ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
13 Φεβρουαρίου , 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
E.H.Q.K
από Ιράκ
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΠΡΟΣΑΓΩΓΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 09.10.2025
Δικηγόροι για Αιτητή: Ζ. Ποντίκη (κα) για Αλτάχερ, Μπενέτης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ
Δικηγόροι για Καθ' ων η αίτηση: Ι. Χαραλάμπους (κα) για Μιχαηλίδη & Χαραλάμπους ΔΕΠΕ, για Υφυπουργείο Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής καταχώρισε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο προσφυγή, δια της οποίας προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 31.07.2024 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση ασύλου, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
Εκκρεμούσης της παρούσας προσφυγής, καταχωρίστηκε από τον Αιτητή η υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση με την οποία επιζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου όπως του παρασχεθεί άδεια προσαγωγής μαρτυρίας υπό τη μορφή ένορκης δήλωσης του Αιτητή. Η αιτούμενη προσαγωγή αφορά, αφενός, ένορκη δήλωση του ίδιου του Αιτητή, και, αφετέρου, τα επισυνημμένα σε αυτήν ως «Τεκμήριο 1», απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 05.06.2025, στη οποία δόθηκε προσφυγικό καθεστώς στην οικογένεια της αδελφής του Αιτητή και ως «Τεκμήριο 2», φωτογραφικό υλικό, στις οποίες απεικονίζεται ο πατέρας του Αιτητή, η οικία των γονέων του Αιτητή και τα επαγγελματική υποστατικά τους, μετά τις επιθέσεις των ISIS.
Η ενδιάμεση αυτή αίτηση έφερε την αντίδραση των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι καταχώρισαν ένσταση, συνοδευόμενη από σχετική ένορκη δήλωση της κας Κ. Σάββα, αντιτείνοντας ότι η αιτούμενη μαρτυρία δεν πληροί τις δικονομικές προϋποθέσεις, δεν είναι αναγκαία, ούτε ουσιώδης για να μεταβάλει το υπό κρίση υλικό και δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό. Το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για καταχώριση εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων και η αίτηση ορίστηκε προς ακρόαση, κατά την οποία έκαστη πλευρά υιοθέτησε το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων της.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής, προς υποστήριξη της ενδιάμεσης αίτησης καταχώρισε σχετική γραπτή αγόρευση με την οποία δήλωσε πρωτίστως ότι αποσύρει το Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή και ακολούθως παρουσιάζει το δικονομικό πλαίσιο της διαδικασίας. Υποστηρίζει ότι τα έγγραφα που επιδιώκει να προσαγάγει, ήτοι το φωτογραφικό υλικό – Τεκμήριο 2 – αποτυπώνουν πραγματικά περιστατικά σοβαρής και ακραίας βίας που συνιστούν τον πυρήνα των ισχυρισμών δίωξης του Αιτητή στο Ιράκ. Ως ισχυρίζεται, στην πρώτη φωτογραφία απεικονίζεται ο πατέρας του Αιτητή μετά από βασανισμό και σοβαρά χτυπήματα στο κεφάλι από μέλη της οργάνωσης ISIS, ενώ οι λοιπές φωτογραφίες απεικονίζουν την καταστροφή της πατρικής του οικίας και των επαγγελματικών τους υποστατικών κατόπιν επιθέσεων της ίδιας οργάνωσης. Υποστηρίζει πως τα εν λόγω περιστατικά είχαν προβληθεί από τον Αιτητή κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, παραπέμποντας στο ερυθρό 41 του διοικητικού φακέλου, και πως το φωτογραφικό υλικό δεν εισάγει νέους ή διαφοροποιημένους ισχυρισμούς, αντιθέτως λειτουργεί συμπληρωματικά και επαληθευτικά των ήδη προβληθέντων ισχυρισμών. Ως προς το στοιχείο της συνάφειας, ισχυρίζεται ότι το φωτογραφικό υλικό αφορά άμεσα και ευθέως τον πυρήνα των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή και περαιτέρω, προβάλλει πως η μη προσκόμιση του φωτογραφικού υλικού σε προγενέστερο χρονικό στάδιο δεν οφείλεται σε οποιαδήποτε υπαιτιότητα, αμέλεια ή σκοπιμότητα του Αιτητή καθότι, αυτός τελούσε υπό πραγματικό, άμεσο και εύλογο φόβο για τη ζωή και την ασφάλεια του δεδομένου πως οι φωτογραφίες αφορούν σοβαρά εγκλήματα αποδιδόμενα σε εξτρεμιστική οργάνωση. Τονίζει πως το φωτογραφικό υλικό λήφθηκε από τον Αιτητή μετά τη διεξαγωγή της συνέντευξης του. Καταλήγει ότι το αίτημα προσαγωγής μαρτυρίας είναι αναγκαίο, δίκαιο και εύλογο να γίνει αποδεκτό.
Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση με τη δική τους γραπτή αγόρευση, αντιτείνουν ότι δεν πληρούνται οι δικονομικές και νομολογιακές προϋποθέσεις για να επιτραπεί η προσαγωγή της αιτούμενης μαρτυρίας, ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσαχθεί δεν είναι ούτε οψιγενής ούτε οψιφανής, δεν αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους δεν προσκομίστηκε σε προγενέστερο στάδιο ούτε και ο τρόπος με τον οποίο αυτή εξασφαλίστηκε. Προβάλλουν, πως ο κύριος λόγος που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ο Αιτητής είναι οι οικονομικοί λόγοι, με αναφορά ότι μερικές φορές υπάρχει ανασφάλεια λόγω των βομβαρδισμών της Τουρκίας ανά περιοχές, εναντίον του ΡΚΚ και πως σε κανένα σημείο της συνέντευξης του δεν αναφέρθηκε σε επιθέσεις και/ή βαναυσότητες των ISIS, ώστε να υπάρχει σύνδεση των γεγονότων με την προτεινόμενη προς προσαγωγή μαρτυρία. Τονίζουν ότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε σχετικότητα των φωτογραφιών που επιθυμεί να προσαγάγει με το αίτημα του και δεν προκύπτει ότι ο πατέρας του Αιτητή χτυπήθηκε και/ή βασανίστηκε από τους ISIS αλλά και τα όσα απεικονίζονται στις φωτογραφίες είναι όντως η οικία του Αιτητή και πως τα συντρίμμια είναι από χτυπήματα των ISIS. Ως προς την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, σύμφωνα με την οποία η αδελφή του Αιτητή και η οικογένεια της έλαβαν προσφυγικό καθεστώς, υποστηρίζουν πως δεν αναφέρεται ικανοποιητικός λόγος περί μη προσκόμισης τους σε προγενέστερο στάδιο ούτε αποδεικνύεται η σχετικότητα με το αίτημα του Αιτητή.
ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Προκειμένου να αποσαφηνιστεί το δικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου το Δικαστήριο εξετάζει αιτήματα ενδιάμεσης φύσεως για προσαγωγή μαρτυρίας, κρίνεται αναγκαία η συνοπτική αποτύπωση του εφαρμοστέου καθεστώτος. Το καθεστώς αυτό θεμελιώνεται καταρχάς στον Κανονισμό 19 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) του 1962, προβλέπει ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να εκδίδει τις οδηγίες που κρίνει αναγκαίες προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κάθε διάταγμα που αφορά την προσαγωγή μαρτυρίας εκδίδεται, συνεπώς, με γνώμονα την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και την ανάγκη διαφώτισης των επίδικων ζητημάτων.
Ο ως άνω Κανονισμό, εφαρμόζεται κατ' αναλογία δυνάμει του Κανονισμού 8 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), οι οποίοι ρυθμίζουν ειδικώς τη διαδικασία και τα όρια εντός των οποίων δύναται να γίνει αποδεκτό μεταγενέστερο αποδεικτικό υλικό.
Ειδικότερα, ο Κανονισμός 8 αναγνωρίζει στο Δικαστήριο την εξουσία να ρυθμίζει, κατά περίπτωση, τη διαδικασία και να εκδίδει οδηγίες αναφορικά με τη λήψη γραπτής ή προφορικής μαρτυρίας ή άλλων αποδεικτικών μέσων, όπως ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Από τη διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς την αποδοχή ή μη μαρτυρικού υλικού. Η ευχέρεια αυτή, ωστόσο, δεν ασκείται ανεξέλεγκτα, αλλά υπόκειται στη συμμόρφωση προς τους ειδικότερους διαδικαστικούς κανόνες και τις κατευθυντήριες αρχές που έχουν παγίως διαμορφωθεί μέσω της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Η προσαγωγή μαρτυρίας δεν επιτρέπεται άνευ όρων. Προϋποθέτει ότι το αποδεικτικό υλικό που ζητείται να προσαχθεί είναι ουσιωδώς συναφές με τα επίδικα ζητήματα και δύναται να τεκμηριώσει λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης ή να συνδέεται άμεσα με την εγκυρότητά της. Η νομολογία έχει επανειλημμένως τονίσει ότι το καθοριστικό κριτήριο είναι η συνάφεια της προτεινόμενης μαρτυρίας με τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου.
Προς τούτο, η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσαχθεί οφείλει να περιγράφεται με σαφήνεια και συγκεκριμενοποίηση, τόσο στο σώμα της αίτησης όσο και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Ελλείψει επαρκούς εξειδίκευσης του περιεχομένου και της συνάφειας της προτεινόμενης μαρτυρίας, το Δικαστήριο στερείται του αναγκαίου υποβάθρου για να αξιολογήσει τη χρησιμότητα και την αναγκαιότητά της. Η αρχή αυτή έχει παγίως υιοθετηθεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία απαιτεί ο προσδιορισμός των γεγονότων που επιχειρείται να αποδειχθούν να προηγείται της ουσιαστικής εξέτασης του αιτήματος.
Περαιτέρω, στο ειδικό πλαίσιο του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, πρέπει να επισημανθεί ότι ο περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος του 2018 παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία ουσιαστικής εξέτασης και όχι περιοριστικά ακυρωτικού ελέγχου. Η εξουσία αυτή ενεργοποιείται στις περιπτώσεις που εμπίπτουν χρονικά στις προϋποθέσεις του άρθρου 11(2) και (3) του Νόμου, όπου το Δικαστήριο υποχρεούται να προβεί σε πλήρη έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο έλεγχος που ασκείται είναι πλήρης και ex nunc, ήτοι το Δικαστήριο εξετάζει εξαντλητικά όλα τα νομικά και πραγματικά ζητήματα που τίθενται ενώπιόν του, λαμβάνοντας υπόψη και στοιχεία που ανέκυψαν μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης. Η ex nunc εξέταση, ωστόσο, δεν αναιρεί την υποχρέωση συμμόρφωσης προς τους διαδικαστικούς κανόνες που διέπουν την υποβολή μεταγενέστερου αποδεικτικού υλικού.
Συναφώς, ο Κανονισμός 10 των Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 καθορίζει ρητώς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δύνανται να προσκομιστούν νέα έγγραφα, στοιχεία ή πρόσθετη μαρτυρία μετά την καταχώρηση της προσφυγής. Συγκεκριμένα, τέτοιο υλικό προσκομίζεται μόνον κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, μετά από σχετικό αίτημα του αιτητή, νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι πρόκειται για στοιχεία τα οποία, άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής, και ότι τα στοιχεία αυτά είναι συναφή με τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης.
Περαιτέρω, ο ίδιος Κανονισμός προβλέπει ειδική διαδικασία για την υποβολή πληροφοριών χώρας καταγωγής (ΠΧΚ), οι οποίες δύνανται να κατατεθούν σε έντυπη ή/και ηλεκτρονική μορφή με σχετικό υπόμνημα, στο οποίο πρέπει να περιλαμβάνονται κατάλογος των πηγών, η ακριβής αναφορά και σύνδεσμος αυτών, η επεξήγηση της συνάφειας με συγκεκριμένο ισχυρισμό ή επίδικο ζήτημα και η υπόδειξη των σχετικών αποσπασμάτων. Οι απαιτήσεις αυτές υπογραμμίζουν ότι η προσκόμιση μεταγενέστερης μαρτυρίας δεν αποτελεί τυπική διαδικαστική ενέργεια, αλλά προϋποθέτει αυξημένη τεκμηρίωση και αιτιολόγηση.
Συνεπώς, παρότι το Δικαστήριο διαθέτει, στο πλαίσιο της ex nunc δικαιοδοσίας του, τη δυνατότητα συνεκτίμησης μεταγενέστερων στοιχείων, η δυνατότητα αυτή ασκείται μόνον εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις που τάσσουν οι διαδικαστικοί κανονισμοί και η σχετική νομολογία, και υπό την προϋπόθεση ότι το αιτούμενο αποδεικτικό υλικό είναι ουσιώδες, συναφές και αναγκαίο για την ορθή και δίκαιη επίλυση της υπόθεσης.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Εξέτασα με προσοχή τις θέσεις των διαδίκων, στη βάση του συνόλου του ενώπιόν μου υλικού, του εφαρμοστέου νομικού πλαισίου και των νομολογιακών κατευθύνσεων που διέπουν αιτήσεις προσαγωγής μαρτυρίας. Επισημαίνω εξαρχής ότι το παρόν Δικαστήριο, λόγω της φύσης της δικαιοδοσίας του, ασκεί πλήρη και ex nunc έλεγχο και δύναται, κατ' αρχήν, να λάβει υπόψη και μεταγενέστερα έγγραφα ή στοιχεία. Η δυνατότητα αυτή, ωστόσο, δεν είναι απεριόριστη, αλλά τελεί υπό τις σωρευτικές προϋποθέσεις του Κανονισμού 10, και ιδίως υπό την προϋπόθεση ότι το αιτούμενο αποδεικτικό υλικό είναι ουσιώδες, αντικειμενικά ελέγξιμο και ικανό να αυξήσει σημαντικά τις πιθανότητες ευδοκίμησης της προσφυγής. Η απλή μεταγενέστερη χρονολογία ενός εγγράφου ή η αφηγηματική επέκταση ήδη γνωστών ισχυρισμών δεν αρκούν, αφ' εαυτών, για να θεμελιώσουν παραδεκτή προσαγωγή μαρτυρίας.
Επί του πρώτου σκέλους, ήτοι της ένορκης δήλωσης του Αιτητή που επιδιώκεται να προσαχθεί, διαπιστώνω ότι το περιεχόμενό της δεν εισάγει ποιοτικά νέο αποδεικτικό δεδομένο ανεξάρτητο από το ήδη εξετασθέν υλικό, αλλά στην ουσία αποτελεί εμβάθυνση των πραγματικών γεγονότων που ήδη ανέφερε, σε περιγραφικό επίπεδο. Ο Αιτητής ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου είχε δηλώσει πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω των οικονομικών ζητημάτων, ότι η οικονομική κατάσταση στο Ιράκ δεν ήταν καλή και περαιτέρω ότι η Τουρκία μερικές φορές βομβαρδίζει τη περιοχή για να χτυπήσει το ΡΚΚ. Πρόσθεσε πως το 2014 εγκαταστάθηκαν στις ορεινές περιοχές, λόγω της γενικής ανασφάλειας που επικρατούσε, η οποία οφειλόταν στην άνοδο του ISIS, ωστόσο οι μαχητές Peshmerga εξάλειψαν από τη περιοχή τους ISIS, και υπό τον φόβο μήπως επιστρέψουν, παρέμειναν στις ορεινές περιοχές, προληπτικά, μέχρι το έτος 2018.
Επί της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης του Αιτητή, ισχυρίζεται πως ο πατέρα του βασανίστηκε και φέρει χτυπήματα στο κεφάλι από τζιχαντιστές (ISIS), ότι η πατρική οικία του και τα επαγγελματικά υποστατικά τους καταστράφηκαν από επιθέσεις των ISIS, αναγκάζοντας τον ίδιο και την οικογένεια του να εγκατασταθούν σε ορεινές περιοχές για να σώσουν τις ζωές τους (παράγραφος 5 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης).
Οι αναφορές της ένορκης δήλωσης εμφανίζονται γενικές, λακωνικές και χωρίς να συνοδεύονται από αυτοτελή, αντικειμενικά ή ανεξάρτητα στοιχεία που να διαφοροποιούν ουσιωδώς την αποδεικτική βάση της υπόθεσης. Πρόκειται για αναφορές που τοποθετούνται χρονικά την περίοδο πριν την εγκατάσταση του Αιτητή και της οικογένειας του στις ορεινές περιοχές, και ως εκ τούτου θα μπορούσαν να τεθούν κατά το στάδιο της συνέντευξης και τα οποία δεν αναδύθηκαν μεταγενέστερα. Παρατηρώ ωστόσο, ότι ουδεμία αναφορά επί των γεγονότων αυτών δεν εντοπίζεται στην συνέντευξή του Αιτητή.
Ως προς τα έγγραφα που επιθυμεί να προσκομίσει, επισημαίνω τα ακόλουθα:
Το Τεκμήριο 1 αποσύρθηκε από τη συνήγορο του Αιτητή και ως εκ τούτου δεν θα απασχολήσει περαιτέρω το Δικαστήριο.
Το Τεκμήριο 2 συνίσταται σε φωτογραφικό υλικό (τρία αντίγραφα φωτογραφιών). Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, το εν λόγω υλικό φέρεται να απεικονίζει τον πατέρα του, την πατρική του οικία, καθώς και επαγγελματικά υποστατικά της οικογένειάς του. Ωστόσο, δεν καθίσταται δυνατή η εξακρίβωση ότι το εικονιζόμενο πρόσωπο είναι πράγματι ο πατέρας του Αιτητή, ούτε προκύπτει οποιαδήποτε εμφανής σωματική βλάβη, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται. Περαιτέρω, οι λοιπές φωτογραφίες απεικονίζουν κατεστραμμένα κτίρια, χωρίς να δύναται να εξακριβωθεί η τοποθεσία τους, ούτε ότι τα εν λόγω κτίρια συνιστούν την πατρική οικία του Αιτητή ή τα επαγγελματικά υποστατικά της οικογένειάς του. Επιπλέον, το εν λόγω φωτογραφικό υλικό δεν συνιστά, αφ’ εαυτού, αποδεικτικό στοιχείο ότι τα περιγραφόμενα γεγονότα έλαβαν χώρα, και δη ότι επρόκειτο για επίθεση από την οργάνωση ISIS. Ως εκ τούτου, το Τεκμήριο 2 δεν εισάγει νέο, αυτοτελές και αποφασιστικής σημασίας αποδεικτικό υλικό ικανό να επηρεάσει την έκβαση της υπόθεσης στο παρόν στάδιο της διαδικασίας.
Καταλήγω συνεπώς ότι τα έγγραφα που ο Αιτητής επιδιώκει να προσκομίσει, εξεταζόμενα σε συνδυασμό με την ένορκη δήλωσή του, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του Κανονισμού 10 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να χαρακτηριστούν ως οψιγενές αποδεικτικό υλικό. Πρόκειται, κατά κύριο λόγο, για ιδιωτικά έγγραφα και διεύρυνση του ίδιου πραγματικού αφηγήματος, χωρίς την προσθήκη αντικειμενικά ελέγξιμων, ανεξάρτητων ή αποφασιστικής σημασίας στοιχείων, ικανών να διαφοροποιήσουν ουσιωδώς την αποδεικτική βάση της υπόθεσης.
Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης δεν προκύπτει οποιαδήποτε αναφορά ή επαρκής αιτιολόγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους τα εν λόγω έγγραφα δεν προσκομίστηκαν κατά το στάδιο της συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ούτε διευκρινίζεται πότε και υπό ποιες συνθήκες περιήλθαν στην κατοχή του Αιτητή. Η παράλειψη αυτή είναι καθοριστικής σημασίας, καθότι, σύμφωνα με τις ρητές πρόνοιες του Κανονισμού 10, η αποδοχή μεταγενέστερης μαρτυρίας προϋποθέτει όπως ο αιτητής καταδείξει ότι, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα σχετικά στοιχεία κατά την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησής του ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του.
Υπό τα δεδομένα αυτά, και παρά τη διευρυμένη ex nunc δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, καταλήγω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αποδοχή της αίτησης προσαγωγής μαρτυρίας. Η αιτούμενη μαρτυρία δεν προσφέρεται ως ουσιώδης και ικανή να μεταβάλει ουσιωδώς την πιθανότητα χορήγησης διεθνούς προστασίας, αλλά περιορίζεται σε αφηγηματική επέκταση στοιχείων που ήδη τέθηκαν ενώπιον της Διοίκησης.
Ως εκ τούτου, για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω, η ενδιάμεση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €400 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Δίδονται οδηγίες στην πλευρά του Αιτητή όπως καταχωρίσει γραπτή αγόρευση εντός έξι (6) εβδομάδων από σήμερα, με ρήτρα απόρριψης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, λαμβανομένου υπόψη ότι η Ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση καταχωρίστηκε στις 15.01.2025 και, ως εκ τούτου, είναι ήδη ιδιαιτέρως καθυστερημένη. Ακολούθως, δίδονται οδηγίες όπως οι Καθ’ ων η αίτηση καταχωρίσουν τη δική τους γραπτή αγόρευση εντός έξι (6) εβδομάδων μετά την καταχώριση της αγόρευσης του Αιτητή και, εν συνεχεία, όπως καταχωριστεί απαντητική γραπτή αγόρευση εντός δύο (2) εβδομάδων μετέπειτα.
Η υπόθεση ορίζεται για Οδηγίες στις 10.06.2026 και ώρα 10:00 π.μ.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο