ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υποθ. Αρ.: 4329/24
27 Φεβρουαρίου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Β.M.
Αιτήτριας
-και-
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Η Αιτήτρια εμφανίζεται προσωπικά.
Ειρ. Παραδεισιώτη (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
(Παρούσα η μεταφράστρια κυρία Ζ. Αγαπίου για πιστή μετάφραση από τα ελληνικά στα αγγλικά και αντίστροφα.)
ΑΠΟΦΑΣΗ
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση, ημερομηνίας 19/09/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για διεθνή προστασία.
Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:
Η Αιτήτρια είναι ενήλικας, υπήκοος της Λιβερίας και στις 18/12/2023, αφού εισήλθε παρατύπως στα ελεγχόμενα από την Κυπριακή Δημοκρατία εδάφη, συμπλήρωσε και υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας.
Στις 03/09/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 19/09/2024, ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών διοικητικό λειτουργό να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας. Ο τελευταίος, αυθημερόν, ενέκρινε την Έκθεση-Εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου και αποφάσισε την επιστροφή της Αιτήτριας στη Λιβερία.
Στις 10/10/2024, η Υπηρεσία Ασύλου συνέταξε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασής της σχετικά με το αίτημα της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από την Αιτήτρια αυθημερόν.
Στις 4/11/2024, καταχωρήθηκε η υπό εξέταση προσφυγή.
Η Αιτήτρια εμφανίζεται προσωπικά ενώπιον του Δικαστηρίου και προωθώντας την προσφυγή της προβάλλει κυρίως πραγματικούς ισχυρισμούς. Ειδικότερα, στο δικόγραφο της προσφυγής της, η Αιτήτρια κατέγραψε ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα της λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού.
Με την γραπτή της αγόρευση, η Αιτήτρια δήλωσε πως η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου είναι λανθασμένη. Είναι η θέση της ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε με διαδικαστικές παρανοήσεις και παραλείψεις. Με την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι κινδυνεύει η ασφάλειά της και αντανακλά επίσης ενδεχόμενη απόκλιση από τις αρχές της αμεροληψίας και της δικαιοσύνης. Με βάση τη διεθνή νομοθεσία για τους πρόσφυγες, η Αιτήτρια προβάλλει ότι η υπόθεσή της αποδεικνύεται από τα αξιόπιστα στοιχεία και τις περιστάσεις που δεν αντιμετωπίστηκαν επαρκώς και εκτιμήθηκαν λανθασμένα κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της. Τέλος, ζητά όπως επανεξεταστεί η υπόθεσή της.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση, με αναφορές και παραπομπές στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης καθώς και στον περί Προσφύγων Νόμο και τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή, νόμιμη, αποτέλεσμα ορθής ενάσκησης των εξουσιών με τις οποίες περιβάλλονται οι Καθ' ων η Αίτηση, κατ' εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου και λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα, αφού αξιολογήθηκαν όλα τα σχετικά γεγονότα και στοιχεία της υπόθεσης και είναι δεόντως αιτιολογημένη.
Κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης ημερομηνίας, 21/10/2025, οι διάδικοι υιοθέτησαν τις γραπτές τους αγορεύσεις.
Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εξετάσει και την ορθότητα της παρούσας υπόθεσης, η οποία απορρέει από τα εδάφια (2), (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/ 2018), εφόσον η αίτηση της Αιτήτριας για διεθνή προστασία υποβλήθηκε στις 04/11/2024. Λαμβάνω δε υπόψη μου, ότι η Αιτήτρια δεν εκπροσωπείται από συνήγορο αλλά εμφανίζεται προσωπικά και δεν αναμένεται από αυτήν να προωθήσει νομικούς ισχυρισμούς εμπεριστατωμένα και αιτιολογημένα ως προνοούν οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί σε υποθέσεις όπου τα μέρη εκπροσωπούνται από δικηγόρο (βλ. συναφώς Διαδικαστικός Κανονισμός 7 του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962). Προς το σκοπό αυτό, κρίνω σκόπιμη την παράθεση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, ως αυτοί προβλήθηκαν καθ' όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός της.
Στην αίτησή της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της για δύο λόγους. Ο πρώτος σχετίζεται με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό και την έλξη που νιώθει προς τα δύο φύλα, κάτι που δεν είναι αποδεκτό στη χώρα της. Όπως σημείωσε, σε ορισμένες περιπτώσεις υπέστη εκφοβισμό, ενώ και η οικογένειά της δεν αποδέχτηκε το γεγονός ότι είναι αμφιφυλόφιλη. Ο δεύτερος λόγος αφορά τις σπουδές της. Μετά τον θάνατο της μητέρας της, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα της και να μεταβεί στην Κυπριακή Δημοκρατία για να σπουδάσει.
Συμπληρώνοντας το έντυπο ευαλωτότητας, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού και των διακρίσεων που αντιμετώπιζε μετά το θάνατο της μητέρας της.
Κατά την προφορική της συνέντευξη, η Αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε στην Makiki, Harbel και από το 2000 μέχρι που εγκατέλειψε τη χώρα της διέμενε στη πόλη Monrovia της Λιβερίας και η εν λόγω πόλη συνιστά και τον τελευταίο τόπο διαμονής της. Ομιλεί αγγλικά και είναι Χριστιανή στο θρήσκευμα. Ως προς τα προσωπική της κατάσταση δήλωσε πως είναι ανύπαντρη και δεν έχει τέκνα. Αναφορικά με την οικογένειά της, η μητέρα της απεβίωσε τον Ιούνιο του 2023 και ο πατέρας της και τα τέσσερα αδέρφια της διαμένουν στην Λιβερία. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, δεν διατηρεί επαφή με τα μέλη της οικογένειά της και τελευταία επικοινωνία μαζί τους είχε τον Ιούνιο του 2023. Ως προς το μορφωτικό της υπόβαθρο, η Αιτήτρια δήλωσε ότι από το 2017 είναι απόφοιτος του πανεπιστημίου της Monrovia, στο κλάδο της διοίκησης επιχειρήσεων. Σχετικά με την εργασιακή της εμπειρία δήλωσε ότι εργαζόταν για δύο χρόνια σε υπεραγορά με μερική απασχόληση.
Η Αιτήτρια εγκατέλειψε νόμιμα τη χώρα καταγωγής της στις 27/11/2023 χρησιμοποιώντας το διαβατήριο της για τις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, όπου και αφίχθηκε αεροπορικώς. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, είχε στην κατοχή της φοιτητική άδεια και σκοπό είχε να σπουδάσει, ωστόσο παρέμεινε για περίπου δύο εβδομάδες στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές και μετέπειτα εισήλθε παρατύπως στα ελεγχόμενα από την Κυπριακή Δημοκρατία εδάφη και υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας.
Ως προς τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, κατά την ελεύθερη αφήγησή της η Αιτήτρια ανέφερε ότι στην Αφρική ορισμένοι γονείς δεν αποδέχονται τα παιδιά τους όταν συνάψουν σχέση με άτομα του ίδιου φύλου. Η μητέρα της ήταν το μόνο πρόσωπο που τη στήριζε· μετά τον θάνατό της, η υπόλοιπη οικογένεια άρχισε να την κατηγορεί για τη σεξουαλικότητά της. Η Αιτήτρια δήλωσε ακόμα, ότι δεχόταν εκφοβισμό και ότι η οικογένειά της συγκαλούσε οικογενειακά συμβούλια για την ίδια, ρίχνοντάς της ευθύνες για τον θάνατο της μητέρας της λόγω της διαφορετικότητάς της. Αυτό οδήγησε την Αιτήτρια σε κατάθλιψη και τελικά αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα.
Κατά το στάδιο υποβολής διευκρινιστικών ερωτήσεων, ερωτηθείσα αν ο λόγος που εγκατέλειψε τη χώρα της ήταν ο σεξουαλικός της προσανατολισμός η Αιτήτρια απάντησε καταφατικά. Κληθείσα να εξηγήσει το τρόπο που η οικογένειά της δεν την αποδεχόταν, εξήγησε ότι διέκοψαν κάθε επικοινωνία μαζί της. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα ότι η στιγμή που αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα της ήταν μετά από οικογενειακό καβγά και όλοι ήταν εναντίον της. Σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι θα αντιμετωπίσει απειλές από τα μέλη της οικογένειάς. Συγκεκριμένα όπως ανέφερε την απείλησαν ότι θα κάψουν το σπίτι της. Οι απειλές ανέφερε προήλθαν από την αδερφή της μητέρας της η οποία αποπειράθηκε να κάψει το σπίτι της τον Ιούνιο 2023. Κληθείσα να αναφέρει περισσότερες λεπτομέρειες, η Αιτήτρια ανέφερε ότι δεν βρισκόταν στο σπίτι τη στιγμή εκείνη, όμως το πληροφορήθηκε από τους γείτονες. Η ίδια επέστρεψε μετά από τρεις μέρες και αν και επικοινώνησε με τις αστυνομικές αρχές, οι οποίες διεξήγαγαν έρευνα, η Αιτήτρια δεν γνωρίζει το αποτέλεσμα της έρευνας.
Κατόπιν σχετικής ερώτησης για το αν της συνέβη οτιδήποτε λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά.
Εν συνεχεία τέθηκαν στην Αιτήτρια διευκρινιστικές ερωτήσεις σχετικά με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό από τον λειτουργό, ο οποίος εφάρμοσε το το μεθοδολογικό μοντέλο DSSH (Difference, Shame, Stigma and Harm). Ως προς το στοιχείο της διαφορετικότητας, η Αιτήτρια προέβαλε ότι αυτοπροσδιορίζεται ως αμφιφυλόφιλη. Εξήγησε ότι είχε σεξουαλικές επαφές και με τα δύο φύλα και ανέφερε ότι συνειδητοποίησε ότι την έλκουν άνδρες και γυναίκες όταν ήταν 16 ετών. Το αντιλήφθηκε όπως δήλωσε, μετά από πάρτι στο οποίο είχε την πρώτη της σεξουαλική επαφή με γυναίκα, της άρεσε και το διασκέδασε. Ερωτηθείσα για το πως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είναι αμφιφυλόφιλη, αποκρίθηκε ότι είχε συναισθήματα για τις γυναίκες, ενώ προηγουμένως ανέφερε ότι ήταν ετεροφυλόφιλη.
Ως προς το πως συνειδητοποίησε ότι αυτή είναι η σεξουαλική της ταυτότητα, αποκρίθηκε ότι το κατάλαβε μετά την πρώτη της ερωτική εμπειρία με γυναίκα. Σχετικά με τις σκέψεις της αφού συνειδητοποίησε ότι την έλκουν άτομα του ιδίου φύλου, η Αιτήτρια ανέφερε ότι σκεφτόταν την αντίδραση των γονέων της και την απόρριψη από αυτούς, έτσι αποφάσισε να έχει σεξουαλικές επαφές και με άνδρες. Κληθείσα να εξηγήσει πως ένιωθε αφού αποφάσισε να ακολουθήσει τις προσδοκίες των γονιών της και όχι το τι η ίδια επιθυμούσε, αποκρίθηκε ότι ακολούθησε αυτό που επιθυμούσε η καρδιά της. Κατόπιν επεξήγησης από τον λειτουργό ότι η συνειδητοποίηση και η αποδοχή αποτελούν δύο διαφορετικές διεργασίες, η Αιτήτρια αποκρίθηκε ότι έχει αποδεχτεί τον σεξουαλικό της προσανατολισμό. Ερωτηθείσα για την διαδικασία αποδοχής της διαφορετικότητάς της, ανέφερε ότι η ίδια αποφασίζει τι επιθυμεί να είναι, και ότι η απόφασή της αυτή ήταν κατά την Αιτήτρια η σωστή. Η Αιτήτρια, εξήγησε ότι μετά την αποδοχή της σεξουαλικής της ταυτότητας, άλλαξε ο τρόπος ζωής της και πρόσθεσε ότι αυτό θέλει να είναι. Ερωτηθείσα για το τι σημαίνει για την ίδια ομοφυλοφιλία, αποκρίθηκε ότι μπορεί να έχει σεξουαλική επαφή και με τα δύο φύλα και να δημιουργήσει οικογένεια είτε με άνδρες είτε με γυναίκες.
Κληθείσα να αναφέρει για το πως πιστεύει θα είναι η ζωή της ως άτομο που ανήκει στην κοινότητα LGBTI η Αιτήτρια αποκρίθηκε ότι θα είχε τη χειρότερη ποιότητα ζωής, γιατί δεν είναι αποδεχτή από την κοινωνία.
Σχετικά με το αν ο σεξουαλικός της προσανατολισμός ποινικοποιείται στη χώρα της και ποια είναι η σχετική νομοθεσία, η Αιτήτρια απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Για το αν αντιμετωπίζουν διακρίσεις ομοφυλόφιλα άτομα στη χώρα της, η Αιτήτρια απάντησε θετικά, αναφέροντας ως παραδείγματα την απόρριψη από την οικογένεια, την απαγόρευση συμμετοχής σε οικογενειακές δραστηριότητες και την αντιμετώπισή τους ως κακή επιρροή για άλλα πρόσωπα. Επισήμανε ότι για αυτή την κατάσταση ευθύνεται η κοινωνία.
Η Αιτήτρια ανέφερε ότι τα μέλη της οικογένειάς της την απομάκρυναν και διέκοψαν κάθε επικοινωνία μαζί της, καθώς δεν αποδέχονταν τη σεξουαλικότητά της. Το μόνο πρόσωπο στο οποίο η Αιτήτρια είχε ανοιχτεί ήταν η μητέρα της, όταν η ίδια ήταν περίπου 20 ετών. Ανέφερε ότι η μητέρα της την προσέγγισε αφού «υποψιάστηκε» ότι είναι διαφορετική, κυρίως λόγω του ότι η Αιτήτρια είχε αλλάξει τρόπο ντυσίματος και περπατήματος· χαρακτηριστικά ανέφερε ότι «ντυνόταν σαν αγόρι».
Σχετικά με τη στάση της μητέρας της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ενώ αρχικά δεν την αποδέχτηκε ακολούθως την συμβούλευσε ότι θα πρέπει να ζήσει τη ζωή της όπως η ίδια επιθυμεί. Ως προς το πως η κοινωνία αντιμετωπίζει τα άτομα της κοινότητας, η Αιτήτρια επανέλαβε ότι δεν τα αποδέχεται και περαιτέρω δήλωσε ότι τα θεωρούν ως κακή επιρροή, που την κάνει να αισθάνεται άσχημα.
Αναφορικά με τις σχέσεις που σύναψε η Αιτήτρια, δήλωσε ότι στα 22 της χρόνια είχε σχέση με άνδρα η οποία διήρκησε για δυόμισι μήνες, καθώς και μία ακόμα σχέση το 2016 που διήρκεσε για 3 μήνες. Η πρώτη σχέση που είχε με γυναίκα, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε, ήταν το 2018 όταν με την σύντροφό της γνωρίστηκαν σε ένα πάρτι και η σχέση κράτησε για 5 χρόνια. Κληθείσα να αναφερθεί περαιτέρω στη σχέση αυτή, η Αιτήτρια δήλωσε ότι την επισκεπτόταν στο σπίτι της όπου μαγείρευαν μαζί, παρακολουθούσαν ταινίες και συζητούσαν. Ο λόγος που διέκοψαν τη σχέση τους ήταν γιατί η αναχώρηση της Αιτήτριας από την χώρα. Η πρώην σύντροφός της βρίσκεται πλέον στην Γκάνα, ωστόσο δεν διατηρούν επικοινωνία. Σε ερώτηση σχετικά με το πως κατάφεραν να κρύβουν τη σχέση τους τόσα χρόνια, η Αιτήτρια αποκρίθηκε ότι δεν κυκλοφορούσαν σε εξωτερικούς χώρους.
Εν συνεχεία, ακολούθησαν ερωτήσεις σχετικά με το αν η Αιτήτρια γνωρίζει αν άτομα της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ συχνάζουν ή συγκεντρώνονται σε συγκεκριμένους χώρους στη χώρα της και η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείσα για το αν γνωρίζει την ύπαρξη οργανισμών που προασπίζονται τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, επίσης απάντησε αρνητικά. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι κατά την παραμονή της στην Κυπριακή Δημοκρατία έχει σεξουαλικό σύντροφο («sex buddy»), όμως δεν είναι μέλος καμίας κοινότητας και δεν γνωρίζει το οτιδήποτε σχετικό με τη κοινότητα ΛΟΑΤΚΙ στην Κυπριακή Δημοκρατία
Καταληκτικά, ως προς το τι φοβάται ως αμφιφυλόφιλο άτομο σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι φοβάται την απόρριψη και τις απειλές ότι θα την σκοτώσουν, καθώς, όπως πρόσθεσε αυτό είχε βιώσει στο παρελθόν.
Ο αρμόδιος λειτουργός στην Έκθεση-Εισήγησή του, εντόπισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς στη βάση των δηλώσεων της Αιτήτριας, ως ακολούθως:
(1) Λιβεριανή υπήκοος με περιοχή καταγωγής της την Makiki Harbel, ενώ περιοχή διαμονής της μέχρι και την αναχώρησή της από την χώρα καταγωγής της την περιοχή Monrovia και
(2) o σεξουαλικός προσανατολισμός της Αιτήτριας ως αμφιφυλόφιλο άτομο.
Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, αναφορικά με την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ της, ο αρμόδιος λειτουργός τον έκανε αποδεκτό ως αξιόπιστο, λαμβάνοντας υπόψη την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών της, καθώς και το προσκομισθέν διαβατήριο και τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής της, ως προς την εξωτερική του αξιοπιστία.
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τον σεξουαλικό προσανατολισμό της Αιτήτριας, ο λειτουργός ακολουθώντας το μοντέλο «DSSH» κατέληξε στα κάτωθι συμπεράσματα: Ως προς το στοιχείο της διαφορετικότητας, υποστήριξαν ότι τα λεγόμενα της Αιτήτριας χαρακτηρίζονται από έλλειψη ευλογοφάνειας εφόσον ο σεξουαλικός προσανατολισμός ενός προσώπου αφορά την ιδιότητα της σεξουαλικότητάς και της σεξουαλικής του ταυτότητας και δεν καθορίζεται από πράξεις και συμπεριφορές. Σύμφωνα με δηλώσεις της Αιτήτριας, ήτοι ότι είναι αμφιφυλόφιλη επειδή είχε σχέσεις με άτομα και των δύο φύλων επιβεβαιώνουν ότι η ίδια ορίζει τον σεξουαλικό της προσανατολισμό μέσω των πράξεων της. Ακόμα, ο λειτουργός στην Έκθεση-Εισήγησή του, επεσήμανε ότι η Αιτήτρια χαρακτήρισε τη σεξουαλικότητά της ως «straight», μέχρι την ηλικία των 16 ετών καθώς μέχρι τότε δεν είχε κανένα δεσμό. Ο λειτουργός διαπίστωσε έλλειψη ευλογοφάνειας στις αναφορές της Αιτήτριας καθώς ο σεξουαλικός προσανατολισμός είναι μέρος της ταυτότητας ενός προσώπου. Σχετικά με τα συναισθήματά για την διαδικασία αποδοχής της συνειδητοποίησης της ταυτότητας της η Αιτήτρια ανέφερε ότι δεν ήθελε να απογοητεύσει τους γονείς της και έτσι προχώρησε σε σχέση με πρόσωπο του αντίθετου φύλου χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει τις σκέψεις και τα συναισθήματά της.
Ως εκ των ανωτέρω, ο λειτουργός κατέληξε ότι στο πρόσωπο της Αιτήτριας δε διαφαίνεται η αίσθηση της διαφορετικότητας, αφού δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τη σταδιακή αναγνώριση της έλξης σε άτομα του ιδίου φύλου. Επίσης, ο λειτουργός κατέγραψε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει πως αισθάνεται ως αμφιφυλόφιλο άτομο και πως η ίδια βιώνει τη διαφορετικότητά της.
Ως προς τα στοιχεία του στίγματος και της ντροπής, ο λειτουργός επεσήμανε ότι η Αιτήτρια δεν γνώριζε ότι στη χώρα της η αμφιφυλοφιλία διώκεται και ποινικοποιείται, παρά το ότι ανέφερε ότι δεν είναι αποδεκτή όπως επίσης ότι τα άτομα που ανήκουν στη κοινότητα ΛΟΑΤΚΙ βιώνουν διάκριση από την κοινωνία. Ο λειτουργός διαπίστωσε ακόμα, ότι η Αιτήτρια δεν αναφέρθηκε με επάρκεια πως η ίδια βίωσε την διαφορετικότητά της σε μια χώρα όπου η αμφίφυλοφιλία διώκεται. Επιπλέον, ο λειτουργός σημείωσε ότι η Αιτήτρια καμία αναφορά δεν προέβη σχετικά με στερεότυπα, κοινωνικές προσδοκίες, ταμπού ή δυσκολίες που πιθανό να αντιμετωπίσει ένα αμφιφυλόφιλο άτομο στη Λιβερία. Ως προς την οικογένεια της, ο λειτουργός έκρινε ότι διέκοψαν κάθε επικοινωνία μαζί της, και ότι μόνο η μητέρα της την αποδέχτηκε. Ο λειτουργός διαπίστωσε ότι από τις δηλώσεις της Αιτήτριας δεν εντοπίζεται το συναίσθημα της ντροπής που πιθανό να βιώνει ένα πρόσωπο λόγω της διαφορετικότητάς του στη Λιβερία.
Τέλος, ως προς το στοιχείο της βλάβης, είναι η θέση του λειτουργού, ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να εκφράσει συναισθήματα που μπορεί να βιώνει ένα άτομο ΛΟΑΤΚΙ, παρά μόνο ανέφερε ότι αισθάνεται άσχημα. Επίσης, ο λειτουργός, κατέγραψε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας δεν ήταν σαφείς ως προς τη διάκριση και την μη αποδοχή που βίωσε από την οικογένειά της. Επιπρόσθετα, ο λειτουργός σημείωσε ότι από τις αναφορές της Αιτήτριας ελλείπει το προσωπικό στοιχείο ως προς το τί η ίδια έχει βιώσει. Ο λειτουργός κατέληξε ότι οι περιγραφές της Αιτήτριας χαρακτηρίζονται από ασάφειες, γενικολογίες, μη ευλογοφανή στοιχεία και άγνοια, στοιχεία σημαντικά που αφορούν τον πυρήνα του αιτήματος της.
Ως προς δε την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, οι Καθ' ων κατόπιν έρευνας και σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές που εντοπίστηκαν, η σεξουαλική δραστηριότητα μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου απαγορεύεται από τον Ποινικό Κώδικα του 1976 της Λιβερίας ο οποίος ποινικοποιεί ευρέως τον “σοδομισμό” και προβλέπει ποινή φυλάκισης έως ενός έτους για άνδρες και γυναίκες. Σε μερικές περιπτώσεις, σύμφωνα με τις πηγές, φαίνεται ότι ο νόμος εφαρμόζεται ακόμη, καθώς άτομα ΛΟΑΤ έχουν κατά καιρούς συλληφθεί, συχνά μετά από αναφορές στην αστυνομία σε περιστατικά όπου ήταν θύματα επιθέσεων. Παράλληλα, συνεχίζουν να καταγράφονται περιστατικά διακρίσεων και βίας σε βάρος ΛΟΑΤ ατόμων, όπως επιθέσεις, παρενόχληση, εκφοβισμός και κοινωνικός αποκλεισμός. Αξιόπιστες πηγές αναφέρουν ότι στη Λιβερία η ομοφοβική βία είναι συχνή και εκδηλώνεται χωρίς συνέπειες για τους δράστες. Η κοινωνία εμφανίζει έντονα ομοφοβικές και τρανσφοβικές στάσεις, ενώ η αυξανόμενη ορατότητα των ΛΟΑΤΚΙ+ διεκδικήσεων έχει οδηγήσει σε μεγαλύτερη πολιτική εχθρότητα. Τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα αντιμετωπίζουν ανοιχτές διακρίσεις, εγκλήματα μίσους και απόρριψη από τις οικογένειές τους. Ωστόσο, δεδομένου του γεγονότος ότι η Αιτήτρια υπέπεσε σε ασάφειες, έλλειψη ευλογοφάνειας και έλλειψη επαρκών πληροφοριών, ο υπό κρίση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.
Κατά το στάδιο της αξιολόγησης του κινδύνου, επί τη βάσει του μόνου αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι της ταυτότητας, της χώρας καταγωγής και των προσωπικών στοιχείων/ προφίλ της Αιτήτριας, αφού ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες για τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη Λιβερία και ειδικότερα στη περιοχή Makiki και λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές της περιστάσεις, έκρινε ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα η Αιτήτρια να αντιμετωπίσει κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα στην περιοχή Makiki.
Ακολούθως, στο στάδιο της νομικής ανάλυσης, ως αναφέρεται στην Έκθεση-Εισήγηση, βάσει των ισχυρισμών της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης στο πλαίσιο του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου η Αιτήτρια δεν δικαιούται το καθεστώς του πρόσφυγα.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι ο κίνδυνος που μπορεί να αντιμετωπίσει ευλόγως η Αιτήτρια κατά την επιστροφή της στη Λιβερία δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 19 (2) (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Αναφορικά με το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη Λιβερία και ειδικότερα στην πόλη Makiki που αναμένεται να επιστρέψει, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, υπό την έννοια της σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας ως άμαχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, o αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται ούτε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Υπό το φως των ανωτέρω σημείων που έχω αναλύσει, κρίνω ότι ορθά και εμπεριστατωμένα οι Καθ’ ων η Αίτηση αξιολόγησαν το αίτημα της Αιτήτριας και κατέληξαν στη μη υπαγωγή της σε προσφυγικό καθεστώς. Η επίδικη απόφαση σε σχέση με υπαγωγή της σε προσφυγικό καθεστώς λήφθηκε ορθά και νόμιμα, μετά επαρκούς αιτιολόγησης, η οποία συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (βλ. άρθρο 29 του Ν. 158(Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 371 και Στέφανος Φράγκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Η έρευνα που είχε προηγηθεί ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει η Αιτήτρια, όπως αναλύεται ανωτέρω. Ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε με λεπτομέρεια τους λόγους που οι ουσιώδεις ισχυρισμοί της Αιτήτριας προς στοιχειοθέτηση του αιτήματός της δεν έγιναν αποδεκτοί, αφού η ίδια υπέπεσε σε αντιφάσεις και έδωσε ανεπαρκείς πληροφορίες και εξηγήσεις ενώ οι απαντήσεις της διέπονταν από ασυνέπεια και ασάφεια. Η Αιτήτρια δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον μου για να ανατρέψει το εύρημα αναξιοπιστίας των Καθ’ων η Αίτηση αλλά ούτε και υπέδειξε ποια σημεία ή ισχυρισμοί της δεν αξιολογήθηκαν ορθά. Στην αγόρευσή της αναφέρθηκε γενικά στους ισχυρισμούς της περί δίωξης λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού και ισχυρίζεται χωρίς να εξειδικεύει, ότι δεν αξιολογήθηκε ορθά το αίτημά της. Ως εκ τούτου, με βάση τα ανωτέρω, δεν δύναται να παραχωρηθεί στην Αιτήτρια ούτε προσφυγικό καθεστώς αλλά ούτε και καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των άρθρων 19(2)(α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, καθόσον δεν έχει στοιχειοθετηθεί πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης υπό οποιαδήποτε από τις εκεί προβλεπόμενες μορφές. Κρίνω, συνεπώς, ότι τα ευρήματα των Καθ’ ων η Αίτηση αναφορικά με τη μη υπαγωγή της Αιτήτριας στις προϋποθέσεις των ανωτέρω διατάξεων ήταν ορθά και επαρκώς αιτιολογημένα.
Εντούτοις, από τα στοιχεία ενώπιον μου προκύπτει ότι η αξιολόγηση της περίπτωσης της σε σχέση με υπαγωγή της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(1) και 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου είναι εσφαλμένη.
Αρχικά, και σύμφωνα με τον αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας αναφορικά με το προσωπικό της προφίλ, δεν τεκμηριώνεται ότι η προηγούμενη συνήθης διαμονή της ήταν στην πόλη Makiki, για την οποία οι Καθ’ων η Αίτηση προέβηκαν σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αλλά η Monrovia, όπου διέμενε από το 2000 μέχρι την αποχώρησή της.
Αναφορικά με την υπαγωγή της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι η Αιτήτρια θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας, λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakit? v. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της αδιακρίτως ασκούμενης βίας και της ένοπλης σύρραξης και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Για την εξέταση του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης προς εξέταση της κατάστασης ασφαλείας που επικρατεί γενικά στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας και ειδικότερα στην πόλη Monrovia, που συνιστά τον τόπο τελευταίας διαμονής της.
Σύμφωνα με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, παρατηρείται γενικά πολιτική σταθερότητα στη χώρα[1], πλην όμως συχνά λαμβάνουν χώρα διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες και μερικές φορές έτυχε να οδηγήσουν σε βία ή σε χρήση δακρυγόνων από τις αρχές.[2] Στην ετήσια έκθεση του USDOS για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Λιβερία αναφορικά με το έτος 2024, αναφέρεται ότι υπήρχαν σοβαρά ζητήματα παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αυθαίρετες δολοφονίες, βασανιστήρια, αυθαίρετες συλλήψεις, περιορισμοί στην ελευθερία έκφρασης και του Τύπου, εμπορία ανθρώπων και περιορισμοί στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι των εργαζομένων. Παρά τις παραβιάσεις αυτές, η κυβέρνηση προχώρησε σε ενέργειες για τον εντοπισμό και την τιμωρία αξιωματούχων που ευθύνονταν, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είχαν διαπράξει αδικήματα κατά τον εμφύλιο πόλεμο.[3]
Τα επίπεδα εγκληματικότητας στην Λιβερία παραμένουν σε κρίσιμο επίπεδο σε ολόκληρη τη χώρα, λόγω της αυξανόμενης δημόσιας δυσαρέσκειας με την παραπαίουσα οικονομία και το δυσλειτουργικό δικαστικό σύστημα της χώρας.[4] Οι αναφορές για εισβολές σε κατοικίες είναι συχνές, όπως και οι βίαιες ληστείες σε αστικές περιοχές και δημόσιες παραλίες.[5] Η τοπική αστυνομία δεν διαθέτει τους πόρους για να ανταποκριθεί αποτελεσματικά σε σοβαρά εγκλήματα και το δικαστικό σώμα σπάνια διασφαλίζει καταδίκες για εγκληματικές δραστηριότητες.[6]
Σύμφωνα με πληροφορίες που εντοπίζονται στην ιστοσελίδα της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου, η κυριότερη μορφή εγκλήματος στη Λιβερία είναι οι κλοπές, αλλά υπάρχουν και οργανωμένες εγκληματικές συμμορίες. Οι κλέφτες είναι συχνά οπλισμένοι με μαχαίρια ή ματσέτες και περιστασιακά φέρουν πυροβόλα όπλα.[7]
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία από τη βάση δεδομένων της ACLED («Armed Conflict Location and Event Data Project») για το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση στις 14/11/2025) καταγράφηκαν στην Λιβερία 29 περιστατικά πολιτικής βίας («Political violence» που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 22 θάνατοι. Στην πόλη Monrovia, κατά την ίδια χρονική περίοδο καταγράφηκαν 4 περιστατικά πολιτικής βίας χωρίς να προκληθούν ανθρώπινες απώλειες.[8] Σημειώνεται δε, ότι ο πληθυσμός της πόλης Monrovia εκτιμάται ότι ανέρχεται το 2025 στους 1,794,650 κατοίκους.[9]
Κατά συνέπεια, η πόλη Monrovia η οποία συνιστά και τον τελευταίο τόπο διαμονής της Αιτήτριας, δεν φαίνεται να πλήττεται σε τέτοιο βαθμό από συγκρούσεις και περιστατικά βίας, τα οποία να ανάγονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να θεωρείται ότι πληρείται το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, ως αυτό ερμηνεύθηκε από τη νομολογία του ΔΕΕ.[10] Λαμβάνοντας υπόψιν και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της Αιτήτριας, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτή θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα στον τελευταίο τόπο διαμονής της.
Επομένως, στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της επίδικης απόφασης και ότι στο πρόσωπό της πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στο καθεστώς του πρόσφυγα ή της παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Ενόψει των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου περί εσφαλμένης αξιολόγησης της προηγούμενης περιοχής διαμονής της Αιτήτριας και μετέπειτα υπαγωγής της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(1) και (2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου ως ανωτέρω αναλύθηκε, δεν επιδικάζονται έξοδα. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται υπό το φως της νομικής ανάλυσης του Δικαστηρίου, ως ανωτέρω παρατέθηκε.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Gov.uk, 'Foreign travel advice: Liberia' διαθέσιμο σε https://www.gov.uk/foreign-travel-advice/liberia/safety-and-security (ημερομηνία πρόσβασης 24/11/2025)
[2] U.S. Department of State - Travel.State.Gov, 'Liberia Travel Advisory' (31 July 2023) διαθέσιμο σε https://travel.state.gov/content/travel/en/traveladvisories/traveladvisories/liberia-travel-advisory.html; U.S. Department of State - Overseas Security Advisory Council (OSAC), 'OSAC Country Security Report Liberia' (14 November 2024) pp. 3 & 5 διαθέσιμο σε https://www.osac.gov/Content/Report/be9dbdaf-a9aa-4750-9ac6-1cbb83e215f0 (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2025)
[3] USDOS - U.S. Department of State, 'Liberia 2024 Human Rights Report' (12 August 2025), διαθέσιμο σε
https://www.ecoi.net/en/document/2128519.html (ημερομηνία πρόσβασης 24/11/2025)
[4] U.S. Department of State - Overseas Security Advisory Council (OSAC), 'OSAC Country Security Report
Liberia' (14 November 2024) p. 1 διαθέσιμο σε https://www.osac.gov/Content/Report/be9dbdaf-a9aa-4750-9ac6-1cbb83e215f0 (ημερομηνία πρόσβασης 24/11/2025)
[5] Ibid
[6] Ibid
[7] Gov.uk, 'Foreign travel advice: Liberia' διαθέσιμο σε https://www.gov.uk/foreign-travel-advice/liberia/safety-and-security (ημερομηνία πρόσβασης 24/11/2025)
[8] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Liberia (Monrovia), Events/ Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/11/2025)
[9] World Population Revier διαθέσιμο σε https://worldpopulationreview.com/cities/liberia/monrovia (ημερομηνία πρόσβασης 24/11/2025)
[10] Βλ. C-285/12 Aboubacar Diakit? ν. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides και στην C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο