ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 4286/24
13 Φεβρουαρίου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
L.C.
Αιτητού
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 12.12.2025 για επαναφορά της προσφυγής
X. Θ. Θεοδούλου., για τον Αιτητή
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η υπό εξέταση αίτηση επαναφοράς αφορά στην αποσυρθείσα και απορριφθείσα στις 20.5.2025 ως άνω προσφυγή.
Ιστορικό διαδικασίας
1. Το συναφές με την παρούσα διαδικασία ιστορικό έχει ως ακολούθως. Η εν λόγω προσφυγή καταχωρίστηκε στις 30.10.2024. Η γραπτή αγόρευση του Αιτητή καταχωρίστηκε στις 7.4.2024. Κατά την επόμενη δικάσιμο, στις 6.5.2025, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις δηλώσεις του Αιτητή κατά τη διοικητική διαδικασία, όπου αυτός ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του ως ο μεγαλύτερος υιός της οικογένειας προκειμένου να συνδράμει οικονομικά την οικογένειά του και κυρίως τον αδελφό του για τις σπουδές του, καθώς και την απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στη γραπτή αγόρευσή του στις προσωπικές περιστάσεις του ιδίου και στους επικαλούμενους λόγους που δικαιολογούν την υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, δεδομένης της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου για ex nunc και εξ υπαρχής έλεγχο της αίτησης εκάστοτε αιτητή, έδωσε οδηγίες στη συνήγορο του Αιτητή για καταχώριση συμπληρωματικής αγόρευσης, προκειμένου να τοποθετηθεί επί της ουσίας.
2. Κατά τη δικάσιμο της 20.5.2025, ο Αιτητής, διά του συνηγόρου του, απέσυρε την παρούσα προσφυγή. Με την υπό εξέταση αίτηση επαναφοράς, ημερομηνίας 12.12.2025, ο Αιτητής, εκπροσωπούμενος πλέον από νέο συνήγορο, ζητεί την επαναφορά της αποσυρθείσας και απορριφθείσας προσφυγής του.
Νομικοί ισχυρισμοί
3. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, ημερομηνίας 15.12.2025, αναφέρεται ότι στις 21.10.2025 ο Αιτητής προσήλθε στο γραφείο του συνηγόρου που τον εκπροσωπεί στην παρούσα διαδικασία, ζητώντας του να αναλάβει την εκπροσώπησή του στην προσφυγή, λόγω μη καλής επικοινωνίας με τον τέως συνήγορό του. Όπως αναφέρεται, η προηγούμενη συνήγορός του τον είχε ενημερώσει ότι η προσφυγή του αποσύρθηκε στις 20.5.2025, λόγω μη εμφάνισής του στο Δικαστήριο.
4. Κατόπιν ενεργειών του παρόντος συνηγόρου του Αιτητή, διενεργήθηκε έρευνα στον φάκελο της υπόθεσης. Σημειώνεται στην ένορκη δήλωση ότι η απόσυρση της προσφυγής έλαβε χώρα χωρίς την παρουσία του Αιτητή, όπως προκύπτει από το συνημμένο ως Τεκμήριο 1 πρακτικό του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 20.5.2025.
5. Υποστηρίζεται ότι ο χρόνος που διέρρευσε από την απόρριψη της παρούσας προσφυγής μέχρι και την καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης είναι εύλογος υπό τις περιστάσεις και ότι ο Αιτητής δεν επέδειξε αδιαφορία. Αφού του επιδείχθηκε αντίγραφο της αίτησής του στην παρούσα προσφυγή, αναφέρεται ότι τα αναγραφόμενα σε αυτήν δεν ανταποκρίνονται στους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα του.
6. Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου κλήθηκαν να συμμετάσχουν στη διαδικασία εξέτασης της ενδιάμεσης αίτησης, δήλωσαν ότι δεν φέρουν ένσταση στην επαναφορά της προσφυγής.
Νομικό πλαίσιο
7. Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται «στον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικό Κανονισμό του 2019 (3/2919) (Βασικός Κανονισμός) και ειδικότερα, στους Δ.Κ. 2, 5 και 7, στους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου (Αρ.1 ) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2015 (6/2015), ως έχουν τροποποιηθεί και ειδικότερα στον Δ Κ. 2, στους Διαδικαστικού Κανονισμούς του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) (3/1962) και ειδικότερα οι Δ.Κ. 16, 17, 18., 19 και 20, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα, στη Διαταγή 26 Θ. 14, η Διαταγή 40, Θ 11, Διαταγή 48 ΘΘ 1-9, η Διαταγή 57 και η Διαταγή 64, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60) , στα άρθρα 8 και 30 του Συντάγματος, στα άρθρα 2, 3, 14 και 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ), στα άρθρα 2, 4, 6, 18, 19 και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., στο Άρθρο 46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, στη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, στο κοινοδίκαιο, στη νομολογία και στις γενικές συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.».
8. Ο Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 έχει ως ακολούθως (η υπογράμμιση είναι δική μου):
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής τηρουμένων των αναλογιών σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις/προσθήκες που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
9. Ο Κανονισμός 19 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 προβλέπει τα εξής:
«19. Καθ' οιονδήποτε στάδιον της διαδικασίας το Δικαστήριον ή Δικαστής δύναται να εκδώση τοιαύτας οδηγίας, αι οποίαι απαιτούνται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.».
10. O Κανονισμός 18 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 προβλέπει τα ακόλουθα:
«18 Ο κατά την ημέραν της εκδόσεως του παρόντος Κανονισμού ισχύων εν τη Δημοκρατία περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικός Κανονισμός θα εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών και εφ' όσον αι περιστάσεις επιτρέπουν τούτο, εις πάσαν διαδικασίαν ενώπιον του Δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται εις τον παρόντα Κανονισμόν ή εκτός το Δικαστήριον ή Δικαστής άλλως ήθελεν ορίσει.»
11. Στη Διαταγή 26, Θεσμός 14 των προϊσχύοντων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπονται τα εξής:
«Any judgment by default, whether under this order or under any order of these rules, may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as to costs or otherwise as the Court may think fit.».
Σε ελεύθερη μετάφραση: «Οποιαδήποτε απόφαση κατόπιν παράλειψης είτε σύμφωνα με αυτή τη διάταξη ή κάτω από οποιαδήποτε άλλη των κανονισμών αυτών, μπορεί σε κατάλληλη περίπτωση να παραμεριστεί από το Δικαστήριο κάτω από τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα, ή όπως κρίνει το Δικαστήριο.».
12. Σύμφωνα με τους ισχύοντες περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023, ως έχουν τροποποιηθεί καi ειδικότερα στο Μέρος 14, το οποίο τιτλοφορείται «Παραμερισμός ή Διαφοροποίησης Απόφασης Ερήμην» προβλέπονται τα εξής:
«14.3. Περιπτώσεις όπου το δικαστήριο δύναται να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει απόφαση, η οποία εκδίδεται, δυνάμει του Μέρους 13
(1) Σε κάθε άλλη περίπτωση, το δικαστήριο δύναται να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει απόφαση, η οποία εκδίδεται, δυνάμει του Μέρους 13 με τέτοιους όρους ως κρίνεται δίκαιο αν:
(α) ο εναγόμενος ή ο ενάγων έχει πραγματική προοπτική να υπερασπιστεί επιτυχώς την απαίτηση ή ανταπαίτηση· ή
(β) το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει άλλος καλός λόγος για τον οποίο:
(i) πρέπει να παραμεριστεί ή διαφοροποιηθεί η απόφαση· ή
(ii) πρέπει να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπιστεί την απαίτηση.
(2) Το δικαστήριο, εξετάζοντας αν πρέπει να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει απόφαση, η οποία εκδίδεται, δυνάμει του Μέρους 13, στα θέματα τα οποία λαμβάνει υπόψη του περιλαμβάνεται και το κατά πόσο το πρόσωπο, το οποίο επιδιώκει τον παραμερισμό ή τη διαφοροποίηση της απόφασης, υπέβαλε τη σχετική αίτηση χωρίς χρονοτριβή.».
13. Να σημειωθεί ότι δυνάμει του Κανονισμού 60 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμών του 2023, αυτοί τίθενται σε ισχύ σε σχέση με τις υπόλοιπες δικαιοδοσίες, στις οποίες αφορούν, από την 1η Σεπτεμβρίου 2023 σε διαδικασίες που καταχωρίζονται από 1η Σεπτεμβρίου 2023. Εν προκειμένω οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμοί του 2019 έως 2022 δεν ρυθμίζουν ειδικώς το εν λόγω ζήτημα παραμερισμού προηγούμενης απόφασης, συνεπώς εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι δικονομικές διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.
14. Κρίσιμη και διαφωτιστική είναι εν προκειμένω η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία προβαίνει σε σαφή διάκριση των περιπτώσεων απόρριψης της προσφυγής λόγω μη προώθησης σε σχέση με την απόρριψη λόγω απόσυρσης. Ακολουθεί αυτούσιο το κρίσιμο απόσπασμα στην απόφασή της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Υπόθεση Αρ. 5663/2013, Σπύρος Σταυρινάκης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 24.2.2014, (2014) 3 ΑΑΔ 40, ECLI:CY:AD:2014:C132 (η υπογράμμιση και η ΄έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου), την συλλογιστική του οποίου το παρόν Δικαστήριο υιοθετεί και παραπέμπει και στην εκεί μνημονευόμενη νομολογία:
«Το πρώτο το οποίο θα πρέπει να παρατηρήσουμε είναι ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο για την αίτηση που έχουμε ενώπιον μας. Ουδείς των Κανονισμών του 1962 προβλέπει ως προς την επαναφορά απορριφθείσας αίτησης και δη αποσυρθείσας. Εφαρμοζομένων δε, δυνάμει του Κανονισμού 18 και τηρουμένων των αναλογιών, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ούτε αυτοί βοηθούν. Τούτο διεπιστώθη και από τον Ναθαναήλ, Δ, στην υπόθεση El Aassy v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1252/2010, 17.5.2011, στην οποία έγινε αναφορά και στην απόφαση του Αρτεμίδη, Δ. (ως ήτο τότε) στην υπόθεση Μαύρου ν. Δημοκρατίας (1997) 4 Α.Α.Δ. 3020. Όπως παρετηρήθη δε περαιτέρω, ούτε η Δ.26 θ. 14 (στη Δ.26 γενικά βασίζεται και η ενώπιον μας Αίτηση), είναι σχετική αφού αναφέρεται στην περίπτωση απόφασης εκδοθείσας κατόπιν παραλείψεως (ερήμην). Στην υπόθεση Μαύρου ν. Δημοκρατίας, ο Αρτεμίδης, Δ., (ως ήτο τότε), παρέπεμψε στο Δαγτόγλου, «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο» (σ. 302) ότι:
«Κάθε διοικητική δίκη ενώπιον οποιουδήποτε διοικητικού δικαστηρίου καταργείται με την παραίτηση του προσφεύγοντος από το δικόγραφο του ένδικου βοηθήματος, χωρίς να απαιτείται συναίνεση του άλλου διαδίκου. ...... Η παραίτηση, που είναι ισχυρή μόνο αν δεν περιέχει όρους ή αιρέσεις, δεν μπορεί να ανακληθεί.»
Και ιδιαιτέρως στο Τσάτσο «Αίτηση Ακυρώσεως» (σ. 368), όπως υιοθετήθηκε από την Πλήρη Ολομέλεια στην υπόθεση The President of the Republic v. Louca (1984) 3(A) C.L.R. 241:
«Το δικαίωμα της παραιτήσεως από της υποβληθείσης αιτήσεως ακυρώσεως δεν έχει θεσπισθή δια του νόμου. Δοθέντος όμως, ότι απαιτείται η παρουσία συμφέροντος ως προϋπόθεσις της παραδοχής της αιτήσεως ακυρώσεως, δέον να γίνη δεκτόν ότι, αφ' ης στιγμής ο αιτούμενος την ακύρωσιν δηλώσει, ότι δεν έχει συμφέρον να εκδικασθή η αίτησις αυτού, δεν υφίσταται πλέον η τυπική αύτη προϋπόθεσις, καθ όσον ο μη στερούμενος της ικανότητας της επί δικαστηρίου παραστάσεως είναι ο αρμοδιώτερος de juris e de jure κριτής του ιδίου συμφέροντος. τούτου ένεκεν η παραίτησις από του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της αιτήσεως ακυρώσεως είναι δεκτή.»
Κατέληξε ως εκ τούτου (σ. 3023) ότι:
«Είναι επομένως η άποψή μου, σύμφωνα με τα πιο πάνω, πως όταν ο αιτητής παραιτείται του δικαιώματος προώθησης της προσφυγής του, αυτή δεν επαναφέρεται.»
Εν τούτοις, και παρά τη διαπίστωση έλλειψης δικονομικού πλαισίου επαναφοράς αποσυρθείσας προσφυγής, το Δικαστήριο επέτρεψε την επαναφορά στη βάση ότι δεν υπήρξε πραγματική πρόθεση απόσυρσης αφού η πρόθεση απόσυρσης αφορούσε άλλη προσφυγή και η απόσυρση της εν λόγω προσφυγής οφείλετο στο λάθος του δικηγόρου ο οποίος τις εσύγχισε και ο οποίος έτσι δεν είχε καν οδηγίες να την αποσύρει.
Στην υπόθεση El Aassy έγινε παραπομπή στην υπόθεση Matanes v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 540/2012, ημερ. 30.11.2012 στην οποία μας παρέπεμψε και ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Αιτητή. Αυτή η υπόθεση αφορούσε όμως Αίτηση για επαναφορά προσφυγής απορριφθείσας λόγω μη προώθησης της. Παρατηρώντας ότι σε τέτοια περίπτωση εφαρμόζονται κατ' αναλογία οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας (Δ.26 θ. 14) δυνάμει του Κανονισμού 18, ετονίσθη από τον Ναθαναήλ, Δ., ότι είναι πάντοτε με αυστηρότητα που θα πρέπει να αντιμετωπίζεται Αίτηση για επαναφορά απορριφθείσας αίτησης ενόψει ιδιαιτέρως της συνταγματικής προθεσμίας, που δεν μπορεί να επεκταθεί, των 75 ημερών. Όπως ελέγχθη (σ. 10):
«Η απόρριψη της θέτει τέρμα στην ίδια την ύπαρξη της, οπότε η αναβίωση της, μέσω επαναφοράς, ανατρέπει την ανατρεπτική αυτή προθεσμία εφόσον δίδει νέα ευκαιρία στο διοικούμενο να προωθήσει την αίτηση ακύρωσης.»
Αίτηση για επαναφορά απορριφθείσας Αίτησης λόγω μη προώθησης της αφορούσε και η απόφαση του Νικολάου, Δ., στην υπόθεση Καρακάννα ν. ΕΔΥ (2000) 4 Α.Α.Δ. 627 στην οποία παραπέμπει και ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Αιτητή. Ο Νικολάου, Δ., παρέπεμψε στην υπόθεση Tsingi v. Republic (1984) 3 C.L.R. 1262, όπου ο Τριανταφυλλίδης, Π., επέτρεψε την επαναφορά προσφυγής απορριφθείσας λόγω μη προώθησης της λέγοντας (σ. 1267):
«I have no doubt that I have inherent judisdiction to reinstate this case in the present circumstances and, in any event, I possess competence under both rule 19 of the Supreme Constitutional Court Rules of Court and rule 14 of Order 26 of the Civil Procedure Rules, to the extent to which it is applicable to a case of the present nature.»
H Tsingi v. Republic επεδοκιμάσθη από την Πλήρη Ολομέλεια στην υπόθεση Rousos v. Republic (1985) 3 C.L.R. 119. Επαναφορά προσφυγής απορριφθείσας λόγω μη προώθησης της αφορούσε και η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην υπόθεση Σωματείο Μεταφ. ΣΕΚ κ.ά. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω.
Το κριτήριο που προκύπτει ότι εφαρμόζεται σε περιπτώσεις επαναφοράς Αίτησης απορριφθείσας λόγω μη προώθησης της είναι κατά πόσον υπήρξε, επί του όλου ιστορικού, πραγματική πρόθεση εγκατάλειψης της προσφυγής και με σχετικό παράγοντα το εύλογο του χρόνου αντίδρασης στην απόρριψη.
Κοινό κριτήριο στις περιπτώσεις απόσυρσης και στις περιπτώσεις απόρριψης λόγω μη προώθησης φαίνεται να είναι η πραγματικότητα της πρόθεσης εγκατάλειψης της προσφυγής. Το κριτήριο όμως έχει διαφορετικές παραμέτρους σε κάθε περίπτωση.
Οι παράμετροι που αφορούν περιπτώσεις απόρριψης λόγω μη προώθησης συναρτώνται πρωτίστως προς τη διαπίστωση της πρόθεσης μη εγκατάλειψης με αναφορά στις συνθήκες της μη προώθησης και το όλο ιστορικό της υπόθεσης, ώστε να μπορέσει να συναχθεί, αντικειμενικώς, το ζητούμενο, καθ' όσον δεν υπήρξε θετική έκφραση της πρόθεσης εγκατάλειψης παρά μόνο παράλειψη προώθησης. Η απόσυρση της προσφυγής, όμως, κατ' αναλογία της απόσυρσης αγωγής, δηλώνει αφ' εαυτής οριστικώς την πρόθεση εγκατάλειψης η οποία και δεν απομένει πλέον να συνάγεται ως θέμα ερμηνείας άλλων ενεργειών, όπως στην περίπτωση απόρριψης λόγω μη προώθησης. Η διάσταση αυτή ετονίσθη από την Ολομέλεια στην υπόθεση The President of the Republic v. Louca, ανωτέρω. Σημειώνουμε δε περαιτέρω, με έμφαση, την επιγραμματική αναφορά του Στυλιανίδη, Δ. (ως ήτο τότε) (σ. 268), αντηχώντας τον Τσάτσο, ότι «The applicant is the best Judge of his case», και εξηγώντας περαιτέρω ότι:
«He is entitled to withdraw his recourse to the Court at any time before judgment. This is in some way further supported by Article 30 of the Constitution and Article 6 of the Convention on Human Rights whereby the right of access to the Court is safeguarded, and "the right of access" implies, in my view, a right to withdraw from the Court.»
Στην περίπτωση λοιπόν αποσυρθείσας προσφυγής, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αμφιβολία ως προς την πραγματικότητα της πρόθεσης εγκατάλειψης, εκτός αν, όπως στην Μαύρου, υπήρξε γνήσιο λάθος που να αποκαλύπτει σαφώς την έλλειψη πρόθεσης απόσυρσης. Τούτο είχε υπ' όψη του ο Τριανταφυλλίδης, Π., στην Tsingi v. Republic παρατηρώντας (σ. 1266) ότι «. even if a recourse has been abandoned by mistake it may be reinstated .».
Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει το παραμικρό στοιχείο πάνω στο οποίο θα μπορούσε ο Αιτητής να στηριχθεί, αφού το ιστορικό της αίτησης του αντιστρατεύεται πλήρως τη θέση του. Ούτε θέμα λάθους αλλά ούτε θέμα πίεσης μπορεί να τίθεται.».
15. Επισημαίνεται ότι στην αίτησή του ο Αιτητής ως νομική βάση της παρούσας αίτηση υποδεικνύει το Μέρος 23 Κανονισμό 4(6) [Γενικοί Κανόνες για Αιτήσεις Έκδοσης Δικαστικών Διαταγμάτων] και των Μέρος 32 [Μαρτυρία], Κανονισμός 15(1) [Παραδοχές] των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμών του 2023, τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, τη νομολογία και τη πρακτική του. Συνεπώς δεν γίνεται οποιαδήποτε παραπομπή διάταξη που να ρυθμίζει το ζήτημα του παραμερισμού απόφασης (επαναφορά προσφυγής εν προκειμένω).
16. Σύμφωνα με την ανωτέρω νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η αίτηση επαναφοράς αντιμετωπίζεται με αυστηρότητα καθώς η προθεσμία καταχώρισης προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, δεν μπορεί να επεκταθεί με οποιονδήποτε τρόπο, εκτός αν λόγοι ανωτέρας βίας το επιβάλλουν (βλ. Issam Lotfy Mohamed El Aassy v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1252/2010, ημερ. 17.5.2011 και Nader Mt Matanes v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 540/2012, ημερ. 30.11.2012).
17. Όπως περαιτέρω προκύπτει από την απόφαση Σταυρινάκης όταν ο αιτητής παραιτείται του δικαιώματος προώθησης της προσφυγής του, αυτή δεν επαναφέρεται. Η μόνη περίπτωση κατά την οποία μπορεί να επανέλθη είναι μόνο εάν καταδειχθεί η ύπαρξη γνήσιου λάθους που να αποκαλύπτει σαφώς την έλλειψη πρόθεσης απόσυρσης, όπως στην περίπτωση της υπόθεσης Υπόθεση Αρ. 492/97, Ανδρέας Μαύρου ν. Δημοκρατίας, (1997) 4 ΑΑΔ 3020, ημερ. 2.12.1997, όπου ο συνήγορος του Αιτητή είχε λάβει οδηγίες για απόσυρση προσφυγής άλλου πελάτη του με όνομα που ταυτιζόταν με αυτό το Αιτητή.
18. Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο διάδικος δεν μπορεί να προβάλει το λάθος, την αμέλεια ή την παράλειψη του δικηγόρου του για να επιτύχει την επαναφορά της προσφυγής του. Θα πρέπει να αναφερθεί πως ο δικηγόρος εκπροσωπεί τον πελάτη του και οι ενέργειές του, στο πλαίσιο αυτής της εκπροσώπησης, δεσμεύουν τον αιτητή (Βλ. Κυβέλη Αναστασίου ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1208/06, ημερ. 12.3.2007, Δημητρίου ν. Υπουργείου Οικονομικών (2002) 4 Α.Α.Δ. 1131) υπ’αριθμόν 540/12, NADER MT MATANES v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 30.11.2012).
19. Ομοίως και στην Πολιτική Έφεση Aρ. 9112, Bαρδιάνος ν. Richards, (1998) 1 ΑΑΔ 698 αποφασίστηκαν χαρακτηριστικά τα εξής (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):
«Ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μας ενισχύουν, σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Grand Metropolitan Nominee (No 2) Co Ltd v. Evans, The Times Law Reports, May 15, 1992:
"The court should not be astute to find excuses for such failure since obedience to orders of the court is the foundation on which its authority is founded."
Βλέπε επίσης Μιχαηλίδης ν. Χρίστου (1996) 1(Β) Α.Α.Δ. 1190, Κληρίδης ν. Σταυρίδη (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1348.
Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης. Ως προς την πρόθεση του διαδίκου την απάντηση έδωσε η απόφαση στην Άλκης Χ. Χατζηκυριάκος (Μπισκότα Φρου-Φρου) Λτδ. ν. Τerzian Trading House Ltd. (1998) 1(Α) Α.Α.Δ. 102:
"Η απουσία πρόθεσης εκ μέρους του διαδίκου να εγκαταλείψει τη διαδικασία δεν είναι αφεαυτής αποφασιστική για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου."».
Εδώ παρασχέθηκε στον εφεσείοντα κάθε ευκαιρία να θέσει ενώπιον του δικαστηρίου έγκαιρα τόσο το θέμα τροποποίησης όσο και το περίγραμμα της αγόρευσής του. Δεν το έπραξε. Ούτε όταν ζήτησε και του χορηγήθηκε άλλη μακρά παράταση 30 ημερών και μάλιστα από το χρόνο που εκδόθηκε το διάταγμα παράτασης. Και τα δύο χρονοδιαγράμματα που έθεσε το δικαστήριο δεν τηρήθηκαν. Δε δόθηκε καμιά βάσιμη δικαιολογία για ικανοποίηση του αιτήματος.».
Κατάληξη
20. Υπό το φως των ανωτέρω κανονιστικών διατάξεων και της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επισημαίνονται τα ακόλουθα. Η παρούσα υπόθεση υπάγεται στην κατηγορία των περιπτώσεων κατά τις οποίες η προσφυγή απορρίφθηκε κατόπιν ρητής απόσυρσής της. Παρατηρείται ότι ούτε οι νέοι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2023 δεν ρυθμίζουν ειδικώς την εν λόγω κατηγορία αποφάσεων, καθόσον η προβλεπόμενη εξουσία παραμερισμού προηγούμενης απόφασης αφορά σε αποφάσεις εκδοθείσες ερήμην διαδίκου, ενώ οι οικείες διατάξεις εφαρμόζονται mutatis mutandis μόνον σε περιπτώσεις απόρριψης λόγω μη προώθησης.
21. Συναφώς επισημαίνεται ότι η επίδικη προσφυγή δεν απορρίφθηκε λόγω απουσίας του Αιτητή, δεδομένου ότι η παρουσία του δεν απαιτείτο κατά το διαδικαστικό στάδιο της 20.5.2025, οπότε η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες. Κατά την αμέσως προηγούμενη, το Δικαστήριο υπέδειξε στη συνήγορο του Αιτητή ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις του ιδίου, ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του προκειμένου να συνδράμει οικονομικώς τον αδελφό του, χωρίς να προβάλλει οποιονδήποτε υποκειμενικό φόβο δίωξης ή σοβαρής βλάβης, ικανό εκ πρώτης όψεως να θεμελιώσει υπαγωγή σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, δίδοντας οδηγίες και συμπληρωματική αγόρευση προκειμένου να ξεκαθαριστεί που ερείδεται το δικαίωμα του Αιτητή για διεθνή προστασία. Κατά τη δικάσιμο της 20.5.2025 που ακολούθησε, όπως προκύπτει από το σχετικό πρακτικό, η συνήγορος του Αιτητή ζήτησε την απόσυρση της προσφυγής, αίτημα το οποίο έγινε δεκτό.
22. Από τα περιστατικά της υπόθεσης, καθώς και από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, δεν προκύπτει η ύπαρξη γνήσιου σφάλματος ικανού να καταδείξει έλλειψη πρόθεσης απόσυρσης. Αντιθέτως, προκύπτει ότι η συνήγορος, ενεργώντας στο πλαίσιο της εκπροσώπησης του Αιτητή, προέβη στην απόσυρση της προσφυγής χωρίς να τεκμηριώνεται διαφορετική βούληση κατά τον κρίσιμο χρόνο.
23. Η εκ των υστέρων θέση του Αιτητή ότι δεν είχε παράσχει σχετικές οδηγίες προς τη συνήγορό του έχει ήδη απαντηθεί νομολογιακώς (βλ. ενδεικτικώς Βαρδιάνος ν. Richards (1998) 1 ΑΑΔ 698), καθόσον ο διάδικος δεν δύναται, κατά κανόνα, να επικαλείται λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του προς αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Όπως έχει επισημανθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, διαφορετική προσέγγιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης, καθιστώντας την κρίση του Δικαστηρίου εξαρτώμενη από ζητήματα ευρισκόμενα εκτός της σφαίρας του ελέγχου του, ήτοι την εσωτερική επικοινωνία μεταξύ συνηγόρου και πελάτη και ζητήματα που μολονότι εντάσσονται στη σφαίρα της δικηγορικής δεοντολογίας, δεν δύνανται να διαταράσσουν το κύρος και την ασφάλεια της δικαστικής διαδικασίας.
24. Επικουρικώς, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί εφαρμοστέο το ελαστικότερο πλαίσιο που διέπει τις περιπτώσεις παραμερισμού απόφασης απόρριψης λόγω μη προώθησης, επισημαίνεται ότι, δυνάμει των νέων Διαδικαστικών Κανονισμών, οι οποίοι εφαρμόζονται κατ’ αναλογία σε αυτές περιπτώσεις, μεταξύ των κριτηρίων για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συγκαταλέγεται και η ύπαρξη πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της προσφυγής. Εν προκειμένω, από τα πρακτικά της συνέντευξης του Αιτητή που επισυνάπτονται στην Ένσταση, προκύπτει ότι, ερωτηθείς ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας του, δήλωσε ότι αφίχθη στη Δημοκρατία προκειμένου να συνδράμει οικονομικώς τον αδελφό του στις σπουδές του, ως ο μεγαλύτερος αδελφός, και ότι αυτός ήταν ο μόνος λόγος αναχώρησής του. Στην ένορκη δήλωσή του δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε πρόσθετος ισχυρισμός σχετικός με φόβο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Περαιτέρω, όπως προκύπτει και από πρόσφατη νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου, στη χώρα καταγωγής του Αιτητή δεν υφίσταται κατάσταση γενικευμένης ένοπλης σύρραξης.[1] Υπό τα δεδομένα αυτά, καθίσταται πρόδηλο ότι, εκ πρώτης όψεως, η προσφυγή δεν παρουσίαζε πραγματικές προοπτικές επιτυχίας, στοιχείο το οποίο ενισχύει περαιτέρω το συμπέρασμα περί μη συνδρομής λόγων επαναφοράς της.
Ως εκ τούτου, για τους λόγους που αναλύονται ανωτέρω, η ενδιάμεση αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.
Καμία διαταγή για έξοδα.
Κ.Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] RULAC, Geneva Academy, map, available at: https://www.rulac.org/browse/map (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12.2.2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο