ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 3776 / 2024
19 Φεβρουαρίου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
M.P.B.
Αιτητού,
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Ε. Μυριάνθους (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Β. Θωμά (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη έννομου αποτελέσματος η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση, ημερομηνίας 29.6.2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023.
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από τη Λιβερία. Εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία από τις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση περιοχές και περί τις 19.4.2021, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 17.5.2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό, ο οποίος στις 26.6.2024 υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή και επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 29.6.2024. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 16.9.2024, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
Νομικοί Ισχυρισμοί
2. Ο Αιτητής, δια της συνηγόρου του, κατά την ακροαματική διαδικασία της 6.10.2025, δήλωσε ότι προωθεί ως μοναδικό λόγο προσφυγής την έλλειψη δέουσας έρευνας, επικαλούμενος πλημμελή εκτίμηση των περιστάσεών του κατά την εξέταση της αίτησής του. Ειδικότερα, υποστηρίζοντας την αξιοπιστία του συνόλου των ισχυρισμών του, προβάλλει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση αγνόησαν ουσιώδη στοιχεία της αφήγησής του και, τελώντας σε πλάνη περί τα πραγματικά περιστατικά, δεν αντιλήφθηκαν ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει δίωξη από τις αρχές, καθότι, κατά τους ισχυρισμούς του, έχει εκδοθεί εις βάρος του ένταλμα σύλληψης και καταζητείται.
3. Αποτελεί, περαιτέρω, θέση του Αιτητή ότι δεν διενεργήθηκε ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του στη Λιβερία, με συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση να πάσχει και να πρέπει να ακυρωθεί.
4. Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση υπεραμύνονται της επίδικης πράξης, προβάλλοντας ότι ο ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αβάσιμος καθώς αυτοί αποσαφήνισαν πλήρως τους λόγους για τους οποίους κρίθηκε αναξιόπιστος ο Αιτητής ως προς τον ρηθέντα ισχυρισμό του, συνεκτιμώντας εκάστη δήλωση του Αιτητή. Πρόσθεσαν δε πως ο Αιτητής υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις και ανακρίβειες, αδυνατούσε να παραθέσει λεπτομέρειες παρότι του ζητήθηκε επανειλημμένως να το πράξει, η δε πλειοψηφία των απαντήσεών του ήταν γενικές και αόριστες, στερούμενες της απαιτούμενης επάρκειας και συνεκτικότητας. Τέλος, προσθέτουν ότι η απλή επίκληση έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας συμπεριλαμβανομένου του ισχυρισμού περί ύπαρξης πραγματικής πλάνης στη ληφθείσα απόφαση χωρίς να προβάλλονται περαιτέρω ισχυρισμοί που να δικαιολογούν την υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς διεθνούς προστασίας οδηγεί αναπόδραστα σε απόρριψη των λόγων αυτών.
Το νομικό πλαίσιο
1. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des trait?s des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».
2. Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2023 έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
3. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
4. Το άρθρο 3 του των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.
5. Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:
«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών
16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).
(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-
(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».
6. Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Κατάληξη
7. Επισημαίνεται εκ προοιμίου, ότι το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc (Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552].
8. Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτών. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
9. Επισημαίνεται συναφώς ότι. κατά την καταγραφή της αιτήσεώς του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή εργαζόταν για την Κυβέρνηση της Λιβερίας και ένας αξιωματούχος συνήθιζε να συνευρίσκεται ερωτικά με ανήλικα κορίτσια. Αναφερόμενος στον πληθυντικό, ο Αιτητής υπέβαλε ότι άρχισαν να δημοσιοποιούν στο κοινό τη συμπεριφορά του εν λόγω πολιτικού προσώπου και εκείνος άρχισε να τους αναζητά, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψουν τη Λιβερία με προορισμό τη Σιέρα Λεόνε και ακολούθως την Κύπρο (βλ. ερ. 1 δ.φ.).
10. Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ο Αιτητής δήλωσε, αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ότι γεννήθηκε, μεγάλωσε και διέμενε αποκλειστικά στην πόλη Monrovia, της κομητείας Montserrado της Λιβερίας, έως την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του (βλ. ερ. 32 – 1Χ του διοικητικού φακέλου, εφεξής: δ.φ.). Δήλωσε ότι είναι έγγαμος, πατέρας ενός ανήλικου τέκνου, και ότι η σύζυγός του και ο υιός του διαμένουν στην Paynesville της Λιβερίας (βλ. ερ. 31 – 1Χ του δ.φ.). Ανέφερε ότι είναι χριστιανός (βλ. ερ. 37 του δ.φ.) και ότι ανήκει στη φυλή Bassa (βλ. ερ. 33 – 1Χ του δ.φ.). Περαιτέρω, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος της δέκατης τάξης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ότι ομιλεί την αγγλική γλώσσα και τη Bassa (βλ. ερ. 32 – 1Χ του δ.φ.). Ανέφερε, επιπλέον, ότι διαθέτει επαγγελματική πείρα ως οδηγός αυτοκινήτου στη χώρα του και ότι εργαζόταν ως οδηγός του κ. Ceebee C.D. Barshell (βλ. ερ. 32 – 1Χ του δ.φ.). Αναφορικά με την πατρική του οικογένεια, δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε από φυσικά αίτια, ότι η μητέρα του και έξι εκ των αδελφών του διαμένουν στη Λιβερία, ενώ ένας εκ των αδελφών του διαμένει στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (βλ. ερ. 31 – 1Χ του δ.φ.).
11. Σχετικά με τις συνθήκες του ταξιδιού του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ταξίδεψε παράνομα από τη Λιβερία στη Σιέρα Λεόνε το Μάρτιο του 2021 και παρέμεινε εκεί για ένα μήνα. Ακολούθως ταξίδεψε μέχρι την Τουρκία νόμιμα, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου και φοιτητικής θεώρησης εισόδου (VISA), στη δε συνέχεια ταξίδεψε μέχρι κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου, όπου παρέμεινε για ένα μήνα. Εισήλθε παράνομα στα ελεύθερα εδάφη της Δημοκρατίας τον Ιούνιο του 2021 (βλ. ερ. 30 – 29 δ.φ.).
12. Αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά την ελεύθερη αφήγησή του, δήλωσε ότι η άφιξή του στη Δημοκρατία συνδέεται με τη συμπεριφορά του εργοδότη του, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του, διατηρούσε σχέσεις με ανήλικες ηλικίας 15 και 16 ετών. Ειδικότερα, ανέφερε ότι στις 29.11.2020, αφού ολοκλήρωσε εργασίες σε εργοτάξιο οικοδομής του εργοδότη του, μετέβη στην οικία του προκειμένου να τον παραλάβει, συνοδευόμενος από φρουρό ασφαλείας. Εκεί, κατά τους ισχυρισμούς του, είδαν νεαρή κοπέλα να εξέρχεται αιμορραγούσα και κλαίουσα, η οποία τους περιέγραψε όσα φέρεται να υπέστη. Υποστήριξε ότι ενημέρωσαν τον πρόεδρο της κοινότητας και ότι από το σημείο εκείνο άρχισαν τα προβλήματά του με τον εργοδότη του (βλ. ερ. 28 – 1Χ του δ.φ.). Ερωτηθείς τι φοβάται σε περίπτωση επιστροφής του, δήλωσε ότι ο εργοδότης του θα τον «ξεφορτωθεί» (sic). Ισχυρίστηκε ότι λίγους μήνες μετά την καταγγελία ο εργοδότης πληροφορήθηκε το γεγονός και αποφάσισε να τον βλάψει, πλην όμως ο ίδιος ενημερώθηκε εγκαίρως από πρόσωπο του στενού του κύκλου. Κατά τους ισχυρισμούς του, μετά την αναχώρησή του από τη Λιβερία, ο εργοδότης τον αναζητούσε συστηματικά, ακόμη και μέσω έκδοσης εντάλματος σύλληψης, γεγονός για το οποίο ενημερώθηκε από συγγενικά του πρόσωπα (βλ. ερ. 28 – 1Χ, 27 – 1Χ και 25 – 1Χ του δ.φ.).
13. Περαιτέρω, δήλωσε ότι δεν απευθύνθηκε στην αστυνομία λόγω της επιρροής του εργοδότη του, ότι δεχόταν τηλεφωνικές κλήσεις από τρίτα πρόσωπα που ενεργούσαν για λογαριασμό του, και ότι ο εργοδότης του διένειμε φωτογραφίες του και προσέφερε αμοιβή για τον εντοπισμό του (βλ. ερ. 26 – 1Χ του δ.φ.). Ως προς το φερόμενο ένταλμα σύλληψης, ανέφερε ότι εκδόθηκε μετά την αναχώρησή του, χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενό του ή τον τρόπο έκδοσής του. Τέλος, προσδιόρισε τον εργοδότη του ως πρώην γερουσιαστή («REP33»), υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για πρόσωπο με σημαντική πολιτική και οικονομική επιρροή, ικανό να τον εντοπίσει σε οποιοδήποτε μέρος της χώρας, αποκλείοντας έτσι, κατά τη θέση του, τη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης (βλ. ερ. 24 – 1Χ του δ.φ.).
14. Κατά την αξιολόγηση των δηλώσεων του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: ο πρώτος αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του, ενώ ο δεύτερος αφορά στον ισχυρισμό ότι ο εργοδότης του, εκλεγμένος αντιπρόσωπος στη Γερουσία της Λιβερίας, τον αναζητούσε επειδή είχε καταγγείλει στον πρόεδρο της κοινότητας τις φερόμενες σχέσεις του με ανήλικες.
15. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθόσον οι σχετικές δηλώσεις κρίθηκαν συνεκτικές και επαρκώς λεπτομερείς, επιβεβαιώθηκαν δε από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, περιλαμβανομένου του πρωτοτύπου διαβατηρίου Λιβερίας που προσκόμισε ο Αιτητής
16. Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε, λόγω μη θεμελίωσης της εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας του. Ειδικότερα, ως προς την εσωτερική αξιοπιστία, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν παρείχε συγκεκριμένες, σαφείς και εξατομικευμένες πληροφορίες επί του πυρήνα του ισχυρισμού του. Δεν κατόρθωσε να εξηγήσει πώς έλαβε γνώση της φερόμενης σχέσης του εργοδότη του με ανήλικη, τι ακριβώς αντιλήφθηκε ο ίδιος κατά το επίμαχο περιστατικό, πώς ο εργοδότης του πληροφορήθηκε την καταγγελία, ποια συγκεκριμένα αντίποινα υπέστη και ποια ήταν η αντίδραση του εργοδότη του. Ομοίως, δεν παρείχε επαρκείς λεπτομέρειες αναφορικά με το φερόμενο ένταλμα σύλληψης, το περιεχόμενό του, τη νομική του βάση ή τον τρόπο έκδοσής του.
17. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του αναφορικά με την εργασία του ως οδηγού εκλεγμένου γερουσιαστή στερούνταν συγκεκριμένων στοιχείων, καθώς δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με πληρότητα τη διαδικασία πρόσληψής του, την καθημερινή του απασχόληση ή βασικά στοιχεία της επαγγελματικής του σχέσης, παρά το ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, εργάστηκε επί τετραετία. Αντίστοιχα, οι αναφορές του ως προς τις φερόμενες απειλές, τις τηλεφωνικές κλήσεις, τη διανομή φωτογραφιών του και την επικήρυξή του κρίθηκαν αόριστες και μη επαρκώς τεκμηριωμένες.
18. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι, παρά τη σχετική έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, δεν εντοπίστηκαν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του περί δίωξης ή έκδοσης εντάλματος σύλληψης. Οι φωτογραφίες που προσκομίστηκαν δεν κατέστη δυνατόν να επαληθευθούν ως προς την αυθεντικότητα και το περιεχόμενό τους, ούτε κρίθηκαν ικανές να τεκμηριώσουν την ιδιότητα του εργοδότη ή τον ισχυριζόμενο κίνδυνο. Αν και επιβεβαιώθηκε ότι το πρόσωπο που ανέφερε ως εργοδότη του είναι πράγματι εκλεγμένος αντιπρόσωπος στη Γερουσία, δεν προέκυψε οποιαδήποτε πληροφορία που να στηρίζει τους ειδικότερους ισχυρισμούς του Αιτητή.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, και ελλείψει θεμελίωσης της αξιοπιστίας του, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε.
19. Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου, στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι τα στοιχεία του προσωπικού προφίλ του Αιτητή και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, και κατόπιν έρευνας της επικρατούσας κατάστασης ασφαλείας, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι δεν προκύπτουν στοιχεία από τα οποία να πιθανολογείται ευλόγως ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στην πόλη Monrovia της Λιβερίας, ο Αιτητής θα εκτεθεί σε κίνδυνο λόγω της γενικής κατάστασης ασφαλείας. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι δεν υφίσταται διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη στη Monrovia και ότι, σε συνάρτηση με τις ατομικές του περιστάσεις, δεν στοιχειοθετείται προσωπική απειλή εις βάρος του. Ως εκ τούτου, ο προβαλλόμενος φόβος κρίθηκε αβάσιμος και μη αντικειμενικά δικαιολογημένος.
20. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της νομικής ανάλυσης, οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε συντρέχει πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 19(2)(α), (β) και (γ) του ιδίου Νόμου, ώστε να δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
21. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και, ειδικότερα, στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, ο Αιτητής δήλωσε ότι εργαζόταν ως αρχιοδηγός και πολιτικός λειτουργός του Κοινοβουλίου της Λιβερίας, παρέχοντας υπηρεσίες στον εκπρόσωπο της επαρχίας 3. Κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, προσκόμισε κάρτα εργασίας (Staff Card) εκδοθείσα από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβερίας, στην οποία βεβαιώνεται ως μέλος προσωπικού και αναφέρεται ότι εργαζόταν σε πολιτικό γραφείο, πλην όμως το πεδίο που περιγράφει τη θέση του παραμένει κενό (Τεκμήριο 2). Ερωτηθείς γιατί δεν προσκόμισε το έγγραφο ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, δήλωσε ότι του ζητήθηκαν μόνο στοιχεία που είχε στο κινητό του τηλέφωνο, διευκρινίζοντας ότι επρόκειτο για έγγραφο που επιβεβαιώνει ότι καταζητείται. Δήλωσε ότι εργάστηκε ως οδηγός του εν λόγω πολιτικού από τον Ιανουάριο 2017, μετά τη νίκη του κόμματος στις εκλογές, έως τον Νοέμβριο 2020, ότι προσλήφθηκε προσωπικά από αυτόν, τον συνόδευε πάντοτε μαζί με την ασφάλειά του και ότι προηγουμένως τον βοηθούσε με το όχημά του κατά την προεκλογική εκστρατεία. Ανέφερε ότι ο εργοδότης του ονομάζεται Ceebee C.D. Barshell, μέλος του κόμματος Unity Party, και ότι μετά τα επίμαχα γεγονότα δεν επανεξελέγη. Υποστήριξε επίσης ότι η υπόθεση βιασμού μεταδόθηκε από τηλεόραση και ραδιόφωνο και ότι τον αναζητούσαν εκπρόσωποι Μ.Μ.Ε., χωρίς ωστόσο να διαθέτει σχετικό δημοσίευμα ή διαδικτυακό στοιχείο.
22. Κληθείς να περιγράψει το περιστατικό της 29.11.2020, ημέρα εθνικής αργίας, ανέφερε ότι επιστρέφοντας με τον φύλακα στην οικία του εργοδότη τους, συνάντησαν νεαρή κοπέλα που αιμορραγούσε και τους είπε «αυτό μου το έκανε το αφεντικό σας». Δήλωσε ότι επέστρεψαν στο όχημα και δεν ειδοποίησαν την αστυνομία, διότι, κατά τα λεγόμενά του, αυτή θα ενημέρωνε τον εργοδότη. Ανέφερε ότι κατήγγειλε το περιστατικό τηλεφωνικά στον επικεφαλής της κοινότητας, Chaites V. Walkes, ο οποίος θα ενημέρωνε την αστυνομία, και ότι ο εργοδότης συνεργάζεται με την αστυνομία. Υποστήριξε ότι η κοπέλα μεταφέρθηκε στη Γκάνα και ότι ο εργοδότης δεχόταν συχνά επισκέψεις νεαρών ατόμων.
23. Ως προς την εξέλιξη της υπόθεσης, δήλωσε ότι εκκρεμεί και ότι η αστυνομία αναμένει την κατάθεσή τους, πλην όμως εκείνος και ο φύλακας εγκατέλειψαν τη χώρα και άρχισαν να δέχονται απειλές, ενώ οι φωτογραφίες τους αναρτήθηκαν και καταζητούνται. Ο φύλακας, «Β. J. V.», βρίσκεται επίσης στη Δημοκρατία και έχει επίσης αιτηθεί διεθνούς προστασίας. Δήλωσε ότι μετά το συμβάν δεν ξαναείδε τον εργοδότη του, ότι εκείνος τους καλούσε χωρίς να απαντούν, και ότι ενημερώθηκε από τον μάγειρα πως ο εργοδότης επιθυμεί να τους βλάψει. Σε σχέση με προηγούμενες δηλώσεις περί επικοινωνίας με τον εργοδότη, διευκρίνισε ότι μίλησε μόνο με τον επικεφαλής της κοινότητας, αν και παραδέχθηκε ότι ο εργοδότης τον κάλεσε τηλεφωνικά. Αναφορικά με την αναχώρησή του, ανέφερε ότι δύο ημέρες μετά το συμβάν άρχισε να δέχεται απειλές, διέφυγε με τον φύλακα στην περιοχή Grand Cape, όπου παρέμειναν δύο εβδομάδες, και ενημερωνόταν από τον επικεφαλής της κοινότητας και τον μάγειρα ότι ο εργοδότης είχε χρηματίσει άτομα για να τους εντοπίσουν. Ισχυρίστηκε ότι έλαβε ηλεκτρονικά έγγραφο που βεβαιώνει ότι καταζητείται και φωτογραφίες μέσω Facebook, πλην όμως δεν μπόρεσε να εντοπίσει τα σχετικά μηνύματα, επικαλούμενος αλλαγή συσκευής και λογαριασμού.
24. Ως προς τις φωτογραφίες που προσκόμισε, δήλωσε ότι απεικονίζουν τον ίδιο δίπλα σε υπηρεσιακό όχημα και μαζί με τον φύλακα και τον εργοδότη. Υποστήριξε περαιτέρω ότι άνθρωποι του εργοδότη συνέχισαν να επισκέπτονται τις οικίες τους, απειλώντας τις οικογένειές τους, και ότι ο αδελφός του «Β. J. V.» ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από αγνώστους που, κατά τον ισχυρισμό του, ενεργούσαν για λογαριασμό του εργοδότη. Δήλωσε ότι διατηρεί επικοινωνία με την οικογένειά του στη Monrovia και ότι πέρσι αναζητήθηκε για τελευταία φορά, πλην όμως, αφού πληροφορήθηκαν ότι βρίσκεται στο εξωτερικό, έπαυσαν να τον αναζητούν. Ανέφερε ότι κατά την παραμονή του στην Grand Cape δεχόταν απειλές, χωρίς όμως να γνωρίζουν το ακριβές σημείο διαφυγής του.
25. Τέλος, ερωτηθείς εάν θα μπορούσε να μετεγκατασταθεί σε άλλες περιοχές, όπως Kakata ή Gbranga, απάντησε αρνητικά, υποστηρίζοντας ότι το σκάνδαλο έχει λάβει πανεθνική δημοσιότητα και ότι, μολονότι οι αρχές προστατεύουν τον εργοδότη του, δεν θα παράσχουν προστασία στον ίδιο.
26. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κάλεσε ως μάρτυρα τον «Β. J. V.», ο οποίος διαμένει επίσης στη Δημοκρατία και, κατά τον ισχυρισμό του Αιτητή, ήταν ο φύλακας του εργοδότη του, Ceebee C.D. Barshell. Ως προς τη σχέση του με τον Αιτητή, ο μάρτυρας ανέφερε ότι εργαζόταν ως προσωπικό ασφαλείας του Ceebee C.D. Barshell, μέλους της Βουλής, και επιβεβαίωσε ότι ο Αιτητής ήταν ο οδηγός του.
27. Κληθείς να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Λιβερία, δήλωσε ότι στις 29.11.2020 ο εργοδότης τους τούς έστειλε να αγοράσουν είδη για την οικογένειά του και, επιστρέφοντας στην αυλή της οικίας του, είδαν μία νεαρή κοπέλα να κλαίει, η οποία τους είπε «κοιτάξτε τι μου έκανε το αφεντικό σας». Ανέφερε ότι άφησαν τα κλειδιά του οχήματος στο προβλεπόμενο σημείο και μετέβησαν στον αρχηγό της κοινότητας για να καταγγείλουν τον Ceebee C.D. Barshell. Παρότι η κοπέλα αιμορραγούσε, δήλωσε ότι δεν τη βοήθησαν, διότι φοβήθηκαν μήπως τους αντιληφθεί ο εργοδότης τους και τους δημιουργήσει προβλήματα με την αστυνομία. Πρόσθεσε ότι η κοπέλα τους ανέφερε πως είχε μεταβεί στην οικία του για να ζητήσει βοήθεια και ότι εκείνος τη βίασε. Ερωτηθείς εάν ο εργοδότης είχε επιδείξει παρόμοια συμπεριφορά στο παρελθόν, απάντησε αρνητικά.
28. Ως προς τον αρχηγό της κοινότητας, δήλωσε ότι ονομάζεται Charles Watkins και ότι τον ενημέρωσαν για τα όσα τους ανέφερε η κοπέλα. Ανέφερε ότι τον επισκέφθηκαν και ότι εκείνος τηλεφώνησε στον Ceebee C.D. Barshell παρουσία τους και στη συνέχεια μετέβη στην οικία του. Ακολούθως, κατά τον μάρτυρα, ο αρχηγός της κοινότητας τους τηλεφώνησε, τους ρώτησε ποιος αποκάλυψε τις πληροφορίες και ενημέρωσε τον Ceebee C.D. Barshell ότι η καταγγελία προερχόταν από τους ίδιους. Παράλληλα, τους συνέστησε να προσέχουν, διότι ο εργοδότης τους είχε ισχυρές διασυνδέσεις και θα μπορούσε να τους εντοπίσει και να τους σκοτώσει. Ερωτηθείς γιατί ο αρχηγός αποκάλυψε τα ονόματά τους, απάντησε ότι υπέκυψε στις πιέσεις του εργοδότη. Ανέφερε ακόμη ότι τόσο ο αρχηγός της κοινότητας όσο και ο μάγειρας, ονόματι Michael, τους προέτρεψαν να εγκαταλείψουν τη χώρα.
29. Ως προς μεταγενέστερες εξελίξεις, δήλωσε ότι περί τα έτη 2023-2024 άγνωστα πρόσωπα ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου τον αδελφό του και ότι ο αρχηγός της κοινότητας και ο μάγειρας τον ενημέρωσαν πως πίσω από το περιστατικό βρισκόταν ο Ceebee C.D. Barshell, τον οποίο χαρακτήρισε ως μέλος του κόμματος UPDP. Περιέγραψε ότι οι δράστες επισκέφθηκαν την οικία του αδελφού του για να του παραδώσουν έγγραφο που αφορούσε τον ίδιο, και όταν εκείνος αρνήθηκε να το παραλάβει, τον ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου. Δήλωσε ότι επρόκειτο για έγγραφο από τα Δικαστήρια που απευθυνόταν στον ίδιο και ότι τις πληροφορίες αυτές έλαβε από τον μάγειρα, του οποίου αγνοεί την τύχη τα τελευταία δύο έτη.
30. Τέλος, ανέφερε ότι αφίχθη στην Κύπρο το 2021 μαζί με τον Αιτητή, ενώ το επίμαχο περιστατικό έλαβε χώρα στις 29.11.2020.
31. Προχωρώντας το Δικαστήριο σε de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν του δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το Δικαστήριο συντάσσεται με τη διάκριση των επιμέρους ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας[1].
32. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή γίνεται αποδεκτός, καθώς αυτός παρέθεσε με συνοχή και συνέπεια τα προσωπικά του στοιχεία, καθώς και τον τόπο καταγωγής και διαμονής του, με τα στοιχεία που ανέφερε ως προς τα μέρη διαμονής και καταγωγής του να επιβεβαιώνονται και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες εντοπίζονται εντός του διοικητικού φακέλου και μερικώς από το προσκομισθέν από αυτόν διαβατήριο.
33. Ως δεύτερος ισχυρισμός διακρίνονται οι δηλώσεις του Αιτητή ότι από το 2017 έως το 2020 εργαζόταν ως οδηγός του βουλευτή Ceebee C.D. Barshell. Αναφορικά με την εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο Αιτητής, ερωτηθείς για τη διαδικασία εργοδότησής του και τα καθήκοντά του, αναφέρθηκε σε αυτά λακωνικά μεν αλλά περιεκτικά, καθώς, στο μέτρο που ερωτήθηκε, προσδιόρισε με σαφήνεια υπό ποιες συνθήκες προσελήφθη και ποια ήταν τα καθημερινά του καθήκοντα (βλ. ερ. 32 του δ.φ.).
34. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, από τις φωτογραφίες που προσκόμισε προς επίρρωση των ισχυρισμών του, οι οποίες δεν φέρουν εμφανή σημεία παραποίησης, καθώς και από την επαγγελματική ταυτότητα που επέδειξε στο Δικαστήριο και προσκόμισε σε αντίγραφο (βλ. Τεκμήριο 2, ημερομηνίας 6.10.2025), προκύπτει ότι τουλάχιστον γνώριζε το εν λόγω κοινοβουλευτικό πρόσωπο και ότι εργαζόταν σε πολιτικό γραφείο της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβερίας. Ειδικότερα, στη μία φωτογραφία (ερ. 38) απεικονίζεται ο ίδιος μαζί με τον φύλακα και τον εν λόγω πολιτικό, ενώ στη δεύτερη (ερ. 40) απεικονίζεται ο Αιτητής έμπροσθεν οχήματος με κυβερνητικές πινακίδες που φέρουν τον αριθμό 33, τον οποίο ο ίδιος ανέφερε ως αριθμό του συγκεκριμένου βουλευτή.
35. Η αποδεικτική αξία των εν λόγω φωτογραφιών, δεδομένου του περιεχομένου τους και της ποιότητάς τους, κρίνεται σημαντική ως προς τον συγκεκριμένο ισχυρισμό. Παράλληλα, η επαγγελματική ταυτότητα του Αιτητή, η οποία φέρει το όνομά του και δεν παρουσιάζει ενδείξεις παραποίησης –αν και είναι φθαρμένη στο πίσω μέρος– διαθέτει επίσης ουσιώδη αποδεικτική αξία ως προς τον ισχυρισμό του περί της ιδιότητάς του ως μέλους προσωπικού πολιτικού γραφείου. Το Δικαστήριο κρίνει ότι τα προσκομισθέντα στοιχεία, και ιδίως η πρωτότυπη ταυτότητα μέλους προσωπικού της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβερίας, ενισχύουν και συνάδουν με τις δηλώσεις του Αιτητή, συμβάλλοντας στη θεμελίωση της εξωτερικής αξιοπιστίας του υπό εξέταση ισχυρισμού.
36. Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, το Δικαστήριο προέβη περαιτέρω σε σχετική έρευνα, εκ της οποίας εντόπισε τα ακόλουθα στοιχεία. Ως προς τον CeeBee C.D. Barshell, δημοσίευμα του Υπουργείου Εξωτερικών της Λιβερίας, κατά τον κρίσιμο χρόνο (Ιούνιος 2019), αναφέρει ότι, στο πλαίσιο προσπαθειών αποκατάστασης οδικού δικτύου στην αγροτική κομητεία Montserrado, ιδίως στις Περιφέρειες #1 και #3, δύο επιπλέον ερπυστριοφόρα μηχανήματα διατέθηκαν μέσω κοινής συνεργασίας των Βουλευτών Lawrence Morris και CeeBee C.D. Barshell για την αποκατάσταση δρόμων στις εκλογικές τους περιφέρειες. Περαιτέρω αναφέρεται ότι οι δύο νομοθέτες αγόρασαν από κοινού και προσωπικά το πρώτο οδικό μηχάνημα για την εκ περιτροπής κατασκευή, αποκατάσταση και συντήρηση αγροτικών οδών, με αποτέλεσμα την εκτέλεση εκτεταμένων οδικών έργων.[2]
37. Νεότερες πληροφορίες επιβεβαιώνουν ότι τον Φεβρουάριο 2024 ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Λιβερίας, Joseph Nyuma Boakai Sr., διόρισε πρόσθετους αξιωματούχους σε κυβερνητικές θέσεις, μεταξύ των οποίων και τον CeeBee C.D. Barshell, ο οποίος διορίστηκε Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής Διοίκησης της Ρυθμιστικής Αρχής Πετρελαίου της Λιβερίας.
38. Ως προς το πολιτικό κόμμα στο οποίο ανήκει, η Εθνική Εκλογική Επιτροπή της Λιβερίας, κατά τις εκλογές του 2023, επιβεβαιώνει ότι ο CeeBee C.D. Barshell υπήρξε υποψήφιος της Περιφέρειας 3 με το κόμμα Unity Party.
39. Τα ανωτέρω στοιχεία συνάδουν με τις δηλώσεις του Αιτητή ως προς την ταυτότητα του εργοδότη του και, συνεπώς, δεδομένης της θεμελίωσης τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας του, γίνεται δεκτό ότι ο Αιτητής εργάστηκε ως οδηγός του εν λόγω πολιτικού προσώπου από το 2017 έως το 2020. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει τον υπό εξέταση ισχυρισμό ως εξωτερικά αξιόπιστο και σε συνδυασμό με την ήδη θεμελιωθείσα εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή, ο ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός ως αξιόπιστος.
40. Ως τρίτο ισχυρισμό, το Δικαστήριο διακρίνει τις δηλώσεις του Αιτητή ότι καταζητείτο από τις αρχές της Λιβερίας, καθόσον ο εργοδότης του, CeeBee C.D. Barshell, φέρεται να κατάφερε να εκδώσει ένταλμα σύλληψης εις βάρος του, λόγω του ότι ο Αιτητής τον κατήγγειλε στον αρχηγό της τοπικής κοινότητας για τον βιασμό νεαρής κοπέλας. Στο ίδιο πλαίσιο εξετάζεται γενικότερα και η φερόμενη δίωξή του από τον εργοδότη του. Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι δηλώσεις τόσο του Αιτητή όσο και του μάρτυρα «Β. J. V.» εμφανίζουν συνοχή μόνο ως προς τον πυρήνα του περιστατικού, ήτοι ότι, επιστρέφοντας στην οικία του εργοδότη τους, αντίκρισαν νεαρή κοπέλα αιμόφυρτη, η οποία ισχυρίστηκε ότι είχε βιαστεί από τον εργοδότη τους, και ότι στη συνέχεια προέβησαν σε καταγγελία του περιστατικού στον αρχηγό της κοινότητας και όχι στην αστυνομία. Ομοίως, αμφότεροι δήλωσαν, με γενικούς όρους, ότι κατόπιν των γεγονότων αυτών διώχθηκαν από τον εν λόγω πολιτικό. Ωστόσο, οι περιστάσεις της φερόμενης δίωξής τους παρουσιάζονται με γενικότητα, χωρίς να παρατίθενται συγκεκριμένες και βιωματικής φύσεως λεπτομέρειες. Ο Αιτητής αναφέρθηκε σε επισκέψεις στην πατρική του οικία με αόριστο τρόπο, καθώς και σε προειδοποιήσεις από τρίτα πρόσωπα, προσκείμενα στον εν λόγω πολιτικό, ότι ο τελευταίος προτίθεται να τους «εξολοθρεύσει», χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση. Αντίστοιχα, το περιστατικό του θανάτου του αδελφού του «Β. J. V.» δεν περιβλήθηκε από συγκεκριμένες λεπτομέρειες βιωματικού χαρακτήρα. Δεν παροράται, επιπλέον, ότι κατά την καταγραφή της αίτησής του ο Αιτητής διαφοροποιεί το αφήγημά του, καθόσον τότε αναφέρθηκε σε συστηματική κακοποιητική συμπεριφορά του εργοδότη του προς ανήλικα πρόσωπα και σε δημοσιοποίηση πληροφοριών στο κοινό, στοιχεία τα οποία δεν επαναλήφθηκαν με την ίδια σαφήνεια ούτε κατά τη συνέντευξη ούτε κατά την ακροαματική διαδικασία, όπου περιορίστηκε στο συγκεκριμένο περιστατικό και σε καταγγελία ενώπιον του κοινοτάρχη. Περαιτέρω, ως προς το ίδιο το περιστατικό με τη νεαρή κοπέλα, δεν παρίσταται ευλογοφανές ότι άγνωστο προς τον Αιτητή πρόσωπο θα απευθυνόταν σε αυτόν λέγοντας «δες τι μου έκανε το αφεντικό σου», γνωρίζοντας εκ των προτέρων την επαγγελματική του σχέση με τον φερόμενο δράστη, ούτε ότι θα προσέβλεπε ευλόγως σε βοήθεια από πρόσωπο που εργαζόταν για τον εργοδότη της, χωρίς να φοβάται ενδεχόμενη συγκάλυψη. Ομοίως, μη ευλογοφανής κρίνεται η αντίδραση του Αιτητή και του φύλακα, οι οποίοι, ενώπιον αιμόφυρτης κοπέλας, φέρονται να την εγκατέλειψαν προκειμένου να σπεύσουν να υποβάλουν καταγγελία στον κοινοτάρχη, χωρίς να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια άμεσης συνδρομής προς αυτήν, παρά το ότι, κατά τους ισχυρισμούς τους, με την πράξη τους διακινδύνευαν τη θέση τους. Με βάση τα ανωτέρω, δεν θεμελιώνεται η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, λόγω έλλειψης συγκεκριμένων βιωματικών λεπτομερειών, παρουσίας στοιχείων μη ευλογοφάνειας σε κρίσιμα σημεία και ασυνέχειας σε σχέση με τις αρχικές δηλώσεις του κατά την καταγραφή της αίτησής του.
41. Αξιολογώντας την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή, το Δικαστήριο προέβη σε σχετική έρευνα, εκ της οποίας δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε πληροφορία ή ένδειξη περί ανάμειξης του CeeBee C.D. Barshell σε σκάνδαλο σχετικό με ερωτικές συναναστροφές ή βιασμούς ανηλίκων, παρά τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι η υπόθεση βρίσκεται σε εξέλιξη, απασχολεί το σύνολο της χώρας και ότι δημοσιογράφοι τον αναζητούν.
42. Εντοπίστηκε, ωστόσο, δημοσίευμα αναφορικά με δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ του CeeBee C.D. Barshell και της κυρίας Zoe Ice Henries, σχετική με οικονομικές διαφορές και ζητήματα διατροφής τέκνων. Σε ανακοίνωση του γραφείου του, ημερομηνίας 25 Φεβρουαρίου 2025, απορρίπτονται οι εις βάρος του κατηγορίες ως ψευδείς, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε υπόθεση βιασμού ή σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων.[3]
43. Παράλληλα, η έρευνα του Δικαστηρίου επιβεβαιώνει ότι στη Λιβερία έχουν καταγραφεί κατά το παρελθόν σοβαρά περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων, όπως προκύπτει από δημοσιεύματα διεθνών μέσων ενημέρωσης (BBC, 2018) και από αναφορές του Al Jazeera (Σεπτέμβριος 2020), σύμφωνα με τις οποίες ο τότε Πρόεδρος George Weah κήρυξε τον βιασμό σε κατάσταση εθνικής έκτακτης ανάγκης. Ωστόσο, οι εν λόγω πληροφορίες αφορούν γενικότερα φαινόμενα και δεν συνδέουν τον CeeBee C.D. Barshell με οποιοδήποτε σχετικό σκάνδαλο.[4]
44. Αναφορικά με τη διαφθορά πολιτικών προσώπων, στοιχεία του οργανισμού Afrobarometer (Μάιος 2025) καταδεικνύουν ότι, αν και η διαφθορά εξακολουθεί να αποτελεί ζήτημα δημόσιας ανησυχίας, περισσότεροι πολίτες δηλώνουν ότι μπορούν να την καταγγείλουν χωρίς φόβο αντιποίνων. Περαιτέρω, από έρευνα στην ηλεκτρονική πλατφόρμα της Επιτροπής Καταπολέμησης της Διαφθοράς της Λιβερίας (LACC) δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε πληροφορία που να αφορά τον CeeBee C.D. Barshell.[5]
45. Ως προς το γενικό πλαίσιο απονομής της δικαιοσύνης, μελέτες της Παγκόσμιας Τράπεζας (2023) και άλλων διεθνών οργανισμών επισημαίνουν διαχρονικές αδυναμίες του συστήματος, όπως καθυστερήσεις, έλλειψη πόρων και περιορισμένη πρόσβαση στη νομική βοήθεια, αν και έχουν υιοθετηθεί μεταρρυθμίσεις (νόμος περί νομικής βοήθειας, 2021). Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν διαρθρωτικά προβλήματα, πλην όμως δεν τεκμηριώνουν τον ειδικό ισχυρισμό του Αιτητή περί έκδοσης εντάλματος σύλληψης κατ’ εντολήν του εργοδότη του.[6].[7].[8].
46. Ως προς το έγγραφο που προσκομίστηκε προς απόδειξη ότι ο Αιτητής καταζητείται (βλ. ερ. 39 του δ.φ.), το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν πρόκειται για επίσημο ένταλμα σύλληψης, αλλά για αντίγραφο έγχρωμης φωτογραφίας, το οποίο εμφανίζει ενδείξεις επεξεργασίας και δεν φέρει στοιχεία προσδιορισμού του εκδόντος φορέα ή του χρόνου έκδοσης. Σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Λιβερίας, η έκδοση εντάλματος σύλληψης προϋποθέτει εξέταση ενώπιον δικαστή ή ειρηνοδίκη και θεμελίωση εύλογης αιτίας. Ο Αιτητής δεν παρείχε συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς τη νομική βάση, το περιεχόμενο ή τις περιστάσεις έκδοσης του φερόμενου εντάλματος, περιοριζόμενος σε γενικές αναφορές περί πολιτικής επιρροής του εργοδότη του.
47. Ειδικότερα, το Δικαστήριο προχώρησε σε σχετική έρευνα γύρω από την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης στη Λιβερία και εντόπισε ότι σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της υπό εξέταση χώρας, ένα άτομο μπορεί να συλληφθεί χωρίς ένταλμα εάν συλληφθεί επ' αυτοφώρω να διαπράττει έγκλημα ή εάν ο αστυνομικός έχει βάσιμο λόγο να πιστεύει ότι το άτομο έχει διαπράξει αδίκημα. Για συλλήψεις που δεν γίνονται επ' αυτοφώρω (εν ώρα τέλεσης εγκλήματος), η αστυνομία πρέπει να υποβάλει αίτηση για ένταλμα σύλληψης από δικαστή. Το ένταλμα πρέπει να βασίζεται σε εύλογη αιτία και επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να υποδηλώνουν ότι το άτομο εμπλέκεται σε εγκληματική δραστηριότητα.
48. To άρθρο 1.11.1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Λιβερίας ορίζει: «Μπορεί να υποβληθεί καταγγελία σε οποιονδήποτε δικαστή ή ειρηνοδίκη ότι ένα πρόσωπο έχει απειλήσει να διαπράξει έγκλημα κατά του προσώπου ή της περιουσίας άλλου. Μόλις λάβει μια τέτοια καταγγελία, ο δικαστής ή ο ειρηνοδίκης εξετάζει ενόρκως τον καταγγέλλοντα και τυχόν μάρτυρες που μπορεί να προσκομίσει και περιορίζει την εξέτασή τους σε γραπτή και φροντίζει να υπογραφούν από τα μέρη που την υποβάλλουν».
49. Το δε άρθρο 1.11.2 αναφέρει: «Εάν από την εξέταση αυτή προκύψει ότι υπάρχει βάσιμος λόγος φόβου για την τέλεση του εγκλήματος που απειλείται από το πρόσωπο κατά του οποίου υποβλήθηκε η μήνυση, ο δικαστής ή ο ειρηνοδίκης εκδίδει ένταλμα σύλληψης διατάσσοντας τη σύλληψη του εν λόγω προσώπου».
50. Καταλήγοντας στην αξιολόγηση της αποδεικτικής αξίας του εγγράφου που προσκόμισε ο Αιτητής, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι αυτό δεν συνιστά ένταλμα σύλληψης, αλλά αντίγραφο έγχρωμης φωτογραφίας, το οποίο, κατόπιν προφανούς επεξεργασίας, αναφέρει ότι ο Αιτητής και ο μάρτυρας της παρούσας υπόθεσης καταζητούνται, χωρίς να προσδιορίζεται ο εκδούς φορέας ή ο χρόνος έκδοσής του. Δεδομένου ότι: (1) το έγγραφο δεν ενισχύει ουσιωδώς τις δηλώσεις της συνηγόρου του Αιτητή περί δίωξής του από τις αρχές της Λιβερίας κατόπιν έκδοσης εντάλματος σύλληψης, (2) φέρει εμφανή σημεία επεξεργασίας και (3) ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς τους λόγους και τον τρόπο έκδοσής του ή ως προς την ύπαρξη οποιουδήποτε επισήμου εντάλματος σύλληψης εις βάρος του, περιοριζόμενος σε γενικές αναφορές περί πολιτικής επιρροής του εργοδότη του, το Δικαστήριο κρίνει ότι το προσκομισθέν έγγραφο δεν δύναται να ενισχύσει το σχετικό σκέλος του ισχυρισμού του περί έκδοσης εντάλματος σύλληψης από τις αρχές της Λιβερίας. Περαιτέρω, παρά τα όσα προβάλλονται στη γραπτή αγόρευση, ενώπιον του Δικαστηρίου ο Αιτητής διαφοροποίησε τη θέση του, αναφέροντας ότι το εν λόγω έγγραφο αποτελεί φωτογραφία βάσει της οποίας καταζητείτο από τον εργοδότη του και όχι από τις αρχές της χώρας. Η μεταβολή αυτή των δηλώσεών του, σε συνδυασμό με την απροσδιόριστη προέλευση του εγγράφου, καθιστούν τούτο στοιχείο μειωμένης αποδεικτικής αξίας σε συνάρτηση με τη συνολική αξιολόγηση της αξιοπιστίας του.
51. Υπό τα ανωτέρω, το προσκομισθέν έγγραφο δεν ενισχύει ουσιωδώς τον ισχυρισμό περί έκδοσης εντάλματος σύλληψης ούτε τεκμηριώνει δίωξη από τις αρχές της Λιβερίας ή/ και από τον εργοδότη του για τους λόγους που επικαλείται ο Αιτητής .
52. Ως εκ τούτου, στη βάση της συνολικής αξιολόγησης της εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο τρίτος ισχυρισμός του Αιτητή δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
53. Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να διατρέχει ο Αιτητής, στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών του, και πέραν όσων ο ίδιος προέβαλε και απορρίφθηκαν ανωτέρω, σημειώνεται ότι δεν επικαλέστηκε οποιονδήποτε πρόσθετο ή αυτοτελή κίνδυνο απορρέοντα από το προσωπικό του προφίλ ή από ιδιαίτερες περιστάσεις του. Ομοίως, ο αποδεκτός ισχυρισμός περί της απασχόλησής του ως οδηγού του CeeBee C.D. Barshell δεν θεμελιώνει αφ’ εαυτού κίνδυνο, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός περί παρελθούσας δίωξης από το εν λόγω πρόσωπο έχει απορριφθεί ως μη αξιόπιστος. Κατά συνέπεια, οποιοσδήποτε προβαλλόμενος κίνδυνος συνδεόμενος με το πρόσωπο του CeeBee C.D. Barshell κρίνεται αβάσιμος και μη αντικειμενικά δικαιολογημένος.
54. Προχωρώντας κατόπιν σε έρευνα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στον τόπο τελευταίας διαμονής του Αιτητή, ήτοι την πόλη Monrovia της Λιβερίας, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές και εντόπισε πληροφορίες οι οποίες αναφέρουν ότι με τη λήξη του δεύτερου εμφυλίου πολέμου το 2003, η Λιβερία απολαμβάνει δύο δεκαετίες ειρήνης και σταθερότητας, σημειώνοντας σημαντική πρόοδο στην αποκατάσταση της κυβερνητικής ικανότητας, στην επανακαθιέρωση του κράτους δικαίου και στην εξασφάλιση των πολιτικών δικαιωμάτων και των ατομικών ελευθεριών των πολιτών. Το 2017, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η χώρα γνώρισε ειρηνική μεταβίβαση εξουσίας μεταξύ εκλεγμένων ηγετών, και οι ιδιαίτερα ανταγωνιστικές εκλογές του 2023 οδήγησαν σε άλλη μία δημοκρατική παράδοση εξουσίας στις αρχές του 2024. Ωστόσο, επίμονα προβλήματα παραμένουν, όπως η διαφθορά, η ατιμωρησία, οι πιέσεις στην ελευθερία του Τύπου και η βία κατά των γυναικών.[9]
55. Αναφορικά με την ύπαρξη ένοπλων συγκρούσεων στη Λιβερία, κατόπιν σχετικής έρευνας του Δικαστηρίου δεν ανευρεθήκαν πηγές που να καταγράφουν οιαδήποτε ένοπλη σύγκρουση, εσωτερική ή μη, στη χώρα, κατάληξη η οποία επιβεβαιώνεται και από τo War Watch, μια πρωτοβουλία της «Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights» για τον προσδιορισμό και την καταγραφή των ενόπλων συγκρούσεων, όπου η Λιβερία δε συμπεριλαμβάνεται στις χώρες που αντιμετωπίζουν εσωτερικές και/ή εξωτερικές ένοπλες συγκρούσεις.[10]
56. Η ανωτέρω εικόνα επιβεβαιώνεται και από αριθμητικά και ποιοτικά δεδομένα της πύλης ACLED (Armed Conflict Location & Event Data Project), σύμφωνα με τα οποία κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους, στη Λιβερία των περίπου 6.000.000 κατοίκων[11] σημειώθηκαν 100 περιστατικά ασφαλείας τα οποία επέφεραν 22 απώλειες[12]. Στην επαρχία Montserrado συγκεκριμένα, επί της οποίας βρίσκεται η πρωτεύουσα Monrovia των περίπου 1.900.000 κατοίκων το 2026, [13] τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, το ACLED κατέγραψε, κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους, 44 περιστατικά ασφαλείας τα οποία επέφεραν 4 απώλειες. Τα εν λόγω περιστατικά περιλάμβαναν περιπτώσεις διαδηλώσεων, πολιτικής βίας και καταπίεσης, χωρίς ωστόσο να καταγράφονται περιστατικά ανταρσιών, φρικαλεοτήτων, τρομοκρατικής δραστηριότητας και/ή εξωτερικής στρατιωτικής παρέμβασης.[14]
57. Στη βάση λοιπόν των ανωτέρω πληροφοριών, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν ανακύπτει κάποιος κίνδυνος για τον Αιτητή, σε περίπτωση που εκείνος επιστρέψει στην πόλη Monrovia της Λιβερίας, ο οποίος να απορρέει από την κατάσταση ασφαλείας εκεί.
58. Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ως αυτό έγινε αποδεκτό και ειδικότερα ότι ο Αιτητής είναι νεαρός, υγιής, με εργασιακή πείρα στη χώρα καταγωγής του και χωρίς οποιοδήποτε σημείο ευαλωτότητας ή αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης, διαθέτοντας εκεί οικογενειακό και γενικότερα κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο, κρίνεται πως σε συνάρτηση με τις παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του, δεν πιθανολογείται ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, θα εκτεθεί ευλόγως σε οιοδήποτε κίνδυνο.
59. Υπό το φως της ανωτέρω αξιολόγησης κινδύνου, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
60. Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
61. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)] ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του [βλ άρθρο 19(2)(α) και (β)].
62. Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο προσφεύγων, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή (βλ. άρθρο 19(2)(γ) απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43).
63. Επιπροσθέτως, δέον να εξεταστούν τα επιμέρους συστατικά στοιχεία του άρθρου 19(2)(γ) και ειδικότερα, κατά πόσον συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο Αιτητής, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43].
64. Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε Αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».
65. Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28). Αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην επαρχία Montserrado συγκεκριμένα, επί της οποίας βρίσκεται η πρωτεύουσα Monrovia, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, από τις αντληθείσες πληροφορίες δεν προέκυψε ότι εξελίσσεται εκεί οιαδήποτε εσωτερική ή διεθνής ένοπλη σύγκρουση και ως εκ τούτου δεν εκδηλώνονται εκεί περιστατικά αδιάκριτης βίας κατά των αμάχων, κατά την έννοια που επηρεάζει πρόσωπα ανεξαρτήτως των προσωπικών τους περιστάσεων (βλ. ανωτέρω Elgafaji, σκ. 34, ΔΕΕ· Diakit?, απόφαση της 30.01.2014, C-285/12). Συνεπώς, καθώς δεν λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή παρέλκει η εξέταση οποιονδήποτε συστατικών στοιχείων της εν λόγω διάταξης.
66. Ως εκ των ανωτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, και κρίνει ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
67. Σε σχέση δε με την απόφαση επιστροφής του Αιτητή στη Λιβερία, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C- 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51).
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
Κ. Κ. ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition,
EUAA https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 18.2.2026], σ. 120-134 και επίσης
UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status
[2] Ministry of foreign affairs, Liberia, Daily Media Summary (06-05-2019), https://www.mofa.gov.lr/index.php/media/media-summaries/daily-media-summary-06-05-2019, (16/02/2026)
[3] Reports231.com, Ceebee Barshell Refutes Media Publications, 27/02/2025, https://reports231.com/ceebee-barshell-refutes-media-publications/, (16/02/2026).
[4] BBC, More Than Me CEO temporarily resigns amid Liberia rape scandal, October 2018, https://www.bbc.com/news/world-us-canada-45869800, (16/02/2026).
Al Jazeera, Liberia declares rape a national emergency after spike in cases, 12th September 2020, https://www.aljazeera.com/news/2020/9/12/liberia-declares-rape-a-national-emergency-after-spike-in-cases, (16/02/2026)
[5] AFRO Barometer, Liberians report rising confidence in government’s anti-corruption efforts and improved trust in some institutions, May 2025, https://www.afrobarometer.org/articles/liberians-report-rising-confidence-in-governments-anti-corruption-efforts-and-improved-trust-in-some-institutions/#:~:text=The%20share%20of%20citizens%20who,lot%E2%80%9D%20(Figure%205), (16/02/2026)
LACC, Search: CeeBee C.D. Barshell, https://lacc.gov.lr/search/node?keys=CeeBee+C.D.+Barshell, (16/02/2026)
[6] LACC, The Liberia Anti-Corruption Commission (LACC) hereby informs the general public, media institutions, and all concerned citizens that the First Judicial Circuit, Criminal Court “C” for Montserrado County, Republic of Liberia, has issued an Indictment, 21 January 2026, https://lacc.gov.lr/media/press-releases/liberia-anti-corruption-commission-lacc-hereby-informs-general-public-media, (16/02/2026)
[7] WORLD Bank Group, Publication: Improving Access to Justice in Liberia – A 2023 JUPITER Assessment, 14 December 2023, https://openknowledge.worldbank.org/entities/publication/6cf189bd-2735-40fc-a572-09dce5996033, (16/02/2026)
[8] UNDP, Liberia to get its first-ever Legal Aid Act to increase access to justice for the poor, 2nd December 2021, https://www.undp.org/liberia/press-releases/liberia-get-its-first-ever-legal-aid-act-increase-access-justice-poor#:~:text=Poor%20vulnerable%20people%20cannot%20hire,law%2C%20human%20rights%20and%20justice., (16/02/2026).
[9] Freedom House, 2025, Freedom in the World 2025: Liberia, https://freedomhouse.org/country/liberia/freedom-world/2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/02/2026)
[10] War Watch, Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, Liberia, https://warwatch.ch/explore/, (14/01/2026)
[12] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής από 30/07/2025, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Liberia, View Country Profile, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/02/2026)
[13] https://worldpopulationreview.com/cities/liberia/monrovia, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/02/2026)
[14] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής από 30/07/2025, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Liberia, View Country Profile, Montserrado, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/02/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο