C.V.U. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 3408/2024, 25/2/2026
print
Τίτλος:
C.V.U. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 3408/2024, 25/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

       Υπόθεση Αρ. 3408/2024

 

25 Φεβρουαρίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

C.V.U.

Αιτητή

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου

 

                                                                                      Καθ' ων η αίτηση

 

..................................................

 

Ο αιτητής παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Ζωή Ποντίκη, για Αλ Τάχερ Μπενέτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.,  Δικηγόρος για τον αιτητή

 

Μελίνα Βασιλείου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση

 

  

Α Π Ο Φ Α Σ Η 

  

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 23/07/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και τον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος της Νιγηρίας και στις 09/05/2022 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Στις 12/05/2022 αιτητής παρέλαβε βεβαίωση υποβολής αιτήματος διεθνούς προστασίας. 

 

Στις 28/08/2023 αποστάλθηκε επιστολή προς τον αιτητή όπως παρουσιαστεί ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου στις 19/09/2023 για διεξαγωγή της προσωπικής του συνέντευξης όμως ο αιτητής δεν το έπραξε. Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 11/09/2023 αποστάλθηκε εκ νέου επιστολή που καλούσε τον αιτητή όπως παρουσιαστεί σε προσωπική συνέντευξη στις 10/10/2023, ημέρα που δεν παρουσιάστηκε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και δεν ανταποκρίθηκε ούτε στις τηλεφωνικές κλήσεις του αρμόδιου λειτουργού, της ίδιας μέρας. Αυθημερόν, δηλαδή στις 10/10/2023, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε εισήγηση σχετικά με το κλείσιμο του φακέλου του αιτητή και διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του, καθώς ο αιτητής δεν παρέστη στην προσωπική συνέντευξη στην οποία κλήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου. Επομένως, η Υπηρεσία Ασύλου θεώρησε ότι ο αιτητής σιωπηρά είχε αποσύρει την αίτησή του ή είχε υπαναχωρήσει από αυτήν. Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου στις 17/10/2023 υιοθέτησε την εισήγηση για κλείσιμο του φακέλου και τη διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης του αιτητή. Στις 27/11/2023 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή μαζί με την απόφασή της η οποία ταχυδρομήθηκε προκειμένου να την παραλάβει και να ενημερωθεί ο αιτητής.

 

Στις 13/02/2024 ο αιτητής υπέβαλε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του και στις 17/07/2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 18/07/2024, ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή. Στις 23/07/2024, αρμόδιος λειτουργός εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εισήγηση του λειτουργού σε σχέση με το αίτημα του αιτητή και αποφάσισε την απόρριψή του. Στις 31/07/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε από τον ίδιο στις 02/08/2024. Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή με την οποία αμφισβητεί την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε μέσω της Γραπτής Αγόρευσης και δήλωσε πως προωθεί το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει ότι λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στο αρμόδιο όργανο και ότι είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.  Επιπλέον, εισηγείται ότι ο αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, το οποίο δεν κατάφερε να αποσείσει στην προκειμένη περίπτωση, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000 έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. 

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.

 

Ο αιτητής κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας στην Υπηρεσία Ασύλου, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του γιατί η ζωή του απειλείτο. Συγκεκριμένα κατέγραψε ότι η εγκυμονούσα σύντροφός του κατά την διάρκεια του τοκετού απεβίωσε, έτσι οι γονείς της απειλούν να τον σκοτώσουν. Γι' αυτό το λόγο αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του για να σώσει τη ζωή του (βλ. ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε στην περιοχή Aguata της πολιτείας Anambra και ως τελευταίο τόπο διαμονής του δήλωσε την πολιτεία Lagos. Ως προς τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις δήλωσε χριστιανός και αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση άγαμος.  Σχετικά με την οικογένεια του, ο αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε το Μάιο του 2022, ότι η μητέρα του με τα 5 αδέρφια του βρίσκονται στην πολιτεία Anambra και με τους οποίους διατηρεί επικοινωνία.  Ο αιτητής είναι απόφοιτος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ομιλεί την αγγλική γλώσσα. Πρόσθετα, ο αιτητής ανέφερε πως στη χώρα του δραστηριοποιείτο στο τομέα των επιχειρήσεων από το έτος 2018 μέχρι που εγκατέλειψε τη χώρα του δηλαδή το 2022 (ερυθρά 49-45 του διοικητικού φακέλου).

 

Σχετικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας του εκπαίδευσης, είχε σχέση με μουσουλμάνα γυναίκα ενώ εκείνος είναι χριστιανός. Μετά την αποφοίτησή τους η σύντροφός του μετέβη σε άλλη πόλη και δεν είχαν επαφή μέχρι το 2015. Όταν η γυναίκα επέστρεψε στην πολιτεία Anambra ξεκίνησαν εκ νέου τη σχέση τους. Το πρόβλημα για τον αιτητή ξεκίνησε το 2017 με 2018 όταν η σύντροφός του  κυοφορούσε το παιδί του. Ο πατέρας της επικοινώνησε με τον αιτητή όταν πληροφορήθηκε ότι ο τελευταίος ήταν χριστιανός προειδοποιώντας τον, πως σε περίπτωση που συνέβαινε κάτι στο κορίτσι θα τον θεωρούσαν υπεύθυνο. Ο αιτητής ανέφερε πως όταν η σύντροφός του γέννησε το παιδί τους, απεβίωσε (ερυθρό 45 Χ2 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά τα διευκρινιστικά ερωτήματα που ακολούθησαν, ο αιτητής ανέφερε ότι η σύντροφός του απεβίωσε το 2020 και τότε ξεκίνησαν οι απειλές από τον πατέρα της, περίοδος κατά την οποία βρισκόταν στην πολιτεία Lagos κρυμμένος σε εκκλησία και ακολούθως μετέβη στην πολιτεία Anambra για χρονική περίοδο 3 μηνών.  Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει πότε ακριβώς απεβίωσε το κορίτσι, ο αιτητής αποκρίθηκε ότι απεβίωσε στις 5 Ιανουαρίου 2021. Κληθείς να εξηγήσει προηγούμενη αναφορά του, ότι δηλαδή το κορίτσι απεβίωσε το 2020 κατά τη διάρκεια του τοκετού, ο αιτητής δήλωσε ότι αυτή του η αναφορά ήταν λάθος και επανέλαβε ως ημερομηνία θανάτου τις 5 Ιανουαρίου 2021.  Ο αιτητής ανέφερε πως σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα του φοβάται για τη ζωή του.  Ο αιτητής δήλωσε πως επιθυμεί να παραμείνει στην Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει στη χώρα του να εξαλειφθεί (ερυθρό 43 του διοικητικού φακέλου).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε στην αφήγησή του ο αιτητής, διέκρινε στην Έκθεση-Εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή ως κατωτέρω: (1) ταυτότητα, χώρα καταγωγής και τα προσωπικά του στοιχεία και (2) φόβος δίωξης από τους συγγενείς του κοριτσιού του το οποίο έχασε τη ζωή του κατά τη γέννηση του παιδιού τους.  Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτούς τους ισχυρισμούς του αιτητή ως προς τα προσωπικά του στοιχεία  και τη χώρα καταγωγής του καθώς οι δηλώσεις του αιτητή κρίθηκαν σαφείς, συνεκτικές ενώ διασταυρώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Αντιθέτως, ο αρμόδιος λειτουργός δεν αποδέχτηκε το δεύτερο ισχυρισμό του αιτητή, δηλαδή τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης από τους συγγενείς του κοριτσιού του, λόγω του ότι αυτή απεβίωσε κατά τη διάρκεια της γέννησης του παιδιού τους, καθώς έκρινε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός του. Επιπρόσθετα, ο λειτουργός επεσήμανε στην Έκθεση- Εισήγησή του ότι κληθείς ο αιτητής να παρέχει περισσότερες πληροφορίες, υπέπεσε σε αντιφάσεις, έλλειψη ευλογοφάνειας και επίσης έλλειψη χρονικής συνοχής. Ειδικότερα, ενώ αρχικά ανέφερε ότι η σύντροφός του απεβίωσε το 2020 κατά τον τοκετό, στη συνέχεια δήλωσε ότι ο θάνατος επήλθε στις 05/01/2021. Όταν του επισημάνθηκε η αντίφαση, υποστήριξε ότι έκανε λάθος επαναλαμβάνοντας ότι η ημερομηνία θανάτου ήταν στις 05/01/2021. Σύμφωνα με τον λειτουργό η εν λόγω ανακολουθία θέτει υπό αμφισβήτηση της αξιοπιστία του. 

 

Επιπρόσθετα, ως αντιφατικά κρίθηκαν τα λεγόμενα του ως προς το πότε ήταν έγκυος η σύντροφός του, όπου ανέφερε ο αιτητής τα έτη 2017-2018 και το χρόνο που απεβίωσε κατά τον τοκετό το έτος 2021. Ο λειτουργός κατέγραψε πως η δήλωση του αυτή συνεπαγόταν ότι η εγκυμοσύνη διήρκεσε τρία έως τέσσερα χρόνια. Όταν του επισημάνθηκε η ασυνέπεια, απάντησε ότι και αυτό ήταν λάθος χωρίς όμως να προβαίνει σε οποιαδήποτε επεξήγηση. Ο λειτουργός τέλος, κατέγραψε ότι από τα λεγόμενα του δεν προκύπτει ότι ο αιτητής υπέστη οποιαδήποτε μορφή δίωξης που να δικαιολογεί την απόφασή του να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του. Συνεπώς, η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή δεν τεκμηριώθηκε.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός καταγράφει ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής στη συνέντευξη του, αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω δεδομένα, κρίθηκε ότι δεν δύναται να γίνει αποδεκτός ο εν λόγω ισχυρισμός του αιτητή.

 

Υπό το φως του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού σχετικά με τα προσωπικά στοιχεία του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός συνήγαγε κατά την αξιολόγηση κινδύνου, αφού παρέθεσε πληροφορίες αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του, τη Νιγηρία, αλλά και στις πολιτείες Lagos (τελευταία περιοχή διαμονής του και περιοχή συνήθους διαμονής του, ερυθρό 45 του διοικητικού φακέλου) και Anambra (περιοχή καταγωγής του και περιοχή που διαβιούν τα μέλη της οικογένειάς του, ερυθρό 46 του διοικητικού φακέλου) και λαμβάνοντας υπόψη το ατομικό του προφίλ, ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του τη Νιγηρία. Επιπλέον, λήφθηκε υπόψη από το λειτουργό ότι η Νιγηρία συγκαταλέγεται σύμφωνα με το Διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών ΚΔΠ 191/2024 ημερομηνίας 31/05/2024 (που ίσχυε τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή) στις ασφαλείς χώρες ιθαγένειας.

 

Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 κρίθηκε πως ο αιτητής κατά την επιστροφή του στη Νιγηρία, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, αφού  η κατάσταση στη Νιγηρία, δεν χαρακτηρίζεται από καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης, εξέτασε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από το συνήγορό του, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ. Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ότι κινδυνεύει από τους συγγενείς της συντρόφου του, η οποία απεβίωσε κατά τη γέννηση του παιδιού τους, θα πρέπει να αναφέρω πως διαφαίνεται από το αφήγημά του ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να προβάλει τον ισχυρισμό του με συνέπεια και λεπτομέρεια, αφού δεν παρουσίασε με τρόπο συνεκτικό και λεπτομερή τα όσα αφορούν τον πυρήνα του αιτήματός του. Ο αιτητής δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες σε σχέση με το ότι απειλείται η ζωή του από τους συγγενείς της συντρόφου του και ανέφερε ότι αυτό που του είπε ο πατέρας του κοριτσιού είναι ότι αν της συμβεί οτιδήποτε θα θεωρηθεί ότι ευθύνεται ο ίδιος. Επίσης οι χρονικές ασυνέπειες του αιτητή ως προς το πότε απεβίωσε το κορίτσι και πότε κυοφορούσε είναι στοιχεία τα οποία πλήττουν την αξιοπιστία του, δεδομένου ότι σύμφωνα με τα λεγόμενά του ήταν οι λόγοι που εγκατέλειψε τη χώρα του. Ενόψει των ανωτέρω δεδομένων, διαπιστώνω πως η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του δεν τεκμηριώθηκε, εφόσον στήριξε τον πυρήνα του αιτήματός του σε γενικές και αόριστες αναφορές.

 

Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή, διαφαίνεται πως τα ζητήματα που θέτει είναι εντελώς προσωπικής φύσεως και δεν δύναται να διασταυρωθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που αφορούν τη χώρα καταγωγής του. Με δεδομένο ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, εφόσον προέβη σε αοριστίες, γενικολογίες και σημαντικές χρονικές ασυνέπειες  κατά το αφήγημά του, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.

 

Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).

 

Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).

 

Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.  

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πολιτεία Lagos της Νιγηρίας περιοχή συνήθους διαμονής του αιτητή, κατά το τελευταίο έτος, με τελευταία ενημέρωση στις 13/02/2026 καταγράφηκαν 156 περιστατικά ασφαλείας που περιλαμβάνει περιστατικά πολιτικής βίας, ήτοι μάχες, βία κατά αμάχων διαμαρτυρίες, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 83 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές[1]. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις για το έτος 2022, ο πληθυσμός της Νιγηρίας ανέρχεται σε 216,783,400 κατοίκους[2], ενώ ο πληθυσμός της πολιτείας Lagos ανέρχεται σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2022, στα 13,491,800 κατοίκους[3].

 

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την ίδια βάση δεδομένων ACLED, στην πολιτεία Anambra περιοχή καταγωγής του αιτητή και περιοχή στην οποία βρίσκονται τα μέλη τη οικογένειάς του, κατά το τελευταίο έτος, με τελευταία ενημέρωση τις 13/02/2026 καταγράφηκαν 61 περιστατικά ασφαλείας τα οποία περιλαμβάνουν περιστατικά πολιτικής βίας, μάχες, βία κατά αμάχων διαμαρτυρίες, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 85 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές[4]. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις για το έτος 2022, ο πληθυσμός της Νιγηρίας ανέρχεται σε 216,783,400 κατοίκους[5], ενώ ο πληθυσμός της πολιτείας Anambra ανέρχεται σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2022, στα 5,953,500 κατοίκους [6]

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του ή και στην περιοχή διαμονής του  αιτητή όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανός προς εργασία, ο οποίος εργαζόταν ως επιχειρηματίας προτού αναχωρήσει από τη χώρα καταγωγής του, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.

 

Επιπρόσθετα, λαμβάνεται υπόψη ότι ο Υπουργός Εσωτερικών στα πλαίσια των εξουσιών του δυνάμει του άρθρου 12Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000) με την Κ.Δ.Π. 145/2025, καθόρισε τη χώρα καταγωγής του αιτητή ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιήθηκε βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, ότι στην οριζόμενη χώρα γενικά και μόνιμα δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α.(2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα. 

 

Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση. Συνεπώς, ο ισχυρισμός των ευπαίδευτων συνηγόρων του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφαση είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και των εξουσιών του αρμόδιου οργάνου.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή. 

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 


 

 



[1] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Nigeria, Lagos Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer

[2]  NIGERIA: States  & Agglomerarions Nigeria https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/

[3] NIGERIA: States  & Agglomerarions Nigeria-Lagos  https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/

[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Nigeria, Anambra Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 13/02/2026), διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer

[5]  NIGERIA: States  & Agglomerarions Nigeria https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/

[6] NIGERIA: States  & Agglomerarions Nigeria Anambra - https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο