ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
20 Φεβρουαρίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
L.A.
από Νιγηρία
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Η Αιτήτρια εμφανίζεται αυτοπροσώπως
Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Ει. Παραδεισιώτη (κα) και Α. Παπαδοπούλου (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
[Αντρέας Χ’’Σάββας- Διερμηνέας, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα]
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 19.09.2023, με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση της Αιτήτριας, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο οποίος κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).
Η Αιτήτρια κατάγεται από τη Δημοκρατία της Νιγηρίας την οποία εγκατέλειψε στις 19.11.2021 και στις 05.03.2023 εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, μέσω των μη ελεγχόμενων περιοχών. Στις 17.03.2023 υπέβαλε αίτηση για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας και στις 12.09.2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στην Αιτήτρια από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος υπέβαλε στις 14.09.2023 Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου υπάλληλος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 19.09.2023 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτήν στις 12.01.2024 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ίδιας ημερομηνίας. Με την υπό κρίση προσφυγή ο Αιτητής αμφισβητεί την εν λόγω απόφαση.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η Αιτήτρια, η οποία εμφανίζεται αυτοπροσώπως στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας δεν παραθέτει έκθεση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση της αλλά ούτε και εξειδικεύει οποιονδήποτε λόγο ακυρώσεως της επίδικης απόφασης. Καταγράφει δε, στο χειρόγραφα συμπληρωμένο Έντυπο αρ. 1,[1] την ένσταση της εναντίον της προσβαλλόμενης απόφασης ισχυριζόμενη τα ακόλουθα: «Δεν μπορώ να γυρίσω πίσω στην χώρα μου, έχω πρόβλημα υγείας, έκανα όλες τις εξετάσεις δεν βρήκαν τίποτα, προέρχεται από μαύρη μαγεία, άμα γυρίσω πίσω θα με σκοτώσουν με αυτόν τον τρόπο και στην χώρα μου δεν υπάρχουν ιατροί και νοσοκομεία».
Κατά την γραπτή της αγόρευση, η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι άρρωστη και ότι εδώ
και ένα έτος εισέρχεται και εξέρχεται του νοσοκομείου, ενώ τον τελευταίο μήνα η κατάστασή της είναι μόνιμη. Ανέφερε ότι υποβλήθηκε σε σειρά εξετάσεων, χωρίς να προκύψει κάποιο εύρημα, και ότι η ίδια γνωρίζει πως πρόκειται για μαύρη μαγεία. Δήλωσε ότι λάμβανε βοήθεια από το νοσοκομείο στην Κύπρο και ότι την παρακολουθούσε ειδικός, επισημαίνοντας ότι η επιστροφή της στη Νιγηρία θα επηρεάσει την υγεία της, καθώς, όπως ανέφερε, δεν υπάρχουν κατάλληλες ιατρικές διευκολύνσεις στη χώρα της.
Περαιτέρω, δήλωσε ότι η επιστροφή της στη χώρα της θα συνιστούσε για την ίδια έναν «ψυχικό θάνατο», λόγω του ότι, όπως ανέφερε, απειλείται εκεί πνευματικά και δεν αισθάνεται ασφαλής, ακόμη και με το παιδί της να βρίσκεται στη Νιγηρία. Δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει, καθώς, σύμφωνα με όσα ανέφερε, θα της ζητηθεί να υποβληθεί σε περιτομή βάσει των παραδόσεων.
Πρόσθεσε ότι υπάρχουν ψυχικά τραύματα από τα οποία έχει θεραπευτεί και από τα οποία έχει απομακρυνθεί, και ότι η επιστροφή της στη Νιγηρία θα επηρέαζε την κατάστασή της. Δήλωσε επίσης ότι φέρει την αποκλειστική ευθύνη φροντίδας του παιδιού της και ότι δεν θα είχε την ευκαιρία να το πράξει σε περίπτωση επιστροφής.
Τέλος, ανέφερε ότι η υγεία της έχει βελτιωθεί τους τελευταίους μήνες κατά την παραμονή της στην Κύπρο και ότι, εάν επιστραφεί στη Νιγηρία, δεν θα λαμβάνει την κατάλληλη βοήθεια, ενώ θεωρεί ότι έχει καλύτερες ευκαιρίες να αναπτυχθεί στην Κύπρο.
Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση, υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι η απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του συντάγματος και των Νόμων, καθώς και ότι η Αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης το οποίο βαραίνει την ίδια, και δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο λόγο δίωξης για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο αρ. 3 (1) του Περί Προσφύγων Νόμου.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ
Ως έχω ήδη παρατηρήσει και ανωτέρω, κανένας συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης δεν προβάλλεται και κατά μείζονα λόγο δεν αιτιολογείται από την Αιτήτρια στο πλαίσιο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας. Δεδομένου ωστόσο του γεγονότος ότι η Αιτήτρια εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου προσωπικά, ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Διαδικαστικός Κανονισμός») την απαλλάσσει από την υποχρέωση καθορισμού των νομικών σημείων, εφόσον δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο.
Ανάλογη όμως χαλάρωση, δεν προβλέπεται αναφορικά με την υποχρέωση για συμμόρφωση με την πρόνοια του Κανονισμού 4 του Διαδικαστικού Κανονισμού, ο οποίος διέπει τον καταρτισμό και καταχώριση της αίτησης ακυρώσεως, καθώς είναι ο αιτητής που έχει ιδιάζουσα γνώση τόσο των γεγονότων της υπόθεσής του όσο και των λόγων για τους οποίους η προσβαλλόμενη πράξη ή απόφαση θίγει τα συμφέροντα του. Δεν θα ήταν άλλωστε παραδεκτό για το Δικαστήριο να παρέμβει στην ανίχνευση του παραπόνου του προσφεύγοντος, προσδιορίζοντας και το επίδικο θέμα της δίκης.
Συνεπώς η Αιτήτρια δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση, τουλάχιστον με την γραπτή της αγόρευση, να παραθέσει τους λόγους για τους οποίους αντιτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και να συγκεκριμενοποιήσει γιατί η επίδικη πράξη είναι λανθασμένη καθώς και γιατί αυτή θα πρέπει να ανατραπεί, λαμβανομένης υπόψη της δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου.[2]
Δεδομένων των ως άνω, ενόψει της μη συμπερίληψης οιουδήποτε νομικού ισχυρισμού στην παρούσα αίτηση, απομένει η επί της ουσίας εξέταση της παρούσας αιτήσεως ακυρώσεως, αφού η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατόπιν αίτησης η οποία υποβλήθηκε στην αρμόδια διοικητική αρχή μετά την 20ή Ιουλίου 2015 [αρθ. 11(3)(β)(α) του Νόμου 73(I)/2018] και συνεπώς το Δικαστήριο διατηρεί εξουσία να εξετάσει και επί της ορθότητάς της, την προσβαλλόμενη απόφαση, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που διέπουν την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου.
Στη βάση λοιπόν των ως άνω, έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.
Ειδικότερα, παρατηρώ ότι στο πλαίσιο της υποβληθείσας αίτησής της για διεθνή προστασία και ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια κατέγραψε πως φέρει την ευθύνη φροντίδας της ανήλικης κόρης της, των τεσσάρων αδελφών της, της μητέρας της και της θείας της. Επισήμανε ότι η μητέρα της απασχολείται στον αγροτικό τομέα, πλην όμως το εισόδημά της είναι ιδιαίτερα χαμηλό και ανεπαρκές για την κάλυψη των βασικών αναγκών της οικογένειας. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο κύριος λόγος μετάβασής της στο εξωτερικό ήταν η αναζήτηση εργασίας, καλύτερων επαγγελματικών προοπτικών και οικονομικής σταθερότητας, προκειμένου να εξασφαλίσει ένα αξιοπρεπές μέλλον για την κόρη της και την οικογένειά της, καθώς και, σε μεταγενέστερο χρόνο, τη δυνατότητα οικογενειακής επανένωσης με την κόρη της στην Ευρώπη (βλ. Ερ. 1 του διοικητικού φακέλου).
Kατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας, γεννηθείσα στην περιοχή Benin, Πολιτεία Edo, στην οποία μεγάλωσε. Ως ανέφερε, δεν είναι παντρεμένη, ενώ φέρει μια ανήλικη κόρη η οποία βρίσκεται στην Νιγηρία. Πρόσθεσε ότι η μητέρα της διαμένει στην περιοχή Benin, μαζί με τις δύο αδελφές της και τους τρεις αδελφούς της. Είναι χριστιανή στο θρήσκευμα και ανήκει στην φυλή isoko. Ως προς το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο δήλωσε πως είναι απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ομιλεί Αγγλικά. Τέλος, δήλωσε ότι στην χώρα καταγωγής της εργάστηκε στην παρασκευή και πώληση φαγητού καθώς και στον αγροτικό τομέα σε παλαιότερη περίοδο.
Εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της στις 19.11.2021 κάνοντας χρήση του διαβατηρίου της και φοιτητικής άδειας ( student visa) και μετέβη στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και ακολούθως εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, δήλωσε κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης της, ότι έπραξε αυτό προκειμένου να έρθει στην Κύπρο για να εργαστεί και να στηρίξει οικονομικά την οικογένειά της. Ανέφερε ότι επιθυμεί να βοηθήσει ώστε η μητέρα της να σταματήσει να εργάζεται στον αγροτικό τομέα και η κόρη της να μπορέσει να φοιτήσει σε πανεπιστήμιο.
Σε ερώτηση εάν υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος λόγος για τον οποίο αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα της, πέραν όσων έχει ήδη αναφέρει, απάντησε αρνητικά.Ερωτηθείσα τί θα μπορούσε να συμβεί εάν επιστρέψει στη Νιγηρία, δήλωσε ότι η ίδια είναι το πρόσωπο που στηρίζει οικονομικά την οικογένειά της και ότι, σε περίπτωση επιστροφής της, οι σπουδές των αδελφών της θα διακοπούν. Ανέφερε επίσης ότι ο πατέρας της κόρης της δεν παρέχει ουσιαστική οικονομική στήριξη. Τόνισε ότι επιθυμεί να μπορεί να συντηρεί την οικογένειά της και να διασφαλίσει ότι η κόρη της θα μορφωθεί και θα ολοκληρώσει τις σπουδές της. Τέλος, ερωτηθείσα εάν οι αρχές της χώρας της θα της επέτρεπαν να επιστρέψει, απάντησε καταφατικά.
Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση
Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων η Αιτήτρια παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της από τους Καθ' ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε δύο ισχυρισμούς:
Ο πρώτος ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας και ο δεύτερος ισχυρισμός αφορούσε τον ισχυρισμό ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της για λόγους οικονομικού περιεχομένου. Αμφότεροι οι ισχυρισμοί της έγιναν αποδεκτοί, καθώς κρίθηκε ότι η Αιτήτρια ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς πληροφορίες.
Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ενόψει των ισχυρισμών οι οποίοι έγιναν αποδεκτοί, ήτοι των προσωπικών στοιχείων της Αιτήτριας, και το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της για λόγους οικονομικού περιεχομένου, ο Λειτουργός, αφού έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας (ήτοι υγιή ενήλικα, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα υγείας, με στοιχειώδη μόρφωση, η οποία δεν παρουσιάζει στοιχεία ευαλωτότητας) και την κατάσταση ασφαλείας στην Νιγηρία στην Πολιτεία Edo, έκρινε ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα στην πολιτεία Edo.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως η Αιτήτρια κατά την επιστροφή της στην Νιγηρία, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, αφού στην περιοχή διαμονής της, την πόλη Benin, της Πολιτείας Edo, δεν παρατηρούνται συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Τα όσα υπέβαλε η Αιτήτρια κατά την ακροαματική διαδικασία
Κατά την ακροαματική διαδικασία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν ανέφερε κατά τη συνέντευξή της τους ισχυρισμούς περί μαύρης μαγείας και περιτομής, επειδή όταν ήρθε πίστευε ότι δεν θα την πιστέψουν. Ανέφερε ότι εδώ και τρία χρόνια που βρίσκεται στην Κύπρο είναι άρρωστη λόγω μαύρης μαγείας. Δήλωσε ότι πλέον μπορεί να επιβεβαιώσει πως πρόκειται για μαύρη μαγεία, διότι επί τρία χρόνια επισκεπτόταν το νοσοκομείο και οι γιατροί δεν έβρισκαν τίποτα. Υποστήριξε ότι, εάν επιστραφεί στη χώρα της, αυτό θα ισοδυναμεί με ποινή θανάτου για την ίδια, ότι η ιστορία της είναι περίπλοκη και ότι, εάν επιστρέψει, δεν θα έχει τίποτα.
Κληθείσα να διευκρινίσει τον ισχυρισμό της ως προς τον ακρωτηριασμό των γεννητικών της οργάνων (ΑΓΓΟ) ως αυτός αναπτύσσεται στη γραπτή της αγόρευση, η Αιτήτρια ανέφερε ότι γέννησε παιδί σε νεαρή ηλικία και ότι της ειπώθηκε πως όφειλε να υποβληθεί σε ακρωτηριασμό, πλην όμως δεν προέβη σε αυτόν. Δήλωσε ότι, κατά την παιδική της ηλικία, θα έπρεπε να υποβληθεί σε ακρωτηριασμό σύμφωνα με τα έθιμα της περιοχής καταγωγής της μητέρας της, γεγονός το οποίο η ίδια αρνήθηκε, χαρακτηρίζοντάς το ως παράδοση. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, σε σχέση με την ασθένειά της, δεν γνωρίζει πού βρίσκεται η μητέρα της και ότι θα πρέπει να επιστρέψει στη Νιγηρία προκειμένου να υποβληθεί σε ακρωτηριασμό.
Σε ερώτηση του Δικαστηρίου εάν έχει οτιδήποτε άλλο να προσθέσει, η Αιτήτρια δήλωσε ότι, κατά την άφιξή της στην Κύπρο, δεν ανέφερε τα προβλήματα υγείας της, διότι θεωρούσε ότι δεν θα γινόταν πιστευτή και δεν πίστευε ότι αυτά θα εξελίσσονταν σε σοβαρά. Σε παρατήρηση του Δικαστηρίου ότι τα προβλήματα υγείας της εμφανίστηκαν μετά την άφιξή της στην Κύπρο και όχι στη Νιγηρία, απάντησε καταφατικά.
Ερωτηθείσα για ποιο λόγο θεωρεί ότι το ζήτημα συνδέεται με τη χώρα καταγωγής της και ότι αποδίδει την κατάστασή της σε μαύρη μαγεία, απάντησε ότι αυτό οφείλεται στην οικογένειά της και στην περιοχή από την οποία κατάγεται. Σε ερώτηση εάν αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας όσο βρισκόταν στη Νιγηρία, απάντησε αρνητικά, δηλώνοντας ότι ήταν καλά.
Σε ερώτηση του Δικαστηρίου ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα υγείας της, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τους ιατρούς στην Κύπρο, δεν διαπιστώνεται παθολογικό εύρημα, η Αιτήτρια δήλωσε ότι πρόκειται για μαύρη μαγεία και ότι το πρόβλημα είναι ψυχολογικής φύσεως, αναφέροντας ότι επί τρία έτη υποβάλλεται σε ιατρικές εξετάσεις χωρίς να εντοπίζεται οποιαδήποτε αιτία. Ερωτηθείσα ποιος της άσκησε τη μαύρη μαγεία, απάντησε ότι δεν γνωρίζει την προέλευσή της.
Ερωτηθείσα εάν αναχώρησε από τη Νιγηρία λόγω της κατάστασης της υγείας της, απάντησε ότι αυτό αποτέλεσε έναν από τους λόγους αναχώρησής της. Σε διευκρινιστική ερώτηση ως προς το τι ακριβώς αισθανόταν και ποιο ήταν το πρόβλημα υγείας της, δήλωσε ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα στο στομάχι, το οποίο και αποτέλεσε το μοναδικό σχετικό σύμπτωμα. Πρόσθεσε ότι μετέβη στο εξωτερικό με σκοπό να βελτιώσει τη ζωή της, χωρίς ωστόσο να μπορεί να δηλώσει εάν η παρούσα κατάστασή της είναι πράγματι καλύτερη.
Τέλος, σε ερώτηση εάν το τέκνο της βρίσκεται στη Νιγηρία, απάντησε καταφατικά, προσθέτοντας ότι, εάν είχε τη δυνατότητα, θα το έφερνε στην Κύπρο.
Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Έκθεση/Εισήγηση του Λειτουργού όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αφορά την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ και τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, συμφωνώ και συντάσσομαι πλήρως με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση. Η Αιτήτρια δήλωσε με συνέπεια ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας, γεννηθείσα και μεγαλωμένη στην πόλη Benin της Πολιτείας Edo, όπου διαμένει η μητέρα της και τα λοιπά μέλη της οικογένειάς της. Οι σχετικές δηλώσεις της κρίθηκαν επαρκείς, σαφείς και χωρίς εσωτερικές αντιφάσεις και δεν αμφισβητούνται. Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής της Αιτήτριας ήταν πράγματι η πόλη Benin της Πολιτείας Edo, όπου είχε αναπτύξει σταθερούς κοινωνικούς και οικογενειακούς δεσμούς, εργαζόταν στον αγροτικό τομέα και στην παρασκευή και πώληση φαγητού και όπου εξακολουθεί να διαμένει η ανήλικη κόρη της. Συνεπώς, ορθώς η αξιολόγηση κινδύνου εστιάστηκε στην Πολιτεία Edo και συγκεκριμένα στην πόλη Benin.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της, από τη μελέτη του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι, τόσο στο στάδιο της αίτησης όσο και κατά τη συνέντευξή της, η Αιτήτρια ανέφερε με σαφήνεια ότι ο κύριος και αποκλειστικός λόγος αναχώρησής της από τη Νιγηρία ήταν οικονομικός. Ειδικότερα, δήλωσε ότι επιθυμούσε να εργαστεί στο εξωτερικό προκειμένου να στηρίξει οικονομικά την οικογένειά της, να εξασφαλίσει καλύτερες προοπτικές για την ανήλικη κόρη της και, σε μεταγενέστερο χρόνο, να επιτύχει οικογενειακή επανένωση.
Επισημαίνεται ότι, σε ρητή ερώτηση κατά το στάδιο της συνέντευξης, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά ως προς την ύπαρξη οποιουδήποτε άλλου λόγου αναχώρησης από τη χώρα καταγωγής της. Περαιτέρω, δήλωσε ότι οι αρχές της Νιγηρίας θα της επέτρεπαν να επιστρέψει και δεν ανέφερε κανένα περιστατικό δίωξης, απειλής ή κακομεταχείρισης σε βάρος της πριν την αναχώρησή της. Οι δηλώσεις αυτές ενισχύουν το συμπέρασμα ότι η αρχική της αφήγηση ήταν σαφώς προσανατολισμένη σε λόγους οικονομικής μετανάστευσης και όχι σε λόγους διεθνούς προστασίας.
Αναφορικά με τους μεταγενέστερους ισχυρισμούς περί μαύρης μαγείας, κατάστασης υγείας και ΑΓΓΟ
Κατά την ακροαματική διαδικασία, η Αιτήτρια προέβαλε για πρώτη φορά ισχυρισμούς περί άσκησης μαύρης μαγείας εις βάρος της, συναφούς προβλήματος υγείας και κινδύνου ακρωτηριασμού των γεννητικών της οργάνων (ΑΓΓΟ). Οι εν λόγω ισχυρισμοί, ωστόσο, παρουσιάζουν σοβαρές ελλείψεις ως προς την εσωτερική τους αξιοπιστία.
Ειδικότερα, η ίδια παραδέχθηκε ότι δεν είχε προβάλει τους ανωτέρω ισχυρισμούς ούτε κατά την υποβολή της αίτησής της για διεθνή προστασία ούτε κατά τη διοικητική συνέντευξη, παρά το γεγονός ότι της παρασχέθηκε επανειλημμένως η δυνατότητα να εκθέσει πλήρως και αναλυτικά τους λόγους αναχώρησής της από τη χώρα καταγωγής της. Η αιτιολογία που προέβαλε, ήτοι ότι φοβόταν πως δεν θα γίνει πιστευτή, δεν κρίνεται επαρκής και πειστική, ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται όλως όψιμα και μετά την έκδοση αρνητικής διοικητικής απόφασης.
Περαιτέρω, η Αιτήτρια δήλωσε ρητώς ότι τα προβλήματα υγείας που επικαλείται εμφανίστηκαν μετά την άφιξή της στην Κυπριακή Δημοκρατία και όχι κατά το χρόνο διαμονής της στη Νιγηρία. Το γεγονός αυτό αποδυναμώνει ουσιωδώς τον ισχυρισμό περί αιτιώδους συνάφειας των εν λόγω προβλημάτων με τη χώρα καταγωγής της ή με περιστατικά που φέρονται να έλαβαν χώρα εκεί. Επιπλέον, η απόδοση της κατάστασής της σε «μαύρη μαγεία» παραμένει απολύτως αόριστη και μη συγκεκριμένη, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένο πρόσωπο, γεγονός ή χρονικό πλαίσιο, ενώ η ίδια παραδέχθηκε ότι, κατόπιν επανειλημμένων ιατρικών εξετάσεων στην Κύπρο, δεν έχει διαπιστωθεί οποιοδήποτε παθολογικό εύρημα. Κατά συνέπεια, οι ισχυρισμοί της περί κατάστασης υγείας δεν στοιχειοθετούν πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης ούτε συνδέονται αντικειμενικώς με λόγους διεθνούς προστασίας.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί κινδύνου ακρωτηριασμού των γεννητικών της οργάνων, η ίδια δήλωσε ότι δεν έχει υποβληθεί σε ΑΓΓΟ, ότι στο παρελθόν αρνήθηκε σχετική πρακτική και ότι ο ισχυρισμός της σχετίζεται κυρίως με έθιμα ή «παραδόσεις» της περιοχής καταγωγής της μητέρας της. Ωστόσο, δεν επικαλέστηκε κανένα συγκεκριμένο περιστατικό εξαναγκασμού, απειλής ή άμεσου και επικείμενου κινδύνου, ούτε προκύπτει ότι αντιμετώπισε τέτοιον κίνδυνο πριν από την αναχώρησή της από τη Νιγηρία, στοιχείο που υπονομεύει περαιτέρω την αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού.
Συνεπώς, οι ανωτέρω ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν πληρούν το κατώφλι εσωτερικής αξιοπιστίας, καθότι προβάλλονται σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας χωρίς επαρκή και πειστική αιτιολόγηση για τη μη έγκαιρη προβολή τους και χαρακτηρίζονται από αοριστία, γενικότητα και ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς τα κρίσιμα πραγματικά τους στοιχεία.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των εν λόγω ισχυρισμών, το Δικαστήριο κρίνει ότι, ενόψει της ανωτέρω παντελούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής και της όψιμης προβολής τους, δεν γεννάται ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης της εξωτερικής τους συνοχής μέσω αναφοράς σε αντικειμενικές και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης σχετικά με τη χώρα καταγωγής. Η αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας προϋποθέτει την ύπαρξη ενός ελάχιστα συνεκτικού και αξιόπιστου πυρήνα πραγματικών περιστατικών, ικανού να αποτελέσει αντικείμενο σύγκρισης με τις επικρατούσες συνθήκες στη χώρα προέλευσης. Όταν, όμως, όπως στην προκειμένη περίπτωση, το αφήγημα του αιτητή καταρρέει εσωτερικά στα ουσιώδη του στοιχεία λόγω της αοριστίας, της αντιφατικότητας και της καθυστερημένης προβολής κρίσιμων ισχυρισμών, η προσφυγή σε πληροφορίες COI (Country of Origin Information) καθίσταται αλυσιτελής και μη αναγκαία.
Επί τούτου, σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο εγχειρίδιο της EASO (νυν EUAA), Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System[3], σελ.169 όπου διαλαμβάνονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα:
«This will be necessary insofar as the rationale of the judgment relies on the appreciation of conditions prevailing in the country of origin. This would not be the case in all situations. For example, it may well be unnecessary in respect of a negative credibility finding based on a blatant lack of internal consistency or on unsatisfactorily explained discrepancies and variations on the essential elements of a claim, nor a fortiori if an appeal is rejected on inadmissibility grounds.»
Η ως άνω προσέγγιση έχει επιβεβαιωθεί και στη νομολογία του Κυπριακού Εφετείου, το οποίο, στην FERDINAND EBELE EWELUKWA[4] επανέλαβε ότι η διοίκηση δεν υποχρεούται να προβεί σε εξέταση εξωτερικών πηγών πληροφοριών όταν ο εξεταζόμενος ισχυρισμός δεν πληροί το κατώφλι εσωτερικής αξιοπιστίας που να δικαιολογεί τέτοια περαιτέρω ανάλυση.
Ενόψει των πιο πάνω, οι όψιμοι αυτοί ισχυρισμοί της Αιτήτριας απορρίπτονται ως αναξιόπιστοι.
Έχοντας ίνδυνος το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου και εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, προχωρώ στην εξέταση των νομικών προϋποθέσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας και στο κατά πόσο αυτές συντρέχουν εν προκειμένω, λαμβάνοντας υπόψη αποκλειστικά τους αποδεκτούς και τεκμηριωμένους ισχυρισμούς της Αιτήτριας.
Από το σύνολο των δηλώσεων της ίδιας της Αιτήτριας προκύπτει ότι η αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της συνδέεται πρωτίστως με την αναζήτηση εργασίας, καλύτερων επαγγελματικών προοπτικών και οικονομικής σταθερότητας, με σκοπό τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της ίδιας και της οικογένειάς της. Υπό τα δεδομένα αυτά, η Αιτήτρια εμπίπτει στην έννοια του οικονομικού μετανάστη, όπως αυτή προσδιορίζεται και στο Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ, όπου στην παράγραφο 62 αναφέρεται ότι:
«Μετανάστης είναι το πρόσωπο που για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στον ορισμό εγκαταλείπει οικειοθελώς τη χώρα του με σκοπό να εγκατασταθεί αλλού. Μπορεί δε να ωθείται από την επιθυμία για αλλαγή ή για περιπέτεια ή από οικογενειακούς ή της προσωπικούς λόγους. Εάν ωθείται αποκλειστικά από οικονομικά κίνητρα, είναι οικονομικός μετανάστης και όχι πρόσφυγας.»
Της έχει κατ’ επανάληψη νομολογηθεί, οι οικονομικοί μετανάστες δεν εμπίπτουν στην έννοια του πρόσφυγα[5].
Περαιτέρω, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 18 του περί Προσφύγων Νόμου και ιδίως του εδαφίου (5) αυτού, εναπόκειται πρωτίστως στην Αιτήτρια η υποχρέωση να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την τεκμηρίωση της αίτησής της, προβάλλοντας κατά τρόπο συνεπή και αξιόπιστο όλους τους ουσιώδεις ισχυρισμούς και προσκομίζοντας τα συναφή στοιχεία που έχει στη διάθεσή της. Εν προκειμένω, ωστόσο, η Αιτήτρια δεν προέβαλε κανέναν σαφή, συγκεκριμένο και ευλογοφανή ίνδυνος ο οποίος να θεμελιώνει αντικειμενικώς φόβο δίωξης ή ίνδυνος σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, παρά το γεγονός ότι της δόθηκε η δυνατότητα να το πράξει τόσο κατά το διοικητικό όσο και κατά το παρόν στάδιο της διαδικασίας.
Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος διεθνή προστασία να επικαλεστεί, έστω και χωρίς την προσκόμιση τυπικών αποδεικτικών στοιχείων, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία να θεμελιώνουν, κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, προϋπόθεση η οποία εν προκειμένω δεν πληρούται[6].
Ως προς το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας στο καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας, κατ’ άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου, και ίνδυνος στο άρθρο 19(2)(γ) αυτού, στη βάση της σχετικής νομολογίας, και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης της Αιτήτριας, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής της, ήτοι την πολιτεία Edo της Νιγηρίας, στην οποία υπάγεται η πόλη Benin όπου ευλόγως αναμένεται ότι θα επιστρέψει.
Σύμφωνα λοιπόν με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πολιτεία Edo της Νιγηρίας κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 17.02.2026), καταγράφηκαν 135 περιστατικά ασφαλείας (που περιλαμβάνουν περιστατικά πολιτικής βίας, διαδηλώσεων, καταστολής, τρομοκρατικών επιθέσεων) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 107 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[7] Συγκεκριμένα στην πόλη Benin της πολιτείας Edo της Νιγηρίας που συνιστά τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, την ίδια περίοδο αναφοράς καταγράφηκαν 33 περιστατικά ασφαλείας και 11 θάνατοι. Σημειώνεται ότι ο συνολικός πληθυσμός της πολιτείας Edo ανέρχεται σε 4.777.000[8] κατοίκους και της πόλης Benin σε 1.841.000[9] κατοίκους.
Ενόψει των δεδομένων αυτών δεν προκύπτει ότι η κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της, ήτοι στην πόλη Benin της πολιτείας Edo, χαρακτηρίζεται από τέτοιο βαθμό αδιάκριτης βίας ώστε, λόγω και μόνον της παρουσίας της εκεί, να υφίσταται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας. Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν προέβαλε εξατομικευμένα στοιχεία ή προσωπικά χαρακτηριστικά που να την καθιστούν ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε ίνδυνος σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της. Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης συμπληρωματικής προστασίας.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα έχω αναφέρει, είναι η κατάληξη μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).
Καταληκτικά, λαμβάνω υπόψη μου ότι η χώρα καταγωγής της Αιτήτριας (Νιγηρία), συμπεριλαμβάνεται της χώρες που έχουν ορισθεί ως ασφαλείς χώρες ιθαγένειας σύμφωνα και με το πιο πρόσφατο Διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών ημερ. 30.05.2025 (Κ.Δ.Π. 145/2025), χωρίς εν προκειμένω να προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς ή στοιχεία που αφορούν προσωπικά στην ίδια και οι οποίοι να ανατρέπουν το τεκμήριο περί ασφαλούς χώρας καταγωγής. Ο κατάλογος των ασφαλών χωρών ιθαγένειας καθορίζεται από τον Υπουργό Εσωτερικών όταν ικανοποιηθεί βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών ότι της οριζόμενες χώρες, γενικά και μόνιμα, δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από την χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €500 έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Προβλεπόμενος τύπος στους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2019 (3/2019).
[2] Υπόθεση Αρ. 1484/2010, Κώστας Λαγός v. Yπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ημερ. 28.09.2012
[3] Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System' (2023), 136 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 08.11.2024)
[4] FERDINAND EBELE EWELUKWA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 18/2023, 31.10.2024.
[5] Βλ. ενδεικτικά Md Jakir Hossain v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υπόθεση Αρ. 2319/2006, ημερομηνίας 16.07.2008, Barakan Petrosyan κ.ά. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υπόθεση Αρ. 883/2008, ημερομηνίας 10.02.2012, Irene Ferenko v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υπόθεση Αρ. 1051/2010, ημερομηνίας 21.12.2011.
[6] Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010.
[7] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Nigeria, Edo)
[8] City Population, Nigeria, Edo State, διαθέσιμο σε https://citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA012__edo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/02/2026)
[9] City Population https://citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/ (Nigeria - Benin City) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/02/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο