ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. 3603/2024
20 Φεβρουαρίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
A.Η.Η.
από Ιράν
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υφυπουργείο Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας
Καθ' ων η αίτηση
Δικηγόροι για Αιτητή: Κασσάνδρα Κουπαρή και Συνεργάτες ΔΕΠΕ
Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Ανδρέας Φιλίππου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 28.01.2024 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση ασύλου, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ
Με την καταχώριση της Ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση, εγέρθηκε από μέρους τους προδικαστική ένσταση ότι η παρούσα προσφυγή είναι εκπρόθεσμη, ως
καταχωρισθείσα μετά το πέρας της προθεσμίας των 30 ημερών.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι προέχει, ως ζήτημα λογικής προτεραιότητας, αλλά και λόγω της εγγενούς σπουδαιότητάς της, η εξέταση της προδικαστικής ένστασης των Καθ' ων η αίτηση περί του εκπροθέσμου καταχώρισης της υπό κρίση προσφυγής, η οποία, εφόσον ευσταθεί, οδηγεί άνευ ετέρου την παρούσα σε απόρριψη ως απαράδεκτη. Και τούτο, στη βάση της πάγιας νομολογίας ότι σε περίπτωση διαπίστωσης εκπρόθεσμης καταχώρισης μίας προσφυγής, τότε οποιοσδήποτε άλλος εγειρόμενος ισχυρισμός και προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης παύει να έχει οποιαδήποτε σημασία, ως λογικά ακολουθών το εμπρόθεσμο της προσφυγής[1]. Κατά τούτο λοιπόν, το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για ακρόαση επιζητώντας την τοποθέτηση εκατέρωθεν μερών αναφορικά με την προδικαστική ένσταση, προτού δώσει οδηγίες για καταχώριση γραπτών αγορεύσεων.
Επισημαίνεται ότι στις 19.09.2025 οι συνήγοροι του Αιτητή καταχώρισαν αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας, η οποία κρίθηκε ότι πληρούσε τις νομολογιακές προϋποθέσεις και στην απουσία σχετικής έντασης από τους Καθ' ων η αίτηση, αυτή έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, εκδίδοντας κατά τούτο σχετικό διάταγμα προσαγωγής μαρτυρίας.
Η προσαχθείσα μαρτυρία, συνίσταται σε ένορκη δήλωση του Αιτητή με επισυνημμένο σε αυτό ιατρικό πιστοποιητικό. Δια της ενόρκου δηλώσεώς του ημερ.16.10.2025, ο Αιτητής δηλώνει ότι την ημέρα που του επιδόθηκε η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερ. 13.08.2024, αισθάνθηκε αδιαθεσία και την ίδια ημέρα, η κατάσταση του χειροτέρευσε, επισκέφθηκε ιατρό, ο οποίος τον εξέτασε και συνέστησε πλήρη ακινησία και ανάπαυση για περίοδο ενός μηνός, και συγκεκριμένα από τις 13.08.24 έως και 12.09.24. Περαιτέρω, δηλώνει πως είχε διευθετήσει συνάντηση με τον δικηγόρο Δρ. Χρίστο Χριστοδουλίδη στις 20.08.2024, ωστόσο λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης δεν μπορούσε να μετακινηθεί και παρά το γεγονός ότι διαμένει στην Κύπρο με την οικογένεια του, δεν ήταν δυνατόν να προβούν οι τελευταίοι σε νομική ενέργεια εκ μέρους του καθότι απαιτείται η υπογραφή του ιδίου και η παρουσία του. Ο Αιτητής παραδέχεται πως καθυστέρησε στην υποβολή της προσφυγής του μια ημέρα, γεγονός που δεν οφείλεται σε αμέλεια του αλλά λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης του.
Κατά την ακροαματική διαδικασία σε σχέση με την προδικαστική αυτή ένσταση, οι Καθ' ων η αίτηση προώθησαν τη θέση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση γνωστοποιήθηκε στον Αιτητή μέσω σχετικής επιστολής τους ημερ. 21.05.2024 η οποία επιδόθηκε σε αυτόν στις 13.08.2024, με τον ίδιο να παραλαμβάνει αυτήν ιδιοχείρως, υπογράφοντας στο κάτω μέρος της επιστολής ότι την παρέλαβε στις 13.08.2024. Ως εκ τούτου, η προσφυγή του Αιτητή η οποία καταχωρίστηκε στις 13.09.2024 είναι συνεπώς εκπρόθεσμη.
Στην αντίπερα όχθη, ο Αιτητής, δια των συνηγόρων του δεν αμφισβήτησε την εκπρόθεσμη καταχώριση της προσφυγής του, ωστόσο υποστηρίζει πως η καθυστέρηση μιας ημέρας δεν συνιστά ουσιώδη παράβαση της προθεσμίας αλλά δικαιολογημένη παρέκκλιση λόγω αποδεδειγμένης ανωτέρας βίας.
Ως η αποκρυσταλλωμένη θέση της νομολογίας, το ζήτημα της προθεσμίας είναι θέμα πραγματικό που αποφασίζεται υπό το φως των συγκεκριμένων περιστατικών της κάθε υπόθεσης[2]. Το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού ότι η προσφυγή είναι εκπρόθεσμη το φέρει ο διάδικος ο οποίος προβάλλει το σχετικό ισχυρισμό και τυχόν αμφιβολία ή αβεβαιότητα, σε σχέση με την έναρξη της προθεσμίας, επιλύεται πάντοτε υπέρ του αιτητή[3].
Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ευθυγραμμισμένη και σαφής επί του θέματος ότι, μετά την πάροδο αρκετών ημερών από την λήξη της προθεσμίας για καταχώριση προσφυγής, το βάρος απόδειξης μετατίθεται σ'αυτόν που ισχυρίζεται την καθυστερημένη γνωστοποίηση της διοικητικής πράξης που τον αφορά.[4]
Όπως πράγματι προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 28.01.2024 και ακολούθως ετοιμάστηκε απορριπτική επιστολή η οποία φέρει ημερομηνία 21.05.2024. Η εν λόγω επιστολή εντοπίζεται επισυνημμένη τόσο στην προσφυγή του Αιτητή, ως Παράρτημα Α, όσο και στην Ένσταση των Καθ' ων η αίτηση ως Παράρτημα 6 και επί αυτής εντοπίζεται δακτυλογραφημένο κείμενο στο οποίο διαλαμβάνεται ότι: «I have fully understood the content of this letter, as explained to me by a competent officer in a language which is my main language of understanding and communication, with the assistance of interpreter. I have also received the recommendation report on my application of international protection» Ακριβώς από κάτω, εντοπίζεται η υπογραφή του Αιτητή και του μεταφραστή, η αναφορά ότι η επιστολή μεταφράστηκε στη γλώσσα φαρσί καθώς και η ημερομηνία 13.08.2024.
Απoδεικνύεται συνεπώς με παραπομπή στο περιεχόμενο της Ένστασης των Καθ' ων η αίτηση ότι, ο Αιτητής έλαβε ιδιοχείρως την επίδικη επιστολή στις 13.08.2024, στην οποία ρητώς αναφερόταν η προθεσμία των 30 ημερών για την προσβολή της, στην περίπτωση που ο Αιτητής το επιθυμούσε, ενώπιόν του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας. Αυτό άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε από τον Αιτητή.
Ο Αιτητής, ως έχει ήδη προλεχθεί, δεν ισχυρίστηκε ότι έλαβε καθυστερημένα την προσβαλλόμενη απόφαση ή ότι δεν κατανόησε το περιεχόμενο αυτής, τουναντίον, στην καταχωρισθείσα προσφυγή του και στο σημείο καταγραφής της αιτούμενης θεραπείας, ρητά καταγράφει ότι η απόφαση αυτή γνωστοποιήθηκε στον ίδιο στις 13.08.2024. Είναι ωστόσο η θέση της συνηγόρου του, ότι η προσφυγή του δεν πρέπει να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη, αλλά να εξεταστεί επί της ουσίας της, καθώς η καθυστέρηση μιας ημέρας στη καταχώριση της προσφυγής οφείλεται στη κατάσταση υγείας του Αιτητή, η οποία τον καθήλωσε στο κρεβάτι. Προβάλλει πως η ασθένεια του Αιτητή, επιβεβαιωμένη ιατρικά, συνιστά μη φυσιολογική και απρόβλεπτη περίσταση, η οποία δεν αποδίδεται σε υπαιτιότητα ή αμέλεια του, ως εκ τούτου εμπίπτει στην έννοια της ανωτέρας βίας. Υποστηρίζει περαιτέρω, ότι εντός της προθεσμίας των 30 ημερών για καταχώριση της προσφυγής, μεσολαβούσε δημόσια αργία της 15ης Αυγούστου, η οποία δεν υπολογίζεται εντός του χρόνου της προθεσμίας και η προσμέτρηση της θα προσέκρουε στο δικαίωμα του Αιτητή για αποτελεσματική δικαστική προστασία. Τέλος, προβάλλει πως η απόρριψη της προσφυγής θα αντέβαινε στην αρχή της αναλογικότητας, η οποία επιβάλλει ο περιορισμός των δικαιωμάτων να είναι αναγκαίος και πρόσφορος προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και να μη βαίνει πέρα του απολύτως αναγκαίου μέτρου.
Αυτό συνεπώς που καλείται το παρόν Δικαστήριο να εξετάσει, είναι κατά πόσο η αιτιολογία που ο Αιτητής επικαλείται, είναι αρκετή για να γίνει δεκτή ως εμπροθέσμως καταχωρισθείσα η προσφυγή του.
Διαχρονική νομολογία επιβεβαιώνει ότι η προθεσμία είναι επιτακτική και πρέπει να τηρείται αυστηρά, αποτελούσα ζήτημα δημοσίας τάξεως. Όπως έχει νομολογηθεί, η προθεσμία αυτή του άρθρου 146.3 είναι ανατρεπτική και δεν υπόκειται σε χαλάρωση.[5] Σε εξαιρετικές περιπτώσεις είναι πάντως δυνατόν να υπάρξει αναστολή της ταχθείσας προθεσμίας και μόνο εφόσον λόγοι ανωτέρας βίας καθιστούν αδύνατο για τον αιτητή να ασκήσει εμπρόθεσμα την προσφυγή του. Οι εξαιρετικές περιστάσεις, ως έχουν νομολογιακά ερμηνευθεί, είναι συνώνυμες με περιστάσεις ανωτέρας βίας «force majeure», οι οποίες καθιστούν την άσκηση τα προσφυγής, για όσο χρόνο αυτές διαρκούν, αδύνατη.[6]
Ανωτέρα βία σημαίνει οποιονδήποτε τυχαίο γεγονός το οποίο είναι απρόβλεπτο και το οποίο θα ήταν αδύνατο να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως. Με άλλα λόγια, ανωτέρα βία συνιστούν περιστατικά ή/και γεγονότα τέτοιας φύσεως τα οποία είναι εντελώς απρόβλεπτα και τα οποία δικαιολογούν κατά τρόπο απόλυτο την αντικειμενική αδυναμία εμπρόθεσμης κατάθεσης της προσφυγής.[7]
Αναφορικά με το κατά πόσο σε συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει ανωτέρα βία, αυτό είναι ζήτημα πραγματικό σχετικό με το οποίο αποφασίζει το Δικαστήριο στη βάση των συγκεκριμένων γεγονότων κάθε υπόθεσης.
Υπό το φως της ανωτέρω διαχρονικής και σαφώς παγιωμένης νομολογίας επί του ζητήματος, ο λόγος που προβάλλει ο Αιτητής, ήτοι η επικαλούμενη ασθένειά του κατά το χρονικό διάστημα από 13.08.2024 έως 12.09.2024, δεν δύναται να χαρακτηριστεί ως περίσταση ανωτέρας βίας ικανή να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη καταχώριση της προσφυγής.
Ειδικότερα, από την ένορκη δήλωση του Αιτητή προκύπτει ότι την ημέρα της επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι στις 13.08.2024, παρουσίασε συμπτώματα πυρετού, ρίγους, κακουχίας και σοβαρής αδυναμίας, κατόπιν των οποίων επισκέφθηκε ιατρό, ο οποίος του συνέστησε πλήρη ακινησία και ανάπαυση. Πλην όμως, η ένορκη δήλωση περιορίζεται στην περιγραφή της κατάστασης της υγείας του Αιτητή κατά την εν λόγω ημερομηνία και δεν περιλαμβάνει συγκεκριμένη ή τεκμηριωμένη αναφορά ως προς την κλινική του εικόνα καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου ενός μηνός, για την οποία γίνεται επίκληση αντικειμενικής αδυναμίας.
Περαιτέρω, από το προσκομισθέν Τεκμήριο 1, ήτοι το ιατρικό πιστοποιητικό, προκύπτει διάγνωση «Οξείας Οσφυαλγίας και Ισχιαλγίας», φαρμακευτική αγωγή, με σύσταση για άδεια ανάπαυσης και ακινητοποίηση για το διάστημα από 13.08.2024 έως 12.09.2024. Η εν λόγω διάγνωση, ωστόσο, διαφοροποιείται ουσιωδώς από τα συμπτώματα που περιγράφει ο ίδιος ο Αιτητής στην ένορκη δήλωσή του και, σε κάθε περίπτωση, δεν τεκμηριώνει κατάσταση τέτοιας βαρύτητας που να καθιστά αντικειμενικά αδύνατη οποιαδήποτε νομική ενέργεια ή επικοινωνία με πληρεξούσιο δικηγόρο.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Αιτητής μπορούσε, λαμβάνοντας μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως, να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την εμπρόθεσμη καταχώριση της προσφυγής του, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω εξουσιοδότησης ή άλλης πρόσφορης διαδικαστικής ενέργειας, όπως επιβάλλεται σε περιπτώσεις επικαλούμενης δυσχέρειας.
Σημειώνεται συναφώς ότι, στη νομολογία του ΣτΕ η βαριά ασθένεια, όπως εγκεφαλική διάσειση βαριάς μορφής και μακρά ψυχική νόσος, έχει γίνει δεκτή ως λόγος ανωτέρας βίας, όχι όμως η απλή ασθένεια[8], ως εν προκειμένω.
Ως προς τον περαιτέρω ισχυρισμό της συνηγόρου του Αιτητή ότι η 15η Αυγούστου, ως δημόσια αργία, δεν δύναται να προσμετρηθεί εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, καθότι, κατά πάγια αρχή του δικαίου του χρόνου, η δημόσια αργία δεν προσμετράται μόνον όταν συμπίπτει με την τελευταία ημέρα της προθεσμίας[9], γεγονός που δεν συντρέχει στην παρούσα περίπτωση.
Το Δικαστήριο αναγνωρίζει τις σοβαρές συνέπειες που ενδέχεται να επιφέρει η παρούσα απόφαση στον Αιτητή, ιδίως ως προς την παραμονή του στη Δημοκρατία. Πλην όμως, το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, αν και θεμελιώδες, δεν είναι απόλυτο ούτε απεριόριστο, αλλά υπόκειται σε θεμιτούς περιορισμούς που αποσκοπούν στη διασφάλιση της ασφάλειας δικαίου και της εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης.
Οι δικονομικές προθεσμίες συνιστούν κανόνα δημοσίας τάξεως, η τήρηση του οποίου δεν επιδέχεται χαλάρωση ή παράταση, παρά μόνον κατ’ εξαίρεση και υπό την αυστηρή προϋπόθεση απόδειξης περιστάσεων ανωτέρας βίας, οι οποίες, εν προκειμένω, δεν αποδείχθηκαν.
Φρονώ συνεπώς ότι δεν πλήττεται το δικαίωμα αυτό του Αιτητή, δεδομένου ότι είχε τη δυνατότητα να προσφύγει στο Δικαστήριο εντός της ταχθείσας προθεσμίας και να εξασφαλίσει την προστασία που του παρέχει το Σύνταγμα και τη θεραπεία που ενδεχομένως θα μπορούσε να επιτύχει δυνάμει του άρθρου 146(4) του Συντάγματος και του άρθρου 12Α του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 [Ν. 73(Ι)/2018], ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα.
Το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη δεν είναι ούτε απόλυτο ούτε απεριόριστο και υπόκειται σε περιορισμούς, οι οποίοι είναι αναγκαίοι για την εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης και την προστασία των δικαιωμάτων των διαδίκων. Ο Αιτητής όφειλε να προωθήσει νομοτύπως και εμπροθέσμως την προσφυγή του και δεν δικαιούται να παρακάμπτει τις επιτακτικές αυτές προθεσμίες, πλήττοντας κατά τούτο την ομαλή απονομή της δικαιοσύνης και καταστρατηγώντας το δικαίωμα των διαδίκων για τη διαπίστωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους εντός εύλογου χρόνου, σύμφωνα με το άρθρο 30(2) του Συντάγματος. Η μη τήρηση των προθεσμιών δεν συνιστά απλή διαδικαστική πλημμέλεια, αλλά αφορά ζήτημα δημοσίας τάξεως, το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να διαφυλάξει.
Καθώς δεν προέκυψε λοιπόν, εξαιρετικός λόγος που θα μπορούσε να συντείνει στην αναστολή ή παράταση της προθεσμίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης καταχώρισης.
Για τους λόγους που επεξηγούνται ανωτέρω, η προδικαστική ένσταση επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται ως εκπρόθεσμη και εξ αυτού απαράδεκτη και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Μιχάλης Χάλιου ν. Της Κυπριακής Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 435/2008, ημερ. 5.3.2010 και αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στις Παπαγεωργίου ν. Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υποθ. Αρ. 186/2017, ημερ. 23.12.2020, CHRISTOS M. CHARALAMBOUS DEVELOPERS LTD ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1429/2019, ημερ. 14.02.2020 και Γεωργίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1651/2015, ημερ. 06.11.2019.
[2] Yialousa Savings Bank Limited v. Republic (Minister of Finance as Controller of Banks) and another (1977) 3 C.L.R. 25.
[3] Costas Neophytou and The Republic of Cyprus through the Public Service Commission (1964) C.L.R. 280, Ploussiou v. Central Bank (1982) 3 C.L.R. 230.
[4] Εμπορική Εταιρεία Παλαιχωρίου Λτδ v. Κυπριακή Δημοκρατίας, υποθ.αρ. 842/07, ημερομηνίας 26/3/2019, Γιώργος Φάντης ν. Ε.Τ.Ε.Κ., υποθ. αρ. 131/2010, ημερ. 12.11.2012.
[6]Βλ. μεταξύ άλλων Μαραγκού ν. Δημοκρατίας (1997) 1 Α.Α.Δ. 1715, Potamitis v. Water Board of Limassol (1985) 3 C.L.R. 260.
[7] Βλ. ενδεικτικά, σχετικές αναλυτικές αναφορές και νομολογιακές παραπομπές στο σύγγραμμα του Δρος Κώστα Παρασκευά «Κυπριακό Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», 2020, εκεί σελ. 184-186.
[8] Βλ. Αχ. Κ. Αιμιλιανίδη, Η Προθεσμία στη Διοικητική Δίκη, Εκδ. Hippasus, 2026, σ. 53, με παραπομπή σε Ε. Σπηλιωτόπουλο/Β. Κονδύλη, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, 16η έκδ., τ. 2, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 2022.
[9] Άρθρο 31 (β) του περί Ερμηνείας Νόμου (ΚΕΦ. 1)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο