S. H. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.3920/2024, 27/2/2026
print
Τίτλος:
S. H. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.3920/2024, 27/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση αρ.3920/2024

 

27 Φεβρουαρίου  2026

[Β. ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:                                     

 S. H. {…} Λάρνακα

Αιτητή

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η αίτηση

  

Γεώργιος Βασιλόπουλος (κος) για Γεώργιος Βασιλόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τον Αιτητή

Βασιλική Θωμά (κα), Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 13/09/2024 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθώς κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2022 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος). Ταυτόχρονα αιτείται την έκδοση απόφασης από τον παρόν Δικαστήριο με την οποία να αναγνωρίζεται ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής  κατάγεται από την Σομαλία. Εισήλθε παράνομα από τις κατεχόμενες από την Τουρκία περιοχές στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές στις 22/02/2022 και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας περί τις 23/03/2022. Στις 04/06/2024 διενεργήθηκε η συνέντευξη ουσίας του Αιτητή  από αρμόδιο Λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 13/09/2024 αρμόδιος Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση Εισήγηση για απόρριψη της αίτησης προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία εγκρίθηκε στις 13/09/2024. Στις 08/10/2024 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία παρελήφθη  και υπεγράφη από τον Αιτητή αυθημερόν.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Κατά την καταχώρηση της προσφυγής, ο Aιτητής, ο οποίος τότε δεν εκπροσωπείτο από δικηγόρο, δεν προέβαλε κανένα νομικό ισχυρισμό εναντίον της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέροντας ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του καθότι πουλούσε αλκοολούχα ποτά, το οποίο είναι παράνομο, και η αστυνομία τον αναζητεί, κινδυνεύοντας με εφτά χρόνια φυλάκισης. Ανέφερε επίσης ότι ο διακινητής ποτών με τον οποίο συνεργαζόταν απειλεί ότι θα τον σκοτώσει. Κατόπιν διορισμού δικηγόρου στις 12/12/2024, ο συνήγορός του Αιτητή προέβη αυθημερόν στη κατάθεση αίτησης τροποποίησης της προσφυγής, η οποία εγκρίθηκε από το παρόν Δικαστήριο και επί της οποίας εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης της προσφυγής στις 20/12/2024. Ακολούθως, ο Αιτητής διά του συνηγόρου προέβη στην κατάθεση της γραπτής του αγόρευσης, μέσω της οποίας προβάλει πλείονες νομικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης. Πιο συγκεκριμένα:

Ως προς τον πρώτο νομικό ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας, ο Αιτητής διά του συνηγόρου του, προβάλλει ότι η εν λόγω απόφαση λήφθηκε αναρμοδίως από τον κ. Ανδρέα Αγρότη, ο οποίος κατά τον χρόνο έκδοσης της, δεν ήταν εξουσιοδοτημένος από τον αρμόδιο Υπουργό Εσωτερικών καθότι στο εν λόγω διάστημα, ως Υπουργός Εσωτερικών είχε πλέον διορισθεί ο κ. Ιωάννου Κωνσταντίνος και όχι ο αναφερθείς στην εξουσιοδότηση πρώην Υπουργός Εσωτερικών. Αναφορικά με τον εν λόγω νομικό ισχυρισμό, ο συνήγορος προβάλλει επιπλέον ότι κατά τον χρόνο λήψης της επίδικης απόφασης, χρέη Προϊσταμένου ασκούσε η κα Χρυσομηλά-Κουτσούμπα, η οποία ωστόσο στη συνέχεια εγκατέλειψε τη συγκεκριμένη θέση, χωρίς να έχει οριστεί πρόσωπο που να ασκεί τα καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, τουλάχιστον έως τον χρόνο κατά τον οποίο ο συνήγορος του Αιτητή καταχώρησε την γραπτή του αγόρευση, και συνεπώς η σχετική εξουσιοδότηση που έχει δοθεί στους λειτουργούς δεν έχει ισχύ, καθιστώντας τις επιμέρους αποφάσεις άκυρες.

Ως  προς τους λοιπούς λόγους ακύρωσης που προωθούνται, ο Αιτητής προβάλει δια του συνηγόρου του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και απουσίας επαρκούς αιτιολογίας, πλάνης περί τα πράγματα και περί το νόμο. Ως προς αυτό, ο συνήγορος του Αιτητή αναφέρει ότι δεν υπήρξε δέουσα έρευνα καθώς αφενός δεν αφιερώθηκε αρκετός χρόνος συνέντευξης και αφετέρου η συνέντευξη βασίστηκε σε τυποποιημένα έντυπα συνεντεύξεων. Αναφέρει επίσης ο συνήγορος του Αιτητή ότι ο λειτουργός, κατά την απόρριψη της φυλετικής  καταγωγής του Αιτητή δεν παραπέμπει σε εξωτερικές πηγές, καθώς και ότι, παρόλο που στον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό ο λειτουργός καταγράφει πληροφορίες για τη φυλή Gabooye, δεν δέχεται ότι ο Αιτητής είναι μέλος αυτής. Ο συνήγορος του Αιτητή υποστηρίζει ότι μέλη της μειονοτικής φυλής Gabooye υφίστανται διακρίσεις αναφορικά με περιορισμούς στην εργασία, οικονομικούς πόρους, ιδιοκτησία και πρόσβαση στις αρχές, παραθέτοντας πηγές πληροφόρησης επί αυτού. Καταλήγει εν τέλει στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής χαρακτηρίζεται από ειδικές ατομικές περιστάσεις ως μέλος της μειονοτικής εθνοτικής ομάδα Gabooye και έχει υποστεί εξευτελιστική συμπεριφορά εξαιτίας αυτού.

Οι Καθ’ ων η Αίτηση στη γραπτή τους αγόρευση αναφορικά με τον προβληθέντα περί αναρμοδιότητας ισχυρισμό προωθούν ότι ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αυτός που εξέδωσε τη προσβαλλόμενη απόφαση, η εξουσιοδότηση προς τον κ. Α. Αγρότη δεν έχει ανακληθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης της απόφασης και συνεπώς η μεταβίβαση αρμοδιότητας εξακολουθεί να ισχύει. Τονίζουν δε οι Καθ’ ων ότι η σχετική εξουσιοδότηση εκδίδεται από τον Υπουργό υπό την θεσμική του ιδιότητα και συνεπώς η ανάληψη καθηκόντων από νέο Υπουργό δεν επιφέρει παύση της εν λόγω εξουσιοδότησης. Ως προς το σκέλος που αφορά το πρόσωπο του Προϊσταμένου, οι Καθ’ ων προβάλλουν με τη σειρά τους ότι ο εν λόγω λόγος ακύρωσης είναι ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης και προβάλλεται αλυσιτελώς, δεδομένου ότι δεν είναι επίδικο ζήτημα στη παρούσα υπόθεση, καθώς και ότι δεν υπήρξε δυσμενής ή άλλη επιρροή στο πρόσωπο του Αιτητή, τονίζοντας δε ότι το κρίσιμο και επίδικο θέμα είναι κατά πόσο ο κ. Α. Αγρότης ήταν εν προκειμένω αρμόδιο και δεόντως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Σημειώνουν επιπλέον οι Καθ’ ων ότι παρεμφερή ζητήματα σχετικά με την αναρμοδιότητα δεν μπορούν να ανάγονται σε ζητήματα δημόσιας τάξεως.  Επιπλέον, επισημαίνουν οι Καθ’ ων ότι ο κ. Αγρότης ενέκρινε την εισήγηση της αρμόδιου ορισμένου χρόνου λειτουργού (αναφερόμενης ως CAS 48) αφότου μελέτησε την εισήγηση/έκθεση, επιφυλασσόμενοι του δικαιώματος προσκόμισης βεβαίωσης ως μαρτυρίας κατόπιν σχετικής κρίσης του Δικαστηρίου. Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, παρέπεμψαν οι Καθ’ ων στη σχετική απόφαση 1399/24  που εκδόθηκε στις 31/07/2025 και Τ283/24 που εκδόθηκε στις 06/10/2025.

Ακολούθως, αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί έλλειψης δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας όπως προβλήθηκαν από τον συνήγορο του Αιτητή, οι Καθ’ ων αρχικά υποστηρίζουν ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με τον Κανονισμό 7 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962 λόγω μη εξειδίκευσης και αιτιολόγησης του εν λόγω λόγου ακύρωσης στο δικόγραφο της προσφυγής. Επιπροσθέτως, υποστηρίζουν ότι οι συγκεκριμένοι νομικοί ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι και αθεμελίωτοι, καθώς διενεργήθηκε πλήρης και επαρκής έρευνα και ότι ο Αιτητής εν προκειμένω δεν έχει τεκμηριώσει την κακή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ή την ύπαρξη πλάνης στην κρίση των Καθ’ ων. Επισημαίνουν δε οι Καθ’ ων ότι ακόμα και αν γινόταν δεκτό ότι ο Αιτητής ανήκει στη φυλή Gabooye, δεν προκύπτει από τις προσωπικές του περιστάσεις ότι βίωσε διακρίσεις σε βαθμό δίωξης. Σε κάθε περίπτωση επισημαίνουν οι Καθ’ ων ότι δόθηκαν ευκαιρίες στον Αιτητή να τεκμηριώσει τη φυλή του, του υποβλήθηκαν επαρκείς και διευκρινιστικές ερωτήσεις και καλύφθηκε ο πυρήνας του αιτήματος καθώς και επιμέρους ζητήματα που ανέκυψαν. Τονίζουν δε ότι ο Αιτητής δεν ανέφερε ποια ήταν εκείνα τα ζητήματα για τα οποία δε του δόθηκε η ευκαιρία να αναπτύξει. Ως προς την υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, οι Καθ’ ων αντιτείνουν ότι δεν έχουν αναδειχθεί ατομικά χαρακτηριστικά που να αυξάνουν τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του Άρθρου 15 (γ). 

Ο Αιτητής διά του συνηγόρου του κατέθεσε απαντητική γραπτή αγόρευση αναλύοντας περαιτέρω τον νομικό ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας και αναφέροντας ότι δεν προκύπτει από το διοικητικό φάκελο το καθεστώς απασχόλησης του λειτουργού που συνέταξε την έκθεση/εισήγηση, δεδομένου ότι η εξουσιοδότηση προς τον κ. Αγρότη αφορά αποφάσεις επί εκθέσεων/εισηγήσεων από λειτουργούς ορισμένου χρόνου. Ακολούθως, αναφέρει ο συνήγορος του Αιτητή ότι δεν προκύπτει από το διοικητικό φάκελο εξουσιοδότηση προς τον κ. Αγρότη να εξετάζει και να αποφασίζει επί εκθέσεων/εισηγήσεων.

Κατά τις διευκρινίσεις ο συνήγορος του Αιτητή απόσυρε τους ισχυρισμούς περί αναρμοδιότητας πλην του σκέλους που αφορά το πρόσωπο που Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και αφορούν στην κα . Χρυσομηλά- Κουτσούμπα.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Η αναγκαιότητα έγερσης των λόγων προσφυγής με ευκρίνεια και λεπτομέρεια είναι θεμελιώδους σημασίας διαφορετικά το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να τα εξετάσει αυτεπαγγέλτως, έστω και εάν έχουν εγερθεί με την αγόρευση.

 Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία.  Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως. 

«Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστολόγοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη, ή καταπάτηση των αρχών της ίσης μεταχείρισης κλπ.  Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας.  Αυστηρώς ομιλούντες τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων. (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009  ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και   Κυπριακής Δημοκρατίας).

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:

Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως.  Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).

O συνήγορος του Αιτητή παραθέτει γενικά και αόριστα τα νομικά σημεία στην προσφυγή και επικαλείται παραβιάσεις του Συντάγματος, του περί Προσφύγων Νόμου, των Γενικών Αρχών και του Διοικητικού Δικαίου χωρίς ωστόσο να παραθέτει τις συγκεκριμένες διατάξεις της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμό παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά επίσης ελλείπει οποιαδήποτε τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης.

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγεί­ρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτρο­πής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636:

«Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύ­ρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγό­ρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».

Σχετική είναι και  η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4.

«Το γεγονός ότι το άρθρο 146.1. του Συντάγματος καταγράφει ως αιτίες ακυρό­τητας την αντίθεση προς τις διατάξεις του Συντάγματος, ή του Νόμου και την υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας, δεν σημαίνει ότι αρκεί η γενική επίκληση κά­ποιας από αυτές χωρίς άλλο. Η ταξινόμηση κάποιου νομικού λόγου ως υπαγό­μενου στα πιο πάνω, είναι εγχείρημα ουσίας που προϋποθέτει την έγερσή του σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις».

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή ως προς την παραβίαση του άρθρου 13 του περί Προσφύγων Νόμου, κρίνω ότι η απόφαση λήφθηκε από αρμόδιο όργανο, ήτοι τον κο. Ανδρέα Αγρότη, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών διοικητική λειτουργό να λάβει την απόφαση και περαιτέρω ουδεμία απεμπόληση αρμοδιότητας υπήρξε.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Περί Προσφύγων Νόμου το οποίο ορίζει την έννοια του «Προϊσταμένου» που δύναται να αποφασίζει επί των αιτήσεων ασύλου ως εξής:

«"Προϊστάμενος" σημαίνει αρμόδιο λειτουργό ο οποίος προΐσταται της Υπηρεσίας Ασύλου και περιλαμβάνει οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο λειτουργό της εν λόγω Υπηρεσίας που εξουσιοδοτείται από τον Υπουργό, για να ασκεί όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή να εκτελεί όλα ή οποιαδήποτε από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου·»

Ο κος  Α. Αγρότης είναι εγκύρως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό για να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου. Η εν λόγω εξουσιοδότηση ημερ. 09/06/2022 αποτελεί και μέρος του σχετικού διοικητικού φακέλου που έχει  καταχωρηθεί στο Δικαστήριο κατά το στάδιο των διευκρινήσεων

Αναφορικά με το ζήτημα που εγείρει και αφορά στο πρόσωπο της κ Χρυσομηλά – Κουτσουμπά παραπέμπω στην απόφαση μου ημερ.  20  Νοεμβρίου   2025 υπ. αρ. προσφυγή 2510/2024 Mr A.H. (AR058xxxxxxx), από Σομαλία και τώρα Λάρνακα και Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου  συνεπώς ο ισχυρισμός απορρίπτεται .

 

Στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).

Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90)».

Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς  χαρακτηρίζονται  οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

 Όπως επισημάνθηκε, αποτελεί βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στην διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε. Aρ.: 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 ΑΑΔ 345).

Η γενική αυτή νομολογιακή αρχή θα πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω υπό το φως του ειδικού δικαίου που διέπει τη διαδικασία εξέτασης μίας αιτήσεως ασύλου και των αρχών που θεσπίζει τόσο η εθνική όσο και η ενωσιακή νομοθεσία. Συναφές εν προκειμένω είναι το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτού. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας των αιτητών ασύλου να τεκμηριώσουν με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή τους, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C 277/11, M. M., ECLI:EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι η απόφαση λήφθηκε υπό πλάνη, οι Καθ' ων αντιτάσσουν ότι η Υπηρεσία Ασύλου βασίστηκε σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα όπως αυτά αναλύθηκαν και επεξηγήθηκαν από τον Αιτητή. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι Καθ' ων η αίτηση εξέτασαν ουσιαστικά την αίτηση του Αιτητή και όλα όσα είχε θέσει ο Αιτητής με τους ισχυρισμούς του και στάθμισαν και αξιολόγησαν πλήρως τα ενώπιον τους δεδομένα και ουδέποτε ενήργησαν υπό πλάνη.

Έχει νομολογηθεί ότι δεν υφίσταται πλάνη περί τα πράγματα όταν η Διοίκηση σταθμίζει και αξιολογεί στοιχεία και γεγονότα όπως αυτά τίθενται ενώπιον της προς κρίση. Πλάνη περί τα πράγματα στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται η αντικειμενική ανυπαρξία γεγονότων που έλαβε υπόψη του το αρμόδιο όργανο για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.  Όταν η πλάνη του αρμόδιου οργάνου έγκειται στην λανθασμένη ερμηνεία του Νόμου, τότε η απόφαση του αρμόδιου οργάνου πάσχει διότι η πλάνη του αυτή οδήγησε σε εσφαλμένη εφαρμογή του Νόμου και κατά συνέπεια με αυτό τον τρόπο συντρέχει πλάνη περί το Νόμο.

Περαιτέρω θα πρέπει να αναφερθεί ότι  το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού για ύπαρξη πλάνης το έχει ο Αιτητής (βλ. Παπαδόπουλος v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (1190) 3ΑΑΔ 262, 267). Η υπό κρίση απόφαση λήφθηκε στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, ήτοι της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν συνεκτίμησης των πραγματικών στοιχείων και δεδομένων, στηριζόμενη στο ορθό νομικό υπόβαθρο όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω στην απόφαση μου. Συνεπώς, ο ισχυρισμός περί νομικής και πραγματικής πλάνης ή ότι η απόφαση λήφθηκε υπό πεπλανημένα κριτήρια απορρίπτεται.

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα όσων ο Αιτητής  δήλωσε με την αίτησή του για διεθνή προστασία, κατά τη διάρκεια των  συνεντεύξεων  ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου  και όσων προβάλει με την παρούσα Προσφυγή.

Κρίνεται σκόπιμο στο στάδιο αυτό, να καταγραφούν οι ισχυρισμοί που πρόβαλε o Αιτητής στα πλαίσια της εξέτασης του αιτήματός του για διεθνή προστασία από την Υπηρεσία Ασύλου.

Κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή υπέστη διάκριση που τον επηρέασε σημαντικά, η μητέρα του τον εγκατέλειψε σε νεαρή ηλικία και στη συνέχεια έμαθε ότι είναι στην Γερμανία καθώς και ότι έχασε το μέλλον του λόγω διακρίσεων που υπέστη.

Κατά την συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Σομαλίας, εθνοτικής καταγωγής Gaboye και γεννήθηκε στη πόλη Burao, της επαρχίας Togdheer στη Somaliland, της Σομαλίας όπου και διέμενε έως και την αναχώρηση του από τη χώρα καταγωγής. Ως προς το θρήσκευμα του δήλωσε πως είναι Μουσουλμάνος. Ως προς το μορφωτικό επίπεδο και το επάγγελμά του, δήλωσε ότι πήγε στο σχολείο για οχτώ έτη και εργάστηκε ως καθαριστής παπουτσιών, σε πλυντήριο αυτοκινήτων και ως πωλητής αλκοόλ. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι άγαμος, έχασε τον πατέρα του σε νεαρή ηλικία και η μητέρα του ζει από το 2014 στη Γερμανία, ενώ θείοι και θείες από την πλευρά της μητέρα τους διαβιούν σε διάφορες πόλεις της Somaliland.

Αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής, κατά την συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ο Αιτητής δήλωσε ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του λόγω των διακρίσεων που υπέστη ως Gabooye. Ανέφερε επίσης ότι συνελήφθη επειδή πουλούσε αλκοόλ και ότι λόγω της φυλετικής του καταγωγής ήταν ευκολότερο να τον συλλάβουν. Πρόσθεσε επίσης ότι μετά από την αναχώρηση του από τη χώρα καταγωγής άτομα με τα οποία δούλευε τον κατήγγειλαν στη κυβέρνηση και φοβάται ότι εξαιτίας αυτού θα συλληφθεί.

Ο πρώτος ισχυρισμός που διέκρινε ο αρμόδιος λειτουργός αφορούσε την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή. Ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό ως προς τη ταυτότητα και το τόπο καταγωγής του Αιτητή, λαμβάνοντας υπόψη τη κατάθεση πρωτότυπου διαβατηρίου που αποδεικνύει ότι είναι υπήκοος Σομαλίας από τη πόλη Burao, της επαρχίας Todgheer, στη Somaliland. Ως προς το σκέλος του ισχυρισμού που αφορά την φυλετική καταγωγή του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε αναφορικά με την εσωτερική αξιοπιστία ότι ο Αιτητής δεν απάντησε ικανοποιητικά, καθώς δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τη φυλή του, αναφέροντας ότι μέλη της φυλής διαβιούν στη Somaliland και εργάζονται ως τσαγκάρηδες και κουρείς. Ερωτηθείς το λόγο που δε μπορεί να παράσχει περισσότερες πληροφορίες, απάντησε ότι δεν γνωρίζει κάτι άλλο, εξήγηση που δεν θεωρήθηκε ικανοποιητική από τον αρμόδιο λειτουργό λόγω του ότι αναμένονταν από τον Αιτητή να είναι σε θέση να παράσχει περισσότερες πληροφορίες για τη φυλή του. Αναφέρει επίσης ο λειτουργός ότι η έλλειψη γνώσης εκ μέρους του Αιτητή δεν συνάδει με την βιβλιογραφία αφού ο Αιτητής είχε πρόσβαση σε υπηρεσίες έκδοσης διαβατηρίου, φοίτησε σε σχολείο για οχτώ έτη, δεν είχε περιορισμούς κίνησης, κατάφερε να βρίσκεται εκτός της χώρας του χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα και εξασφάλισε χρήματα για το ταξίδι του, στοιχεία τα οποία δεν συνάδουν με τη ζωή ατόμων που ανήκουν στη μειονοτική ομάδα των Gabooye. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω σκέλους του ισχυρισμού, έπειτα από παράθεση πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ο λειτουργός διαπίστωσε ότι παρόλο που οι περισσότερες πηγές συμφωνούν ότι οι Gabooye έρχονται αντιμέτωποι με διακρίσεις και οι επαγγελματικές κάστες αντιμετωπίζουν σοβαρή κοινωνική, πολιτική, νομική, ακαδημαϊκή και οικονομική διάκριση, ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα του χωρίς κανένα πρόβλημα και είχε πρόσβαση σε υπηρεσίες έκδοσης διαβατηρίου. Συμπέρανε συνεπώς ο αρμόδιος λειτουργός ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή σχετικά με τη φυλετική του καταγωγή δεν γίνεται αποδεκτός.

 

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός που διέκρινε ο αρμόδιος λειτουργός αφορούσε τα ισχυριζόμενα προβλήματα του Αιτητή λόγω της φυλετικής του καταγωγής ως Gaboye. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο λειτουργός αξιολόγησε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματος του. Ο αρμόδιος λειτουργός συμπέρανε ότι δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι ανήκει στην εν λόγω φυλή, όπως αξιολογήθηκε στον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, η διάκριση και δίωξη που δέχεται η συγκεκριμένη φυλή δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. Ως προς τις δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τη πώληση αλκοόλ, ο αρμόδιος λειτουργός συμπέρανε ότι οι αναφορές του Αιτητή διέπονται από ασυνέχειες δεδομένου ότι ανέφερε ότι συνελήφθη για παράνομη πράξη και επομένως ευλόγως αναμενόταν ότι θα συλληφθεί. Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τις αναφορές του Αιτητή σχετικά με το γεγονός ότι συνέχισε να πουλάει αλκοόλ κρυφά, έκρινε ότι αναμενόταν ότι θα σταματήσει να απασχολείται στον εν λόγω τομέα δεδομένου ότι υπήρχε κίνδυνος νέας σύλληψης. Ακολούθως, προς το τέλος της συνέντευξης ο Αιτητής πρόσθεσε νέες πληροφορίες, αναφορικά με τις οποίες ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι πλήττουν την εσωτερική αξιοπιστία δεδομένου ότι δόθηκαν ευκαιρίες στον Αιτητή να αναλύσει τα θέματα που αντιμετώπισε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης με τη συνδρομή διερμηνέα. Εν κατακλείδι, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν υπέστη οποιαδήποτε μορφή δίωξης που να δικαιολογεί την απόφαση του να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η πώληση αλκοόλ στη Σομαλία είναι παράνομη αλλά δεδομένου ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ήταν ασυνεχείς και χωρίς επαρκείς πληροφορίες ο ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.

Εν συνεχεία ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Ο λειτουργός εξέτασε την γενική επικρατούσα κατάσταση στη Σομαλία καθώς και τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή καταγωγής του εν λόγω Αιτητή, στη πόλη Burao, επαρχία Togdheer, στη Somaliland, επισημαίνοντας ότι η Al Shabab δεν ελέγχει την Somaliland και δεν καταγράφονται επιθέσεις από την εν λόγω οργάνωση στη περιοχή, καθώς και ότι η περιοχή θεωρείται η πιο σταθερή και ασφαλής στη Σομαλία. Αναφορικά με τις ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν έχει αντιμετωπίσει οποιαδήποτε δίωξη, είναι ενήλικο νεαρής ηλικίας άτομο, υγιής, χωρίς ενδείξεις ευαλωτότητας, μορφωμένο, με υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον τα μέλη της ευρύτερης οικογένειάς του στη περιοχή καταγωγής. Εν κατακλείδι, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην επαρχία Togdheer, στη Somaliland, δεν υπάρχει εσωτερική ένοπλη σύρραξη ή αδιάκριτη άσκησης βίας και συνεπώς δεν υπάρχει κίνδυνος για τη σωματική του ακεραιότητα λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας.

 

Υπό το φως των ανωτέρω και προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή  σε προσφυγικό καθεστώς καθώς δεν θεμελιώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης  για κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους στο άρθρο 1(Α)(2) της Σύμβασης της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων και στο άρθρο άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου [Ν.6(Ι)/2000].

Εξετάζοντας δε ενδεχόμενη υπαγωγή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, κρίθηκε ότι  βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών του Αιτητή, ήτοι το προσωπικό του προφίλ και την αξιολόγηση κινδύνου ότι:

 

(α)  δεν θεωρείται ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α) , του Περί Προσφύγων Νόμου.

 

 (β) δεν θεωρείται ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια  (β), του Περί Προσφύγων Νόμου. σε περίπτωση που επιστρέψει στην χώρα καταγωγής του και

 

(γ) συνεκτιμώντας τη κατάσταση που επικρατεί στον τόπο τελευταίας διαμονής του, σε συνδυασμό με το προσωπικό προφίλ του Αιτητή κρίθηκε δεν διατρέχει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας.

 

Ενόψει των ανωτέρω, θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης επί τη βάσει του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα του Αιτητή

 

Αρχικά, συντάσσομαι με τους Καθ’ ων η Αίτηση ως προς τον τρόπο που σχημάτισαν τους ισχυρισμούς του Αιτητή.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή, λαμβάνοντας  υπόψιν τις δηλώσεις του καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του, παρατηρώ εκ προοιμίου ότι η γενική αξιοπιστία του δεν συνηγορεί στην υποστήριξη των ισχυρισμών του. Αφενός, κομβικά σημεία της αφήγησης του διέπονται από ανακολουθίες, αφετέρου οι πληροφορίες που παρείχε δεν κρίνονται επαρκείς προς στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών του.

 

Προχωρώντας εξ’ υπαρχής στην εξέταση της υπόθεσης,  και στην αξιολόγηση του πρώτου ισχυρισμού, κρίνω σκόπιμο να εκτεθούν ξανά τα διαθέσιμα στοιχεία  προς αξιολόγηση :

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ανέφερε ότι γεννήθηκε  στη πόλη Burao, της επαρχίας Togdheer στη Somaliland, της Σομαλίας όπου και διέμενε έως και την αναχώρηση του από τη χώρα καταγωγής.

Αξιολογώντας την εσωτερική του αξιοπιστία αναφορικά με το συγκεκριμένο ισχυρισμό, κρίνεται ότι ο Αιτητής παρείχε επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την καταγωγή του απαντώντας επαρκώς στις διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού.

Όσον αφορά στην εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή  αναφορικά με το συγκεκριμένο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός εντόπισε  τη ενλόγω περιοχή όπως  και οι άλλες πληροφορίες σχετικά την χώρα καταγωγής του Αιτητή.

 

Όσον αφορά στην αξιολόγηση του δεύτερου ισχυρισμού αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του, συντάσσομαι με τους Καθ’ ων η αίτηση, στο ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ορθά δεν γίνεται αποδεκτός

 

Αρχικά, ο αιτητής δήλωσε ότι η γενεσιουργός αιτία των προβλημάτων ήταν η φυλετική καταγωγή του κι οι διακρίσεις που αντιμετωπίζει λόγω αυτής .

Όσον αφορά στην αξιολόγηση του δεύτερου ισχυρισμού αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του, συντάσσομαι με τους Καθ’ ων η αίτηση. Οι πληροφορίες που παρείχε δεν κρίνονται ικανοποιητικές ενώ του δόθηκε η ευκαιρία να απαντήσεις στις διευκρινιστικές ερωτήσεις του αρμόδιου λειτουργού .

Λαμβάνοντας υπόψιν τη σημασία των φυλών στη δομή της σομαλικής κοινωνίας και ως επί το πλείστον το γεγονός ότι η φυλετική του καταγωγή αποτελεί τον πυρήνα του αιτήματος του, αναμενόταν να είναι σε θέση να παράσχει περισσότερες πληροφορίες.

Οι πληροφορίες που παρείχε δεν κρίνονται ικανοποιητικές και στις αναφορές του  παρατηρούνται ανακολουθίες, μη συνεκτική παρουσίαση των συμβάντων που επικαλείται . Ειδικότερα όσον αφορά τον ισχυρισμό του περί της φυλής το ως Gabooye συντάσσομαι με τη θέση των Καθ΄ων η αίτηση ότι αυτός δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του για του λόγους που ευκρινώς καταγράφονται στις σελίδες 5-7 της έκθεσης εισήγησης του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου (ερ.124-122 του δ.φ.)

Όσον αφορά τα ισχυριζόμενα προβλήματα του Αιτητή λόγω της ενλογώ ιδιότητας του συντάσσομαι με τα ευρήματα της Υπηρεσίας Ασύλου όπως αυτά καταγράφονται στις σελ. 7της έκθεσης εισήγησης (ερ. 122 του δ.φ.).

Περαιτέρω το δικαστήριο προέβη σε δική του έρευνα συγκεκριμένα σύμφωνα με έκθεση της UNHCR με έτος δημοσίευσης το 2022 αναφέρεται ότι «στη Σομαλία, ορισμένες ομάδες παραδοσιακά ορίζονται από τα επαγγέλματά τους, συνήθως σε λιγότερο επιθυμητές ή «ακάθαρτες» εργασίες που συχνά περιλαμβάνουν χειρωνακτική εργασία, για παράδειγμα κυνήγι, κομμωτική, σιδηρουργία ή υποδηματοποιία. Αυτές οι ομάδες είναι δομημένες σαν φυλές, ζουν σε ορισμένες περιοχές και γειτονιές και αναφέρονται με διάφορους όρους, όπως Tumaal, Waable, Sab, Madhibaan, Boon, Gabooye και Midgan. Αυτοί οι όροι μπορεί επίσης να αναφέρονται σε υποομάδες μέσα σε αυτές τις επαγγελματικές κάστες και μπορεί να διαφέρουν ανά περιοχή. [.]Οι ομάδες Gabooye στη Somaliland βρίσκονται σε μειονεκτική θέση από οικονομική άποψη, συνεχίζουν να είναι περιορισμένοι στα παραδοσιακά χαμηλόμισθά επαγγέλματα που κατέχουν, και στο σύνολό τους αδυνατούν να επιτύχουν «κοινωνική άνοδο ή οικονομική» λόγω κοινωνικών διακρίσεων και έλλειψης πρόσβασης σε πόρους. Τα παιδιά των επαγγελματικών καστών  υφίστανται εκφοβισμό στο σχολείο. [.] Αν και οι καταχρήσεις κατά των μειονοτήτων έχουν μειωθεί σε κλίμακα από τη δεκαετία του 1990, η χαμηλής έντασης βία κατά των μειονοτήτων εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τη σομαλική κοινωνία σήμερα, κυρίως επειδή  αυτές οι κοινωνικές δομές είναι ακόμη ενεργές. Ενώ ο κοινωνικός αποκλεισμός των μειονοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης των(μεικτών) γάμων με άλλες φυλές και των άνισων κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων, μπορεί να οφείλεται στην περιφρόνηση για την εθνοτική τους καταγωγή, οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων των μειονοτήτων συμβαίνουν κυρίως επειδή στερούνται ένοπλης δύναμης [.]»[6].

 

Με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες συνάγεται ότι τα άτομα που ανήκουν στη φυλή Gabooye αντιμετωπίζουν σημαντικές διακρίσεις από την υπόλοιπη σομαλική κοινωνία. Ωστόσο το ότι κάποιος ανήκει στη φυλή Gabooye δε συνεπάγεται από μόνο του ότι θα υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη απλώς και μόνο λόγω του συγκεκριμένου χαρακτηριστικού. Απαιτείται, συνεπώς, η παρουσία επιπλέον χαρακτηριστικών στο πρόσωπο του Αιτητή, τα οποία θα  εντείνουν το ρίσκο του, ούτως ώστε να θεωρηθεί ότι θα υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη λόγω του συγκεκριμένου στοιχείου της ταυτότητάς του. Εν προκειμένω ο  ισχυρισμός του Αιτητή και  αν ακόμα γινόταν αποδεκτός ήτοι  ότι ανήκει στη εν λόγω κάστα, δεν προώθησε κάποιο περιστατικό διακριτικής μεταχείρισης, τέτοιο που να δικαιολογεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις να του παραχωρηθεί διεθνής προστασία.

Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετείται η  αξιοπιστία του αιτητή αναφορικά με το συγκεκριμένο ισχυρισμό.

 

Αναφορά δε στο περιστατικό το οποίο συνελήφθητε λόγω παράνομων δραστηριοτήτων πώλησης αλκοολούχων ποτών το Δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει  σε περαιτέρω αξιολόγηση της αξιοπιστίας του δεδομένου ότι η δίωξη λόγω τέλεσης αξιόποινων πράξεων δεν αποτελούν ισχυρισμούς που εμπίπτουν στις λογούς παραχώρησης διεθνούς προστασίας. Εξάλλου ο συνήγορος του Αιτητή περιορίστηκε μόνο στη προβολή ως μόνου λόγου δίωξης την ιδιότητα του Αιτητή ως μέλος της επαγγελματικής κάστας των Gabooye και μόνο εκ της ιδιότητας του αυτής πρέπει να του παραχωρηθεί διεθνής προστασία.

Ωστόσο αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί πώλησης αλκοόλ, πρόσφατη έκθεση της EUAA, επισημαίνει ότι η παραβίαση της Σαρία σε περιοχές που βρίσκονται εκτός του εδαφικού ελέγχου της Αλ-Σαμπάμπ συνεπάγεται διάφορες συνέπειες και τιμωρείται με διαφορετικές ποινές, ανάλογα με τη φύση της παράβασης και τον αρμόδιο θεσμό που επιβάλλει την κύρωση.

 

Αξιολογώντας το μελλοντικό κίνδυνο που θα αντιμετώπιζε ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής στην πατρίδα του, θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν ο μόνος αποδεκτός ισχυρισμός του, ήτοι αυτός αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία καθώς και στοιχεία για  τον τόπο καταγωγής και ειδικότερα συνήθους και τελευταίας διαμονής του. Λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ του, κρίνω ότι σε περίπτωση επιστροφής  στον τόπο καταγωγής του, ο Αιτητής δεν θα κινδυνεύσει να υποβληθεί σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης και ως εκ τούτου  δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.

 

Επιπροσθέτως, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε κανένα ουσιώδη λόγο ώστε  να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ώστε να υπαχθεί σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 19 του Περί προσφύγων Νόμου. 

Αρχικά, δεν επικαλέστηκε πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας στην χώρα καταγωγής του, δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α) και (β), του Περί Προσφύγων Νόμου.

Περαιτέρω, αναφορικά με το κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται συμπληρωματικής προστασίας το Άρθρο 15(γ) της Οδηγίας για αναγνώριση προσώπων ως δικαιούχων συμπληρωματικής προστασίας που αντιστοιχεί στο Άρθρο 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει πως «σοβαρή απειλή» σημαίνει η «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης

Σε αυτό το πλαίσιο υπάρχουν τα στοιχεία που συνιστούν τη διάταξη και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σωρευτικά για να τύχει εφαρμογής η εν λόγω πρόνοια. Η ευρωπαϊκή οδηγία δεν παρέχει ορισμό του στοιχείου της «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης», εντούτοις στην υπόθεση Aboubacar Diakite ν. Commissaire general aux refugies et aux apatrides,  C-285/12 το ΔΕΕ ερμηνεύοντας την έννοια «ένοπλη σύρραξη» κατέληξε πως πρέπει να δοθεί μια ερμηνεία, αυτόνομη από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, καθώς επίσης έθεσε ένα κατώτατο επίπεδο/όριο (low  hreshold) ως προς το κατά πόσο μια «ένοπλη σύρραξη» λαμβάνει χώρα, αναφέροντας στη σκέψη 35:

«[.] το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας 2004/83 έχει την έννοια ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως πρέπει να γίνεται δεκτή, όσον αφορά την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, όταν οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή όταν δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να είναι δυνατός ο χαρακτηρισμός της συρράξεως αυτής ως ένοπλης συρράξεως που δεν έχει διεθνή χαρακτήρα, υπό την έννοια του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, και χωρίς η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργανώσεως των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων ή η διάρκεια της συρράξεως να αποτελεί αντικείμενο αυτοτελούς εκτιμήσεως σε σχέση με την εκτίμηση του βαθμού βίας που δεσπόζει στην οικεία επικράτεια.»

Περαιτέρω όμως, μια επιπλέον και καθοριστική προϋπόθεση για τη εφαρμογή του άρθρου 15 (γ) είναι η ύπαρξη «αδιάκριτης άσκησης βίας» αφού όπως αναφέρθηκε η ύπαρξη «ένοπλης σύρραξης» αποτελεί μεν αναγκαία, αλλά όχι επαρκή προϋπόθεση όπως τονίζεται και στη δικαστική ανάλυση του EASO. Θα πρέπει συνεπώς να εκτιμάται τόσο η ύπαρξη ένοπλης σύρραξης (διεθνούς ή εσωτερικής) όσο και ο βαθμός της βίας, αφού όπως επισημάνθηκε από το ΔΕΕ, στην απόφαση του στην Diakité (σκέψη 30):

«Επιπλέον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως μπορεί να συνεπάγεται την παροχή της επικουρικής προστασίας μόνο στο μέτρο που οι συγκρούσεις μεταξύ των τακτικών δυνάμεων ενός κράτους και ενός ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων ή μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων θεωρούνται κατ' εξαίρεση ότι συνεπάγονται σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του αιτούντος την επικουρική προστασία, υπό την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γ), της οδηγίας 2004/83, διότι ο βαθμός της αδιάκριτης ασκήσεως βίας που τις χαρακτηρίζει είναι τόσο μεγάλος ώστε υπάρχουν σοβαροί και βάσιμοι λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να υποστεί την εν λόγω απειλή (βλέπε, υπό την έννοια αυτή, Elgafaji, σκέψη 43).»

Σε σχέση με τον ορισμό της «αδιάκριτης άσκησης βίας» στην απόφαση του ΔΕΕ που εκδόθηκε στην υπόθεση Elgafaji αποφάνθηκε ότι ο όρος «αδιάκριτη» σημαίνει ότι η βία «μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους». Το ΔΕΕ έχει επισημάνει ότι απαιτείται η ύπαρξη «εξαιρετικής κατάστασης» για την εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο γ) στους αμάχους εν γένει.

Στη σκέψη 35 της απόφασης Elgafaji, το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι για να ισχύει κάτι τέτοιο:

«[.] ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη . [πρέπει να] είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας.»

Στη σκέψη 39 το ΔΕΕ τόνισε την ίδια στιγμή πως θα:

"[.] πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.»

Παραδείγματα πράξεων αδιακρίτως ασκούμενης βίας μπορεί να είναι τα εξής: μαζικές στοχευμένες βομβιστικές επιθέσεις, αεροπορικοί βομβαρδισμοί, επιθέσεις ανταρτών, παράπλευρες απώλειες σε άμεσες ή τυχαίες επιθέσεις σε περιοχές πόλεων, πολιορκία, καμένη γη, ελεύθεροι σκοπευτές, τάγματα θανάτου, επιθέσεις σε δημόσιους χώρους, λεηλασίες, χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών κ.λπ.

Με βάση και τις σκέψεις 35, 39 και 43 του ΔΕΕ, στην υπόθεση Elgafaji, η EASO αναφέρει πως εκεί όπου υφίσταται «αδιάκριτη άσκηση βίας» μπορεί να γίνει η ακόλουθη διαφοροποίηση σε δύο κατηγορίες ως προς το βαθμό της:

1. Εδάφη όπου ο βαθμός βίας φθάνει σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας

2. Εδάφη όπου λαμβάνει χώρα αδιάκριτη άσκηση βίας, εντούτοις δεν φθάνει σε τέτοιο υψηλό επίπεδο, και σε σχέση με την οποία περαιτέρω ατομικά χαρακτηριστικά θα πρέπει να αποδειχθούν

Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία θα πρέπει να αναφερθεί ότι βάσει του άρθρου 15 στοιχείο γ), ένα πρόσωπο που διατρέχει γενικό κίνδυνο δεν αποκλείεται να διατρέχει και ειδικό κίνδυνο, και το αντίστροφο. Πράγματι, το ΔΕΕ διατύπωσε την έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» ('sliding scale'), σύμφωνα με την οποία:

«όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας (Elgafaji, σκέψη 39· Diakité, σκέψη 31).»

Όπως αναφέρεται και στη σχετική δικαστική ανάλυση του EASO για το Άρθρο 15 στοιχείο γ) εν σχέση με τις ενδείξεις αδιάκριτης άσκησης βίας θα πρέπει να εξετάζεται από τα δικαστήρια τι προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία. Τα «κριτήρια Sufi και Elmi» βάσει της απόφασης του ΕΔΔΑ είναι (χωρίς να αποτελούν εξαντλητικό κατάλογο):

·         οι αντιμαχόμενες πλευρές και η αντίστοιχη στρατιωτική τους ισχύς·

·         οι εφαρμοζόμενες μέθοδοι και τακτικές πολέμου (κίνδυνος θυμάτων μεταξύ του άμαχου πληθυσμού)·

·         το είδος των χρησιμοποιούμενων όπλων·

·         η γεωγραφική έκταση των μαχών (τοπικές ή εκτεταμένες)·

·         ο αριθμός νεκρών, τραυματιών και εκτοπισμένων αμάχων ως αποτέλεσμα των μαχών.

 

Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, το Δικαστήριο προέβη εκ νέου σε έρευνα  αναφορικά με την πατρίδα και ειδικότερα με τους  τόπους διαμονής του Αιτητή.  Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 15 (γ) του κατά πόσον υφίσταται ένοπλη σύρραξη στη Σομαλία  και την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή, αναφέρονται  τα κατωτέρω:

Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή καταγωγής και προηγούμενης συνήθους διαμονής του Αιτητή, και συγκεκριμένα στην επαρχία Togdheer, πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο αναφέρει ότι, μεταξύ 1ης Απριλίου 2023 και 21ης Μαρτίου 2025, το ACLED κατέγραψε 21 περιστατικά ασφάλειας στην περιοχή Togdheer (χωρίς την περιφέρεια Buhodle), συμπεριλαμβανομένων μαχών και βίας κατά αμάχων, που προκάλεσαν 17 θανάτους. Σε επίπεδο περιφέρειας, το Burao κατέγραψε τα περισσότερα περιστατικά ασφάλειας (13 περιστατικά), ακολουθούμενο από την περιφέρεια Owdweyne (8 περιστατικά). Αναφορικά με τον σχετικό με τις συγκρούσεις πληθυσμιακό εκτοπισμό, η ίδια πηγή αναφέρει ότι, μεταξύ 1ης Απριλίου 2023 και 16ης Μαρτίου 2025, 7 712 άτομα εκτοπίστηκαν εκ νέου από την περιοχή Togdheer (χωρίς την περιφέρεια Buhodle) λόγω σύγκρουσης ή ανασφάλειας, σύμφωνα με το UNHCR PRMN. Από αυτή την ομάδα, 7 518 άτομα εκτοπίστηκαν εντός της ίδιας διοικητικής περιοχής (χωρίς την Buhodle), και από αυτά τα 7 008 άτομα εκτοπίστηκαν εντός του Burao. Αναφορικά με τις επιπτώσεις στη ζωή αμάχων, η ανωτέρω πηγή επισημαίνει ότι, καταγράφηκαν έξι περιστατικά παρεμπόδισης ανθρωπιστικής πρόσβασης στην περιοχή Togdheer (συμπεριλαμβανομένης της περιφέρειας Buhodle) κατά την περίοδο από τον Απρίλιο έως τον Δεκέμβριο του 2023, και άλλα έξι το 2024. Για παράδειγμα, την περίοδο μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου 2024, η περιοχή «βίωσε σημαντικές λεηλασίες επισιτιστικής βοήθειας, γεγονός που οδήγησε στην αναστολή μιας επιχείρησης υπό την ηγεσία του ΟΗΕ σε περιοχές που διοικούνται από το SSC-Khaatumo».[1]

 

Επιπροσθέτως, σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για τη πληρότητα της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος σημειώθηκαν 52 περιστατικά στην επαρχία Togdheer, οδηγώντας σε 134 ανθρώπινες απώλειες.[2] Να σημειωθεί εν προκειμένω ότι o πληθυσμός της πόλης Burao σύμφωνα με πρόσφατη εκτίμηση (2025) ανέρχεται στα  99, 270.[3]

 

Εν προκειμένω, πρόκειται για έναν Αιτητή νέο σε ηλικία, υγιή, είναι ικανό να εργαστεί, ο οποίος διαθέτει  υποστηρικτικό δίκτυο και το κυριότερο είναι σε θέση να αντιληφθεί την επέλευση του κινδύνου και να προφυλαχθεί δεόντως. Για τους λόγους αυτούς φρονώ ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του τα στοιχεία που θα επέτειναν τον κίνδυνό του.

Συνεπώς και με  βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκε ενώπιον μου, καταλήγω ότι εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Κρίνω ότι με σαφήνεια καταδεικνύεται και για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί, ότι τα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν τις υπό του Περί Προσφύγων Νόμου (άρθρα 3-3Δ) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, αναγκαίες προϋποθέσεις για την υπαγωγή του εν λόγω Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα. Ο Αιτητής δεν στοιχειοθέτησε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως αυτοί οι λόγοι εξαντλητικά προνοούνται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Επίσης, δεν δύναται να του  αποδοθεί το καθεστώς  συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου άρθρο 19(1) του προαναφερθέντος  πάνω Νόμου, καθότι δεν συντρέχει πραγματικός κίνδυνος να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη με την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2) του ιδίου Νόμου.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με € 1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση.   

 

 

 

                                          Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου Δ.Δ.Δ.Δ.Π.         

 

 

 



[1] EUAA - European Union Agency for Asylum, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 143-144, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/01/2026)

[2] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/01/2026)

[3] World Population Review, διαθέσιμο σε: https://worldpopulationreview.com/countries/somalia (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/01/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο