ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 3639/2024
12 Φεβρουαρίου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ
E.M.I.
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας
Καθ’ ων η Αίτηση
Α. Πλιάκα (κα) για Δ. Ζησιμοπούλου Κυριάκου (κα), Δικηγόρος για Αιτητή
Κ. Χρυσοστόμου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση
[Ο Αιτητής είναι παρών]
[Παρούσα η κα Ζ. Αγαπίου, για πιστή μετάφραση από Ελληνικά σε Γαλλικά και αντίστροφα]
ΑΠΟΦΑΣΗ
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 11/06/24, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 26/08/24 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία ως άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Επίσης αιτείται την έκδοση νέας απόφασης από το Δικαστήριο επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή προς αντικατάσταση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως έχουν τεθεί στην Ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση και υποστηρίζονται από τον διοικητικό φάκελο (στο εξής αναφερόμενος ως «δ.φ.») ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α κατά τις διευκρινίσεις, έχουν ως ακολούθως:
Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό (εφεξής «ΛΔΚ) και εισήλθε παράτυπα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στις 13/05/2024 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 14/05/2024, κατά την αξιολόγηση της ευαλωτότητάς του, ο Αιτητής κρίθηκε ότι χρήζει διαδικαστικών εγγυήσεων. Συγκεκριμένα, θεωρήθηκε σκόπιμη η προτεραιοποίηση της συνέντευξής του και η κάλυψη ιδιαίτερων αναγκών διερμηνείας, όπως ζητήματα που σχετίζονται με το φύλο. Κατόπιν της ανωτέρω αξιολόγησης, ο Αιτητής κατατάχθηκε ως «μεσαίας προτεραιότητας». Στις 29/05/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, (στο εξής αναφερόμενος ως «λειτουργός») προς εξέταση του αιτήματός του για διεθνή προστασία.
Μετά τη συνέντευξη, ο λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση ημερομηνίας 11/06/2024 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Αυθημερόν εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την ανωτέρω εισήγηση και απέρριψε την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία. Στις 26/08/2024 ετοιμάστηκε απορριπτική επιστολή συνοδευόμενη με την αιτιολόγηση αυτής, η οποία επιδόθηκε στον Αιτητή δια χειρός αυθημερόν, κατόπιν μετάφρασης του περιεχομένου της στη μητρική του γλώσσα από διερμηνέα.
Στις 17/09/2024 καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή στο Δικαστήριο.
Ο Αιτητής δια της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου του, προώθησε τους ακόλουθους λόγους ακύρωσης: (α) η προσβαλλόμενη πράξη ελήφθη κατά κατάχρηση και υπέρβαση εξουσίας, αναρμοδιότητα και παράβαση της διαδικασίας, (β) η προσβαλλόμενη πράξη ελήφθη ελλείψει δέουσας έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα. Ως προς τους νομικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται σωρευτικά με τον πρώτο λόγο ακύρωσης, η ευπαίδευτη συνήγορος υποστηρίζει ότι δεν επεξηγήθηκαν στον Αιτητή τα βασικά του δικαιώματα, και συγκεκριμένα το δικαίωμά του να έχει δικηγόρο παρόντα κατά τη συνέντευξη. Ως προς τους νομικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται με τον δεύτερο λόγο ακύρωσης, η ευπαίδευτη δικηγόρος υποστηρίζει ότι δεν προμετρήθηκε η προγενέστερη βλάβη που υπέστη ο Αιτητής λόγω των απειλών που δέχθηκε, ενώ η καταχρηστική καταγραφή των δεδομένων από τον αρμόδιο λειτουργό οδήγησε σε πλάνη περί τα πράγματα και περί το νόμο. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι στην παρούσα διαδικασία παραβιάζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης, λόγω της μη δέουσας έρευνας.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση, αντικρούοντας τους προβληθέντες ισχυρισμούς, υπέβαλε διά της γραπτής της αγόρευσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από αρμόδιο και δεόντως εξουσιοδοτημένο όργανο. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός περί μη ενημέρωσης των δικαιωμάτων του Αιτητή προβάλλεται αλυσιτελώς, καθόσον δεν προσδιορίζεται η βλάβη που υπέστη ο εν λόγω Αιτητής ούτε μνημονεύεται η σχετική νομική βάση. Επιπροσθέτως, προβάλλεται ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να άρει το βάρος απόδειξης που του αναλογεί ούτε να αποδείξει τον ισχυρισμό περί κατάχρησης και υπέρβασης εξουσίας. Ακολούθως, οι Καθ’ ων αντιτείνουν ότι ο Αιτητής δεν έχει τεκμηριώσει τον ισχυρισμό περί πλάνης στην κρίση των Καθ’ ων και στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, δεδομένου ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κρίσιμα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Εν κατακλείδι, οι Καθ’ ων υποστηρίζουν ότι, εν προκειμένω, η επαναπροώθηση του Αιτητή δικαιολογείται. Ως εκ τούτου η συνήγορος των Καθ’ ων εισηγήθηκε όπως απορριφθεί η παρούσα προσφυγή και επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατόπιν επανανοίγματος της υπόθεσης την 6 Φεβρουαρίου 2026, για να διευκρινιστούν οι ισχυρισμοί που αφορούσαν την αναρμοδιότητα του λειτουργού που έλαβε τη συνέντευξη καθώς και του προσώπου που εξέδωσε την επίδικη απόφαση, η συνήγορος του Αιτητή δήλωσε ότι αποσύρει τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας οργάνου.
Λαμβάνοντας υπόψιν ότι σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας και όχι μόνο ως ακυρωτικό Δικαστήριο, προχωρώ στην εξέταση της επίδικης απόφασης σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης. Περί τούτου, κρίνω σκόπιμη την παράθεση αρχικά των ισχυρισμών του Αιτητή, ως αυτοί προβλήθηκαν καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του και των πραγματικών γεγονότων ως αυτά προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.
Κατά το στάδιο υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας ο Αιτητής κλήθηκε να καταγράψει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και τους λόγους για τους οποίους δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν. Ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του καθώς μετά τον θάνατο της μητέρας του η οικογένεια του άρχισε να τον απειλεί και να τον κατηγορεί λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Δήλωσε επίσης ότι τον βασάνισαν, τον απείλησαν και τον χτύπησαν και αφού έφυγε από το σπίτι στο οποίο διέμενε έμεινε άστεγος (βλ. ερυθρό 1 του δ.φ.).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ως τόπο καταγωγής και προηγούμενης διαμονής του την Kinshasa και συγκεκριμένα την περιοχή Kasa-Vubu όπου διέμεινε από το 2017 έως και την αναχώρηση του από τη χώρα, αναφέροντας συγχρόνως ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στη περιοχή N’djili (βλ. ερυθρό 34 1x του δ.φ.). Δήλωσε ότι είναι Χριστιανός Καθολικός ως προς το θρήσκευμα και ως προς την εθνοτική ομάδα ανήκει στους Mongo (βλ. ερυθρό 35 του δ.φ, 3 του δ.φ.). Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι άγαμος και δεν έχει τέκνα (βλ. ερυθρό 35 του δ.φ.).
Σε σχετική ερώτηση για την ύπαρξη μελών οικογένειας, δήλωσε ότι δεν έχει γνωρίσει τον πατέρα του και ότι η μητέρα του απεβίωσε στις 30/11/2019, ενώ μέλη της οικογένειας της μητέρας του εξακολουθούν να διαβιούν στη περιοχή Kasa-Vubu στη Kinshasa (βλ. ερυθρό 36 του δ.φ.). Αναφορικά με το μορφωτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και φοίτησε στο πανεπιστήμιο Institute Petroleum and Gas της περιοχής Limete, στη Kinshasa, για μερικούς μήνες, αλλά διέκοψε τις σπουδές του λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων (βλ. ερυθρό 35 1x 2x 3x 4x 5x του δ.φ.). Ως προς την ύπαρξη εργασιακής εμπειρίας ανέφερε ότι δεν έχει εργαστεί καθώς η μητέρα του τον υποστήριζε οικονομικά και μετά τον θάνατο της έμεινε άστεγος εωσότου γνώρισε μία φίλη της μητέρας του που τον βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του (βλ. ερυθρό 34 33 του δ.φ.).
Ερωτηθείς σχετικά με τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του, ο Αιτητής, κατά τη διάρκεια της ελεύθερης αφήγησης, ισχυρίστηκε ότι είναι ομοφυλόφιλος και ότι η οικογένεια της μητέρας του δεν τον αποδέχεται. Ανέφερε ότι, μετά τον θάνατο της μητέρας του, δέχθηκε απειλές ότι θα τον κάψουν ζωντανό, υπέστη σωματική κακοποίηση και στερήθηκε την τροφή λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Πρόσθεσε ότι η θεία του του είπε ότι είναι ντροπή για την οικογένεια να μένει μαζί τους και ότι θα επηρεάσει και τα άλλα παιδιά της οικογένειας ώστε να γίνουν ομοφυλόφιλοι. Ανέφερε ότι αποφάσισε να φύγει από το σπίτι το βράδυ που σκόπευαν να τον σκοτώσουν και στη συνέχεια έμεινε άστεγος.
Ακολούθως ανέφερε ότι συνάντησε μία φίλη της μητέρας του στην οποία εξήγησε την ιστορία του και η οποία αποφάσισε να τον βοηθήσει. Δήλωσε ότι μία μέρα τόσο εκείνος όσο και η φίλη της μητέρας του δέχθηκαν απειλές από την οικογένεια της μητέρας του και, κατόπιν αυτών, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα. Ανέφερε επίσης ότι, τον Φεβρουάριο του 2024, η οικογένεια της μητέρας του απείλησε τη φίλη της μητέρας του, η οποία τον βοήθησε να φύγει από τη χώρα, και της επιτέθηκαν προκειμένου να μάθουν πού βρίσκεται ο ίδιος. Επιπλέον, ανέφερε ότι στα τέλη Απριλίου δέχθηκε τηλεφώνημα από άγνωστο αριθμό και πρόσωπο, το οποίο τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσουν λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού και ότι ό,τι συνέβη στη φίλη της μητέρας του θα συμβεί και σε εκείνον (βλ. ερυθρό 33, 32 1x του δ.φ.).
Κατά το στάδιο της διερεύνησης των ισχυρισμών του Αιτητή, του τέθηκαν ερωτήματα σχετικά με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και τη διαδικασία συνειδητοποίησης που βίωσε. Αναφορικά με τα πρώιμα στάδια συνειδητοποίησης, δήλωσε ότι κατάλαβε ότι είναι ομοφυλόφιλος στην ηλικία των 13 ή 14 ετών καθώς έπαιζε με τα κορίτσια, γεγονός που τον έκανε να νιώθει καλά, προσθέτοντας ότι ήταν κάτι φυσικό για εκείνον (βλ. ερυθρό 32 2x 3x 31 1x 2x 3x του δ.φ.). Ερωτηθείς να εξηγήσει τι εννοεί όταν λέει ότι ήταν κάτι φυσικό, απάντησε ότι δεν μπορεί να το εξηγήσει (βλ. ερυθρό 31 3x του δ.φ.). Ερωτηθείς για την περίοδο που άρχισε να νιώθει έλξη προς άτομα του ίδιου φύλου, ανέφερε ότι όταν ήταν με αγόρια είχε όμορφα συναισθήματα αλλά δεν μπορούσε να τα εκμυστηρευτεί καθώς φοβόταν (βλ. ερυθρό 31 του δ.φ.).
Ερωτηθείς για τις σκέψεις του κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, δήλωσε ότι ένιωθε αγάπη για τα αγόρια (βλ. ερυθρό 31 6x του δ.φ.). Ερωτηθείς για τα συναισθήματά του, κατόπιν των δηλώσεών του περί αποδοχής του σεξουαλικού του προσανατολισμού, δήλωσε ότι ένιωθε καλά όταν βρισκόταν με άτομα του ίδιου φύλου (βλ. ερυθρό 31 του δ.φ.). Αναφορικά με τη διαδικασία αποδοχής του σεξουαλικού του προσανατολισμού, ανέφερε ότι σε ηλικία 13-14 ετών δεν αποδεχόταν ότι ήταν ομοφυλόφιλος, καθώς ένιωθε ντροπή, και ότι το 2017, όταν είχε την πρώτη του σεξουαλική επαφή, κατάφερε να το αποδεχθεί (βλ. ερυθρό 31 του δ.φ.). Ερωτηθείς να εξηγήσει τι ακριβώς εννοεί όταν αναφέρει ότι ένιωθε ντροπή, απάντησε ότι δεν ήθελε να τον κρίνουν και ότι φοβόταν ότι οι άνθρωποι γύρω του θα τον απορρίψουν (βλ. ερυθρό 31 του δ.φ.). Ερωτηθείς αν βίωσε κάποια αλλαγή αφού αποδέχθηκε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, δήλωσε ότι ένιωθε αυτοπεποίθηση (βλ. ερυθρό 30 1x του δ.φ.).
Σε σχετικά ερωτήματα αναφορικά με προηγούμενες σχέσεις του, ο Αιτητής δήλωσε ότι είχε σχέση με άτομο του ίδιου φύλου, η οποία διήρκεσε τέσσερις μήνες (βλ. ερυθρό 29 του δ.φ.). Όταν του ζητήθηκε να δώσει περισσότερες πληροφορίες για τον σύντροφο του, ανέφερε ότι περνούσαν καλά και ότι όταν άλλαξε περιοχή διαμονής σταμάτησαν να έχουν επαφές (βλ. ερυθρό 29 του δ.φ.). Όταν ερωτήθηκε τι του άρεσε στην προσωπικότητα του συντρόφου του, ανέφερε ότι ένιωθε έλξη (βλ. ερυθρό 29 του δ.φ.). Ερωτηθείς να περιγράψει την προσωπικότητα του, ανέφερε ότι ήταν ευγενικός και μεγαλύτερος του ηλικιακά (βλ. ερυθρό 29 του δ.φ.). Δήλωσε επίσης ότι είχαν εκμυστηρευτεί τη σχέση τους σε ορισμένους από τους φίλους του και, ερωτηθείς σχετικά με την αντίδρασή τους, ανέφερε ότι τον υποστήριξαν (βλ. ερυθρό 29 του δ.φ.). Ερωτηθείς να περιγράψει μία συνηθισμένη μέρα με τον σύντροφο του, ανέφερε ότι ήταν ωραία (βλ. ερυθρό 29 του δ.φ.).
Σε σχετικά ερωτήματα αναφορικά με αισθήματα στίγματος ή ντροπής που πιθανόν να βίωσε, δήλωσε ότι ένιωθε ελεύθερος να μιλάει για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό στη μητέρα του καθώς εκείνη τον υποστήριζε (βλ. ερυθρό 29 του δ.φ.). Δήλωσε επίσης ότι είχε μιλήσει για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό σε φιλικά του πρόσωπα, καθώς τον ρωτούσαν γιατί δεν έχει σχέση με κοπέλες, προσθέτοντας ότι τον αποδέχθηκαν (βλ. ερυθρό 28 του δ.φ.). Ερωτηθείς για την οικογένεια του, ανέφερε ότι δεν τους άρεσε που ήταν ομοφυλόφιλος, ότι ο ίδιος δεν ένιωθε καλά και δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η οικογένεια του τον μεταχειρίστηκε με αυτό το τρόπο (βλ. ερυθρό 28 του δ.φ.).
Σε σχετικά ερωτήματα αναφορικά με προηγούμενες εμπειρίες βλάβης που πιθανόν να έχει βιώσει, δήλωσε ότι πολλοί άνθρωποι στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό δεν συμπαθούν τους ομοφυλόφιλους αλλά δεν γνωρίζει αν η ομοφυλοφιλία είναι νόμιμη ή όχι (βλ. ερυθρό 28 του δ.φ.). Ερωτηθείς για τις απειλές που δέχθηκε λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, δήλωσε ότι η οικογένεια της μητέρας του ήθελε να τον σκοτώσει, καθώς θεωρούσαν ότι έφερνε ντροπή στην οικογένεια, προσθέτοντας ότι κάποιες φορές τον κακοποιούσαν σωματικά και τον στερούσαν από τροφή (βλ. ερυθρό 27 του δ.φ.). Ερωτηθείς για την αντίδραση του στις απειλές που έλαβε, ανέφερε ότι δεν αντέδρασε (βλ. ερυθρό 27 του δ.φ.). Ερωτηθείς για τα μέτρα που έλαβε για να προστατεύσει τον εαυτό του από τις εν λόγω απειλές, ανέφερε ότι πήγε αρκετές φορές στο αστυνομικό τμήμα και η αστυνομία ήρθε στο σπίτι του αλλά αφού έφευγαν η οικογένεια του του συμπεριφερόταν με τον ίδιο τρόπο (βλ. ερυθρό 27 του δ.φ.).
Ερωτηθείς ως προς το χρονικό διάστημα που έλαβε τις εν λόγω απειλές, δήλωσε ότι ξεκίνησαν στις 10/01/2020, 40 μέρες μετά τον θάνατο της μητέρας του (βλ. ερυθρό 27 του δ.φ.). Ερωτηθείς για το περιστατικό κατά το οποίο θα τον σκότωναν και κατάφερε να φύγει από το σπίτι, απάντησε ότι είχε ένα προαίσθημα ότι θα προέβαιναν σε πράξη εκείνη τη μέρα (βλ. ερυθρό 27 6x του δ.φ.). Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τι έγινε εκείνο το βράδυ, απάντησε ότι αν είχε μείνει, θα τον είχαν σκοτώσει (βλ. ερυθρό 27 του δ.φ.). Αναφορικά με τις απειλές που δέχθηκε όσο διαβιούσε με τη φίλη της μητέρας του, ανέφερε ότι μέλη της οικογένειας τον απείλησαν, προκειμένου να επιστρέψει στο σπίτι όπου προηγουμένως διέμενε μαζί τους (βλ. ερυθρό 26 του δ.φ.). Αναφέροντας ότι η εν λόγω απειλή έλαβε χώρα τον Φεβρουάριο του 2020, δήλωσε ότι έως τον Σεπτέμβριο του 2020, οπότε και αναχώρησε από τη χώρα, δεν δέχθηκε καμία άλλη απειλή (βλ. ερυθρό 26 του δ.φ.). Αναφορικά με το τηλεφώνημα που έλαβε από άγνωστο πρόσωπο και νούμερο, όταν του ζητήθηκε να παρέχει περισσότερες πληροφορίες, δήλωσε ότι άκουσε τη φωνή του θείου του (βλ. ερυθρό 26 του δ.φ.).
Οι εν λόγω ισχυρισμοί του Αιτητή αξιολογήθηκαν από τον λειτουργό, ο οποίος εντόπισε στην Έκθεση-Εισήγησή του τρεις (3) ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προέκυψαν από τις δηλώσεις του Αιτητή. Συγκεκριμένα:
1. Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προσωπικά στοιχεία και προφίλ του Αιτητή.
2. Σεξουαλικός προσανατολισμός του Αιτητή ως ομοφυλόφιλο άτομο.
3. Ισχυριζόμενος φόβος του Αιτητή ότι η ζωή του απειλείται από τους συγγενείς της μητέρας του.
Ως προς τον πρώτο ισχυρισμό του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και τον έκανε δεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ του Αιτητή, καθώς απάντησε σε όλα τα ερωτήματα που του τέθηκαν και οι δηλώσεις του επιβεβαιώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό σχετικά με τον σεξουαλικό προσανατολισμό του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, καθότι έκρινε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνταν επαρκών πληροφοριών και ευλογοφάνειας. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία, ο αρμόδιος λειτουργός ακολούθησε το μοντέλο αξιολόγησης DSSH (Difference, Stigma, Shame and Harm), δεδομένης της δυσκολίας που παρουσιάζουν τέτοιου είδους ισχυρισμοί, το οποίο έχει υιοθετηθεί τόσο από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία για το Άσυλο όσο και την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.
Αξιολογώντας την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού σχετικά με τον σεξουαλικό προσανατολισμό του εν λόγω Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει επαρκείς πληροφορίες επί αυτού, καθώς ότι ανέφερε μόνο ότι ήταν δεκατριών με δεκατεσσάρων ετών όταν το συνειδητοποίησε και ότι συνήθιζε να παίζει με κορίτσια. Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τη συνειδητοποίηση ότι έλκεται από άτομα του ίδιου φύλου, καθώς αναμενόταν να απαντήσει με σαφήνεια και λεπτομέρεια στα σχετικά ερωτήματα που του τέθηκαν.
Επιπλέον, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν απάντησε με σαφήνεια όσον αφορά τις σκέψεις που είχε κατά την περίοδο της συνειδητοποίησής του, καθώς και σχετικά με την αποδοχή του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Τονίζει δε ο αρμόδιος λειτουργός ότι αναμενόταν από τον Αιτητή να είναι σε θέση να εξηγήσει τα συναισθήματά του και τη διεργασία που ακολούθησε για να φτάσει σε αυτήν τη ψυχική κατάσταση. Ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι από τις δηλώσεις του Αιτητή δεν προκύπτει ευλογοφάνεια ως προς την αίσθηση της διαφορετικότητας, ούτε διαφαίνονται αισθήματα ντροπής, απομόνωσης ή δυσκολίας λόγω της διαφορετικότητάς του, προσθέτοντας παράλληλα ότι ο Αιτητής δεν έχει πλήρη αντίληψη της επικρατούσας κατάστασης στη χώρα του όσον αφορά τα ομοφυλόφιλα άτομα.
Προχωρώντας σε αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε πηγές πληροφόρησης σχετικά με την απουσία σχετικής νομοθεσίας περί ποινικοποίησης σχέσεων μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου στη ΛΔΚ, την αντιμετώπιση των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων από κρατικούς και μη κρατικούς φορείς καθώς και τις διακρίσεις που υφίστανται τα εν λόγω άτομα από τη κοινωνία. Εν κατακλείδι, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι, δεδομένης της έλλειψης επαρκών πληροφοριών και ευλογοφάνειας στις δηλώσεις του Αιτητή, ο ισχυρισμός αναφορικά με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό απορρίπτεται.
Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, σχετικά με τον ισχυριζόμενο φόβο του Αιτητή ότι η ζωή του απειλείται από τους συγγενείς της μητέρας του, ο αρμόδιος λειτουργός απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, κρίνοντας ότι οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνταν επαρκών πληροφοριών και παρουσίαζαν αντιφάσεις. Πιο συγκεκριμένα, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες ως προς τις απειλές που δέχθηκε από την οικογένεια της μητέρας του λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, αναφέροντας ότι δεν μπορούσε να μείνει μαζί τους λόγω της ντροπής που έφερε στην οικογένεια.
Ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής υπέπεσε σε αντίφαση ως προς το χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο δέχθηκε τις εν λόγω απειλές αναφέροντας αφενός ότι οι απειλές ξεκίνησαν ο σαράντα μέρες μετά το θάνατο της μητέρας και ακολούθως ότι δεν θυμάται πότε δέχθηκε απειλές. Αναφορικά με τις δηλώσεις του Αιτητή ότι έφυγε από το σπίτι τη μέρα που θα τον σκότωναν, καθώς είχε ένα προαίσθημα, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι αναμενόταν από τον Αιτητή να δώσει σαφείς απαντήσεις και περισσότερες πληροφορίες.
Προχωρώντας σε αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματος και δεν συντρέχουν λόγοι περαιτέρω ανάλυσης με βάση άλλες διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης. Εν κατακλείδι, ο αρμόδιος λειτουργός συμπέρανε ότι, δεδομένου ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός του Αιτητή ως γενεσιουργός αιτία της ισχυριζόμενης δίωξης δεν έγινε αποδεκτός, δεν μπορεί να γίνει δεκτή και η ισχυριζόμενη δίωξή του εξαιτίας αυτού. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη τις αντιφάσεις και την έλλειψη επαρκών πληροφοριών στις δηλώσεις του Αιτητή, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή, επί τη βάσει του αποδεκτού ουσιώδη ισχυρισμού περί ταυτότητας, χώρας καταγωγής, προσωπικών στοιχείων και προφίλ του εν λόγω Αιτητή, καθώς επίσης και επί τη βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του, ήτοι την Kinshasa της ΛΔΚ, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι πρόκειται για ενήλικο άγαμο άνδρα, με μορφωτικό επίπεδο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς ενδείξεις ευαλωτότητας, διαπιστώνοντας ότι εν προκειμένω δεν διαφαίνεται οποιοδήποτε μελλοντικός κίνδυνος δίωξης ή βλάβης.
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση του νομοθετικού πλαισίου για το προσφυγικό καθεστώς, καθώς επίσης και αυτό της συμπληρωματικής προστασίας, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του σε οιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ως αναφέρεται στην Έκθεση-Εισήγηση, βάσει των ισχυρισμών του Αιτητή, του προσωπικού του προφίλ και της αξιολόγησης κινδύνου, δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, και ως εκ τούτου κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς του πρόσφυγα.
Επιπροσθέτως, κρίθηκε ότι ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στη ΛΔΚ δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας και 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα υποστεί πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας, αντίστοιχο άρθρο 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου. Αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στην Kinshasa της ΛΔΚ, δεν θα αντιμετωπίσει κίνδυνο ή σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως άμαχος λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας. Ως εκ τούτου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας.
Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης, κρίνω ότι ορθά και εμπεριστατωμένα οι Καθ’ ων η Αίτηση αξιολόγησαν το αίτημα του Αιτητή και κατέληξαν τόσο στα ευρήματα περί αναξιοπιστίας του όσο και στη μη υπαγωγή του σε προσφυγικό καθεστώς. Συμφωνώ με την αιτιολόγηση της Διοίκησης ότι οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνταν επαρκών πληροφοριών, λεπτομερειών και συνοχής. Τονίζω δε ότι το βάρος απόδειξης του αιτήματος βαραίνει αρχικά τον ίδιο τον Αιτητή (Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου). Όσον δε αφορά το DSSH model που χρησιμοποιήθηκε και σύμφωνα με την συνήγορο του Αιτητή είναι προβληματικό, αναφέρω ότι αυτό συνιστά ερμηνευτικό πλαίσιο που χρησιμοποιείται κυρίως σε διαδικασίες ασύλου για την αξιολόγηση αξιοπιστίας ισχυρισμών σεξουαλικού προσανατολισμού και στόχος του είναι η διερεύνηση βιωματικών και ψυχοκοινωνικών διαστάσεων σύμφωνα με τα 4 βασικά του στοιχεία (Difference, Stigma, Shame, Harm). Από την ανάλυση του λειτουργού περί αξιοπιστίας του Αιτητή, διαφαίνεται ότι αυτά αξιολογήθηκαν και σε σχέση με άλλα στοιχεία όπως η χρονική ασυνέπεια που επέδειξε ο Αιτητής σχετικά με τα περιστατικά που περιέγραψε αλλά και τις αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός της συνηγόρου του Αιτητή απορρίπτεται.
Κατά συνέπεια, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι έγινε δέουσα έρευνα πριν τη λήψη της επίδικης απόφασης, η αιτιολόγηση της οποίας συμπληρώνεται από τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου ως ανωτέρω αναλύεται (βλ. άρθρο 29 του Ν. 158(Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 371 και Στέφανος Φράγκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 2371/25.6.99). Η έρευνα που είχε προηγηθεί ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει ο Αιτητής, όπως αναλύεται ανωτέρω. Ως εκ τούτου, απορρίπτω το σύνολο των λόγω ακυρώσεως που προωθήθηκαν από τη συνήγορο του Αιτητή.
Με βάση την ανωτέρω ανάλυση, κρίνεται ότι τα όσα προέβαλε ο Αιτητής δεν παρουσιάζουν οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει με αξιοπιστία και αληθοφάνεια τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς που θα τον ενέτασσαν στον ορισμό του πρόσφυγα. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει πως ο Αιτητής είχε αρκετές ευκαιρίες κατά το στάδιο της συνέντευξής του να αναπτύξει με κάθε λεπτομέρεια τον πυρήνα του αιτήματός του και να θεμελιώσει τον ισχυριζόμενο κίνδυνο που αντιμετωπίζει στη χώρα καταγωγής του. Ούτε στην ενώπιον μου διαδικασία που είχε τη δυνατότητα μέσω της συνηγόρου του να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία του, έθεσε ενώπιον μου οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία ώστε να ανατρέψει το εύρημα αναξιοπιστίας των Καθ’ων η αίτηση που οδήγησε εντέλει και στην απόρριψη της αίτησης του για διεθνή προστασία.
Στη βάση της ανωτέρω ανάλυσης, καταλήγω στο ότι δεν πληρούνται στο πρόσωπο του Αιτητή οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και το αντίστοιχο Άρθρο 1(Α) της Σύμβασης της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων, για την υπαγωγή του σε προσφυγικό καθεστώς.
Κατά τα παραπάνω, δεν μπορεί να παραχωρηθεί στον Αιτητή ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας επί τη βάσει των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, καθώς δεν έχει στοιχειοθετηθεί πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης υπό τις εκεί προβλεπόμενες μορφές.
Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα του Αιτητή, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν και συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα Kinshasa, η οποία, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, θεωρείται ο τόπος καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή.
Αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, η σύγκρουση στις ανατολικές επαρχίες, ιδίως με τη συμμετοχή της αντάρτικης ομάδας M23 που υποστηρίζεται από τις αρχές της Rwanda, συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους [2024]. […] Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (IOM) ανέφερε ότι έως το τέλος Μαΐου, 1,77 εκατομμύρια άνθρωποι στο North Kivu είχαν εκτοπιστεί λόγω επιθέσεων της M23, ενώ σημείωσε αύξηση της σεξουαλικής βίας και της εκμετάλλευσης που στοχεύει γυναίκες και κορίτσια.[1] Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από άλλες διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης στις οποίες αναφέρεται ότι οι επιθέσεις κατά αμάχων συνεχίστηκαν καθώς η σύγκρουση μεταξύ ένοπλων ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων κλιμακώθηκε. Τουλάχιστον 100 άμαχοι σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα αδιάκριτων βομβαρδισμών από κυβερνητικές δυνάμεις και ένοπλες ομάδες. Κυβερνητικές δυνάμεις προχώρησαν σε εξωδικαστικές εκτελέσεις 250 ατόμων.[2]
Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή καταγωγής του Αιτητή, και συγκεκριμένα στην πόλη Kinshasa, πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, σποραδικά περιστατικά ασφαλείας αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια του 2024, συμπεριλαμβανομένων διαδηλώσεων, μιας απόπειρας πραξικοπήματος, μιας απόδρασης από τη φυλακή Makala, καθώς και ορισμένων περιστατικών στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku λόγω της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe. Το Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών θεωρεί την επαρχία Kinshasa ως μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση. Από την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας στα ανατολικά το 2025, πέραν των διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σοβαρά περιστατικά ασφαλείας στην Kinshasa.[3] Επιπροσθέτως, η Διεθνής Αμνηστία αναφέρει ότι [κατά τη διάρκεια του 2024] πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας, Kinshasa, σε σχέση με την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του March 23 Movement (M23), μιας ένοπλης ομάδας που φέρεται να υποστηρίζεται από τη Rwanda, και των κυβερνητικών δυνάμεων της Democratic Republic of the Congo (DRC) και των συμμάχων τους. Οι διαδηλώσεις αφορούσαν επίσης την φερόμενη υποστήριξη δυτικών χωρών, συμπεριλαμβανομένων της France, του UK και των USA, προς τη Rwanda.[4]
Σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για τη πληρότητα της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 02/02/2026) στην Kinshasa, καταγράφηκαν 160 περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία προκλήθηκαν 57 θάνατοι.[5] Σημειώνεται, ότι σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις ο πληθυσμός της πόλης Κinshasa το 2026 ανέρχεται στους 18,552,800 κατοίκους.[6]
Κατά συνέπεια, η Kinshasa που συνιστά τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν φαίνεται να πλήττεται σε τέτοιο βαθμό από συγκρούσεις και περιστατικά βίας, τα οποία να ανάγονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να θεωρούνται ότι πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, ως αυτό ερμηνεύθηκε από το ΔΕΕ.[7] Λαμβάνοντας υπόψιν και τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για νεαρό, υγιή ενήλικα, ικανό προς εργασία και υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα του, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Επομένως, στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της επίδικης απόφασης και ότι στο πρόσωπό του πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή της παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Freedom House, Democratic Republic of the Congo, 2025, διαθέσιμο σε: https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 02/02/2026)
[2] Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, Απρίλιος 2025, διαθέσιμο σε: https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 02/02/2026)
[3] CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation s?curitaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], Φεβρουάριος 2025, σελ. 2, διαθέσιμο σε: https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 02/02/2026)
[4] Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, Απρίλιος 2025, διαθέσιμο σε: https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 02/02/2026)
[5] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 02/02/2026)
[6] World Population Review, Kinshasa DR Congo, διαθέσιμο σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 02/02/2026)
[7] Βλ. C-285/12 Aboubacar Diakit? ν. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides και στην C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο