ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. ΔΑ 4/25
16 Φεβρουαρίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Μ. Α. D.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εσωτερικών
Καθ’ ων η αίτηση
Κος Α. Δημητρίου, Δικηγόρος για τον αιτητή
Κα Μ. Βασιλείου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση του διατάγματος απέλασης ημ.25/11/25 δυνάμει του αρ.29 του περί Προσφύγων Νόμου (ο Νόμος) (Αιτητικό Α) και «δήλωση και/ή απόφαση του […] Δικαστηρίου ότι η απέλαση του Αιτητή στην Ιορδανία παραβιάζει το δικαίωμα του να προστατεύεται από την άμεση ή έμμεση επαναπροώθηση σε χώρα όπου υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να υποστεί δίωξη και παραβιάσεις των δικαιωμάτων του υπό το άρθρο 2 και 3 της ΕΣΔΑ» (Αιτητικό Β).
Στα πλαίσια της διαδικασίας κατατέθηκε ο φάκελος (ΔΦ) του Τμήματος Μετανάστευσης (στο εξής ΤΜ) που αφορά τον αιτητή, σε τρείς τόμους (Vol.1-3), οι οποίοι και σημειώθηκαν ως Τεκμήριο 1 (στο εξής ΔΦ1), 2 (στο εξής ΔΦ2) και 3 (στο εξής ΔΦ3), αντίστοιχα.
Κατά την 1η δικάσιμο αλλά και κατά τις διευκρινήσεις ζητήθηκε η τοποθέτηση των μερών επί της φύσης και έκτασης ελέγχου που ασκεί το Δικαστήριο σε υποθέσεις που, ως και εν προκειμένω, προσβάλλεται απόφαση εκδοθείσα δυνάμει του αρ.29 του Νόμου. Παρά την αρχική περί του αντιθέτου θέση, τελικώς, ως και στην απαντητική αγόρευση σημειώνει, ο συνήγορος του αιτητή συμφώνησε με τη συνήγορο των καθ’ ων η αίτηση ότι ο έλεγχος που ασκείται είναι αμιγώς ακυρωτικής φύσεως.
Συμφωνώ με την ως άνω τοποθέτηση των ευπαίδευτων συνηγόρων των μερών επί του ζητήματος, καθότι αποφάσεις ως η εδώ επίδικη (στη βάση του αρ.29 του Νόμου), δεν περιλαμβάνονται στις εις το αρ.11 (4) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (73(I)/2018) ρητώς απαριθμούμενες περιπτώσεις, κατά τον έλεγχο των οποίων, σύμφωνα με το αρ.11 (3) του ιδίου Νόμου, τελείται έλεγχος νομιμότητας όσο και ορθότητας και το δικαστήριο δύναται να «επικυρώνει εν όλω ή εν μέρει […], ή ακυρώνει και τροποποιεί εν όλω ή εν μέρει» την επίδικη απόφαση. Είναι λοιπόν κατάληξη μου ότι στα πλαίσια της παρούσης ασκείται αμιγώς ακυρωτικής φύσεως έλεγχος του επίδικου διατάγματος, ήτοι – ως αυτός προσδιορίζεται από την επί τούτου νομολογία και βιβλιογραφία – έλεγχος νομιμότητας και όχι ορθότητας, στα πλαίσια του οποίου το Δικαστήριο δύναται να επικυρώσει ή ακυρώσει «εν όλω ή εν μέρει» [ βλ. αρ.146 (4) του Συντάγματος] την επίδικη πράξη, όχι όμως και να τροποποιήσει αυτή ή και να υποκαταστήσει την κρίση της Διοίκησης με δική του κρίση ή και να διατυπώσει πρωτογενή ευρήματα επί των γεγονότων, καθώς δεν εξετάζει «πλήρως και από τούδε και στο εξής» (αρ.11 (3) (α) του ως άνω νόμου) τα γεγονότα και νομικά ζητήματα που την περιβάλλουν.
Λεχθέντων των ως άνω, προέχει η καταγραφή του ιστορικού του αιτητή στη Δημοκρατία.
Στα ερ.72-74 (ΔΦ3) εντοπίζεται έγγραφο με τίτλο «Έντυπο επανεξέτασης Διατάγματος Κράτησης» ημ.14/10/25, του ΤΜ, όπου καταγράφονται τα εξής, τα οποία και βρίσκουν έρεισμα στα λοιπά στοιχεία των ΔΦ:
Ο αιτητής αφίχθηκε στη Δημοκρατία το 2008 και εξασφάλισε άδεια εργασίας και διαμονής μέχρι το 2009 αρχικά και ακολούθως μέχρι τις 07/07/10, όμως, κατόπιν καταγγελίας από τον τότε εργοδότη του ότι είχε εγκαταλείψει τον τόπο διαμονής/εργασίας του, απελάθηκε τον Ιούνιο 2010. Σε άγνωστο χρόνο και από άγνωστο σημείο ο αιτητής εισήλθε εκ νέου, μέσω κατεχομένων, στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατίας περιοχές και υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 21/01/15, στα πλαίσια της οποίας και του δόθηκε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας στις 31/07/15 και σχετική άδεια διαμονής (χορηγήθηκε άδεια και σε άλλη βάση) μέχρι τις 13/02/22. Κατά του εδώ αιτητή καταχωρήθηκε η ποινική υπ. αρ.430/20 (Κακουργιοδικείο Λευκωσίας), όπου και καταδικάστηκε σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 ετών αλλά και 6 μηνών, αναφορικά με είκοσι κατηγορίες στις οποίες και βρέθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής σε αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών και άλλα συναφή αδικήματα. Η εξαιρετικά σοβαρή φύση των αδικημάτων αυτών δεν θα πρέπει βεβαίως να αμφισβητείται. Στις 07/07/25 ο αιτητής θεωρήθηκε από την Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (στο εξής ΥΑΜ) «ενεστώσα απειλή για τη Δημόσια Τάξη και ασφάλεια, λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος για το οποίο καταδικάστηκε» και στις 10/07/25 εκδόθηκαν κατ’ αυτού διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του Κεφ.105 (ερ.60-62, ΔΦ3) και έτσι συνελήφθη αμέσως με την αποφυλάκιση του (από την έκτιση της ποινής), την ίδια δε μέρα το εν λόγω διάταγμα απέλασης ανεστάλη, μέχρι να αξιολογηθεί η οικογενειακή του κατάσταση. Στις 29/10/25, κατόπιν επαναξιολόγησης, κρίθηκε ότι τα διατάγματα ημ.14/07/25 έπρεπε ακυρωθούν (δεδομένου ότι ο αιτητής είναι υπό καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας), όπερ και εγένετο.
Στις 30/10/25 ο αιτητής κηρύχθηκε (εκ νέου) απαγορευμένος μετανάστης, ενημερώθηκε ότι εξετάζεται το ενδεχόμενο να απελαθεί και προς τούτο κλήθηκε να υποβάλει (γραπτώς ή προφορικώς) τις απόψεις του και την ίδια μέρα εκδόθηκαν κατά του αιτητή διατάγματα κράτησης και απέλασης (ερ.76-79, ΔΦ3). Κατά του διατάγματος απέλασης ημ.30/10/25 καταχωρήθηκε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας (ΔΔΔΠ) η προσφυγή ΔΑ 3/25 (ερ.190, ΔΦ3), εκκρεμούσης της οποίας η δικηγόρος των καθ’ ων η αίτηση (είναι η ίδια με την παρούσα) υπέβαλε εισήγηση όπως το στα πλαίσια της προσφυγής ΔΑ 3/25 επίδικο διάταγμα απέλασης ημ.30/10/25 ακυρωθεί, λόγω του ότι δεν αναγραφόταν εκεί η χώρα στην οποία θα απελαυνόταν ο αιτητής, που, κατά την εισήγηση της, θα ήταν μοιραίο για την εγκυρότητα του (ερ.209Α, ΔΦ3), εισήγηση που υιοθετήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση στις 25/11/25 (ερ.209Β, ΔΦ3).
Στις 25/11/25 ο αιτητής κηρύχθηκε (εκ νέου) απαγορευμένος μετανάστης και εκδόθηκαν κατ’ αυτού διάταγμα κράτησης (αμφότερες οι ως άνω πράξεις έχουν προσβληθεί ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δια της προσφυγής 1367/25, η οποία εκκρεμεί), αλλά και το επίδικο στα πλαίσια της παρούσης διάταγμα απέλασης (ερ.200-208, 210-212, ΔΦ3).
Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το προσβαλλόμενο διάταγμα.
«ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΑΠΕΛΑΣΗΣ
Δυνάμει
του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ.105 […]
και του άρθρου 29 των περί Προσφύγων Νόμων […]
ΕΠΕΙΔΗ ο Μ. Α. D. υπήκοος ΣΥΡΙΑΣ κάτοχος συμπληρωματικής προστασίας στη Δημοκρατία είναι απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ.105, έχω αποφασίσει την απέλαση του δυνάμει του άρθρου 29 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2020,
ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ, ασκώντας τις εξουσίες που δίνει στον Υπουργό Εσωτερικών το άρθρο 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ.105, και το Άρθρο 188(3)(γ) του Συντάγματος και οι οποίες εξουσίες εκχωρήθηκαν σε εμένα, εγώ ο Υπουργός Εσωτερικών με το παρόν διάταγμα διατάσσω όπως ο Μ. Α. D. απελαθεί στην ΙΟΡΔΑΝΙΑ το συντομότερο δυνατό και στη συνέχεια να παραμείνει εκτός της Δημοκρατίας.
ΚΑΙ με το παρόν διάταγμα εξουσιοδοτώ και εντέλλομαι τον Αρχηγό Αστυνομίας, ή οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομικής Δύναμης που τυχόν θα διαταχθεί, να εκτελέσει το διάταγμα αυτό και για την εκτέλεσή του το παρόν διάταγμα αποτελεί επαρκή εξουσία και εντολή.
ΕΓΙΝΕ από μένα στη Λευκωσία την 25/11/2025»
Στην προσφυγή καταγράφεται πλήθος νομικών σημείων, τα πλείστα εκ των οποίων τελικά προωθούνται και στις αγορεύσεις που ακολούθησαν.
Στις αγορεύσεις του, κατόπιν του ιστορικού και των περιστάσεων του αιτητή, παράθεσης σχετικής νομολογίας και παραπομπών στην οικεία νομοθεσία αλλά και σε αποφάσεις του ΔΔΔΠ, ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή αναφέρει ότι το προσβαλλόμενο διάταγμα εκδόθηκε χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στον αιτητή να εκθέσει τις απόψεις του σχετικώς, το οποίο συνιστά παράβαση του δικαιώματος ακρόασης, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του επίδικου αρ.29 του Νόμου, καθότι – ως εισηγείται – δεν είχε προηγούμενα ανακληθεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, δεν εφαρμόστηκαν οι προβλεπόμενες στα αρ.45 και 46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ διαδικαστικές εγγυήσεις, δεν έχουν ληφθεί υπόψη οι περιστάσεις του αιτητή (κυρίως το ότι έχει παιδιά στη Δημοκρατία, με τα οποία διατηρεί συναισθηματικούς δεσμούς, ως γίνεται δεκτό από τους καθ’ ων η αίτηση). Στη συνέχεια γίνεται ανάλυση των διατάξεων της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ για ανάκληση του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας ή αποκλεισμό απ’ αυτό. Ακολούθως γίνεται αναφορά στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) σχετικά με το τι συνιστά ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή κατά της δημόσιας τάξης και την επί τούτου απαιτούμενη εξατομικευμένη έρευνα και παρατίθεται εκτεταμένο απόσπασμα από την απόφαση του ΔΔΔΠ στην προσφυγή αρ.323/23, ημ.20/07/23, εκ της οποίας, ως είναι η εισήγηση του, η καταδίκη του αιτητή σε αδίκημα για το οποίο εξέτισε την ποινή που του επιβλήθηκε, δεν μπορεί από μόνη της να θεωρηθεί αρκετή για να συναχθεί ότι πληρούνται οι εκ του αρ.29 (1) (β) του Νόμου προϋποθέσεις έκδοσης του επίδικου διατάγματος, με δεδομένο και το ότι δεν του παρασχέθηκε – σε κάθε περίπτωση, ως περαιτέρω εισηγείται – το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης. Αναφέρει δε ότι το προσβαλλόμενο διάταγμα είναι προϊόν μη δέουσας έρευνας, πλάνης περί τα πράγματα ή και τον νόμο και ότι δεν αιτιολογείται.
Παραπέμπει τέλος ο συνήγορος του αιτητή σε αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), εκ των οποίων, ως εισηγείται, σε κάθε περίπτωση απέλασης θα πρέπει να γίνεται ρητή αναφορά στη χώρα που αυτό θα απελαθεί και να γίνεται έρευνα σε σχέση με τη χώρα αυτή, προκειμένου να διακριβωθεί αν αυτό συνιστά άμεση ή έμμεση επαναπροώθηση και αν υφίσταται κίνδυνος να εκτεθεί το υπό απέλαση πρόσωπο σε κίνδυνο κατά παράβαση απόλυτης προστασίας που κατοχυρώνεται στο αρ.3 της ΕΣΔΑ, κατά βασανιστηρίων ή και απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, εκ των οποίων ουδέν έγινε εν προκειμένω.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση ενέμεινε στη νομιμότητα και ορθότητα του επίδικου διατάγματος και σημείωσε ότι είναι καθ’ όλα νόμιμό, πλήρως αιτιολογημένο, προϊόν εξατομικευμένης εξέτασης όλων των δεδομένων της υπόθεσης και σύμφωνο με την οικεία νομοθεσία. Παραπέμπει προς τα ως άνω σε πλούσια νομολογία αλλά και αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, σημειώνοντας δε ότι εκ του ιστορικού του αιτητή καταδεικνύεται ότι η καταδίκη του αιτητή σε ιδιαίτερα σοβαρά αδικήματα είναι αρκετή για να συναχθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του αρ.29 (1) (β), εν προκειμένω δε έγινε η δέουσα αξιολόγηση των περιστάσεων του αιτητή, περιλαμβανομένης της οικογενειακής του κατάστασης. Σημειώνει δε σχετικώς, παραπέμποντας και σε Μνημόνιο Συναντίληψης που, ως αναφέρει, υπεγράφη μεταξύ της UNHCR και της Ιορδανίας, εκ του οποίου η εν λόγω χώρα ανέλαβε να τηρεί – μεταξύ άλλων – την αρχή της μη επαναπροώθησης, στα πλαίσια εφαρμογής του οποίου, σύμφωνα με έκθεση της UNHCR για το 2025 (στην οποία παραπέμπει), η Ιορδανία «ευθυγραμμίζεται περισσότερο με τα διεθνή πρότυπα σε σχέση με τον σεβασμό της αρχής της μη επαναπροώθησης» (σελ.11 αγόρευσης).
Αναφέρει δε περαιτέρω ότι στη βάση του επίδικου αρ.29, το δικαίωμα ακρόασης δίδεται μόνο σε περιπτώσεις που υπάγονται στο αρ.29 (1) (α) και όχι στο 29 (1) (β), ως εν προκειμένω, εισηγούμενη ότι, σε κάθε περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι το δικαίωμα ακρόασης θα έπρεπε να είχε δοθεί και δεν δόθηκε, τότε θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ουδείς ισχυρισμός προωθείται σχετικά με το τι ήταν αυτό που ο αιτητής θα είχε αναφέρει σε περίπτωση που διδόταν αυτό το δικαίωμα, και συνεπώς, παραπέμποντας σχετικά στην απόφαση του ΔΔΔΠ στην προσφυγή αρ.8975/21, ημ.30/11/22, όπου και παρατίθεται σχετική νομολογία του ΔΕΕ και Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), εισηγείται ότι – στην απουσία τέτοιου ισχυρισμού – ο εν λόγω λόγος ακύρωσης εγείρεται αλυσιτελώς και είναι συνεπώς απορριπτέος.
Περαιτέρω αναφέρει η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση ότι στα πλαίσια του επίδικου εδώ διατάγματος έγινε εις βάθος έρευνα των προσωπικών περιστάσεων του αιτητή και, μετά από παραπομπή σε σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ και του (τότε) Ανώτατου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας, αναφέρει ότι η οικογενειακή κατάσταση του αιτητή δεν υπερακοντίζει την ανάγκη προστασίας της δημόσιας τάξης και ασφάλειας και ότι η απέλαση του δεν παραβιάζει αφ’ εαυτή (per se) το δικαίωμα του στην οικογενειακή ζωή. Σημειώνει ότι το επίδικο διάταγμα αιτιολογείται επί πάσης πτυχής του και η αιτιολογία του συμπληρώνεται επαρκώς από τα στοιχεία των ΔΦ (παραπέμπει στο ερ.114-115, Παρ. 5 Ένστασης).
Στην περαιτέρω επιμέρους επιχειρηματολογία των μερών θα αναφερθώ πιο κάτω, όπου και αν τούτο ήθελε κριθεί σκόπιμο, κατά την ενασχόληση με τους εγειρόμενους από τον αιτητή λόγους ακύρωσης.
Κατά τις διευκρινήσεις αμφότερα τα μέρα υιοθέτησαν το περιεχόμενο των αγορεύσεων τους. Σε σχέση με το δικαίωμα της ακρόασης οι καθ’ ων η αίτηση ανέφεραν ότι κατά την έκδοση των προηγούμενων διαταγμάτων (ημ.30/10/25) είχε κληθεί ο αιτητής να αναφέρει ότι επιθυμούσε εντούτοις δεν το έπραξε, αφού δι’ επιστολής μέσω του δικηγόρου του (ο οποίος είναι ο ίδιος με τον δικηγόρο που χειρίζεται εκ μέρους του την παρούσα) είχε τότε αναφέρει ότι δεν μπορούσε – ενόψει του ότι στο διάταγμα απέλασης ημ.30/10/25 δεν υπήρχε αναφορά στη χώρα στην οποία θα απελαυνόταν – να τοποθετηθεί, κατέστη δε παραδεκτό ότι προτού εκδοθεί το επίδικο εδώ διάταγμα δεν δόθηκε ανάλογη ευκαιρία σ’ αυτόν να τοποθετηθεί.
Καλούμενη από το Δικαστήριο να τοποθετηθεί κατά πόσο εντοπίζει στο περιεχόμενο των ΔΦ οτιδήποτε σχετικά με την επιλογή της Ιορδανίας ως τη χώρα όπου θα απελαθεί ο αιτητής, η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση απάντησε αρνητικά, αναφέροντας εντούτοις ότι, πέραν των όσων αναφέρονται σχετικά στις σελ.9-13 της αγόρευσης της (Μνημόνιο Συναντίληψης, Συμφωνία Σύνδεσης μεταξύ ΕΕ - Ιορδανίας), σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τους καθ’ ων η αίτηση της ειπώθηκε ότι, ως θέμα πολιτικής, ως της ανέφεραν, όταν η χώρα καταγωγής (εδώ Συρία) δεν είναι ασφαλής, επιλέγεται η Ιορδανία, που είναι κοντά σ’ αυτή, η οποία δέχεται γενικά αιτητές, χωρίς προβλήματα. Σε ερώτηση αν αυτά που αναφέρει εντοπίζονται στο περιεχόμενο των ΔΦ η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση ανέφερε, προς τιμήν της, ότι αυτά ήταν που λήφθηκαν κατά τη λήψη του προσβαλλόμενου διατάγματος απέλασης, όμως αναγνώρισε ότι δεν περιέχονται στους ΔΦ. Ερωτώμενος ο συνήγορος του αιτητή σχετικά ανέφερε ότι αμφισβητεί το κατά πόσο ο αιτητής συνιστά, δεδομένου ότι αυτός εξέτισε την ποινή του για τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη.
Προτού προχωρήσω θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω ότι, ως ανωτέρω αναφέρω, κατά την παρούσα ασκείται αμιγώς ακυρωτικός έλεγχος νομιμότητας και μόνο. Συνεπώς όσα παραθέτει η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση στην εμπεριστατωμένη αγόρευση της και τα όσα μετέφερε στο Δικαστήριο κατά τις διευκρινίσεις, κατόπιν επικοινωνίας με τους καθ’ ων η αίτηση, σχετικά με την Ιορδανία, τυχόν συμφωνίες αυτής με την ΕΕ ή και μνημόνιο συναντίληψης ή και τις εκθέσεις της UNHCR που αφορούν τη χώρα αυτή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, δεδομένου ότι δεν βρίσκουν έρεισμα στα στοιχεία των ΔΦ, σύμφωνα με πάγια νομολογία που ορίζει ότι «[η] αγόρευση, όπως ο όρος υποδηλώνει και οι θεσμοί ορίζουν, είναι το μέσο προβολής της επιχειρηματολογία του διαδίκου […] και δεν αποτελεί μέσο προσαγωγής μαρτυρίας. (Βλ. Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά (1993) 3 Α.Α.Δ. 598· Βασιλείου ν. Δήμου Παραλιμνίου - (Υπ. 1061/94 - 30.6.95).)» και πως «[α]παιτείται η άδεια του Δικαστηρίου για την προσαγωγή μαρτυρίας άλλης, από το διοικητικό φάκελο.» [Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας (1997) 3 ΑΑΔ 281]. Δεν θεωρώ δε ότι εμπίπτουν σε ζητήματα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικής γνώσης. Σχετικά με αυτό, στη Νεοκλέους ν. Γενικού Εισαγγελέα (1993) 1 Α.Α.Δ. 352, ημ.31/05/93, αναφέρθηκε ότι «[η] γνώση που κτάται από το δικαστήριο κατά την εκδίκαση υποθέσεων παρόμοιων ή και διαφορετικών από την υπό εκδίκαση υπόθεση δεν εξομοιώνεται με δικαστική γνώση. Δικαστική γνώση μπορεί να ληφθεί μόνο για γεγονότα τα οποία είναι πασίγνωστα σε βαθμό που να αποτελούν κοινή γνώση.» (βλ. και Δήμος Λευκωσίας ν. Άντη Λεοντιάδη και Άλλης (2006) 1 ΑΑΔ 66).
Σημειώνεται άλλωστε ότι δεν θα μπορούσε, σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν ζητείτο, να δοθεί άδεια να προσκομιστεί μαρτυρία αναφορικά με τα όσα πιο πάνω αναφέρω, αφού, ως επιβεβαιώθηκε, με αναφορά και σε σχετική νομολογία, στην απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ε.Δ.Δ. αρ.5/16 και 104/19, Χριστόδουλος Καρμιώτης Λτδ ν. Δημοκρατίας, ημ.12/05/25, «δεν είναι δυνατόν να προσκομιστεί μαρτυρία που αλλοιώνει το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, προς ενίσχυση του κύρους της προσβαλλόμενης απόφασης (Α.Ε. 125/14 Κ.Δ. μέσω Υπ. Συγκοινωνιών & Έργων ν. D. J. Karapatakis & Sons Ltd Consortium, ημερ. 13/7/2015).».
Ενόψει και των ως άνω διαπιστώσεων μου προχωρώ σε εξέταση των λόγων ακυρώσεως που άπτονται της δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας του επίδικου διατάγματος (βλ. νομικά σημεία 6, 9, 12, στην προσφυγή).
Κρίνω εδώ σκόπιμο, προτού προχωρήσω, να παρεμβάλω το πιο κάτω απόσπασμα από την Preston ν. Υπουργείο Εσωτερικών, Ε.Δ.Δ. αρ.189/19, ημ.10/12/20, το οποίο και τυγχάνει εφαρμογής, ως θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω, στην παρούσα:
«Δεν ήταν καθήκον του ιδίου του Δικαστηρίου να εντοπίσει κάποια διάσπαρτα στοιχεία του φακέλου για να αιτιολογήσει το ίδιο την απέλαση.΄Ηταν εκ του Νόμου καθήκον της διοίκησης να λάβει υπόψη και να εφαρμόσει τα κριτήρια που θέτει ο ίδιος ο Νόμος και ιδιαίτερα το άρθρο 30 ανωτέρω, (όπου σαφώς τίθενται συγκεκριμένα κριτήρια βλ. πιο πάνω, αρθρ.30(1)). Έχοντας δε αυτά υπόψη, να αξιολογήσει την κρινόμενη περίπτωση δίδοντας συναφή αιτιολογία της κρίσης της διοίκησης. Αφ’ ης στιγμής τα κριτήρια τα θέτει ο ίδιος ο Νόμος, είναι υποχρέωση της διοίκησης να τα εξετάσει προβαίνοντας σε δέουσα έρευνα κατά πρώτον και κατά δεύτερον να τα εντάξει στην επίδικη απόφαση, αιτιολογώντας την κρίση της. Πολλώ δε μάλλον που η αρχή της αναλογικότητας τίθεται στο ίδιο το κείμενο του σχετικού άρθρου 29.
Στη Τσίγκης ν. Δημοκρατίας (2001)3Α ΑΑΔ 418, 420-423 λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Όσον αφορά την πρωτόδικη απόφαση, δεν μπορούμε παρά να επισημάνουμε πως ο πρωτόδικος Δικαστής, ενώ έκρινε ότι ορθά η διοίκηση αποφάσισε ότι ο αιτητής πράγματι διέμενε και είχε τη μόνιμη κατοικία του στις ελεύθερες περιοχές κατά το χρόνο της εισβολής, εντούτοις δεν ασχολήθηκε καθόλου με το άλλο σκέλος της σχετικής νομικής πρόνοιας, δηλαδή με το κατά πόσο κατά το χρόνο της εισβολής το σπίτι του ή/και η περιουσία του ήταν στα κατεχόμενα, ούτως ώστε να αποφανθεί αν ικανοποιείτο ή όχι και το σκέλος αυτό της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου.
Αναφορικά με το θέμα της αιτιολογίας, σχετική είναι και η απόφαση της Ολομέλειας στη Φράγκου ν. Δημοκρατία (1998) 3 Α.Α.Δ. 270, εκτενές απόσπασμα από την οποία παραθέτουμε:
«Αιτιολογία μιας διοικητικής πράξεως αποτελεί την έκθεση των πραγματικών και νομικών λόγων που οδήγησαν τη διοίκηση στην απόφαση της καθώς και παράθεση των κριτηρίων βάσει των οποίων άσκησε η διοίκηση τη διακριτική της ευχέρεια. Η ανάγκη της αιτιολογίας των ατομικών διοικητικών πράξεων απορρέει από την έννοια του κράτους δικαίου. Εκ της φύσεως τους αιτιολογητέες είναι όλες οι πράξεις των οποίων ο έλεγχος είναι αδύνατος ή ατελής χωρίς την αναφορά των λόγων που τις στηρίζουν. Γενικά, αιτιολογία που δεν παρέχει στον δικαστή τα απαραίτητα ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία για την διακρίβωση της νομιμότητας της διοικητικής πράξης ή είναι τόσο αόριστη και ασαφής ώστε να καθιστά ανέφικτο τον δικαστικό έλεγχο, δεν είναι νόμιμη και οδηγεί στην ακύρωση της πράξης (Βλ. Κυριακίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 298, Δημοκρατία ν. Χατζηγεωργίου (1994) 3 Α.Α.Δ. 574 και Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 3η Έκδοση, 1992, παρα. 636, 646 και 647.)
Τότε μόνον είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη η διοικητική πράξη όταν παρέχεται στον ακυρωτικό δικαστή η δυνατότης να αντιληφθή επί τη βάσει ποιών στοιχείων κατέληξε η Διοίκηση στο συμπέρασμα που έγινε δεκτό (Βλ. Ιωάννη Σαρμά, Η Συνταγματική και Διοικητική Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σελ. 130).
Το κατά πόσο μια διοικητική πράξη είναι αιτιολογημένη ή όχι εξαρτάται από τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της (βλ. Πισσάς ν. Δημοκρατίας (1974) 3 Α.Α.Δ. 476).
Η αιτιολογία δεν πρέπει να περιορίζεται σε γενικούς χαρακτηρισμούς που μπορούν να εφαρμοσθούν σε κάθε περίπτωση και δεν πρέπει να επαναλαμβάνει τις διατάξεις του Νόμου. Η επανάληψη των γενικών όρων του Νόμου ισοδυναμεί με ανύπαρκτη αιτιολογία. Καθιστά αναιτιολόγητον την πράξιν αιτιολογία αόριστος καθιστώσα αδύνατον τον δικαστικόν αυτής έλεγχον, μη εκθέτουσα τα γεγονότα, εξ ών εμορφώθη, η κρίσις της Διοικήσεως, ή δυναμένη να εφαρμοσθή εις πάσαν περίπτωσην (βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατίας, 1929-1959, σελ. 186-87, Πιπερίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 134, 141 και Κυριακίδης (πιο πάνω)).»
Περαιτέρω, παραπέμπουμε στην απόφαση της Ολομέλειας στη Συμεωνίδου κ.ά. ν. Κυπριακή Δημοκρατία (1997) 3Α.Α.Δ. 145, αναφορικά με συμπλήρωση της αιτιολογίας από τα στοιχεία του φακέλου:
«Και πρέπει να τονίσουμε εδώ πως η παραπομπή στα στοιχεία του φακέλου, ως συμπληρωματικών της αιτιολογίας, δεν αποτελεί πανάκεια. Υπάρχει αυτή η δυνατότητα όταν τα στοιχεία αυτά είναι σαφώς και αρρήκτως συνδεδεμένα με τη ληφθείσα απόφαση έτσι που να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω της. Αν δηλαδή καταδεικνύουν αναμφίβολα και αναντίλεκτα τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση. (Βλ. Vassiliou v. Republic (1982) 3 C.L.R. 220, Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατίας 1929-1959, σελ. 185). Επίσης δεν είναι έργο του Δικαστηρίου η πρωτογενής αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου "για να κρίνει αν η απόφαση του διοικητικού οργάνου ήταν, παρά την αόριστη ή ελλιπή αιτιολογία λογικά εφικτή". (Βλ. την απόφαση της Ολομέλειας Ι.Γ. Μακρή Κτηματική Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1994) 3 Α.Α.Δ. 56)"
Τέλος, άμεσα σχετική με την παρούσα περίπτωση είναι και η Φιλιππίδης ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Αρ. Υπ. 711/96, 27.4.97, όπου για την αιτιολογία σε παρόμοιο επίδικο θέμα λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Το κατά πόσο μια διοικητική πράξη είναι αιτιολογημένη ή όχι εξαρτάται από τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της (βλ. Πισσάς ν. Δημοκρατίας (1974) 3 Α.Α.Δ. 476). Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω 11 κύρια κριτήρια που έχουν τεθεί από την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου θεωρώ ότι η αιτιολογία απόφασης που λαμβάνεται στα πλαίσια της εφαρμογής της σχετικής απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου πρέπει να ικανοποιεί τις πιο κάτω προϋποθέσεις:
(α) Η αναφορά στα 11 κριτήρια πρέπει να καταλαμβάνει δεσπόζουσα θέση στην αιτιολογία.
(β) Η αιτιολογία πρέπει να συνδέεται άμεσα και με τρόπο σαφή με τα 11 κριτήρια. Πρέπει να υποδεικνύει ποιές είναι οι απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτουν τα κριτήρια και ποιές από τις απαντήσεις συνηγορούν υπέρ της απόρριψης ή της έγκρισης του αιτήματος. Μόνο με αυτό τον τρόπο θα καταστεί εφικτός και δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. »
Ομοίως, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει γίνει καν αναφορά στα κριτήρια, από τη Διοίκηση, τα οποία έπρεπε να έχουν «δεσπόζουσα θέση στην αιτιολογία», σύμφωνα με τα ως άνω νομολογηθέντα. Συνεπώς, συνιστά σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αφενός να θεωρήσει αιτιολογημένη την απόφαση στην οποία απουσιάζει παντελώς η κρίση επί των κριτηρίων του Νόμου και αφετέρου στο να συλλέξει το ίδιο στοιχεία τα οποία συσχέτισε με τα κριτήρια του άρθρου 30. Επαναλαμβάνουμε πως η χρήση διάσπαρτων στοιχείων από το διοικητικό φάκελο δεν είναι πανάκεια, όπως χαρακτηριστικά ελέχθη στη Συμεωνίδου, (ανωτέρω).»
Ως εκ του ως άνω αποσπάσματος ευκρινώς προκύπτει, «[α]φ’ ης στιγμής τα κριτήρια τα θέτει ο ίδιος ο Νόμος, είναι υποχρέωση της διοίκησης να τα εξετάσει προβαίνοντας σε δέουσα έρευνα κατά πρώτον και κατά δεύτερον να τα εντάξει στην επίδικη απόφαση, αιτιολογώντας την κρίση της» και, ως ακολούθως διευκρινίζεται, θα αποτελούσε σφάλμα να θεωρηθεί αιτιολογημένη μια «απόφαση στην οποία απουσιάζει παντελώς η κρίση επί των κριτηρίων του Νόμου».
Σημειώνω ότι η Preston (ανωτέρω) έτυχε σχολιασμού και στην απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου, στα πλαίσια ενάσκησης της υπό του αρ.9 (2) (γ) του Περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμου (33/1964) δικαιοδοσίας του, στην Αίτηση αρ.3/2024, ημ.15/01/25, όπου λέχθηκε ότι «[η] Preston (ανωτέρω), κρίθηκε κάτω από τα δικά της περιστατικά. Στην υπόθεση εκείνη, παρεισέφρησε σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην αξιολόγηση των δεδομένων. Ως αναφέρθηκε, δεν ήταν καθήκον του Δικαστηρίου να εντοπίσει κάποια διάσπαρτα στοιχεία του φακέλου για να αιτιολογήσει το ίδιο την απέλαση.»
Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ε.Δ.Δ. 97/21, Χριστιάνα Φιλίππου ν. ΚΥ.ΣΑ.Τ.Σ., ημ.19/11/25, λέχθηκαν, με αναφορά και στην πλούσια νομολογία επί του ζητήματος της δέουσας έρευνας, τα εξής:
«Αναφορικά με το ζήτημα της δέουσας έρευνας, οι αρχές του διοικητικού δικαίου υπαγορεύουν τη διεξαγωγή έρευνας με σκοπό τη διαπίστωση όλων των ουσιωδών γεγονότων.
Στην Aristidou v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ 249/19, ημερ. 15.11.2024 υιοθετήθηκε ο λόγος της Ράφτη v. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ 345 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « .η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης (Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270 και Nicolaou v. Minister of Interior and Another (1974) 3 C.L.R. 189). Η μορφή της έρευνας είναι συνυφασμένη με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η τελική εκτίμηση των γεγονότων και η λήψη της σχετικής απόφασης αποτελεί καθήκον και υποχρέωση του αρμοδίου οργάνου. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν βάση για ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Ζάμπογλου, πιο πάνω). Η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (Βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 447)».
Όπως δε έχει επισημανθεί στην ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ v. Παπαγεωργίου Ε.Δ.Δ 32/20 ημ. 11.12.2024 «αναμφίβολα και εγγενώς μια έρευνα κρίνεται εάν είναι επαρκής και συναφώς κατά πόσον η πλάνη είναι ουσιώδης με βάση το νομικό πλαίσιο που στηρίζει την πράξη και το κριτήριο που τίθεται ανάλογα με την εξεταζόμενη περίπτωση είναι η συναφής Νομοθεσία (βλ. Evzonas Hotel Co. Ltd v. Κοινοτικό Συμβούλιο Χλώρακας, Ε.Δ.Δ.153/19, ημερ.4.10.24)».»
Επανερχόμενος τώρα στα ενώπιον μου στοιχεία, δεδομένης της ως άνω σχετικής επί του ζητήματος νομολογίας, παρατηρώ ότι πουθενά στους ΔΦ δεν εντοπίζεται αναφορά στους λόγους που οδήγησαν τους καθ’ ων η αίτηση στην επιλογή της Ιορδανίας ως χώρας στην οποία θα απελαθεί ο αιτητής. Ουδεμία αναφορά γίνεται σε σχέση με το κατά πόσο «η ζωή ή η ελευθερία του [αιτητή] θα βρισκόταν σε κίνδυνο ή θα κινδύνευε να υποστεί βασανιστήρια ή εξευτελιστική ή απάνθρωπη μεταχείριση ή τιμωρία ή καταδίωξη λόγω φύλου, θρησκείας, ιθαγένειας, ιδιότητας του ως μέλος σε συγκεκριμένο κοινωνικό σύνολο, πολιτικών του αντιλήψεων, ένοπλης σύρραξης ή περιβαλλοντικής καταστροφής» (βλ. αρ.29 (4) του Νόμου). Ουδέν εκ των ως άνω φαίνεται να ερευνήθηκε, ουδεμία προσπάθεια έγινε να συγκεντρωθούν στοιχεία (για τη χώρα που επιλέγηκε στα πλαίσια του επίδικου διατάγματος) που θα επέτρεπαν τη διατύπωση συμπερασμάτων επί των παραμέτρων αυτών και εν τέλει - αναπόφευκτα – ουδέν περί τούτου καταγράφεται στο σώμα του επίδικου διατάγματος είτε οπουδήποτε αλλού στους ΔΦ, που να αιτιολογεί την απόφαση τους αυτή.
Είναι εκ των ως άνω κατάληξη μου ότι κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος, παρότι ενδεχομένως (δεν αποφαίνομαι περί τούτου, δεδομένης της πιο κάτω κατάληξης μου) να εξετάστηκαν ενδελεχώς όλες οι άλλοι παράμετροι που επιτάσσει η οικεία νομοθεσία και νομολογία, δεν έγινε η δέουσα έρευνα, η έλλειψη της οποίας – μοιραία – στερεί από το επίδικο διάταγμα και την απαιτούμενη αιτιολογία αναφορικά με μια σημαντική παράμετρο, η εξέταση δε της οποίας επιβάλλεται ρητώς από το αρ.29 (4) του Νόμου, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η Ιορδανία δεν είναι η χώρα καταγωγής του αιτητή.
Σημειώνεται, ίσως και εκ του περισσού, ότι η ανωτέρω πρόνοια του αρ.29 (4) του Νόμου ενσωματώνει, μεταξύ άλλων, την αρχή της μη επαναπροώθησης, ως αυτή κατοχυρώνεται στο αρ.3 της ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου). Ως δε λέχθηκε στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση αρ.5115/18, M. A. and others v. Bulgaria, ημ.20/06/20, η αρχή της μη επαναπροώθησης τυγχάνει απόλυτης εφαρμογής, χωρίς παρεκκλίσεις. Επί τούτου, στην παρ.70 της εν λόγω απόφασης, την οποία παραθέτει και ο συνήγορος του αιτητή, αναφέρθηκε ότι «[α]κόμη και όταν […] ένα άτομο φέρεται να έχει διασυνδέσεις με τρομοκρατικές οργανώσεις, η Σύμβαση απαγορεύει σε απόλυτους όρους τα βασανιστήρια ή την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία (βλ. A.M. v. France, no. 12148/18, § 112, 29 April 2019). Έτσι, κάθε φορά που έχουν αποδειχθεί ουσιαστικοί λόγοι να πιστεύεται ότι ένα άτομο θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υποβληθεί σε μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3 εάν απομακρυνόταν σε άλλο κράτος, η ευθύνη του συμβαλλόμενου κράτους να το προστατεύσει από μια τέτοια μεταχείριση αναλαμβάνεται σε περίπτωση απέλασης ή έκδοσης (βλ. Ismoilov and Others v. Russia, no. 2947/06, § 126, 24 April 2008). » (μετάφραση δική μου).
Αξίζει δε να σημειωθεί το ότι στο ερ.209Β (ΔΦ3) η συγγράφουσα το σημείωμα λειτουργός εισηγείται, κατόπιν σχετικής εισήγησης της συνηγόρου των καθ’ ων η αίτηση (βλ. ερ.209Α, ΔΦ3), προς τιμήν και των δύο, να «εκδοθούν εκ νέου και τα δύο διατάγματα – απέλασης και κράτησης – με πλήρη και ορθή αιτιολογία, συμπεριλαμβανομένου του ρητού καθορισμού της χώρας απέλασης, μετά από τη διεξαγωγή της απαιτούμενης δέουσας έρευνας». Δεν εισακούστηκε.
Δεδομένης της ως άνω κατάληξης μου, η οποία σφραγίζει την τύχη του προσβαλλόμενου διατάγματος, παρέλκει η εξέταση των λοιπών εγειρόμενων λόγων ακυρώσεως.
Η προσφυγή επιτυγχάνει ως προς το Αιτητικό Α αυτής και το προσβαλλόμενο διάταγμα ακυρώνεται.
Επιδικάζονται έξοδα, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο