη της Γκόμα. Ερωτηθείς για τα αίτια του θανάτου του πατέρα του, ανέφερε ότι ο πατέρας του πυροβολήθηκε, πιθανόν από συνάδελφό του που κατείχε αντίστοιχη θέση και τον ζήλευε. Ωστόσο, σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή των αρχών, ο θάνατός του αποδόθηκε σε επίθεση ανταρτών (ερυθρό 38, χ9-χ11 του διοικητικού φακέλου).
Όταν του ζητήθηκε να διευκρινίσει αν το άτομο που ευθύνεται για το θάνατο του πατέρα του αντιμετώπισε οποιεσδήποτε κυρώσεις, ο αιτητής ανέφερε ότι η οικογένεια δεν είχε άμεση γνώση των γεγονότων, καθώς ο πατέρας του τους ενημέρωνε μόνο τηλεφωνικά για τις απειλές που δεχόταν. Συμπλήρωσε ότι ο πατέρας του, τους είχε αναφέρει πως συνάδελφοί του τον καταδίωκαν και ότι είχε δηλητηριαστεί τρεις φορές (ερυθρό 38, χ12,χ15 του διοικητικού φακέλου).
Κατά τον χρόνο του θανάτου του πατέρα του, ο αιτητής δήλωσε ότι ο ίδιος βρισκόταν στην Κινσάσα, αλλά ο πατέρας του απουσίαζε για λόγους εργασίας κατά περιόδους τριών έως τεσσάρων μηνών (ερυθρό 38, χ 13,χ14 του διοικητικού φακέλου). Τέλος, ερωτηθείς σχετικά με την καταγωγή της μητέρας του, ανέφερε ότι αυτή καταγόταν από την περιοχή Butari της Ρουάντα και ότι δεν επέστρεψε ποτέ στη χώρα καταγωγής της όσο βρισκόταν εν ζωή και διευκρίνισε πως η γιαγιά του, τους επισκέφθηκε μόνο μια φορά (ερυθρό 38, χ16,χ17 του διοικητικού φακέλου). Όπως δήλωσε μάλιστα ο ίδιος δεν έχει επισκεφθεί τη Ρουάντα. Κληθείς να προσδιορίσει πότε ξεκίνησαν τα προβλήματα που αντιμετώπισε, ανέφερε ότι αυτά άρχισαν μετά το θάνατο του πατέρα του. Αρχικά δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε το 2022, ωστόσο, σε μεταγενέστερη τοποθέτηση του, ανέφερε ότι ο θάνατος έλαβε χώρα στις 24 Σεπτεμβρίου 2021. Σύμφωνα με τον ίδιο, μετά το θάνατο του πατέρα του, άτομα άρχισαν να πηγαίνουν στο σπίτι της οικογένειας και να τους κατηγορούν ότι έχουν καταγωγή από τη Ρουάντα.
Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει γιατί δεν αντιμετώπιζαν προβλήματα όσο ο πατέρας του ήταν εν ζωή, ο αιτητής εξήγησε ότι υπήρχε αστυνομικός φρουρός στην οικία της οικογένειας. Κληθείς να αναφέρει τον βαθμό του πατέρα του, δήλωσε ότι ήταν αντισυνταγματάρχης. Σε επόμενη ερώτηση σχετικά με το πώς ο φρουρός βρισκόταν στην κατοικία ενώ ο πατέρας του υπηρετούσε στη Γκόμα, ο αιτητής ανέφερε ότι από το έτος 2020 ο πατέρας του συμμετείχε σε αποστολές διάρκειας τριών έως τεσσάρων μηνών και στη συνέχεια επέστρεφε για περιόδους δύο εβδομάδων ή και περισσότερο, ενώ ο φρουρός διέμενε στην οικία της οικογένειας. Μετά το θάνατο του πατέρα του, ο φρουρός έχασε τη θέση του και απομακρύνθηκε, με αποτέλεσμα η οικογένεια να μην έχει προστασία (ερυθρό 37, χ2-χ5 του διοικητικού φακέλου).
Ο αιτητής ανέφερε πως μετά το θάνατο του πατέρα του, η οικογένεια αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες και ένιωσε έντονη ανασφάλεια, κυρίως λόγω της εθνικότητας της μητέρας του. Σχετικά με το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο του 2021 μέχρι τον Ιούνιο του 2022, ανέφερε ότι η περίοδος αυτή ήταν δύσκολη λόγω της οργάνωσης της κηδείας, καθώς ανέμεναν οικονομική υποστήριξη από το κράτος για τη μεταφορά της σορού του πατέρα του από τη Γκόμα στην Κινσάσα. Σε σχετική ερώτηση εάν κατά το διάστημα αυτό συνέβη κάποιο άλλο περιστατικό εις βάρος της οικογένειας ή του ίδιου, απάντησε αρνητικά (ερυθρό 37, χ6-χ11 του διοικητικού φακέλου).
Ο αιτητής δήλωσε πως η αδελφή του βρισκόταν παρούσα κατά τη διάρκεια του περιστατικού της 25ης Ιουνίου 2022 και ότι δεν γνωρίζει που βρίσκεται σήμερα η αδελφή του. Σε άλλο σημείο της συνέντευξής του, ο αιτητής δήλωσε πως η αδελφή του βρίσκεται με την οικογένεια του πατέρα του και ότι η οικογένεια του πατέρα του δεν είναι άτομα στα οποία μπορεί κανείς να στηριχθεί. Παρότι δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα μαζί τους, ανέφερε ότι δεν διατηρεί οποιαδήποτε επαφή. Κληθείς να αναφέρει ποιοι ήταν οι δράστες, δήλωσε ότι ήταν πολλοί και δεν κατέστη δυνατό να ταυτοποιηθούν. Σε περαιτέρω διευκρινιστική ερώτηση, ανέφερε ότι θεωρούνται εγκληματίες και πως παρότι κάποια άτομα συνελήφθησαν, αργότερα αφέθηκαν ελεύθερα. Πρόσθετα, δήλωσε πως δεν γνώριζε προσωπικά τους δράστες (ερυθρό 37, χ14-χ17 του διοικητικού φακέλου). Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει γιατί ως αστυνομικός, δεν ζήτησε περαιτέρω έρευνα, απάντησε ότι είχε χαμηλό βαθμό και δεν είχε τη δυνατότητα να προχωρήσει σε βαθύτερη διερεύνηση.
Ο αιτητής διευκρίνισε πως δεν του συνέβη κάτι προσωπικά, αλλά ότι τον αναζητούν. Όταν του ζητήθηκε να αναφερθεί στα άτομα που τον αναζητούν, δήλωσε πως ήταν πολλά και ότι μόνο ο Θεός γνωρίζει. Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει το λόγο για τον οποίο από τον Ιούνιο μέχρι το Νοέμβριο του 2022 δεν του συνέβη κάτι προσωπικά, ο αιτητής διευκρίνισε πως παρόλο που δεν του συνέβη κάτι προσωπικά εξακολουθούσαν να τον αναζητούν. Σε ερώτηση αν σκέφτηκε να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή εντός της χώρας, απάντησε ότι γνωρίζει πως λειτουργεί η χώρα του καθώς ήταν αστυνομικός και ότι δεν έχει σημασία πού θα βρίσκεται κανείς, διότι θα τον εντοπίσουν. Πρόσθεσε ότι, αν δεν υπήρχε αυτό το πρόβλημα, θα συνέχιζε να εργάζεται κανονικά στη χώρα του και πως δεν θα την εγκατέλειπε.
Ο αιτητής ανέφερε πως σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ότι θα τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει πως εξήλθε από τη χώρα του χωρίς να συλληφθεί, ο αιτητής δήλωσε ότι εξέδωσε το διαβατήριό του ενώ ταξίδευε φορώντας πολιτικά ρούχα. Διευκρίνισε πως το διαβατήριο του εκδόθηκε εντός πέντε ημερών και ότι κατέβαλε χρηματικό ποσό στην υπηρεσία πληροφοριών προκειμένου να εκδοθεί (ερυθρό 35, χ1 του διοικητικού φακέλου).
Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του προσκόμισε τα εξής υποστηρικτικά έγγραφα:
Πρωτότυπο διαβατήριο της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, το οποίο παρέδωσε στην Υπηρεσία Ασύλου κατά την αίτηση του για διεθνή προστασία, που εκδόθηκε στις 31/08/2022 και είναι σε ισχύ μέχρι τις 30/08/2027 (ερυθρά 12-11, ερυθρό 8, του διοικητικού φακέλου)
Αντίγραφο από φωτοτυπία της ταυτότητας του ως αστυνομικός που αναγράφει τα πλήρη στοιχεία του και την περιοχή των καθηκόντων του Bas-Fleuve District του Bas Congo (ερυθρό 53, ερυθρό 46 του διοικητικού φακέλου)
Αντίγραφο αναφοράς αξιολόγησης από το Αστυνομικό Σώμα που διεξάγεται ετησίως για τους αστυνομικούς (ερυθρό 45, του διοικητικού φακέλου)
Αντίγραφα από φωτογραφίες κατά την εξάσκηση των καθηκόντων του ως αστυνομικός (ερυθρά 51-47, του διοικητικού φακέλου)
Αντίγραφα από φωτογραφία του αδερφού του μετά τον ξυλοδαρμό του πριν καταλήξει (ερυθρό 52, του διοικητικού φακέλου).
Στη βάση των ανωτέρω ισχυρισμών, ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή ως ακολούθως: (α) προσωπικά στοιχεία και προφίλ του αιτητή και (β) στοχοποίηση του αιτητή εξαιτίας της καταγωγής της μητέρας του από τη Ρουάντα.
Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτό τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό καθώς οι δηλώσεις του αιτητή κρίθηκαν σαφείς, συνεκτικές ενώ διασταυρώθηκαν και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Σημειώνεται μάλιστα πως η ιδιότητα του αιτητή ως αστυνομικός έγινε αποδεκτή. Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός καθώς ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως οι ισχυρισμοί του αιτητή παρουσιάστηκαν με μη συνεκτικό τρόπο ενώ δεν είχαν την απαιτούμενη επάρκεια λεπτομερειών.
Συγκεκριμένα αναφορικά με το περιστατικό όπου πρόσωπα εισέβαλαν στην οικία του και κληθείς να περιγράψει λεπτομερώς τα γεγονότα που συνέβησαν, κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση ο αιτητής να δώσει επαρκείς και συνεκτικές πληροφορίες. Ο αιτητής ανέφερε ότι δέχτηκε κλήση εν ώρα υπηρεσίας και οδηγήθηκε στην οικία του την οποία βρήκε καταστραμμένη, ο αδελφός του είχε ξυλοκοπηθεί και τον μετέφερε στο νοσοκομείο όπου απεβίωσε και ανέφερε ότι η μητέρα του απεβίωσε πέντε ημέρες αργότερα από ανακοπή. Ο λειτουργός έκρινε ότι ήταν ευλόγως αναμενόμενο από τον αιτητή να γνωρίζει περισσότερες λεπτομέρειες για το συγκεκριμένο περιστατικό δεδομένου ότι αφορούσε την οικογένεια του και το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν αστυνομικός.
Αναφορικά με τον λόγο τον οποίο δέχτηκε η οικογένεια του αυτή την επίθεση ο λειτουργός έκρινε ότι ο αιτητής δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες, ενώ αρκέστηκε να αναφέρει το περιστατικό της επίθεσης. Ο λειτουργός διέκρινε ότι ο αιτητής απάντησε με τρόπο μη συνεκτικό ενώ ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι από ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε τα πρόσωπα αυτά ήρθαν για να σκοτώσουν τη μητέρα του. Ο λειτουργός διέκρινε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να στοιχειοθετήσει την απάντηση του αυτή ικανοποιητικά, καθώς δεν μπορούσε να προβάλει ευλογοφανή εξήγηση, ως προς τους λόγους για τους οποίους μια ομάδα ανθρώπων θα έμπαιναν στο σπίτι να σκοτώσουν την οικογένειά του, λόγω της καταγωγής της μητέρας του, ενώ σε επιπλέον ερώτηση πως κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα, ο λειτουργός διέκρινε ότι ο αιτητής συνέχισε να απαντά με τρόπο αόριστο.
Σε σχετική ερώτηση εάν η αστυνομία διεξήγαγε έρευνα σχετικά με το περιστατικό, ο αιτητής κρίθηκε ότι απάντησε με τρόπο μη λεπτομερή, εφόσον δήλωσε γενικά και αόριστα πως το ερευνήσαν, αλλά δεν είχε θετική έκβαση. Ζητηθείς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες, ο ίδιος σύμφωνα με τον αρμόδιο λειτουργό, αρκέστηκε να απαντήσει με τρόπο μη συνεκτικό και αόριστο, ότι το μόνο που γνωρίζει είναι ότι έχει μόνο την αδερφή του, η οποία δεν γνωρίζει που βρίσκεται και δήλωσε πως αν επιστρέψει στη χωρά του δεν θα μείνει ζωντανός. Η απάντηση του αυτή σύμφωνα με το λειτουργό, δεν χαρακτηρίζεται από τη δέουσα ευλογοφάνεια αφού αναμενόταν από τον ίδιο να γνωρίζει περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με την έρευνα της αστυνομίας για το περιστατικό που τον αφορούσε άμεσα, εφόσον και ο ίδιος υπηρετούσε στο σώμα.
Μετά το περιστατικό ο αιτητής ανέφερε ότι εξακολούθησε να διαμένει στο σπίτι του με την αδερφή του ενώ παράλληλα είχε ξεκινήσει τη διαδικασία για την αναχώρηση του. Ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε ότι οι δηλώσεις αυτές του αιτητή δεν χαρακτηρίζονται από την απαραίτητη ευλογοφάνεια, εφόσον κατά την περιγραφή του περιστατικού είχε επίσης αναφέρει πως οι εισβολείς διέλυσαν το σπίτι τους και δεν θα ήταν σε θέση να κατοικηθεί και δήλωσε πως δεν του συνέβη κάτι προσωπικά μετά το περιστατικό κατά την παραμονή του στη χώρα του, ενώ πρόσθεσε ότι τον αναζητούν. Ωστόσο όταν ρωτήθηκε ποια πρόσωπα και πως γνωρίζει ο ίδιος ότι τον αναζητούν και πάλι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να απαντήσει με τρόπο συνεπή και αρκέστηκε να αναφέρει πως «είναι πολλοί και μόνο ο Θεός γνωρίζει». Κατά συνέπεια, η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή δεν τεκμηριώθηκε.
Κατά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας ο αρμόδιος λειτουργός ανατρέχοντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνει ότι οι πολίτες με καταγωγή από την Ρουάντα εκτίθενται σε ρατσιστική βία. Ωστόσο, σημειώνει ότι επειδή η εσωτερική αξιοπιστία του αιτητή δεν έχει στοιχειοθετηθεί, ο ισχυρισμός του δεν γίνεται αποδεκτός.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη το μοναδικό αποδεκτό ισχυρισμό και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή και κατόπιν αξιολόγησης πληροφοριών αναφορικά με τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη Λ.Δ.Κ. και συγκεκριμένα στην πόλη Kinshasa, περιοχή στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, έκρινε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Ο αρμόδιος λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα έρευνας για την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του αιτητή, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι δεν υφίστανται συνθήκες αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, κατέληξε πως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθέτησε ο αρμοδίως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.
Ο αιτητής κατά το στάδιο των διευκρινίσεων στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία δήλωσε πως ήταν αστυνομικός στη χώρα καταγωγής του και πως μετά το θάνατο της μητέρας του, τους συμπεριφέρονταν άσχημα επειδή η μητέρα του καταγόταν από τη Ρουάντα ενώ ο πατέρας του από το Κονγκό. Επανέλαβε πως δεχόταν επιθέσεις όλη η οικογένεια, ότι ο μικρός του αδελφός δολοφονήθηκε και η μητέρα του απεβίωσε μετά από το περιστατικό αυτό και ο ίδιος αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του. Όπως ισχυρίστηκε, δέχτηκε πάρα πολλές επιθέσεις και ανέφερε πως εάν δεν βρισκόταν σε κίνδυνο δεν θα ερχόταν στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση υιοθετώντας το περιεχόμενο της Γραπτής της Αγόρευσης ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου πως ο ισχυρισμός περί του επαγγέλματος του ως Αστυνομικού είχε γίνει αποδεκτός. Εντούτοις ο αιτητής δεν υπέβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό ότι διώχθηκε λόγω του επαγγέλματος του. και δεν έφερε οποιαδήποτε έγγραφα που να αποδεικνύουν ότι καταδιώκεται. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί στοχοποίησης της οικογένειας του λόγω της καταγωγής τους, ο αιτητής δεν εξηγεί πως προέκυψε αυτή η δίωξη, καθότι αναφέρεται σε ένα περιστατικό που έλαβε χώρα στο σπίτι του, κατά την περιγραφή του οποίου προέκυψαν και διάφορες αντιφάσεις. Όπως υποστηρίζει η κυρία Βασιλείου, δεν ήταν σε θέση να παράσχει λεπτομέρειες ποιος ήταν ο στόχος, ποιοι ήταν οι διώκτες του και πως ακριβώς κινδυνεύει η δική του ζωή από το εν λόγω περιστατικό.
Έλαβα υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου μέσω του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε και σημειώθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1, όπως επίσης και όσα ανέφερε ο αιτητής στην αίτηση ακυρώσεως και στη Γραπτή του Αγόρευση που κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Πρόσθετα, μελέτησα με μεγάλη προσοχή τα όσα ο αιτητής δήλωσε στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία κατά την ελεύθερη αφήγησή του αλλά και όσα δήλωσε μετά από τα ερωτήματα που του τέθηκαν. Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ.
Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, θα πρέπει να αναφέρω πως ο αρμόδιος λειτουργός με λεπτομέρεια παρέθεσε τις αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε ο αιτητής, όπως επίσης και στις ασάφειες οι οποίες προέκυψαν από το αφήγημά του. Ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να προβάλει τον ισχυρισμό του με συνέπεια και λεπτομέρεια, αφού δεν παρουσίασε με τρόπο συνεκτικό και λεπτομερή τα όσα αφορούν τον πυρήνα του αιτήματός του. Πρόσθετα, δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες για τον κίνδυνο που διέτρεχε και δεν περιέγραψε τα στοιχεία αυτά που κατά τον ισχυρισμό του θα τον έθεταν σε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Οι απαντήσεις και δηλώσεις του αιτητή ήταν συνοπτικές, γενικόλογες και επαναλαμβανόμενες, στερούμενες επαρκούς σαφήνειας, λεπτομέρειας και προσωπικού βιωματικού στοιχείου, το οποίο εύλογα αναμένεται να υπάρχει εφόσον ο αιτητής περιγράφει γεγονότα που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι βίωσε. Πρόσθετα, ο αιτητής ενώ δήλωσε πως τον αναζητούσαν, παρέμεινε στην οικία του από τις 25/06/2022 μέχρι και τις 09/11/2022, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα. Εγκατέλειψε τη χώρα του νόμιμα χωρίς επίσης να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα. Κατά συνέπεια, η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού δεν τεκμηριώθηκε.
Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή, ανέτρεξα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προκειμένου να διεξάγω έρευνα σε σχέση με τους ισχυρισμούς του. Αναφορικά λοιπόν με τον ισχυρισμό του αιτητή, ότι στη χώρα καταγωγής του, υφίσταται ρατσισμό λόγω της καταγωγής της μητέρας του από τη Ρουάντα, το Σύνταγμα της ΛΔΚ προβλέπει ότι κανείς δεν δύναται να υφίσταται διακρίσεις με βάση τη φυλή, την εθνότητα, τη φυλή/φυλετική ομάδα ή την ένταξη σε πολιτισμική ή γλωσσική μειονότητα[1]. Παρ’ όλα αυτά, μακροχρόνιες εθνοτικές εντάσεις – που συχνά σχετίζονται με ζητήματα δικαιωμάτων επί της γης – τροφοδότησαν περιστατικά κοινοτικής βίας[2].
Η βία και οι διακρίσεις εις βάρος των προσώπων που κατάγονται από τη Ρουάντα (Rwandaphone) και όσων θεωρούνταν ότι διατηρούσαν συμπάθεια προς τη Ρουάντα ή την ένοπλη ομάδα M23 συνεχίστηκαν και επιδεινώθηκαν λόγω αξιόπιστων αναφορών για υποστήριξη της κυβέρνησης της Ρουάντα προς τους αντάρτες του M23. Η ρητορική μίσους κατά των πληθυσμών αυτών αυξήθηκε επίσης. Ρουαντόφωνοι (Rwandaphone) πληθυσμοί (τόσο ομιλητές της γλώσσας Kinyarwanda όσο και της Kirundi) υπήρξαν επίσης δράστες βίας κατά άλλων εθνοτικών κοινοτήτων[3].
Το Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών (UNJHRO) ανέφερε ότι η αντι-ρουαντόφωνη (Anti-Rwandophone) ρητορική μίσους και η βία ήταν περισσότερο διαδεδομένες στις High Plateaus, συμπεριλαμβανομένων των περιοχών Fizi, Uvira και Mwenga στην South Kivu Province. Στις περιοχές αυτές, η σύγκρουση συχνά έφερνε αντιμέτωπη την κοινότητα των Banyamulenge με τις κοινότητες Bafuliiru, Bayindu-Banyindu και Babembe και χαρακτηριζόταν από τη συμμετοχή πολλαπλών ένοπλων ομάδων και πολιτοφυλακών οργανωμένων σε εθνοτικές και κοινοτικές συμμαχίες[4]. Τα μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι άτομα που κατάγονται από τη Ρουάντα (Rwandaphone) άτομα στις περιοχές North Kivu και South Kivu στερήθηκαν πρόσβαση σε εστιατόρια και καταστήματα και ότι ορισμένες επιχειρήσεις που ανήκαν σε άτομα από τη Ρουάντα λεηλατήθηκαν ή καταστράφηκαν.
Σε έκθεση του Κέντρου Τεκμηρίωσης για Θέματα Προσφύγων της Ιρλανδίας (Refugee Documentation Centre of Ireland) στις 17 Ιουλίου 2025 αναφέρει ότι το Παγκόσμιο Κέντρο για την Ευθύνη Προστασίας (Global Centre for the Responsibility to Protect) ανέφερε τον Ιούλιο του 2025 ότι: «Από τις αρχές του 2025, το ανατολικό τμήμα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό έχει γνωρίσει έντονη κλιμάκωση της σύγκρουσης, καθώς το κίνημα M23 – με την υποστήριξη των Δυνάμεων Άμυνας της Ρουάντα – ενίσχυσε την επίθεσή του στις επαρχίες Βόρειο και Νότιο Κίβου. Ο αιτητής βέβαια διέμενε στη Ρουάντα. Η επίθεση αυτή χαρακτηρίζεται από εκτεταμένες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ενδεχόμενα εγκλήματα πολέμου. Οι πολιτοφυλακές Wazalendo, που υποστηρίζονται από τον στρατό του Κονγκό, έχουν επίσης διαπράξει σοβαρές παραβιάσεις, οι οποίες ενδέχεται να συνιστούν εγκλήματα πολέμου[5].
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του αιτητή, για επίθεση στην οικία του περί τον Ιούνιο του 2022, η οποία συνέβη εξαιτίας της καταγωγής της μητέρας του από τη Ρουάντα, άρθρο της Deutsche-Welle ημερομηνίας 24/06/2022 αναφέρει ότι «οι Ρουαντόφωνοι (Rwanda speaking) Κονγκολέζοι συχνά συνδέονται με τους αντάρτες του κινήματος March 23, M23. Διάφοροι οργανισμοί και κοινωνικά κινήματα κινητοποιούνται για να καταπολεμήσουν αυτές τις κακοποιήσεις. Στη Goma, η Chantal Faida -Κονγκολέζα πολιτικός που δεσμεύεται να αγωνιστεί κατά της στιγματοποίησης των Ρουαντόφωνων Κονγκολέζων, δήλωσε ότι οποιαδήποτε συμπεριφορά που τείνει να διακρίνει ή να καταπολεμήσει τον Ρουαντόφωνο πολιτικό πληθυσμό που ζει στην επαρχία North Kivu, είναι ένας τρόπος να παίξει κανείς στα χέρια αυτών που επιδιώκουν να διχάσουν τις κοινότητες».
Πρόσφατο άρθρο της Deutsche-Welle, ημερομηνίας 13/02/2025 αναφέρει ότι « Στην Kinshasa, κάποιοι Κονγκολέζοι από την ανατολική χώρα βρίσκονται αντιμέτωποι με διακρίσεις ή απειλές λόγω της υποτιθέμενης στήριξής τους στο M23 και στη Rwanda. Στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, τα εδαφικά οφέλη των ανταρτών M23 στα ανατολικά της χώρας πυροδοτούν εντάσεις μεταξύ των κοινοτήτων. Ορισμένες ομάδες στιγματίζονται, κατηγορούμενες ότι είναι υπεύθυνες για τη βία που συγκλονίζει τη χώρα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους ανθρώπους που μιλούν Swahili στην Kinshasa».
Το άρθρο αναφέρει επιπλέον ότι «Στην πρωτεύουσα του Κονγκό, μέλη ορισμένων κοινοτήτων από το North Kivu κατηγορούνται ότι είναι καταγωγής από τη Ρουάντα (Rwandans) ή ότι στηρίζουν αυτή τη χώρα. Μερικές φορές πέφτουν θύματα εκφοβισμού, διακρίσεων και προσβολών από άλλους Κονγκολέζους». Η Rose Mutshanga, μέλος της North Kivu intercommunity association στην Kinshasa, δήλωσε: «Οι άνθρωποι έχουν αναφέρει ότι έχουν απειληθεί επειδή μιλούν Swahili. Τους ταυτίσαμε λέγοντας τους ότι είστε από εδώ ή από εκεί. Δεν έχουμε κανέναν που να έχει τραυματιστεί, αλλά κάποιοι έχουν υποστεί λεκτικές απειλές.»[6] Ωστόσο στο άρθρο σημειώνεται ότι «Λόγω της απουσίας αξιόπιστων στατιστικών για ξενοφοβικές επιθέσεις, είναι δύσκολο να επιβεβαιωθεί αυτή η θεωρία. Παρόλο που ο φόβος φαίνεται να υπάρχει στην Kinshasa εντός της κοινότητας που μιλά Swahili, τα γεγονότα φαίνεται να δείχνουν ότι δεν υπάρχει οργανωμένη πρόθεση να προκληθεί βλάβη»[7].
Από τις πιο πάνω αναφορές προκύπτει πως υπάρχουν διακρίσεις για τα άτομα που κατάγονται από τη Ρουάντα. Για να καταστούν βέβαια αποδεκτοί οι ισχυρισμοί του αιτητή, απαιτείται να συνοδεύονται από σαφή, λεπτομερή και εξατομικευμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν τον ουσιώδη ισχυρισμό του. Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, εφόσον προέβη κατά το αφήγημά του σε γενικές και αόριστες αναφορές, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή, στα πλαίσια της Γραπτής του Αγόρευσης, ότι θεωρείται λιποτάκτης σύμφωνα με τον Στρατιωτικό Νόμο της ΛΔΚ και συγκεκριμένα το άρθρο 48 αυτού εξωτερικές πηγές αναφέρουν ότι το άρθρο 48 του Στρατιωτικού ποινικού κώδικα αναφέρει τα εξής: Κάθε στρατιωτικός ή εξομοιούμενος με αυτόν, που κρίνεται ένοχος λιποταξίας στο εξωτερικό, τιμωρείται, σε καιρό ειρήνης, με κύρια ποινή φυλάκισης από ένα έως πέντε έτη. Εάν ο ένοχος έχει πάρει μαζί του όπλο ή υλικό του Κράτους, ή εάν λιποτάκτησε ενώ βρισκόταν σε υπηρεσία ή κατόπιν συνωμοσίας, η προβλεπόμενη ποινή είναι στερητική της ελευθερίας από τρία έως δέκα έτη. Εάν η λιποταξία στο εξωτερικό συνέβη σε καιρό πολέμου ή κατά τη διάρκεια εξαιρετικών περιστάσεων, η ποινή μπορεί να ανέλθει σε ισόβια στερητική της ελευθερίας και ακόμη και στη θανατική ποινή[8].
Μέλη της Εθνικής Αστυνομίας δεν υπάγονται στη στρατιωτική δικαιοδοσία, σύμφωνα με το άρθρο 55 του Decree Law No. 022/2002 της 26ης Ιανουαρίου 2002 για την ίδρυση, οργάνωση και λειτουργία της Εθνικής Αστυνομίας του Κονγκό. Όσον αφορά τους πολίτες, υπάγονται στα στρατιωτικά δικαστήρια μόνο όταν προκαλούν, εμπλέκουν ή βοηθούν έναν ή περισσότερους στρατιωτικούς ή εξομοιωμένα πρόσωπα να διαπράξουν αδίκημα κατά του νόμου ή των στρατιωτικών κανονισμών ή όταν διαπράττουν παραβάσεις εναντίον του στρατού[9].
Ωστόσο σημειώνεται ότι ο Decree Law . 022/2002 και το άρθρο 55 αυτού αναφέρει ότι «οι μόνιμοι αστυνομικοί της Εθνικής Αστυνομίας υπάγονται στα τακτικά δικαστήρια του δικαστικού συστήματος για παραβάσεις του κοινού δικαίου. Υπάγονται στα στρατιωτικά δικαστήρια για παραβάσεις που προβλέπονται από τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα»[10]. Επιπλέον, σημειώνεται οι πηγές πληροφόρησης αναφέρονται σε λιποταξία σε περίοδο στρατιωτικής θητείας και όχι στα πλαίσια εργασίας στις αστυνομικές δυνάμεις της χώρας.
Ωστόσο πρόσφατο άρθρο του African Perception, ένα διαδικτυακό ειδησεογραφικό μέσο με επίκεντρο την North Africa, West Africa και τη Sahel και την East Africa[11] αναφέρει ότι Στρατιωτικό δικαστήριο στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ξεκίνησε τη δίκη 124 μελών του στρατού και της αστυνομίας, οι οποίοι κατηγορούνται για «λιποταξία και ανυπακοή σε διαταγές κατά τη διάρκεια μάχης»[12]. Η υπόθεση συνδέεται με την κατάληψη της πόλης Uvira, στην επαρχία North Kivu, στα ανατολικά της χώρας, από τον συνασπισμό ανταρτικών ομάδων Συμμαχία Δυνάμεων για την Αλλαγή / Κίνημα της 23ης Μαρτίου (AFC/M23).
Οι στρατιωτικοί εισαγγελείς κατηγορούν τους κατηγορούμενους — 66 στρατιώτες και 55 αστυνομικούς — ότι εγκατέλειψαν τις θέσεις τους κατά τη διάρκεια της επίθεσης και υποχώρησαν χωρίς άδεια προς την πόλη Kalemie, η οποία απέχει περισσότερα από 360 χιλιόμετρα. Σύμφωνα με την εισαγγελία, η δίκη αποσκοπεί στο να στείλει ένα «πειθαρχικό και αποτρεπτικό μήνυμα», υπογραμμίζοντας τη σημασία της στρατιωτικής πειθαρχίας. Οι δικηγόροι υπεράσπισης απέρριψαν τις κατηγορίες ως «κατασκευασμένες», υποστηρίζοντας ότι η αποχώρηση ήταν ένας «τακτικός ελιγμός επιβίωσης», με στόχο την αποφυγή βαρύτερων απωλειών απέναντι σε έναν στρατιωτικά ανώτερο αντίπαλο[13].
Αναφορικά με το έντυπο (κλήση) Mandad de Comparution το οποίο προσκόμισε ο Αιτητής, για πρώτη φορά στην Γραπτή του Αγόρευση που σύμφωνα με τον ισχυρισμό του αναφέρει ότι έχει κληθεί για να παρουσιασθεί με σκοπό να καταθέσει για τα αδικήματα που του αναλογούν. Το συγκεκριμένο έγγραφο φέρει ημερομηνία 24/9/2020, ενώ ο ίδιος αναχώρησε από τη Χώρα του στις 9/11/2022, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο Κατά συνέπεια, το συγκεκριμένο έγγραφο δεν συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με τον ισχυρισμό του περί του ότι δηλαδή θα κατηγορηθεί ότι εγκατέλειψε την αστυνομική δύναμη και ότι είναι λιποτάκτης.
Το Immigration and Refugee Board of Canada (IRB – η υπηρεσία μετανάστευσης και προσφύγων του Καναδά) αναφέρει ότι «Τα δικαστικά έγγραφα εκδίδονται σύμφωνα με το στάδιο της νομικής διαδικασίας και τις περιστάσεις του αδικήματος. Διαφέρουν ανάλογα με το αν μια υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της έρευνας ή της ακροαματικής διαδικασίας»[14]. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι σύμφωνα με το Άρθρο 15, ο δημόσιος κατήγορος μπορεί να εκδώσει κλήση για να παρουσιαστεί ένας φερόμενος ως δράστης ενός εγκλήματος. Εάν ο φερόμενος ως δράστης δεν συμμορφωθεί με την κλήση, ο δημόσιος κατήγορος μπορεί να εκδώσει ένταλμα σύλληψης (bench warrant) εναντίον του. Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε προηγούμενες κλήσεις, ο δημόσιος κατήγορος μπορεί επίσης να εκδώσει ένταλμα σύλληψης όταν ο φερόμενος δράστης δεν παρουσιάζεται ή όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής και το έγκλημα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο μηνών. Τα εντάλματα σύλληψης ισχύουν για τρεις μήνες και είναι ανανεώσιμα. Τα άτομα που αναφέρονται σε ένταλμα σύλληψης πρέπει να οδηγηθούν ενώπιον του δημόσιου κατήγορου που εξέδωσε το ένταλμα το συντομότερο δυνατό.
Επιπλέον σύμφωνα με την ίδια πηγή, οι κλήσεις για εμφάνιση και τα εντάλματα σύλληψης είναι «επίσημα έγγραφα που εκδίδονται από δημόσιο κατήγορο (δικαστή, αξιωματικό δικαστικής αστυνομίας (officier de police judiciaire, OPJ), το γραφείο του δημόσιου κατήγορου ή την δικαστική αστυνομία σε περίπτωση προβλημάτων με το νόμο. Τέτοια έγγραφα υπογράφονται από τον εκδότη με σφραγίδα του γραφείου του δημόσιου κατήγορου, της αστυνομίας ή ακόμη και της υπηρεσίας πληροφοριών»[15].
Η ίδια πηγή, αναφέρει ότι «Σύμφωνα με τον Εκτελεστικό Γραμματέα της H?ritiers de la justice, οι κλήσεις για εμφάνιση δεν είναι ομοιόμορφες στη Δημοκρατία του Κονγκό, αλλά έχουν τα εξής κοινά στοιχεία: η αρμόδια αρχή που εκδίδει την κλήση (συνήθως το γραφείο του γενικού εισαγγελέα), η ημερομηνία και ο τόπος έκδοσης, το όνομα του ατόμου που αποτελεί αντικείμενο της κλήσης, η ώρα, η ημερομηνία και ο τόπος εμφάνισης, το όνομα του αξιωματικού δικαστικής αστυνομίας (OPJ) ή του δικαστικού επιμελητή που είναι υπεύθυνος για την επίδοση της κλήσης, το όνομα και η υπογραφή του δημόσιου κατήγορου (OMP) που εξέδωσε την κλήση και, τέλος, η σφραγίδα του τμήματος ή της αρμόδιας αρχής που χορηγεί την κλήση»[16].
Ωστόσο, ανεξάρτητη έκθεση της Research Directorate του Immigration and Refugee Board of Canada (IRB), επισημαίνεται ότι στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό υπάρχει μεγάλη διαθεσιμότητα πλαστών ή ψευδών νομικών και διοικητικών εγγράφων, με τοπικές οργανώσεις να αναφέρουν ότι εγκληματικά δίκτυα εκδίδουν τέτοια έγγραφα[17].
Η κλήση την οποία προσκόμισε ο αιτητής με τη Γραπτή του Αγόρευση αναφέρει ρητώς ότι εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 15 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και καλεί τον αιτητή να παρουσιαστεί ενώπιον λειτουργού της Εισαγγελίας προς παροχή κατάθεσης αναφορικά με τα αδικήματα που του καταλογίζονται. Στο έγγραφο δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένη ημερομηνία παρουσίας, ενώ επισημαίνεται ότι, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, θα εφαρμοστούν οι πρόνοιες του ως άνω άρθρου. Το έγγραφο φέρει υπογραφή αρμοδίου προσώπου και αναγράφει ως ημερομηνία έκδοσης την 24/09/2020.
Ο αιτητής αποδίδει την έκδοση της εν λόγω κλήσης σε πρόθεση των αρχών να τον κατηγορήσουν για λιποταξία από την αστυνομική δύναμη. Ωστόσο, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία προκύπτει ότι η κλήση εκδόθηκε την 24/09/2020, ενώ ο ίδιος εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του την 09/11/2022, ήτοι πλέον των δύο ετών μεταγενέστερα. Ο αιτητής δεν παρείχε οποιαδήποτε επαρκή ή πειστική εξήγηση ως προς τον τρόπο με τον οποίο το έγγραφο αυτό συνδέεται με τον μεταγενέστερο ισχυρισμό του περί επικείμενης κατηγορίας για λιποταξία, ούτε διευκρίνισε για ποιο λόγο, εφόσον πράγματι υφίστατο τέτοιος κίνδυνος, δεν ενεργοποιήθηκαν οι σχετικές διαδικασίες για τόσο εκτεταμένο χρονικό διάστημα.
Περαιτέρω, ο αιτητής δεν εξήγησε πώς κατέστη δυνατό να παραμείνει και να διαβιεί στη χώρα του επί δύο συναπτά έτη μετά την έκδοση της κλήσης, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε συνέπεια ή περιορισμό, ούτε πώς κατόρθωσε να εξέλθει της χώρας νομίμως ή άλλως χωρίς να προκύψει οποιοδήποτε ζήτημα κατά τον συνοριακό έλεγχο. Η επίκληση της κλήσης αυτής ως τεκμηρίου επικείμενης κατηγορίας για λιποταξία λόγω της μεταγενέστερης αναχώρησής του καθίσταται εσωτερικά αντιφατική και νομικώς ασύνδετη. Η λιποταξία, ως αδίκημα, προϋποθέτει απομάκρυνση ή αποχή από τα υπηρεσιακά καθήκοντα· δεν είναι, συνεπώς, λογικά συμβατό να αποδίδεται σε έγγραφο που εκδόθηκε δύο έτη προ της φερόμενης αποχώρησης από τη χώρα. Η χρονική αυτή ανακολουθία αποδυναμώνει περαιτέρω την αξιοπιστία του σχετικού ισχυρισμού αλλά και την αξιοπιστία του εγγράφου και ενισχύει το συμπέρασμα ότι δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς ο προβαλλόμενος φόβος δίωξης για λιποταξία. Ακόμα και να εκδόθηκε η κλήση αυτή για άλλο λόγο δεν αντιλαμβάνομαι γιατί δεν ενεργοποιήθηκε μέχρι το 2022 που αναχώρησε από τη χώρα του. Η απουσία συγκεκριμένων και συνεκτικών διευκρινίσεων αποδυναμώνει ουσιωδώς τον σχετικό ισχυρισμό του ο οποίος κατά το γενικό και αόριστο τρόπο που προβάλλεται δεν γίνεται αποδεκτός.
Σε ό,τι αφορά την αστυνομική του ταυτότητα καθώς και το φωτογραφικό υλικό που προσκομίστηκε κατά την ενώπιον μου διαδικασία, δεν κρίνεται αναγκαία η περαιτέρω διεξοδική αξιολόγησή τους, καθόσον η ιδιότητα του αιτητή ως μέλους της αστυνομικής δύναμης έχει ήδη γίνει αποδεκτή από την Υπηρεσία Ασύλου και δεν αποτελεί αντικείμενο αμφισβήτησης στην παρούσα διαδικασία.
Όλο το πιο πάνω ιστορικό στο οποίο στηρίζεται το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο αιτητής δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής είχε την ευκαιρία στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία να προσκομίσει με το ορθό δικονομικό διάβημα οτιδήποτε θεωρούσε ότι έπρεπε να γνωρίζει το Δικαστήριο πράγμα που δεν έπραξε. Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, ο αιτητής δεν προώθησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Σύμφωνα με το portal RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, «η Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό είναι αναμεμειγμένη σε διάφορες μη- διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις στην επικράτειά της εναντίον αριθμού μη κρατικών ένοπλων ομάδων»[6]. To International Crisis Group, σε έκθεση για τη ΛΔΚ το 2024 αναφέρει ότι ένοπλες συγκρούσεις εξακολουθούν να εντοπίζονται στις ανατολικές περιοχές της ΛΔΚ όπως το Nord-Kivu, το Sud-Kivu και το Ituri, χωρίς να γίνεται καμία αναφορά είτε στην πόλη Kinshasa ή στην ομώνυμη περιφέρεια όπου αναμένεται ο αιτητής να επιστρέψει[7]. Έκθεση του Amnesty International η οποία καλύπτει το έτος 2023 επιβεβαιώνει πως δεκάδες ένοπλες ομάδες παρέμειναν ενεργές, κυρίως στις ανατολικές επαρχίες Ituri, Nord-Kivu και Sud-Kivu[8]. Στο ίδιο πλαίσιο και έκθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών του Ιουνίου 2024 αναφέρει πως η κατάσταση ασφαλείας και η ανθρωπιστική κατάσταση στο ανατολικό Κονγκό συνέχισε να χειροτερεύει.
Αναφορικά με την Κινσάσα, έκθεση της Cedoca εστιασμένη στην κατάσταση ασφαλείας στην ΛΔΚ, καταγράφει πως κατά το έτος 2024 αναφέρθηκαν σποραδικά περιστατικά ασφαλείας, όπως διαδηλώσεις, μια απόπειρα πραξικοπήματος, απόδραση από τις φυλακές Makala, καθώς και ορισμένα επεισόδια στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku, εξαιτίας της σύγκρουσης που εκτυλίσσεται στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe [.]. Από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, εκτός από τις διαδηλώσεις προς τις δυτικές πρεσβείες, δεν έχουν αναφερθεί περιστατικά ασφαλείας στην Κινσάσα[9]. Στις 29 Ιανουαρίου 2025, αγανακτισμένοι διαδηλωτές βανδάλισαν δυτικές πρεσβείες διαμαρτυρόμενοι για την αδράνεια της διεθνούς κοινότητας απέναντι στην διαμάχη που μαίνεται στην Goma[10].
Όσον αφορά τη Κινσάσα, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, έχουν καταγραφεί κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης το έτος 2026), 47 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 56 θάνατοι[18]. Να σημειωθεί επίσης, ότι σε πιο πρόσφατη καταγραφή πληθυσμού της ΛΔΚ, ο πληθυσμός καταγράφεται στα 116,500,00, ενώ στη πόλη Κινσάσα ο πληθυσμός καταγράφεται στους 18,552,800[19].
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανός προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για δέουσα έρευνα.
Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και το σύνολο το στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία και ορθώς το αίτημα του αιτητή για αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας έχει απορριφθεί. Οι καθ' ων η αίτηση, στα πλαίσια εξέτασης και αξιολόγησης του αιτήματος του αιτητή, συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €600 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2107668.html
[2] USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2107668.html
[3] USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2107668.html
[4] USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2107668.html
[5]Ireland - Refugee Documentation Centre (RDC): Democratic_Republic_of_the_Congo_DRC_Information_on_efficacy_of_state_protection https://coi.euaa.europa.eu/administration/ireland/PLib/2025_07_Democratic_Republic_of_the_Congo_DRC_Information_on_efficacy_of_state_protection.pdf
[6] A Kinshasa, la stigmatisation d'habitants venus de l’est: https://www.dw.com/fr/kinshasa-conlit-rdc-stigmatisation/a-71600754
[7] A Kinshasa, la stigmatisation d'habitants venus de l’est: https://www.dw.com/fr/kinshasa-conlit-rdc-stigmatisation/a-71600754
[8] R?publique D?mocratique du Congo: Loi 024-2002 du 2002 portant Code Penal Militaire | Refworld διαθέσιμο σε https://www.refworld.org/legal/legislation/natlegbod/2002/fr/103604
[9] Functioning of the Congolese military courts - congovirtual english version διαθέσιμο σε https://english.congovirtuel.com/functioning-of-the-congolese-military-courts/?utm_source=chatgpt.com
[10] 26 janvier 2002. – D?CRET-LOI N° 002-2002 portant institution, organisation et fonctionnement de la police nationale congolaise. διαθέσιμο σε https://www.leganet.cd/Legislation/Droit%20Public/Divers/DL.002.2002.26.01.2002.htm?utm_source=chatgpt.com
[11] Vision and Mission - African Percentions διαθέσιμο σε https://africanperceptions.org/en/vision-and-mission/
[12] DR Congo puts 124 security personnel on trial for “disobeying orders” - African Percentions διαθέσιμο σε https://africanperceptions.org/en/2025/12/dr-congo-puts-124-security-personnel-on-trial-for-disobeying-orders/
[13] DR Congo puts 124 security personnel on trial for “disobeying orders” - African Percentions διαθέσιμο σε https://africanperceptions.org/en/2025/12/dr-congo-puts-124-security-personnel-on-trial-for-disobeying-orders/
[14] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Democratic Republic of the Congo: Judiciary documents, including summonses to appear (mandats de comparution), bench warrants (mandats d'amener) and arrest warrants (mandats d'arr?t); issuing authorities; features of judiciary documents, including contents and appearance; samples (2022–March 2022) [COD200966.FE], 4 April 2022
https://www.ecoi.net/en/document/2072295.html
[15] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Democratic Republic of the Congo: Judiciary documents, including summonses to appear (mandats de comparution), bench warrants (mandats d'amener) and arrest warrants (mandats d'arr?t); issuing authorities; features of judiciary documents, including contents and appearance; samples (2022–March 2022) [COD200966.FE], 4 April 2022
https://www.ecoi.net/en/document/2072295.html
[16] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Democratic Republic of the Congo: Judiciary documents, including summonses to appear (mandats de comparution), bench warrants (mandats d'amener) and arrest warrants (mandats d'arr?t); issuing authorities; features of judiciary documents, including contents and appearance; samples (2022–March 2022) [COD200966.FE], 4 April 2022
https://www.ecoi.net/en/document/2072295.html
[17] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Democratic Republic of the Congo: Prevalence and availability of fraudulent identity, administrative and legal documents (2011-February 2014) [COD104763.FE], 10 April 2014
[18] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο